Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με προσφυγή της 28ης Νοεμβρίου 1985, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν εκτέλεσε την απόφαση που εκδόθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 137/80, στην οποία η Επιτροπή είχε στραφεί κατά του Βελγίου (Συλλογή 1981, σ. 2393). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
"Το Βασίλειο του Βελγίου, αρνούμενο να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά του στατιστικού ισοδυνάμου ή του κατ' αποκοπήν ποσού εξαγοράς των αποκτηθέντων υπό το βελγικό συνταξιοδιοτικό σύστημα δικαιωμάτων συντάξεως αρχαιότητος (γήρατος) στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 11 του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις εκ της Συνθήκης ΕΟΚ".
2. Ασφαλώς γνωρίζετε ότι η παρούσα διαδικασία είχε ήδη εισέλθει στην προφορική φάση και ότι ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στις 20 Οκτωβρίου 1987. Εν συνεχεία αιτήματος της βελγικής κυβερνήσεως, με το οποίο συμφώνησε η Επιτροπή, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία. Συνεπεία των μεταγενεστέρων αναβολών που ζήτησαν οι δύο διάδικοι και της μερικής ανανεώσεως του Δικαστηρίου, το τελευταίο διέταξε την επανάληψη της προφορικής φάσεως της παρούσας διαδικασίας.
3. Μέχρι σήμερα το Βασίλειο του Βελγίου δεν έχει ακόμη εισαγάγει στην έννομη τάξη του τα συγκεκριμένα μέτρα που καθιστούν δυνατή την εφαρμογή του δικαιώματος μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Διαπιστώνω ότι, παραλείποντας να προβεί στις σχετικές ενέργειες, το Βέλγιο παραχώρησε στον εαυτό του μία προθεσμία εννέα ετών (μέχρι σήμερα), που προστίθεται στα προηγούμενα δώδεκα έτη παρανομίας. Με τον τρόπο αυτό τα δικαιώματα απροσδιορίστου, αλλά ασφαλώς σημαντικού, αριθμού υπαλλήλων (αρκεί να θυμηθούμε τον αριθμό των προσφευγόντων στην υπόθεση 137/88, Schneemann, που προσέφυγαν στο Δικαστήριο, προκειμένου να αναγνωριστεί η παράβαση εκ μέρους της Επιτροπής του καθήκοντός της επιμέλειας έναντι αυτών, ενόψει της παραβάσεως του Βελγίου στην subjecta materia), έχουν θιγεί.
4. Εμμένοντας στην παράβασή της, είκοσι έτη μετά την εισαγωγή στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων του άρθρου 11, παράγραφος 2, και περίπου εννέα έτη μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, που αναγνώρισε την παράβαση του Βασιλείου του Βελγίου των υποχρεώσεων τις οποίες υπείχε από τη Συνθήκη ΕΟΚ, η βελγική κυβέρνηση πέτυχε μονομερώς την επιδίωξη των ιδίων οικονομικών της συμφερόντων - όπως έχουν σαφώς οριστεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας (1) - αντίθετα προς την υποχρέωση της τηρήσεως της κοινοτικής νομιμότητας και περιφρονώντας το άρθρο 5 της Συνθήκης. Ως προς το σημείο αυτό συμμερίζομαι πλήρως τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα Capotorti, κατά την οποία: "Πρόκειται, συνεπώς, περί κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία, εκτός του ότι συνεπάγεται ευνοϊκά αποτελέσματα για τους ιδιώτες, εξυπηρετεί κατά πρώτο λόγο την ικανοποίηση ιδίου συμφέροντος των Κοινοτήτων" (προτάσεις που αναπτύχθηκαν στην προαναφερθείσα υπόθεση, σ. 2412).
5. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο, συμφωνώντας με τις προτάσεις που αναπτύχθηκαν στις 20 Οκτωβρίου 1987 από τον προκάτοχό μου γενικό εισαγγελέα Mancini, να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής και να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 137/80. Είναι προφανές ότι το καθού πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Βλέπε ιδίως το τμήμα "Πραγματικά περιστατικά" της από 20 Οκτωβρίου 1981 αποφάσεως:
"Περαιτέρω, η βελγική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η λύση αυτή θα οδήγει σε διάκριση συνεπαγομένη προνόμιο.
...
Με τον τρόπο αυτό ο παραιτηθείς βέλγος δημόσιος υπάλληλος, που εισέρχεται στην ΕΟΚ, θα εστοίχιζε περίπου τρεις φορές ακριβότερα για το βελγικό κράτος από τον ίδιο υπάλληλο, που θα εισήρχετο στην υπηρεσία άλλου εργοδότου, έστω και αν πρόκειται περί διεθνούς οργανισμού όπως το ΝΑΤΟ, ο ΟΟΣΑ ή το Eurocontrol. Εξάλλου, η διάκριση αυτή θα υφίσταται και ως προς το ποσό των πλεονεκτημάτων, που θα χορηγηθούν μεταγενεστέρως στους ενδιαφερομένους λόγω των καταβολών αυτών εφόσον στην περίπτωση του παραιτηθέντος δημοσίου υπαλλήλου που εισέρχεται στις Κοινότητες, τα καταβαλλόμενα ποσά θα μετατραπούν σε συντάξιμα έτη, παρέχοντας στον ευρωπαίο υπάλληλο σύνταξη υπολογιζομένη επί τη βάσει του τελικού μισθού που θα έχει επιτύχει στην ΕΟΚ, ενώ στην περίπτωση του παραιτηθέντος δημοσίου υπαλλήλου που εισέρχεται στην υπηρεσία άλλου οργανισμού, τα καταβαλλόμενα ποσά στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως θα παράσχουν στον υπάλληλο σύνταξη ανάλογη με τις αποδοχές, επί τη βάσει των οποίων καθορίσθησαν οι εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως, που είναι προφανώς χαμηλότερες, εφόσον πρόκειται περί αποδοχών της αρχής της σταδιοδρομίας."
Full & Egal Universal Law Academy