ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
JEAN MISCHO
της 11ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Τα πραγματικά περιστατικά και το ιστορικό της υπόθεσης 403/85 εκτίθενται λεπτομερώς στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Ας μου επιτραπεί, συνεπώς, να παραπέμψω στην εν λόγω έκθεση.
Πριν προβώ στην εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλει ο προσφεύγων προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως της αποφάσεως της 6ης Μαΐου 1985, με την οποία η Επιτροπή τον έπαυσε, θεωρώ απαραίτητο να διευκρινίσω το πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετούνται οι παρούσες προτάσεις. Αυτό το πλαίσιο διαγράφεται από τη φύση του ασκούμενου από το Δικαστήριο ελέγχου επί των αποφάσεων που λαμβάνει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ( στο εξής: AΔA ) στον τομέα των πειθαρχικών ποινών.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε για μια ακόμη φορά τη φύση του εν λόγω ελέγχου στις σκέψεις 34 και 35 της απόφασης της 29ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 228/83 μεταξύ των ίδιων διαδίκων ( 1 ), με την ακόλουθη διατύπωση:
«Όπως το Δικαστήριο έχει ήδη δεχτεί, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του της 30ής Μαΐου 1973 ( De Greef κατά Επιτροπής, 46/72, Rec. σ. 543 ), η επιλογή της κατάλληλης ποινής εμπίπτει στη δικαιοδοσία της ΑΔΑ, εφόσον αποδεικνύονται οι πράξεις που καταλογίζονται εις βάρος του υπαλλήλου. Το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να αντικαταστήσει την εκτίμηση της εν λόγω αρχής με τη δική του εκτίμηση, πλην περιπτώσεως προφανούς πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας. »
Διευκρινίζω αμέσως ότι δεν προβλήθηκε στην υπό κρίση υπόθεση ισχυρισμός περί καταχρήσεως εξουσίας και, συνεπώς, δεν έχω ανάγκη να εξετάσω αυτό το ζήτημα.
Πρέπει, επομένως, να εξετάσω αν οι επικαλούμενες από τον προσφεύγοντα, F., δύο αιτιάσεις, ήτοι η ανεπαρκής και εσφαλμένη αιτιολογία της απόφασης και η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιλογή της ποινής, καταδεικνύουν προφανή πλάνη της Επιτροπής.
Επί της αιτιολογίας, την οποία ο προσφεύγων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη και ανεπαρκή, της αποφάσεως
1. Οι προοαπτόμενες ονον προσφεύγοντα πράξεις
Στη σκέψη 37 της προαναφερθείσας απόφασης της 29ης Ιανουαρίου 1985 το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η πρώτη απόφαση περί παύσεως περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι « ο προσφεύγων επιτέθηκε βίαια κατά του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της Επιτροπής, Morel, “προξενώντας του τραύματα ”». Αυτή η συνοπτική διατύπωση, συνέχισε το Δικαστήριο, δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί αν η απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά στην εξήγηση που έδωσε ο προσφεύγων ή αν, και ενδεχομένως σε ποιο βαθμό ακόμη, η ΑΔΑ στηρίχθηκε επίσης στις καταθέσεις του Morel και του βοηθού του, οι οποίες στο μεγαλύτερο μέρος τους αμφισβητήθηκαν από τον προσφεύγοντα.
Στη νέα απόφαση περί παύσεως της 6ης Μαΐου 1985 αναφέρονται έξι αιτιολογικές σκέψεις ( 6 έως II περιλαμβανομένης) που περιγράφουν λεπτομερώς την εξέλιξη του επεισοδίου και τα τραύματα που προκλήθηκαν από αυτό στον Morel.
Μια από τις αιτιολογικές σκέψεις αφορά, όπως η ίδια η Επιτροπή το υπενθυμίζει, αμφισβητούμενο από τον προσφεύγοντα πραγματικό περιστατικό, ήτοι τον εκσφενδονισμό του σταχτοδοχείου.
Μια άλλη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται στη δήλωση του Morel κατά την οποία ο προσφεύγων τον ελάκτισε ενώ βρισκόταν καταγής, πράγμα που ο προσφεύγων δηλώνει ότι δεν ενθυμείται.
Θεωρώ, συνεπώς, ότι πρέπει να μη ληφθούν υπόψη αυτές οι δύο αιτιολογικές σκέψεις ώστε να διερωτηθώ μόνο αν τα άλλα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην απόφαση είναι ικανά να καταδείξουν προφανή πλάνη στην έκθεση και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Στην αιτιολογική σκέψη 6 διαπιστώνεται ότι ο F.
—
κατέφερε κτυπήματα στον Morel,
—
τον έπιασε από το εμπρόσθιο μέρος του υποκαμίσου του το οποίο σκίστηκε,
—
τον έριξε από την πολυθρόνα του, προκαλώντας επιφανειακή πληγή στο χέρι.
Αυτά τα πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται.
Η αιτιολογική σκέψη 9 επαναλαμβάνει τις διαπιστώσεις δύο ιατρών όσον αφορά τις πληγές και μώλωπες που διαπιστώθηκαν επί του Morel.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 10 « αυτές οι πληγές και μώλωπες, των οποίων η ύπαρξη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι οι άμεσες και έμμεσες συνέπειες της βιαιότητας με την οποία ο F. επιτέθηκε κατά του συνομιλητή του ».
Δεδομένου ότι ούτε αυτή η διαπίστωση αμφισβητήθηκε, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των κινήσεων του προσφεύγοντος και των πληγών που υπέστη ο Morel έχει έτσι αποδειχτεί.
Μπορεί, επομένως, να λεχθεί ότι το συμπέρασμα που η Επιτροπή αντλεί από όλα αυτά τα στοιχεία στην αιτιολογική σκέψη 11, ήτοι « ότι έχει αποδειχθεί ότι ο F. επιτέθηκε βίαια κατά του γενικού διευθυντή » συνάγεται λογικά από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά.
Τα πραγματικά περιστατικά που αμφισβητήθηκαν ή δεν αναγνωρίστηκαν από τον προσφεύγοντα δεν συνιστούν αναγκαίο στοιχείο για να συναχθεί το εν λόγω συμπέρασμα.
Θεωρώ, συνεπώς, ότι η αιτιολογία της κρινόμενης απόφασης μπορεί, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, να θεωρηθεί ως επαρκής και άμοιρη πλάνης.
2. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετούνται τα πραγματικά περιστατικά
Δεύτερον, ο προσφεύγων προσάπτει στην κρινόμενη απόφαση ότι δεν τοποθέτησε την κίνηση του προσφεύγοντα στο « προκλητικό και ταπεινωτικό πλαίσιο » που ήταν εκείνο της συνάντησης της 6ης Οκτωβρίου 1982, και το οποίο, κατά τον προσφεύγοντα, είχε προκύψει από στοιχεία όπως η επιμονή του Morel να μη δίδει προσοχή στα επανειλημμένα επιχειρήματα του προσφεύγοντος, η βούληση του Morel να βλάψει τον προσφεύγοντα, η έκρηξη του σε γέλωτα και το ζήτημα αν ο Morel έκανε ή όχι μνεία της συμφωνίας του διευθυντή του πολιτικού γραφείου του γάλλου Υπουργού για τη Συνεργασία στο να τεθεί τέρμα στην απόσπαση του F. στο Παρίσι.
Όμως, όπως προκύπτει από τη δικογραφία όλα αυτά τα στοιχεία αμφισβητήθηκαν εντόνως και από τον Petit-Laurent, το μόνο πρόσωπο που παραβρέθηκε στη συνέντευξη.
Θεωρώ, συνεπώς, ότι πρέπει να μη ληφθούν υπόψη τα εν λόγω στοιχεία, όπως δεν έλαβα υπόψη, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, τα αμφισβητηθέντα από τον προσφεύγοντα.
3. Το πρόβλημα νων ελαφρυντικών περιστάσεων
Ο F. θεωρεί περαιτέρω ότι η ένδικη απόφαση δεν ανασκευάζει καθόλου τις ελαφρυντικές περιστάσεις που δέχθηκε το πειθαρχικό συμβούλιο.
Η αιτίαση αυτή συνδέεται χωρίς αμφιβολία με τις περικοπές της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1985 στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν « απαραίτητο το σκεπτικό της απόφασης να προσδιορίζει... τις σκέψεις που οδήγησαν την ΑΔΑ να υιοθετήσει την ποινή που επέλεξε » ( σκέψη 35 ) και δέχθηκε ότι η πρώτη απόφαση περί παύσεως δεν επέτρεπε «να εκτιμήσει τους λόγους για τους οποίους η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επέλεξε ποινή αυστηρότερη από αυτή που είχε προτείνει το συμβούλιο » ( σκέψη 40 ).
Σχετικά πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του προβλήματος της ευθύνης του προσφεύγοντος όσον αφορά την πράξη που διέπραξε και του ζητήματος των ελαφρυντικών περιστάσεων.
Όσον αφορά το πρόβλημα της ευθύνης, πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία το άρθρο 86, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο εξαρτά την εφαρμογή των πειθαρχικών ποινών από την προϋπόθεση ότι η παράλειψη των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει ο υπάλληλος, βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, έχει γίνει εκουσίως και εξ αμελείας του.
Σχετικά διαπιστώνω ότι στην αιτιολογική σκέψη 15 της αποφάσεως της 6ης Μαΐου 1985 η Επιτροπή, αφού έκανε μνεία της 8ης σκέψης της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 12/68 ( 2 ), αναφέρεται στην ιατρική πραγματογνωμοσύνη των ιατρών De Geyter και Dumont της 27ης Οκτωβρίου 1982 για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πράξεις του F. « διαπράχθηκαν εν πλήρη επιγνώσει ».
Οι δύο πραγματογνώμονες διαπίστωσαν πράγματι ότι « κατά την έννοια του νόμου ο F. πρέπει να θεωρηθεί ως υπεύθυνος κατά τη στιγμή των πράξεων που του προσάπτονται και σήμερα ». Επομένως, πληρούται η προϋπόθεση του να έχει ενεργήσει « εκουσίως ».
Απομένει να εξεταστεί αν ο προσφεύγων πρέπει εντούτοις να τύχει του ευεργετήματος των ελαφρυντικών περιστάσεων.
Αντιθέτως προς την απόφαση της 7ης Απριλίου 1983, η απόφαση της 6ης Μαΐου 1985 δικαιολογεί λεπτομερώς για ποιο λόγο η Επιτροπή θεωρεί ότι οι περιστάσεις που επικαλείται το πειθαρχικό συμβούλιο δεν έχουν τον ελαφρυντικό χαρακτήρα που τους προσδίδει. Εννέα αιτιολογικές σκέψεις είναι αφιερωμένες σ' αυτό το ζήτημα.
Όσον αφορά την κατάσταση ανασφάλειας και αγωνίας η Επιτροπή προβάλλει ορισμένο αριθμό στοιχείων που δεν μου φαίνεται ότι επιδέχονται αμφισβήτηση.
Είναι, πράγματι, αναντίρρητο ότι ο προσφεύγων συνετέλεσε αντικειμενικά, θέτοντας υποψηφιότητα στις εκλογές της τοπικής βουλής της Κορσικής, στη δημιουργία της καταστάσεως στην οποία βρισκόταν όταν παρουσιάστηκε στις 6 Οκτωβρίου 1982 στο γραφείο του ιεραρχικώς ανωτέρου του. Είναι αναμφισβήτητο ότι δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του άρθρου 15 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Αυτή η διττή συμπεριφορά τουλάχιστον συνέτρεξε στη δημιουργία της καταστάσεως ανασφάλειας του προσφεύγοντος. Είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι το συμφέρον της υπηρεσίας της Επιτροπής μπορούσε να είναι τέτοιο ώστε ο προσφεύγων να ανακληθεί στις Βρυξέλλες εν πάση περιπτώσει πριν από την εκπνοή της περιόδου αποσπάσεώς του στο Παρίσι κι αυτό ανεξάρτητα από τη βουλευτική του εντολή. Είναι δεδομένο ότι κάθε υπάλληλος πρέπει να γνωρίζει τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 15 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η ΑΔΑ εκτιμά την κατάσταση του υπαλλήλου ο οποίος εξελέγη σε δημόσια θέση και αποφασίζει, ανάλογα με τη σπουδαιότητα της εν λόγω θέσεως και τις υποχρεώσεις που η θέση αυτή επιβάλλει στον κάτοχό της, αν ο υπάλληλος παραμένει σε ενεργό υπηρεσία ή αν θα πρέπει να ζητήσει άδεια για προσωπικούς λόγους διάρκειας ίσης με τη διάρκεια της εντολής του.
Είναι, τέλος, αληθές ότι αν ο προσφεύγων είχε αποτελέσει το αντικείμενο αυτών των διοικητικών μέτρων θα μπορούσε να διαθέσει μεγάλες πιθανότητες προσφυγής σε διάφορα επίπεδα.
Επομένως, ο υπάλληλος δεν αντιμετώπισε, στις 6 Οκτωβρίου 1982, απρόβλεπτες ή υπερβολικές προοπτικές.
Θεωρώ, συνεπώς, ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη θεωρώντας ότι η κατάσταση ανασφάλειας και αγωνίας που αντιμετωπιζόταν από αυτές τις προοπτικές δεν μπορούσε να είναι τόσο σοβαρή ώστε να συνιστά ελαφρυντική περίσταση.
Οι σκέψεις 20 έως 22 περιλαμβανομένης της αμφισβητούμενης αποφάσεως αφορούν το « όριο μειωμένης αντοχής στις απογοητεύσεις », καθώς και το « θυμοειδή χαρακτήρα του προσφεύγοντος ».
Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι « αν και διαφορές αυτών των ορίων ανοχής από το ένα άτομο στο άλλο μπορούν να εξηγήσουν διαφορετική συμπεριφορά, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να δικαιολογήσουν την προσφυγή στη φυσική βία » και « ότι ο προσφεύγων προβαίνοντας στην επίθεση για την οποία πρόκειται υπερέβη ένα ποιοτικό όριο απαράδεκτο σχετικά με υπεύθυνο υπάλληλο κατά την άσκηση των καθηκόντων του ».
Η Επιτροπή επιθυμεί χωρίς αμφιβολία να επισημάνει με αυτό ότι μεταξύ της ευγενικής και μετρημένης έκφρασης ασυμφωνίας και της φυσικής επιθέσεως υφίσταται ακόμα μια ολόκληρη ποικιλία δυνατών αντιδράσεων με τις οποίες τα πρόσωπα που υφίστανται κακώς τις απογοητεύσεις μπορούν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους ή και το αίσθημα εξεγέρσεως τους, όπως είναι οι φωνές, τα κτυπήματα των γρόνθων επί της τραπέζης κλπ.
Θεωρώ, και επ' αυτού, δύσκολο να θεωρήσω τον εν λόγω συλλογισμό ως προδήλως πεπλανημένο. Διότι ή ο προσφεύγων είχε απωλέσει παντελώς τον έλεγχο των πράξεων του, στην οποία περίπτωση δεν θα έπρεπε να τιμωρηθεί καθόλου — αλλά οι ψυχίατροι μας λέγουν ότι αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση — ή του απέμενε ορισμένη δυνατότητα ελέγχου, στην οποία περίπτωση η Επιτροπή δεν σφάλλει όταν θεωρεί ότι ο F. δεν έπρεπε να δρασκελίσει το κατώφλι της φυσικής επιθέσεως κατά του ιεραρχικώς ανωτέρου του.
Ως προς την τρίτη περίσταση που δέχθηκε το πειθαρχικό συμβούλιο, δηλαδή την έλλειψη προμελέτης, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αν και η προμελέτη μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να θεωρηθεί ως επιβαρυντική περίσταση, η έλλειψη της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντική περίσταση.
Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση τόσο το πειθαρχικό συμβούλιο όσο και η Επιτροπή χρησιμοποίησαν όρους του ποινικού δικαίου (που δεν περιέχονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ), πρέπει, επομένως, να επιτραπεί η στροφή προς αυτόν τον κλάδο του δικαίου προς αναζήτηση της ερμηνείας που πρέπει να δοθεί σ' αυτούς τους όρους.
Διαπιστώνω ακόμα, σχετικώς, ότι στο ποινικό δίκαιο της χώρας που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και της οποίας χώρας τα δικαστήρια θα επιλαμβάνονταν αυτής της υπόθεσης, αν ο Morel είχε καταθέσει έγκληση, η προμελέτη αποτελεί πράγματι επιβαρυντική περίσταση. Διαβάζω ιδίως στο άρθρο 398 του βελγικού ποινικού κώδικα τα εξής:
« Οποιοσδήποτε εκουσίως προκαλέσει τραύματα ή επιφέρει κτυπήματα, τιμωρείται με φυλάκιση οκτώ ημερών έως έξι μηνών και με πρόστιμο...
Σε περίπτωση προμελέτης, ο ένοχος καταδικάζεται σε φυλάκιση ενός μηνός έως ενός έτους και σε πρόστιμο ... »
Δεν μπόρεσα να εξετάσω ποια είναι η κατάσταση στο ποινικό δίκαιο των άλλων κρατών μελών, αλλά μπόρεσα να διαπιστώσω ότι το βρετανικό, γαλλικό, γερμανικό, ιταλικό δίκαιο όπως και το δίκαιο του Λουξεμβούργο θεωρούν επίσης την προμελέτη ως επιβαρυντική περίσταση.
Επομένως, ούτε επ' αυτού του σημείου η αιτιολογία της αποφάσεως πάσχει από πρόδηλη πλάνη.
Στη γνώμη του της 8ης Μαρτίου 1983, το πειθαρχικό συμβούλιο έκρινε ότι « συμπεριφορά όπως η περιγραφόμενη στο σημείο 1 αξίζει πολύ αυστηρή κρίση, καθόσον μάλιστα ήταν συμπεριφορά υπαλλήλου με το βαθμό του κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως » και περαιτέρω: « ένας υπάλληλος που εκδηλώνει την περιγραφόμενη στο σημείο 1 συμπεριφορά πρέπει, κατά συνέπεια, να υποστεί την αυστηρότερη ποινή » ( σημείο 8 ).
Το πειθαρχικό συμβούλιο αναγνώρισε ωστόσο στη συνέχεια τη συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω και συνέστησε τον υποβιβασμό κατά βαθμό του F. από το βαθμό Α 5, κλιμάκιο 4, στο βαθμό Α 6, κλιμάκιο 8.
Η Επιτροπή, στην απόφαση της 6ης Μαΐου 1985, κρίνει τις πράξεις κατά τον ίδιο σχεδόν τρόπο με το πειθαρχικό συμβούλιο, ήτοι αναφέρει ότι « λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της μια τέτοια συμπεριφορά αξίζει εξαιρετικά αυστηρή κρίση όταν μάλιστα πρόκειται περί πράξεως υπαλλήλου που έχει το βαθμό κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως ».
Η Επιτροπή, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό περί ελαφρυντικών περιστάσεων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι « οποιαδήποτε ποινή υποβιβασμού κατά βαθμό θα ήταν ακατάλληλη λαμβανομένης υπόψη της διαπιστωθείσας παραβάσεως της οποίας η σοβαρότητα δεν μπορεί να μετριαστεί από τις περιστάσεις που δέχθηκε το πειθαρχικό συμβούλιο ».
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή επιβάλλει την ποινή της παύσεως, χωρίς μείωση ή κατάργηση των δικαιωμάτων επί συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, που προβλέπει το άρθρο 86, παράγραφος 2 στ ), του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Η απόφαση επεξηγεί, επομένως, καλώς τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή επέλεξε τιμή αυστηρότερη από την υποδειχθείσα από το πειθαρχικό συμβούλιο.
Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι η αιτιολογία την οποία δίδει η Επιτροπή για να στηρίξει την απόφαση της περί παύσεως της 6ης Μαΐου 1985 προβάλλει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τη βάση της, επιτρέπει να ελεγχθεί ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή δεν ακολούθησε τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου και ο λόγος για τον οποίο επέβαλε στον προσφεύγοντα την ποινή της παύσεως. Επομένως, η απόφαση της 6ης Μαΐου 1985 δεν μπορεί να επικριθεί για τους λόγους που δικαιολόγησαν την ακύρωση της αποφάσεως της 7ης Απριλίου 1983.
Απομένει να εξεταστεί αν η Επιτροπή, μετά την απόρριψη της εφαρμογής ελαφρυντικών περιστάσεων, τιμωρώντας με παύση τις πράξεις που προκύπτουν από την αιτιολογία της απόφασης της, επέβαλε προδήλως υπερβολική ποινή.
Επί της φερομένης παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
Αντιθέτως προς τους ποινικούς κώδικες των κρατών μελών, οι οποίοι προβλέπουν, αφενός, τις παραβάσεις και, αφετέρου, τις αντίστοιχες ποινές (με ανώτατο και κατώτατο όριο ποινής) ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων δεν περιέχει κανέναν τέτοιο πίνακα.
Επομένως, για να κριθεί αν η επιβληθείσα από την Επιτροπή στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι υπερβολική, πρέπει να χρησιμοποιηθούν άλλα σημεία αναζήτησης.
Παρατηρείται καταρχάς ότι η επιβληθείσα ποινή δεν είναι η αυστηρότερη δυνατή εφόσον τα δικαιώματα επί της συντάξεως του προσφεύγοντος δεν θίγονται.
Μπορεί περαιτέρω να διερωτηθεί κανείς αν οι ίδιες πράξεις, γενόμενες στους κόλπους εθνικής διοικητικής αρχής ή ιδιωτικής επιχειρήσεως, δεν θα ήταν ικανές, κατά γενικό κανόνα, να επιφέρουν την ποινή της παύσεως. Ασφαλώς αυτό δεν συμβαίνει.
Είναι, τέλος, δυνατό να αντληθούν κριτήρια από τη σύγκριση των περιστάσεων υπό τις οποίες το ίδιο το Δικαστήριο ακύρωσε ή δεν ακύρωσε αποφάσεις περί παύσεως υπαλλήλων.
Στο παρελθόν το Δικαστήριο, εξ όσων γνωρίζω, δεν δέχθηκε παρά σε μία μόνο περίπτωση την πρόδηλη πλάνη της ΑΔΑ σχετικά με απόφαση περί λύσεως της συμβάσεως εργασίας. Επρόκειτο περί της υποθέσεως 18/63 ( 3 ) που αφορούσε τη λύση συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου νοσοκόμου. Δεδομένου ότι είχε λάβει χώρα αυτοκινητικό ατύχημα πολύ πλησίον των γραφείων της Επιτροπής, ένας υπάλληλος έδωσε εντολή στην προσφεύγουσα, που εκείνη τη στιγμή ήταν της υπηρεσίας, να μεταβεί επιτόπου με εργαλεία παροχής αμέσου βοηθείας. Προσήφθη στη νοσοκόμο ότι δεν ακολούθησε αυτές τις οδηγίες με την επιβαλλόμενη επιμέλεια και, ενώπιον του κοινού που περιέβαλε το θύμα του ατυχήματος, αρνήθηκε να επέμβει· τέλος της προσήπτετο ότι δεν είχε πάρει μαζί της τα εργαλεία της. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε όλες τις περιστάσεις της υποθέσεως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αντίδραση της Επιτροπής ήταν προδήλως δυσανάλογη και ότι η προσβληθείσα απόφαση, ερειδόμενη επί μη νόμιμης αιτίας, έπρεπε να ακυρωθεί.
Σε πολλές άλλες αποφάσεις το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές που απέβλεπαν στην ακύρωση αποφάσεως περί παύσεως.
Πρόκειται περί των ακολούθων περιπτώσεων:
—
υπάλληλος μη επιδεικνύοντας καμία πρωτοβουλία για να εκτελέσει την τρέχουσα εργασία που του είχε ανατεθεί, ρητή άρνηση να εκτελέσει αυτή την εργασία υπό το πρόσχημα ότι αυτή δεν ήταν του επιπέδου του, αδικαιολόγητες απουσίες, έλλειψη ακριβείας ( 4 ),
—
κλοπή από την προθήκη, υπηρεσιακά σημειώματα απευθυνόμενα στον ιεραρχικώς ανώτερο εκδηλώνοντα κακόβουλη, ασυγχώρητη και αχαρακτήριστη συμπεριφορά του υπαλλήλου έναντι των συναδέλφων του, κλοπές εγγράφων και, πιθανώς, σύνταξη ανωνύμου υπομνήματος· (σ' αυτή την υπόθεση ο πραγματογνώμων-ψυχία-τρος τον οποίο υπέδειξε το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει « μέση μεταβολή της ικανότητας προς καταλογισμό » του προσφεύγοντος ) ( 5 ),
—
αξιόμεμπτες ενέργειες, αντιστοίχως συμμετοχή σε αξιόμεμπτες ενέργειες άλλου υπαλλήλου ενέχουσες κατάχρηση δημοσίου λειτουργήματος και η απαίτηση καταβολής χρημάτων από πρόσωπο που επιθυμούσε να αποκτήσει θέση στην Επιτροπή ( 6 ),
—
άρνηση υπαλλήλου να επιστρέψει στη θέση του, παραβίαση της υποχρεώσεως υπακοής ( άρθρο 21, τρίτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης) και της υποχρέωσης να είναι διαρκώς στη διάθεση του οργάνου (άρθρο 55, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ) ( 7 ).
Νομίζω ότι οι προσαπτόμενες στον F. πράξεις δεν είναι λιγότερο σοβαρές από εκείνες που απασχόλησαν τις προαναφερθείσες υποθέσεις.
Ο προσφεύγων αντλεί επίσης επιχείρημα από μια άλλη υπόθεση για να κατηγορήσει την Επιτροπή ότι εφαρμόζει « δύο μέτρα και δύο σταθμά». Πρόκειται για την υπόθεση 18/78 ( 8 ) που είχε σχέση με φιλονικία μεταξύ δύο υπαλλήλων του βαθμού C 2.
Δικαίως η Επιτροπή παρατηρεί ότι αυτή η περίπτωση δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως « πρότυπο » για την υπό κρίση υπόθεση λόγω του γεγονότος ότι η αντίστοιχη ευθύνη των δύο υπαλλήλων που είχαν εμπλακεί στην ανταλλαγή κτυπημάτων δεν είχε αποδειχθεί από την Επιτροπή και το Δικαστήριο είχε επικρίνει έντονα την αμέλεια που επέδειξε κατά την κρίσιμη εποχή η Επιτροπή.
Πρέπει να παρατηρήσω επίσης ότι για να κριθεί η επιλογή της επιβληθείσας από την Επιτροπή ποινής, πρέπει να μεταφερθεί κανείς στην εποχή των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, το σύνολο των σκέψεων που αφορούν τις συνέπειες που υπέστη ο προσφεύγων μετά από τα γεγονότα είναι άσχετες προς την κρίση ως προς τη βαρύτητα της ποινής εν σχέσει με τα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά.
Καταλήγω επομένως στο ίδιο συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει ο γενικός εισαγγελέας Mancini στο πλαίσιο της πρώτης υποθέσεως μεταξύ των ίδιων διαδίκων ( 9 ).
Ο γενικός εισαγγελέας Mancini, αφού ανέφερε τη νομολογία του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Van Eick και De Greef, κατά την οποία « το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση του σε εκείνη αυτής της αρχής, εκτός σε περίπτωση πρόδηλης κατάχρησης ή κατάχρησης εξουσίας», θεώρησε ότι «η προσβαλλομένη απόφαση δεν πάσχει ούτε από το ένα ούτε από το άλλο απ' αυτά τα ελαττώματα ».
Ασφαλώς επρόκειτο τότε περί της αποφάσεως της Επιτροπής της 7ης Απριλίου 1983. Αλλά η απόφαση της 6ης Μαΐου 1985 περιλαμβάνει λεπτομερέστερη αιτιολογία από την αιτιολογία της πρώτης αποφάσεως και ακολουθεί το ίδιο λογικό σχήμα όπως το περιγραφόμενο από το γενικό εισαγγελέα Mancini στο τελευταίο εδάφιο του σημείου 7 των προτάσεων του. Ο εν λόγω συλλογισμός ισχύει, συνεπώς, κατά την άποψη μου, επίσης όσον αφορά την απόφαση της 6ης Μαΐου 1985. Αναφέρω το γενικό εισαγγελέα Mancini: «η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού δέχθηκε ότι ο προσφεύγων είναι ικανός προς καταλογισμό και ότι οι περιστάσεις που επικαλείται δεν έχουν ελαφρυντικό χαρακτήρα σε σχέση με τη βαρύτητα του παραπτώματóς του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι “υπό τις περιστάσεις αυτές, η ποινή που προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο δεν είναι η ενδεδειγμένη σε σχέση με το παράπτωμα που διαπράχτηκε ”. Αυτός ο τρόπος ενέργειας δεν έχει τίποτα το παράλογο ή το αυθαίρετο. Αντιθέτως, έχει συνέπεια και είναι σύμφωνος με τα κριτήρια της χρηστής από πειθαρχικής πλευράς διοίκησης ».
Όπως, συνεπώς, και ο γενικός εισαγγελέας Mancini είμαι υποχρεωμένος να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η αιτίαση που αντλείται από τη φερόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Πρόταση
Εφόσον έχει έτσι διαπιστωθεί ότι με τους προταθέντες από τον προσφεύγοντα δύο λόγους ακυρώσεως δεν αποδείχθηκε πρόδηλη πλάνη της Επιτροπής, δεν έχω άλλη επιλογή παρά να προτείνω την απόρριψη της προσφυγής. Κατ' εφαρμογή των άρθρων 69, παράγραφος 2, και 70 του κανονισμού διαδικασίας κάθε διάδικος θα πρέπει να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Συλλογή 1985, σ. 275.
( 2 ) Χ. κατά Επιτροπής, απόφαση της 27ης Μαΐομ 1970, Rec. 1970, σ.291, 294.
( 3 ) Estelle Schmitz κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, Rec. 1964, σ. 164.
( 4 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968, υπόθεση 35/67, Rec. 1968, σ. 481, και απόφαση της4ης Φεβρουαρίου 1970, υπόθεση 13/69, Rec. 1970, σ. 3, Van Eick κατά Επιτροπής.
( 5 ) Αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1969, Rec. 1969, σ. 109, και της 27ης Μαΐου 1970, Rec. 1970, σ. 291, υπόθεση 12/68, Χ. κατά Επιτροπής ελέγχου.
( 6 ) Απόφαση της 30ής Μαΐου 1973, υπόθεση 49/72, Drescig κατά Επιτροπής, Rec. 1973, σ. 565, και απόφαση της 30ής Μαΐου 1973, υπόθεση 46/72, De Greef κατά Επιτροπής, Rec. 1973, σ. 543.
( 7 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 124/75, Perinciolo κατά Συμβουλίου, Rec. 1976, σ. 1953.
( 8 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 1979, υπόθεση 18/78, V.κατά Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 2093.
( 9 ) Προτάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1984, υπόθεση 228/83, Συλλογή 1985, σ. 276.
Full & Egal Universal Law Academy