Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Το College van Beroep voor het Bedrijfsleven ζητεί από το Δικαστήριο να πληροφορηθεί αν το άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 685/69 της Επιτροπής ( 1 ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1746/84 ( 2 ), στερείται νομιμότητας κατά το μέτρο που προβλέπει ότι, για το αποθεματοποιημένο βούτυρο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στις Κάτω Χώρες, το ετήσιο επιτόκιο που εφαρμόζεται για τον υπολογισμό της ενίσχυσης στην ιδιωτική αποθεματοποίηση ορίζεται σε 7 % και για το βούτυρο που αποθεματοποιείται στο Ηνωμένο Βασίλειο σε 9,5 %, ενώ για το βούτυρο που αποθεματοποιείται στα άλλα κράτη μέλη αυτό το επιτόκιο είναι 10,5 %.
2 . Το ολλανδικό δικαστήριο θα επιθυμούσε ιδιαίτερα να πληροφορηθεί αν υφίσταται παράβαση :
α ) του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 985/68 του Συμβουλίου ( 3 ) της 15ης Ιουλίου 1968 περί καθορισμού των γενικών κανόνων που διέπουν τα μέτρα παρεμβάσεως στην αγορά του βουτύρου και της κρέμας γάλακτος, και/ή
β ) του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ και/ή
γ ) του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, και/ή
δ ) των αρχών της ενιαίας αγοράς και της ομοιομορφίας των τιμών, που αποτελούν τις βάσεις της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων, και/ή
ε ) του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ λόγω ανεπαρκείας ή ελλείψεως αιτιολογίας, και/ή
στ ) των αρχών της ασφαλείας του δικαίου, και/ή
ζ ) μιας ή περισσοτέρων διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ ή μιας ή περισσοτέρων των αρχών που αποτελούν τη βάση της Συνθήκης .
3 . Προτείνω να εξετάσω τα επιχειρήματα που αντλούνται από τις αρχές της ενιαίας αγοράς και της ενιαίας τιμής (( ερώτημα δ ) )) μαζί με τα άλλα σχετικά επιχειρήματα (( ερωτήματα α ) και γ ) )) και να ασχοληθώ, κατά δεύτερο λόγο, με το πρόβλημα της αιτιολογίας ( σημείο ε ) )).
1 . Εξέταση της νομιμότητας της αμφισβητούμενης διατάξεως ενόψει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 985/68 του Συμβουλίου και της αρχής της ενιαίας τιμής
4 . Πριν προβώ στην εξέταση αυτής της αιτίασης των προσφευγουσών υπενθυμίζω συνοπτικά το λόγο υπάρξεως της ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση του βουτύρου .
α ) Λόγος υπάρξεως της ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση του βουτύρου
5 . Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει "ότι το σύστημα ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση του βουτύρου που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 ( 4 ), κατατάσσεται μεταξύ των μέτρων παρεμβάσεως που θεσπίζει αυτός ο κανονισμός για να επιτύχει τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής που αναφέρονται στο άρθρο 39 ".
6 . Υπέμνησε περαιτέρω ότι, σύμφωνα με την έκτη και την τελευταία αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 985/68, "αυτά τα μέτρα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπουν την παρακολούθηση της εξελίξεως της καταστάσεως της αγοράς" και, όσον αφορά ιδίως την ιδιωτική αποθεματοποίηση, να "συμβάλλουν στην πραγματοποίηση ισορροπίας της αγοράς" ( 5 ).
7 . Δεν υφίσταται αμφιβολία ότι για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι προβλέφθηκε ότι η έναρξη αποθεματοποιήσεως δεν μπορεί να γίνει παρά κατά τη διάρκεια των μηνών μεγάλης παραγωγής γάλακτος, δηλαδή μεταξύ 1ης Απριλίου και 15ης Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους . Η επαναφορά στην αγορά πρέπει να γίνεται κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα . Επομένως, η ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση αποβλέπει κυρίως στο να αντισταθμίζει τις εποχιακές διακυμάνσεις της παραγωγής και των τιμών και να επιτρέψει την προσωρινή απόσυρση από την αγορά τμήματος του πλεονασματικού βουτύρου .
8 . Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 985/68 διευκρινίζεται εξάλλου ότι η πολιτική παρεμβάσεως "πρέπει να επιτρέψει την κατά το δυνατό ορθολογικότερη αποθεματοποίηση" ( τρίτη αιτιολογική σκέψη ) και ότι "πρέπει να προβλεφθούν κοινοτικές διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν να εξασφαλισθεί η κανονική λειτουργία" της ιδιωτικής αποθεματοποίησης ( τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ).
9 . Κατά το άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 985/68 "στην περίπτωση κατά την οποία η εξέλιξη της αγοράς, κατά τη ρευστοποίηση του αποθέματος, έχει δυσμενή έκβαση που δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί, το ύψος της ενισχύσεως είναι δυνατό να αυξηθεί ".
10 . Κατά τη δεύτερη παράγραφο αυτού του άρθρου "αν το απαιτεί η κατάσταση της αγοράς, το ύψος της ενισχύσεως είναι δυνατό να τροποποιηθεί για τις συμβάσεις που θα συναφθούν ".
11 . Μέσω του άρθρου 29 του κανονισμού 685/69 περί των λεπτομερειών εφαρμογής των παρεμβάσεων στην αγορά του βουτύρου και της κρέμας γάλακτος, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 704/83 ( 6 ) η Επιτροπή συγκεκριμενοποίησε ακόμα περισσότερο τον συμπληρωματικό ή αλληλοεξηρτημένο χαρακτήρα της δημόσιας αποθεματοποίησης και της ιδιωτικής αποθεματοποίησης στο σημείο που μεταξύ αυτών των δύο συστημάτων θέσπισε μηχανισμό που θυμίζει "τα συγκοινωνούντα δοχεία ".
12 . Αυτό το άρθρο προβλέπει, πράγματι, ότι η ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση αυξάνεται ή μειώνεται στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται τροποποίηση της τιμής αγοράς του βουτύρου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως όταν το βούτυρο βρίσκεται σε αποθεματοποίηση .
13 . Το Δικαστήριο αναγνώρισε τη νομιμότητα τέτοιων μεταβολών που επέρχονται κατά την περίοδο της αποθεματοποίησης διότι "η αντιστοιχία που επιδιώκει ο βασικός κανονισμός 804/68 μεταξύ του ποσού της χορηγούμενης ενίσχυσης και του επιπέδου των πραγματικών τιμών κατά το πέρας της περιόδου αποθεματοποιήσεως" δεν θα επετυγχάνετο "αν η τροποποίηση της τιμής αγοράς θα είχε ως αποτέλεσμα, για τον επιχειρηματία που επαναφέρει το βούτυρο στην αγορά, μειονέκτημα, ή, αντιστρόφως, αδικαιολόγητο κέρδος σε σχέση ιδίως με τους επιχειρηματίες οι οποίοι, για την ίδια περίοδο εμπορίας, κατέφυγαν στο σύστημα αγοράς από τους οργανισμούς παρεμβάσεως" ( 7 ).
14 . Μπορώ, επομένως, ήδη να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι :
α ) όλος ο μηχανισμός ιδιωτικής αποθεματοποίησης έχει επινοηθεί κατά τρόπο που να λαμβάνεται υπόψη, όσο το δυνατό περισσότερο, η εξέλιξη της αγοράς, και
β ) αυτός ο μηχανισμός δεν πρέπει να οδηγεί σε αδικαιολόγητα κέρδη των επιχειρηματιών .
15 . Από αυτές τις αρχές απορρέει ότι το επιτόκιο που προβλέπει το άρθρο 24, παράγραφος 3, στοιχείο δ ), του κανονισμού 685/69 της Επιτροπής πρέπει περιοδικώς να προσαρμόζεται στην κατάσταση που ισχύει στις αγορές . Αυτό δεν αμφισβητείται από τις προσφεύγουσες στην κύρια δίκη, που ζητούν την εφαρμογή υπέρ αυτών του "κανονικού" επιτοκίου 10,5 %, που έχει ορισθεί από τον επίμαχο κανονισμό 1746/84 ο οποίος τροποποιεί το άρθρο 24 του κανονισμού 685/69, και όχι την εφαρμογή των επιτοκίων 11 % ή ακόμα και 13 % που ίσχυαν προηγουμένως .
16 . Απομένει να εξετασθεί αν η αρχή που συνίσταται στο να παρακολουθείται η οικονομική πραγματικότητα όσο το δυνατό εκ του σύνεγγυς μπορεί να οδηγήσει σε διαφοροποίηση των επιτοκίων ανάλογα με τα κράτη μέλη, πράγμα που αμφισβητούν οι προσφεύγουσες .
17 . A priori φαίνεται ότι, αν η Επιτροπή έχει το καθήκον να προσαρμόζει το ποσόν της ενίσχυσης προς την εξέλιξη της καταστάσεως της αγοράς του βουτύρου και των εξόδων αποθεματοποίησης, και να το τροποποιεί σε συνάρτηση με τις διακυμάνσεις της τιμής παρεμβάσως, τότε έχει επίσης το καθήκον να ορίζει το ποσό αυτής της ενισχύσεως σε συνάρτηση με τα πραγματικά έξοδα αποθεματοποίησης, τα οποία υφίσταται ένας επιχειρηματίας ανάλογα με το αν πραγματοποιεί την αποθεματοποίηση σ' αυτή ή εκείνη τη χώρα, όταν αυτά τα πραγματικά έξοδα αποθεματοποίησης παρουσιάζουν σημαντική διακύμανση .
18 . Εναντίον αυτής της απόψεως οι προσφεύγουσες προβάλλουν, ωστόσο, ορισμένες αντιρρήσεις που πρέπει τώρα να εξεταστούν .
β ) Τα προβαλλόμενα επιχειρήματα
19 . Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη επικαλούνται καταρχάς τη διατύπωση του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 985/68, κατά την οποία "το ύψος της ενισχύσεως για την ιδιωτική αποθεματοποίηση καθορίζεται για την Κοινότητα αφού ληφθούν υπόψη τα έξοδα της αποθεματοποιήσεως και η προβλεπόμενη εξέλιξη των τιμών του νωπού βουτύρου και του βουτύρου του αποθέματος ".
20 . Αναγνωρίζω ότι η χρησιμοποίηση του ενικού αριθμού "το ύψος της ενισχύσεως" και του τύπου "καθορίζεται για την Κοινότητα" μπορεί να επιτρέπει τη σκέψη ότι το Συμβούλιο είχε υπόψη του ενιαίο ποσό ισχύον για όλα τα κράτη μέλη . Αυτό άλλωστε έγινε επί πολλά έτη ( βλέπε για παράδειγμα το άρθρο 24 του κανονισμού 685/69 στην αρχική του διατύπωση ).
21 . Ενώ, όμως, η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου προβλέπει "την υιοθέτηση συστήματος που περιλαμβάνει ενιαία ενδεικτική τιμή για το γάλα, ενιαία τιμή κατωφλίου για κάθε ένα από τα προϊόντα-οδηγούς και ενιαία τιμή παρεμβάσεως για το βούτυρο", δεν γίνεται λόγος για ενιαίο ύψος της ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση ούτε στον κανονισμό 804/68 ούτε στον κανονισμό 985/68 .
22 . Στην ένατη αιτιολογική σκέψη αυτού του κανονισμού διαβάζουμε τα ακόλουθα :
"εκτιμώντας ότι είναι αναγκαίο οι ενισχύσεις για την ιδιωτική αποθεματοποίηση βουτύρου και κρέμας γάλακτος, που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 να χορηγούνται κατά τις κοινοτικές διατάξεις που καθορίζουν ιδίως του ακριβείς όρους της παροχής τους ότι, για να εξασφαλισθεί ο ενιαίος χαρακτήρας του συστήματος εντός της Κοινότητος, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί σύμβαση αποθεματοποιήσεως σύμφωνα με κοινοτικές διατάξεις καθώς και ενιαίος τρόπος υπολογισμού του ποσού αυτών των ενισχύσεων σε συνάρτηση με τις δαπάνες της αποθεματοποιήσεως και την εξέλιξη της αγοράς ".
23 . Αυτή η αιτιολογική σκέψη προβάλλει ιδίως τον ενιαίο χαρακτήρα του συστήματος και τον ενιαίο τρόπο υπολογισμού του ποσού των ενισχύσεων χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να συμπεράνουμε από αυτό ότι το αποτέλεσμα αυτού του υπολογισμού πρέπει να είναι ενιαίο για όλο το κοινοτικό έδαφος . Αυτό το συμπέρασμα επιβάλλεται ακόμα λιγότερο δεδομένου ότι γίνεται ρητή αναφορά στα έξοδα αποθεματοποιήσεως, πράγμα που δεν απαγορεύει να νοηθούν τα πραγματικά έξοδα .
24 . Εξάλλου είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η λήψη υπόψη των επιτοκίων εισήχθη στο σύστημα το 1973 ( 8 ) με την ευκαιρία της πρώτης διεύρυνσης της Κοινότητας . Η Επιτροπή διαπίστωνε τότε "δεδομένης της διαφοράς επιπέδων των τιμών αγοράς βουτύρου, οι οποίες εφαρμόζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως των νέων κρατών μελών, τα έξοδα χρηματοδοτήσεως του αποθεματοποιημένου βουτύρου διαφέρουν αναλόγως προς το επίπεδο των εφαρμοζομένων τιμών ότι πρέπει, κατά συνέπεια, να διαχωρίζονται τα έξοδα της καθαυτό αποθηκεύσεως, τα οποία πρέπει να εφαρμόζονται σε όλη την Κοινότητα, από τα έξοδα χρηματοδοτήσεως, το ύψος των οποίων υπολογίζεται σε συνάρτηση προς την τιμή αγοράς του βουτύρου που εφαρμόζεται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ".
25 . Από ιστορική, επομένως, άποψη τα έξοδα χρηματοδοτήσεως στην αρχή διακυμάνθηκαν σε συνάρτηση με τα διαφορετικά επίπεδα των τιμών παρεμβάσεως στα νέα κράτη μέλη . Αργότερα μόνο διακυμάνθηκαν λόγω του διαφορετικού ύψους των επιτοκίων .
26 . Ανευρίσκομε στην προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη την επιβεβαίωση της αρχής κατά την οποία τα έξοδα χρηματοδοτήσεως πρέπει να αποδίδονται λαμβάνοντας υπόψη το πραγματικό τους ύψος .
27 . Επιπλέον, αν η διατύπωση του άρθρου 10, παράγραφος 1, αποτελούσε απόλυτο εμπόδιο για κάθε διαφοροποίηση του ύψους της ενισχύσεως ανάλογα με τα κράτη μέλη, θα έπρεπε ήδη να έχει εμποδίσει το 1973 το να ληφθεί υπόψη, όπως έγινε, η προοδευτική προσέγγιση των τιμών παρεμβάσεως που ίσχυαν στα προσχωρήσαντα κράτη προς τις τιμές που ίσχυαν στα αρχικά κράτη μέλη .
28 . Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, ωστόσο, ότι από τη στιγμή που υφίσταται στην Κοινότητα ενιαία ενδεικτική τιμή και ενιαία τιμή παρεμβάσεως, πρέπει επίσης να καθορίζεται ενιαίο ποσό για την ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση διότι "τόσο η δημόσια παρέμβαση όσο και η ιδιωτική αποθεματοποίηση συμβάλλουν, πράγματι, κατ' ίσα μέρη, στην επίτευξη της ενδεικτικής τιμής ".
29 . Σχετικώς επιβάλλεται να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις :
α ) Ανέφερα ήδη ότι πουθενά δεν γίνεται λόγος, στους σχετικούς κανονισμούς, ενιαίου ύψους της ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση, αλλά απλώς συστήματος ενιαίου χαρακτήρα και ενιαίου τρόπου υπολογισμού του ύψους των ενισχύσεων σε συνάρτηση με τις δαπάνες της αποθεματοποιήσεως και την εξέλιξη της αγοράς .
β ) Η ενιαία τιμή παρεμβάσεως λαμβάνεται εν πάση περιπτώσει σαν βάση για τον υπολογισμό των εξόδων αποθεματοποιήσεως του βουτύρου υπό τη μορφή της "τιμής αγοράς εκφραζόμενης σε εθνικό νόμισμα του βουτύρου που εφαρμόζει ο οργανισμός παρεμβάσεως του ενδιαφερομένου κράτους μέλους" ( 9 ).
Επομένως, η τιμή παρεμβάσεως μπορεί να διαδραματίσει πλήρως το ρόλο της σαν τιμή δαπέδου και στην περίπτωση της ιδιωτικής αποθεματοποίησης .
γ ) Η ενδεικτική τιμή αποτελεί αντικειμενική τιμή που ποτέ δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να επιτευχθεί διότι η πραγματοποίησή της εξαρτάται από πολλούς παράγοντες μεταβλητούς στο χρόνο και στο χώρο ( παραγωγή σε μια περιοχή, προσφορά στην αγορά/αποθεματοποίηση, ζήτηση, εισαγωγές, για παράδειγμα ). Η μείωση της προσφοράς βουτύρου, είτε μέσω αγορών παρεμβάσεως είτε μέσω ιδιωτικής αποθεματοποίησης, είναι αυτή που θα επιτρέψει στην τιμή της αγοράς να ανέλθει προς το επίπεδο της ενδεικτικής τιμής . Το ύψος της ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση δεν έχει κανένα άμεσο αποτέλεσμα επί της ενδεικτικής τιμής .
30 . Μπορώ, επομένως, να συμπεράνω ότι ούτε η αρχή της ενιαίας τιμής ούτε το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 985/68, στο οποίο πρέπει να δοθεί τελεολογική ερμηνεία, αντιτίθενται στη διαφοροποίηση της επιδοτήσεως των τόκων . Αυτή ανταποκρίνεται απολύτως στη λογική του συστήματος .
31 . Απομένει, ωστόσο, να εξεταστεί αν, στην προκειμένη περίπτωση, μια τέτοια διαφοροποίηση ήταν δικαιολογημένη, δηλαδή αν ο κανονισμός 1746/84 της Επιτροπής ήταν επαρκώς και ορθώς αιτιολογημένος .
2 . 'Ηταν ο κανονισμός 1746/84 επαρκώς και ορθώς αιτιολογημένος;
32 . Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1746/84 η Επιτροπή αναφέρει τις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις :
α ) "'Οτι, λόγω της αύξησης της παραγωγής και των αποθεμάτων βουτύρου, δεν είναι σκόπιμο να προωθηθεί η αποθεματοποίηση ότι η διαπιστωθείσα εξέλιξη των πραγματικών επιτοκίων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη στα οποία υπάρχουν σημαντικά αποθέματα, χαρακτηρίζεται από μείωση των επιτοκίων αυτών ."
Ο συλλογισμός αυτός εφαρμόζεται τόσο στη γραμμική πτώση όσο και στη διαφοροποιημένη πτώση των επιτοκίων που λαμβάνονται υπόψη .
β ) "'Οτι σε ορισμένα κράτη μέλη τα πραγματικά επιτόκια είναι σαφώς κατώτερα από αυτά που εφαρμόζονται στην υπόλοιπη Κοινότητα ότι, κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να καθορισθούν σαφώς κατώτερα επιτόκια όσον αφορά την κοινοτική συμμετοχή στην αποθεματοποίηση στα κράτη μέλη αυτά, προκειμένου να αποφευχθεί :
- μια χωρίς λόγο συρροή πλούτου από τους εμπορευόμενους (( ο αδικαιολόγητος πλουτισμός των επιχειρηματιών ))
- τεχνητές και κερδοσκοπικές μετακινήσεις προϊόντων, που προέρχονται από περιοχές στις οποίες είναι δυνατή η διάθεση στην αγορά, προς τα κράτη μέλη στα οποία εφαρμόζονται τα κατώτερα επιτόκια ."
33 . Σημειώνω καταρχάς ότι καμιά απ' αυτές τις αιτιολογίες δεν είναι αντίθετη προς τις αρχές κατά τις οποίες η αποθεματοποίηση πρέπει να είναι κατά το δυνατό ορθολογικότερη ( τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 985/68 ) για να συμβάλει στην πραγματοποίηση της ισορροπίας της αγοράς ( δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 985/68 ). Η απαίτηση κανονικής λειτουργίας της ιδιωτικής αποθεματοποίησης ( ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 985/68 ) αποκλείει κάθε ιδέα κερδοσκοπικών πράξεων συνεπαγόμενων αδικαιολόγητο πλουτισμό . Ο καθορισμός του ύψους της ενισχύσεως σε συνάρτηση με τα έξοδα αποθεματοποιήσεως του βουτύρου και την προβλεπόμενη εξέλιξη των τιμών ( άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού ) συνεπάγεται ότι στοιχεία τόσο σημαντικά όπως η διακύμανση του όγκου παραγωγής και η αποθεματοποίηση του βουτύρου καθώς και η διακύμανση των πραγματικών επιτοκίων της αγοράς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη .
34 . Οι διάδικοι συμφωνούν, εξάλλου, στο ότι υπήρξε γενική αύξηση της παραγωγής και των αποθεμάτων του βουτύρου ( βλ . σημείο 13 των υπομνημάτων των προσφευγουσών, σημεία 26 και 27 του υπομνήματος της Επιτροπής ).
35 . Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη δεν αμφισβητούν επίσης το ότι τα πραγματικά επιτόκια μειώθηκαν γενικά στην Κοινότητα, διότι δεν αμφισβητούν τη γραμμική πτώση που θέσπισε η Επιτροπή .
36 . Δέχονται επίσης ότι τα πραγματικά επιτόκια στις Κάτω Χώρες είναι χαμηλότερα από τα επιτόκια σε άλλα κράτη μέλη ( βλ . σημείο 43 των γραπτών τους παρατηρήσεων ).
37 . Αντιθέτως οι προσφεύγουσες εταιρίες δεν συμφωνούν επί του ότι :
- τα υιοθετηθέντα από την Επιτροπή μέτρα είναι ικανά να μειώσουν την τάση αποθεματοποίησης,
- μπορεί να γίνεται λόγος περί αδικαιολόγητου πλουτισμού,
- υπήρξαν κερδοσκοπικές μετακινήσεις βουτύρου .
38 . α ) Υποστηρίζουν καταρχάς ότι η Επιτροπή καταχρηστικώς είχε ως αφετηρία την αρχή ότι η ομοιόμορφη επιδότηση τόκων θα ενίσχυε την αποθεματοποίηση σε ορισμένα κράτη μέλη ( σημείο 62 των γραπτών τους παρατηρήσεων ).
39 . Δεν μου φαίνεται αμφισβητήσιμο το ότι, αν η ιδιωτική αποθεματοποίηση επιτρέπει την καταβολή τόκων υψηλότερων από το επιτόκιο της αγοράς, μπορεί ο επιχειρηματίας να στραφεί προς την αποθεματοποίηση αποκλειστικά για να επωφεληθεί του οικονομικού οφέλους που αυτή η διαφορά μπορεί να του προσκομίσει και που δεν θα μπορούσε να επιτύχει ούτε από την πώληση στην αγορά ούτε από την πώληση στον οργανισμό παρεμβάσεως .
40 . Η τεχνητή παρότρυνση προς αποθεματοποίηση θα είναι εξαιρετικά ισχυρή σε εκείνα τα κράτη μέλη όπου η διαφορά είναι η μεγαλύτερη .
41 . Οι στατιστικοί πίνακες που προσκόμισε η Επιτροπή, σε απάντηση ερωτημάτων του Δικαστηρίου, μπορούν να επιβεβαιώσουν την ακρίβεια αυτού του συλλογισμού . Πράγματι, οι εν λόγω πίνακες επιτρέπουν να διαπιστωθεί ότι το 1983 τα 34,8 % του βουτύρου που αποτέλεσε αντικείμενο ιδιωτικής αποθεματοποίησης στην Κοινότητα βρίσκονταν στις Κάτω Χώρες και μόνο 15,7 % στη Γαλλία, πράγμα, πάντως, που προκαλεί μεγάλη έκπληξη . Το 1984 αυτοί οι αριθμοί ήταν 30,9 % για τις Κάτω Χώρες έναντι 13,6 % για τη Γαλλία . Το 1986 ( 10 μήνες ) το μερίδιο των Κάτω Χωρών κατήλθε σε 13,2 % και το μερίδιο της Γαλλίας ανήλθε σε 16,9 %.
42 . Αναγνωρίζω ότι δεν υπήρξε αντίστοιχη μείωση της ιδιωτικής αποθεματοποίησης στη Γερμανία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, πράγμα που τείνει να αποδείξει ότι είτε παράγοντες ξένοι από το επιτόκιο διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο είτε ότι τα επιτόκια που θέσπισε η Επιτροπή γι' αυτές τις χώρες ήταν ακόμα πολύ υψηλά .
43 . β ) Δεν είναι, άλλωστε, παράλογο να θεωρηθεί ότι η υπερκάλυψη των εξόδων χρηματοδοτήσεως είναι ικανή να συνεπάγεται αδικαιολόγητο πλουτισμό ή "άδικο κέρδος", κατά την έννοια της προαναφερθείσας απόφασης του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 1978, για τους επιχειρηματίες που προβαίνουν σε ιδιωτική αποθεματοποίηση, εφόσον η αποζημίωση που τους χορηγείται είναι ανώτερη από τα πραγματικά έξοδα τα οποία υπέστησαν . Αυτό το όφελος θα μπορούσαν είτε "να το βάλουν στην τσέπη τους" είτε να το χρησιμοποιήσουν για να μειώσουν την τιμή πωλήσεως του βουτύρου τους : σ' αυτή την περίπτωση θα προσπορίζονταν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε βάρος του συνόλου, πράγμα που ούτε αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό .
44 . γ ) 'Οσον αφορά τις κερδοσκοπικές μετακινήσεις, όπως προκύπτει από την απάντηση των προσφευγουσών στην κύρια δίκη, αυτές αποδέχονται ότι πράγματι παρατηρήθηκαν τέτοιες μετακινήσεις χωρίς ωστόσο να δεχθούν την "κερδοσκοπική" τους φύση . Κατ' αυτές η αύξηση των ποσοτήτων βουτύρου σε ιδιωτική αποθεματοποίηση στα κράτη μέλη όπου ισχύει σχετικώς χαμηλό επιτόκιο ( Ολλανδία, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ηνωμένο Βασίλειο ) είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής του επιχειρηματία μετά από αξιολόγηση των ακόλουθων στοιχείων :
- του αριθμού των ψυκτικών χώρων αποθηκεύσεως,
- της αποστάσεως που πρέπει να διανυθεί μέχρι αυτούς τους ψυκτικούς χώρους και των εξόδων μεταφοράς,
- της τιμής του βουτύρου κατά την είσοδο στο απόθεμα,
- των εξόδων αποθεματοποίησης και επαναφοράς στην αγορά,
- των πράξεων πωλήσεως που συνδέονται με την αποθεματοποίηση,
- των ασφαλίστρων,
- των εξόδων χρηματοδοτήσεως κατά τη διάρκεια της αποθεματοποίησης,
- του κινδυνου χειροτερεύσεως της ποιότητας,
- του νομίσματος στο οποίο η αποθεματοποίηση θα χρηματοδοτηθεί,
- των χορηγήσεων από την ΕΟΚ, που μειώνουν την τιμή του κόστους .
45 . Κατά συνέπεια, τα έξοδα χρηματοδοτήσεως δεν αποτελούν παρά ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη από τον επιχειρηματία . Αυτός ο παράγοντας δεν είναι καθοριστικός .
46 . Είναι αναμφισβήτητο ότι όλα αυτά τα στοιχεία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο .
47 . Μου φαίνεται, ωστόσο, βέβαιο ότι σε μία κατάσταση όπου τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της ιδιωτικής αποθεματοποίησης του βουτύρου σε ορισμένη χώρα βρίσκονται σε ισορροπία και a fortiori όταν το μεγαλύτερο μέρος των παραγόντων ευνοούν την αποθεματοποίηση σ' αυτή τη χώρα, η καθαρή διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που λαμβάνεται υπόψη από την Κοινότητα και του επιτοκίου που ισχύει στην αγορά στην εν λόγω χώρα είναι ικανή να γύρει την πλάστιγγα υπέρ της αποθεματοποίησης σ' αυτή τη χώρα .
48 . 'Αλλωστε, οι ίδιες οι προσφεύγουσες το αναγνωρίζουν εμμέσως, όταν δηλώνουν στην απάντησή τους σε ερώτημα του Δικαστηρίου ότι "είναι προφανές ότι εκεί όπου το κοινοτικό μέτρο έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του επιτοκίου για την ιδιωτική αποθεματοποίηση σε ορισμένο κράτος μέλος σε σύγκριση με το επιτόκιο που ισχύει σε άλλα κράτη μέλη, καθίσταται λιγότερο ελκυστική η αποθεματοποίηση στο πρώτο αυτό κράτος ".
49 . Το να χαρακτηρίζεται μία απόφαση που στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος στη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων ως "κερδοσκοπική" ή μη, στερείται σημασίας για την ορθότητα του συλλογισμού .
50 . Σημειώνω, τέλος, ότι το επιχείρημα που οι προσφεύγουσες εταιρίες αντλούν από τη διατύπωση της πρώτης φράσης της δεύτερης αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού 1746/84 εξηγείται αποκλειστικά από την κακή διατύπωση του ολλανδικού κειμένου . Ενώ αυτό το κείμενο δίδει την εντύπωση ότι τα κράτη μέλη είναι εκείνα που αναλαμβάνουν το βάρος των εξόδων χρηματοδοτήσεως της ιδιωτικής αποθεματοποίησης, τα έξοδα χρηματοδοτήσεως στην πραγματικότητα βαρύνουν την ενδιαφερόμενη επιχείρηση, πράγμα που ορθώς επισημαίνεται στις άλλες γλώσσες . ( Το ολλανδικό κείμενο πρέπει να διαβάζεται "... een bijdrage in de in elke Lid-Staat gemaakte financieringskosten" αντί "door elke Lid-Staat ".)
51 . Συνοψίζοντας, μπορεί επομένως να λεχθεί ότι η αιτιολογία του κανονισμού 1746/84 της Επιτροπής άφησε "να διαφανεί κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής, εκδότη της αμφισβητούμενης πράξεως, ώστε να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του" ( 10 ) και ότι ο εν λόγω συλλογισμός δεν φαίνεται να είναι εσφαλμένος .
3 . Συμβιβάζεται η διαφοροποίηση των επιτοκίων με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ;
52 . Δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, που δεν είναι παρά ειδική έκφραση της ειδικής αρχής της ισότητας η οποία αποτελεί τμήμα των θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού δικαίου, οι κοινές οργανώσεις αγοράς πρέπει "να αποκλείουν κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητος ".
53 . Σχετικώς, οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη αναφέρουν ορθώς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία υφίσταται διάκριση όταν όμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο και διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά όμοιο τρόπο .
54 . Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε αυτή την αρχή ειδικότερα με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984 ( 11 ) όπου διαβάζω τα ακόλουθα :
"Πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών της Κοινότητας που καθιερώνει το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 3, το οποίο περιλαμβάνει την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της Συνθήκης, απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε κατά όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς . Επομένως τα διάφορα στοιχεία της οργάνωσης αγοράς, προστατευτικά μέτρα, επιχορηγήσεις, ενισχύσεις και άλλα δεν είναι δυνατόν να διαφοροποιούνται ανάλογα με τις περιοχές και λοιπές συνθήκες παραγωγής ή κατανάλωσης παρά μόνο βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, τα οποία εξασφαλίζουν στους ενδιαφερόμενους αναλογική κατανομή των πλεονεκτημάτων και μεινοεκτημάτων, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των εδαφών των κρατών μελών ."
55 . Σημειώνω καταρχάς ότι στην προκειμένη περίπτωση βρισκόμαστε ενώπιον διαφοροποιήσεως σύμφωνα με αντικειμενικό κριτήριο εφόσον η Επιτροπή έλαβε ως αφετηρία τα πραγματικά ισχύοντα επιτόκια στις χρηματαγορές των διαφόρων κρατών μελών .
56 . Δεν πρόκειται άλλωστε περί διακρίσεως λόγω ιθαγένειας διότι το επιτόκιο αποτελεί σε κάθε περίπτωση "περίσταση ιδιάζουσα για το σύνολο της εν λόγω εθνικής αγοράς" κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1974 ( 12 ). Βρισκόμαστε, πράγματι, ενώπιον διαφοροποιήσεως σε συνάρτηση με τα νομίσματα και όχι ενώπιον διαφοροποιήσεως ανάλογα με τα κράτη μέλη .
57 . α ) Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη εταιρίες υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι βρισκόμαστε ενώπιον δυσμενούς διακρίσεως διότι, στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται καμιά διαφορά καταστάσεως μεταξύ των επιχειρηματιών που προβαίνουν σε αποθεματοποίηση του βουτύρου στις χώρες που ισχύουν χαμηλά επιτόκια και των λοιπών . Οι εταιρίες που πραγματοποιούν την ιδιωτική αποθεματοποίηση του βουτύρου σε χώρες που χαρακτηρίζονται από υψηλό επιτόκιο έχουν, πράγματι, την ευχέρεια να επιλέξουν ελευθέρως το νόμισμα . Δεν συναντούν καμιά δυσκολία στο να δανειστούν χρήματα σε νόμισμα για το οποίο ισχύει σχετικώς χαμηλό επιτόκιο, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα την απόδοση των εξόδων τους χρηματοδοτήσεως βάσει του υψηλού επιτοκίου που ισχύει στη χώρα όπου πραγματοποιείται η αποθεματοποίηση .
58 . Σχετικώς θεωρώ ότι, αν η μεγάλη πλειοψηφία των εταιριών που ασχολούνται με την ιδιωτική αποθεματοποίηση σε χώρες όπου ισχύει υψηλό επιτόκιο δανείζονταν, πράγματι, το χρήμα σε νόμισμα που χαρακτηρίζεται από χαμηλό επιτόκιο χωρίς να υφίστανται έξοδα τα οποία θα εξαφάνιζαν τη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων, θα βρισκόμασταν ενώπιον διαφορετικής μεταχείρισης αναλόγων καταστάσεων και, επομένως, ενώπιον διακρίσεως .
59 . Θα πρέπει, όμως, αυτά τα έξοδα να αποδεικνύονται με βεβαιότητα και χωρίς την παραμικρότερη αμφιβολία .
60 . Η απλή θεωρητική ευχέρεια δανεισμού σε νόμισμα που χαρακτηρίζεται από χαμηλό επιτόκιο δεν επαρκεί, κατά την άποψή μου, για να αποδείξει την ύπαρξη διακρίσεως . Εν πάση περιπτώσει, οι ολλανδοί παραγωγοί βούτυρου έχουν επίσης την ευχέρεια να πραγματοποιούν την αποθεματοποίηση του εμπορεύματος στο Βέλγιο για παράδειγμα και να επωφελούνται έτσι του επιτοκίου των 10,5 % ακόμα και αν έχουν συνάψει δάνεια στις Κάτω Χώρες με επιτόκιο 7 %. Επομένως, το να αποφύγουν τη διάκριση που προβάλλουν δεν εξαρτάται παρά από τους ίδιους .
61 . Σημειώνω επίσης ότι το λογικό συμπέρασμα που απορρέει από το συλλογισμό των προσφευγουσών στην κύρια δίκη εταιριών είναι ότι η Επιτροπή όφειλε να επεκτείνει σε όλη την Κοινότητα το χαμηλότερο επιτόκιο των 7 %. 'Ομως, ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου, οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη ζήτησαν να πριμοδοτηθούν με το επιτόκιο των 10,5 %. Υφίσταται, επομένως, αντίφαση στο συλλογισμό τους επ' αυτού του σημείου .
62 . Αυτό, όμως, που έχει σημασία κυρίως σ' αυτό το πλαίσιο είναι ότι δεν διαθέτουμε καμιά απόδειξη ότι οι εταιρίες που πραγματοποιούν αποθεματοποίηση του βουτύρου, σε χώρες το νόμισμα των οποίων χαρακτηρίζεται από υψηλά επιτόκια, δανείζονται πράγματι τα χρήματα των οποίων έχουν ανάγκη σε νόμισμα με χαμηλό επιτόκιο . Υφίσταται, αντιθέτως, λόγος πολύ ευλογοφανής για να υποτεθεί ότι τα πράγματα δεν συμβαίνουν έτσι . Ο λόγος αυτός συνίσταται στο ότι το γερμανικό μάρκο και το ολλανδικό φιορίνι γνώρισαν την τελευταία δεκαετία πολλές ανατιμήσεις . Και μια τέτοια ανατίμηση, πραγματοποιούμενη κατά τη διάρκεια συμβάσεως δανείου, θα ήταν ικανή να εξαφανίσει αμέσως το πλεονέκτημα που απορρέει από δάνειο σε ένα από αυτά τα νομίσματα εκ μέρους την εταιρίας που πραγματοποιεί την αποθεματοποίηση σε κράτος μέλος του οποίου το νόμισμα χαρακτηρίζεται από υψηλότερα επιτόκια .
63 . Ο ίδιος συλλογισμός δεν ισχύει όσον αφορά την στερλίνα, αλλά το επιτόκιο που έχει ορίσει η Επιτροπή όσον αφορά αυτό το νόμισμα ( 9,5 %) δεν διαφέρει παρά κατά μία μονάδα από "το κανονικό" επίτοκιο ( 10,5 %) πράγμα που πιθανώς καθιστά την πράξη λιγότερο ενδιαφέρουσα .
64 . Κατόπιν αυτού θεωρώ, επομένως, ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι, κατά γενικό τρόπο, οι εταιρίες που πραγματοποιούν αποθεματοποίηση σε χώρες με υψηλό επιτόκιο δανείζονται χρήματα σε νομίσματα με χαμηλό επιτόκιο .
65 . Δεν μπορεί, ασφαλώς, να αποκλεισθεί παντελώς ότι αυτό συμβαίνει σε ορισμένες ατομικές περιπτώσεις . Εντούτοις, ακόμα και αν αποδεικνυόταν ότι το άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού 685/69, όπως τροποποιήθηκε, δεν καταργεί όλες τις δυνατότητες υπερκαλύψεως των εξόδων χρηματοδοτήσεως, ασφαλώς καταργεί τις περισσότερες από αυτές . Εξαλείφει, πράγματι, την αναμφισβήτητη διάκριση που υφίστατο υπό το παλαιό σύστημα υπέρ των επιχειρηματιών που πραγματοποιούσαν την αποθεματοποίηση του βουτύρου στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο τα βραχυπρόθεσμα δάνεια ήταν σχετικώς φθηνά . Συνεπώς, ορθώς η Επιτροπή παρατηρεί ότι με τη θέση σε ισχύ του νέου συστήματος τηρείται καλύτερα, παρά στο παρελθόν, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όλων των επιχειρηματιών της Κοινότητας .
66 . Απομένει να εξεταστεί αν η Επιτροπή δεν όφειλε να θέσει σε εφαρμογή μηχανισμό χαρακτηριζόμενο από την εξέταση κάθε περίπτωσης, στο πλαίσιο της οποίας θα μπορούσε να δεχθεί για κάθε σύμβαση αποθεματοποίησης το πράγματι καταβληθέν από τον εν λόγω επιχειρηματία επιτόκιο . Αυτή η λύση, θεωρητικά κατανοητή, θα ήταν αντίθετη προς το αίτημα των προσφευγουσών εταιριών περί καθορισμού ενιαίου επιτοκίου . Θα συνεπαγόταν επίσης, χωρίς αμφιβολία, όπως το ισχυρίστηκε η Επιτροπή, υπερβολική διοικητική επιβάρυνση . Θεωρώ, συνεπώς, ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν υιοθέτησε αυτή τη λύση .
67 . β ) Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη εταιρίες υποστηρίζουν επίσης ότι το νέο σύστημα εισήγαγε στρέβλωση του ανταγωνισμού, την οποία ακριβώς το παλαιό σύστημα επέτρεπε να αποφευχθεί .
68 . Εφιστούν την προσοχή επί του γεγονότος ότι η τιμή αγοράς του βουτύρου έχει τάση να καθορίζεται σε συνάρτηση με την ακαθάριστη τιμή παρεμβάσεως μειωμένη κατά τα έξοδα χρηματοδοτήσεως που αφορούν την προθεσμία πληρωμής που εφαρμόζει ο οργανισμός παρεμβάσεως, υπολογιζόμενα βάσει του πραγματικού επιτοκίου που εφαρμόζεται στα βραχυπρόθεσμα δάνεια στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος . Αυτή η προθεσμία καταβολής, κατά την κρίσιμη εποχή των περιστατικών που αποτελούν το αντικείμενο της κύριας δίκης, κυμαίνεται μεταξύ 120 ημερών τουλάχιστον και 140 ημερών κατ' ανώτατο όριο μετά την αγορά του βουτύρου από τον οργανισμό παρεμβάσεως .
69 . Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη παρατηρούν ότι η τιμή της αγοράς που απορρέει από αυτό τον υπολογισμό είναι χαμηλότερη στις χώρες όπου ισχύει το υψηλό επιτόκιο από την τιμή που ισχύει στις χώρες με χαμηλό επιτόκιο . Οι προσφεύγουσες εταιρίες θεωρούν ότι αυτή η διαφορά τιμής αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που, προηγουμένως, εξουδετερωνόταν, σε περίπτωση ιδιωτικής αποθεματοποίησης, από την εφαρμογή ενιαίου επιτοκίου .
70 . Αυτός ο συλλογισμός αποδεικνύει εν πάση περιπτώσει ότι οι επιχειρηματίες μπορούσαν να έχουν συμφέρον στην αποθεματοποίηση του βουτύρου αποκλειστικώς προς το σκοπό να επιτύχουν ένα είδος επιχορηγήσεως που τους επέτρεπε να μειώνουν την τιμή στην οποία προσέφεραν το βούτυρο όταν το εξήγαγαν στην αγορά άλλων κρατών μελών . 'Ομως, αυτός δεν είναι καθόλου ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει η επιδότηση τόκων που θέσπισε το άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού 685/69, που έχει αποκλειστικά σαν σκοπό την αντιστάθμιση των εξόδων χρηματοδοτήσεως που υφίστανται οι επιχειρηματίες και όχι να τους επιτρέπει να βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητά τους στις αγορές των άλλων κρατών μελών . Και αυτό το επιχείρημα τείνει, επομένως, να αποδείξει ότι το παλαιό σύστημα περιελάμβανε τεχνητή παρότρυνση για αποθεματοποίηση .
71 . γ ) Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, τέλος, ότι η διαφοροποίηση είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης διότι εισάγει διάκριση μεταξύ των παραγωγών βουτύρου, αφενός, και των παραγωγών άλλων γεωργικών προϊόντων, αφετέρου : πράγματι, σε κανέναν άλλο τομέα, δεν έχει εισαχθεί μέχρι σήμερα διαφοροποίηση στην ενίσχυση της ιδιωτικής αποθεματοποίησης .
72 . Θα ήθελα να παρατηρήσω σχετικώς ότι η υποχρέωση διασφαλίσεως της σταθερότητας των αγορών δεν συνεπάγεται την υποχρέωση θεσπίσεως ομοιόμορφων, για όλους τους τομείς ούτε για όλα τα προϊόντα, συστημάτων παρεμβάσεως . Προϋποθέτει, αντιθέτως, την προσαρμογή αυτών των μέτρων στις ειδικές ανάγκες του κάθε τομέα και του κάθε προϊόντος .
73 . 'Ετσι, για να αναφέρω εξαιρετικά εντυπωσιακό παράδειγμα, δεν υφίσταται σχεδόν καμία ομοιότητα μεταξύ του βουτύρου και των τυριών όπως το κεφαλοτύρι και το κασέρι που δεν παράγονται παρά σε ένα μόνο κράτος μέλος, που δεν αποτελούν καθόλου το αντικείμενο διασυνοριακού εμπορίου και που πρέπει να διατηρούνται, κατά τη διάρκεια της αποθεματοποίησης, "σε εγκαταστάσεις των οποίων η θερμοκρασία κατά μέγιστο όριο ( 13 ) υπερβαίνει τους 16 βαθμούς C ". Η αποθεματοποίηση τέτοιων προϊόντων δεν συνεπάγεται, επομένως, απολύτως τα ίδια έξοδα χρηματοδοτήσεως .
74 . Και, κατά την ήδη αναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, η διαφορετική μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων δεν αποτελεί διάκριση .
4 . Εξέταση της νομιμότητας του μέτρου ενόψει της αρχής της ενότητας της αγοράς και του άρθρου 30 της Συνθήκης
75 . Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη εταιρίες υπενθυμίζουν ορθώς ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, και αυτός, οφείλει να τηρεί τα άρθρα 30 έως 34 της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και την αρχή της ενότητας της αγοράς .
76 . α ) Θεωρούν ότι η διαφοροποίηση του επιτοκίου παραβιάζει την αρχή της ενότητας της αγοράς διότι παρεκκλίνει από μία από τις αναγκαίες προϋποθέσεις της, δηλαδή την εφαρμογή συστήματος ενιαίων τιμών .
77 . 'Ομως, θεωρώ ότι απέδειξα στο σημείο 1 ότι η λειτουργία του συστήματος ενιαίων τιμών δεν θίγεται καθόλου στην προκειμένη περίπτωση .
78 . β ) Οι προσφεύγουσες εταιρίες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η εν λόγω διαφοροποίηση θα μπορούσε να επηρεάσει την επιλογή, από τον επιχειρηματία, της χώρας στην οποία πραγματοποιεί την αποθεματοποίηση του εμπορεύματός του και ότι θα μπορούσε να προκαλέσει έτσι τεχνητές εμπορικές ανταλλαγές που θα έπρεπε να θεωρηθούν ως στρεβλώσεις της κοινοτικής αγοράς .
79 . Δεδομένου ότι αυτός ο συλλογισμός των προσφευγουσών εταιριών στηρίζεται στο ότι οι επιχειρηματίες που πραγματοποιούν την αποθεματοποίηση των εμπορευμάτων τους στο Βέλγιο ή στη Γαλλία, για παράδειγμα, μπορούν να εισπράξουν την επιδότηση τόκων με επιτόκιο 10,5 % παρόλον ότι δανείζονται τα χρήματα σε γερμανικά μάρκα ή σε ολλανδικά φιορίνια με επιτόκιο 7 %, οι προσφεύγουσες επιβεβαιώνουν, μ' αυτό τον τρόπο, την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία, προ της διαφοροποιήσεως των επιτοκίων, τέτοιες τεχνητές εμπορικές ανταλλαγές δημιουργήθηκαν προς τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες και, ενδεχομένως, το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου αυτομάτως, τότε, μπορούσε κανείς να επωφεληθεί της καλύψεως των τόκων με επιτόκιο 11 % για δάνεια που είχαν συναφθεί με χαμηλότερο επιτόκιο .
80 . 'Οπως επισήμανα ανωτέρω μπορεί το πρόβλημα να μην επιλύθηκε καθ' ολοκληρία με τη διαφοροποίηση των επιτοκίων, παρόλον ότι ασφαλώς περιορίστηκε κατά πολύ η έκτασή του . Πράγματι, ένας ολλανδός παραγωγός θα μπορούσε να παρακινηθεί να πραγματοποιήσει την αποθεματοποίηση του βουτύρου του στο Βέλγιο ή στη Γαλλία διότι πιθανώς δεν θα συναντούσε δυσκολίες στο να επιτύχει δάνειο σε φιορίνια από τη συνηθισμένη του τράπεζα . Σε περίπτωση, όμως, ανατιμήσεως του φιορινιού σε σχέση με το άλλο νόμισμα, η αξία του αποθέματός του, εκφραζόμενη σε φιορίνια, θα μειωνόταν . Θα ήταν διατεθειμένος να αναλάβει αυτόν τον κίνδυνο; Συναντούμε εδώ την ίδια αβεβαιότητα που συναντούμε στην περίπτωση του γάλλου παραγωγού ο οποίος πραγματοποιεί την αποθεματοποίηση στη Γαλλία και συνάπτει δάνειο σε φιορίνια .
81 . Είναι βέβαιο, εν πάση περιπτώσει, ότι για να καταστούν αδύνατες οι πράξεις αυτού του είδους θα έπρεπε να γίνει δεκτό, για όλη την Κοινότητα, το χαμηλότερο επιτόκιο που ισχύει σε ένα από τα κράτη μέλη, πράγμα που είναι το αντίθετο από αυτό που ζητούν οι προσφεύγουσες εταιρίες .
82 . γ ) Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη εταιρίες υποστηρίζουν, τέλος, ότι η διαφοροποίηση των επιτοκίων θα έπρεπε να θεωρηθεί "μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ διότι παρεμβάλλει εμπόδια στις εισαγωγές ".
83 . Ομολογώ ότι συναντώ τη μεγαλύτερη δυσκολία για να αντιληφθώ σε ποιες εισαγωγές θα μπορούσαν στην προκειμένη περίπτωση να παρεμβληθούν εμπόδια . Είδαμε ότι, κατά την ίδια την άποψη των προσφευγουσών, θα δημιουργούνταν τεχνητά ρεύματα ανταλλαγών προς τις χώρες με υψηλό επιτόκιο, όπως η Γαλλία . 'Ομως, ιδού ότι αυτές οι εταιρίες δηλώνουν, αντιθέτως, μερικές γραμμές πιο κάτω, ότι "ελλείψει αντισταθμίσεως των εξόδων χρηματοδοτήσεως, ο ολλανδός επιχειρηματίας δεν μπορεί να διαθέσει το βούτυρό του στη Γαλλία και υφίσταται επίσης μειονέκτημα εκτός της γαλλικής αγοράς διότι οι γάλλοι επιχειρηματίες μπορούν να διαθέσουν το βούτυρό τους σε άλλες χώρες σε χαμηλότερη τιμή ".
84 . Εδώ οι προσφεύγουσες εταιρίες συγχέουν προδήλως τιμή κόστους και τιμή της αγοράς . Είδαμε πιο πάνω ότι η τιμή της αγοράς είναι λίγο χαμηλότερη στις χώρες με υψηλό επιτόκιο . Αυτό, καταρχάς, δεν έχει καμία σχέση με τη διαφοροποίηση των επιτοκίων που θέσπισε η Επιτροπή στην επίμαχη διάταξη . Δεύτερον, δεν απορρέει αναγκαστικά από αυτό το γεγονός ότι ο ολλανδός παραγωγός θα συναντούσε περισσότερες δυσχέρειες για να διαθέσει το βούτυρό του στη Γαλλία από ό,τι ο γάλλος παραγωγός . Αυτό εξαρτάται από την τιμή κόστους του ενός και του άλλου .
85 . Υπενθυμίζω, επίσης, ότι η ιδιωτική αποθεματοποίηση και η εισαγωγή είναι δύο καθαρά διακεκριμένα πράγματα . Μεγάλες ποσότητες βουτύρου εξάγονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο χωρίς, σε καμιά στιγμή, να υπάγονται στην επιχορηγούμενη ιδιωτική αποθεματοποίηση .
86 . Ας υποθέσουμε τώρα ότι δύο παραγωγοί ή πωλητές βουτύρου ανταγωνίζονται στη γαλλική αγορά και ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το βούτυρο διήλθε απόφαση επιχορηγούμενης ιδιωτικής αποθεματοποίησης . Ο ολλανδός παραγωγός που έχει πραγματοποιήσει την αποθεματοποίηση του βουτύρου στις Κάτω Χώρες πριν το εξαγάγει στη Γαλλία θα τύχει ενισχύσεως κατά τι μειωμένης από το γάλλο ανταγωνιστή του, θα έχει όμως επίσης καταβάλει κατά τι χαμηλότερους τόκους . Αντιθέτως, αν ο γάλλος παραγωγός συνήψε και εκείνος δάνειο σε φιορίνια θα έχει επωφεληθεί υπερκαλύψεως και, επομένως, ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος .
87 . Αυτός, όμως, ο συλλογισμός προσκρούει σε δύο αντιρρήσεις . Καταρχάς δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο γάλλος παραγωγός θα αναλάμβανε τον κίνδυνο να συνάψει δάνειο σε νόμισμα που στο παρελθόν συχνά ανατιμήθηκε . Δεύτερον, δεν βλέπω γιατί ο ολλανδός παραγωγός, αν ήδη επιθυμεί να πωλήσει το βούτυρό του στη Γαλλία, δεν θα πραγματοποιούσε προηγουμένως την αποθεματοποίηση του εμπορεύματός του σ' αυτό το κράτος μέλος για να εισπράξει το ποσό της ενισχύσεως που ισχύει στη Γαλλία, χρηματοδοτώντας ταυτόχρονα αυτή την αποθεματοποίηση σε φιορίνια . 'Ετσι δεν θα υφίστατο κανένα μειονέκτημα . ( Στη συνέχεια θα μπορούσε, σαν εναλλακτική λύση, να επανεξαγάγει το βούτυρο στις Κάτω Χώρες για να επωφεληθεί της υψηλότερης τιμής που ισχύει στην αγορά αυτής της χώρας .)
88 . Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι δεν υφίσταται κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει πειστικά ότι, από το μέτρο που υιοθέτησε η Επιτροπή, παρεμβάλλονται εμπόδια στις εξαγωγές βουτύρου από κράτη μέλη όπου ισχύει χαμηλό επιτόκιο προς κράτη μέλη όπου ισχύει υψηλό επιτόκιο .
89 . Για να είμαι πλήρης θα ήθελα ακόμα, ωστόσο, να εξετάσω και το αν η διαφοροποίηση των επιτοκίων συνιστά μέτρο που παρεμβάλλει εμπόδια στις εξαγωγές προς χώρες όπου ισχύει χαμηλό επιτόκιο . Αυτό, κατά την άποψή μου, δεν θα μπορούσε να συμβεί για τους ακόλουθους λόγους .
90 . Ο γάλλος παραγωγός βουτύρου θα βρει στις Κάτω Χώρες υψηλότερη τιμή της αγοράς, πράγμα που θα έπρεπε να τον ωθήσει να εξαγάγει εκεί . Αν επιθυμεί να προβεί σε ιδιωτική αποθεματοποίηση στις Κάτω Χώρες, η πράξη θα είναι γι' αυτόν ουδέτερη : θα πληρώσει λιγότερους τόκους, αλλά θα εισπράξει μειωμένη, κατά συνέπεια, ενίσχυση . Αν πραγματοποίησε την αποθεματοποίηση στη Γαλλία, χρηματοδοτώντας την σε φιορίνια, θα μπορούσε να έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις Κάτω Χώρες, ανάλογο με αυτό που έχει ο ολλανδός επιχειρηματίας ο οποίος προβαίνει στην αποθεματοποίηση του βουτύρου του στη Γαλλία . Δεν βλέπω, εν πάση περιπτώσει, σε τι το μέτρο που υιοθέτησε η Επιτροπή θα παρενέβαλε εμπόδια στις εισαγωγές βουτύρου στις Κάτω Χώρες .
91 . Το γεγονός ότι ο γάλλος εξαγωγέας δεν μπορεί να θέσει το βούτυρό του στη δημόσια παρέμβαση στις Κάτω Χώρες απορρέει από την έλλειψη κοινοτικού σήματος ποιότητας ( άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 985/68 του Συμβουλίου ) και, κατά συνέπεια, δεν έχει καμία σχέση με τη διαφοροποίηση των επιτοκίων .
92 . Μπορεί κανείς να διερωτηθεί για ποιο λόγο η ιδιωτική αποθεματοποίηση σε άλλο κράτος μέλος, που επίσης απαγορευόταν στην αρχή ( 14 ), στο εξής επιτρέπεται . Αυτή η διαφορά δικαιολογείται πιθανώς από το γεγονός ότι τα προϊόντα που επωφελήθηκαν της ιδιωτικής αποθεματοποίησης δεν μπορούν να πωληθούν μέσω της παρεμβάσεως, αλλά πρέπει να διατεθούν στην αγορά . Συνεπώς, η απαγόρευση της ιδιωτικής αποθεματοποίησης σε άλλο κράτος μέλος αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο εμπόδιο στο εμπόριο .
93 . 'Ο,τι και αν συμβαίνει, θεωρώ ότι από τα προηγούμενα επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της ενότητας της αγοράς και του άρθρου 30 δεν μπορεί να γίνει δεκτή .
5 . Εξέταση της αιτιάσεως που στηρίζεται στην παραβίαση των αρχών της ασφαλείας του δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
α ) Το πρόβλημα του βουτύρου για το οποίο έγινε ήδη αποθεματοποίηση
94 . Πρόβλημα σχετικό με την αρχή της ασφαλείας του δικαίου της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν θα μπορούσε να τεθεί παρά αν η Επιτροπή είχε εφαρμόσει τα νέα επιτόκια στο βούτυρο για το οποίο είχε ήδη πραγματοποιηθεί η αποθεματοποίηση . 'Ομως, αυτό δεν συμβαίνει διότι ο κανονισμός 1746/84 προβλέπει ρητώς στο άρθρο 2 ότι εφαρμόζεται, όσον αφορά το βούτυρο που εισήλθε στα αποθέματα, από της ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω κανονισμού .
95 . Η απόφαση CΝΤΑ της 15ης Μαΐου 1975 που αναφέρουν οι προσφεύγουσες ( 15 ) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σχετικό προηγούμενο, διότι σε εκείνη την υπόθεση οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες είχαν ήδη οριστικά αναλάβει υποχρεώσεις στο μέτρο που είχαν ήδη λάβει πιστοποιητικά εξαγωγής και παράσχει ασφάλεια . Η υποχρέωσή τους έναντι του οργανισμού παρεμβάσεως είχε οριστικά ληφθεί και δεν θα μπορούσαν να αποδεσμευθούν παρά επί ποινή απώλειας των παρασχεθεισών ασφαλειών . Στην υπό κρίση υπόθεση ορισμένες από τις προσφεύγουσες στην κύρια δίκη είχαν, ασφαλώς, συνάψει συμβάσεις με άλλους επιχειρηματίες για την πώληση του βουτύρου, δεν είχαν, όμως, ακόμα θέσει το βούτυρο σε απόθεμα ούτε, a fortiori, υποβάλει αίτηση ενισχύσεως στην αποθεματοποίηση ούτε καταρτίσει σύμβαση με τον οργανισμό παρεμβάσεως .
β ) Το πρόβλημα των συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίσθησαν πριν από την τροποποίηση της κανονιστικής ρύθμισης
96 . 'Οπως μόλις υπενθύμισα, οι προσφεύγουσες στην υπόθεση 424/85 εταιρίες ( An Bord Bainne και J . Wijffels BV ) είχαν συνάψει συμβάσεις πωλήσεως βουτύρου σε τιμή ορισμένη, όπως φαίνεται .
97 . Είχαν την πρόθεση, πριν από την παράδοση αυτού του βουτύρου να προβούν στην αποθεματοποίησή του στις Κάτω Χώρες ( το οποίο και πράγματι έπραξαν ). Μπορεί να υποτεθεί ότι, κατά τον καθορισμό της τιμής πωλήσεως, το Μάιο 1984, έλαβαν υπόψη την υπερκάλυψη των εξόδων τους χρηματοδοτήσεως που μπορούσαν να υπολογίσουν λόγω της υφιστάμενης τότε διαφοράς μεταξύ του επιτοκίου που ίσχυε στην ολλανδική αγορά και του ενιαίου κατ' αποκοπή επιτοκίου που λάμβανε υπόψη η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση .
98 . Οι προβλέψεις τους πράγματι ανατράπηκαν από τη δημοσίευση του κανονισμού 1746/84 . Μπορεί να είχαν συμφωνήσει διαφορετική τιμή πωλήσεως αν γνώριζαν ότι το επιτόκιο που χρησίμευε σαν βάση του υπολογισμού της ενίσχυσης στην ιδιωτική αποθεματοποίηση θα μειωνόταν σε 7 %.
99 . 'Ομως, ήταν μια προοπτική που έπρεπε να έχουν υπολογίσει διότι κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 985/68 του Συμβουλίου "αν το απαιτεί η κατάσταση της αγοράς, το ύψος της ενισχύσεως είναι δυνατό να τροποποιηθεί για τις συμβάσεις που θα συναφθούν ".
100 . Το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η μείωση του επιτοκίου δεν ήταν μόνο γραμμική αλλά και διαφοροποιημένη δεν επηρεάζει καθόλου το γεγονός ότι η δυνατή μείωση αυτού του επιτοκίου περιλαμβανόταν μεταξύ των υποθέσεων που ένας συνετός και ενημερωμένος έμπορος έπρεπε να υπολογίσει .
101 . 'Αλλωστε, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου :
"Το πεδίο εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επεκταθεί τόσο ώστε να παρακωλύει, κατά τρόπο γενικό, την εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων επί των μελλοντικών συνεπειών καταστάσεων που έχουν δημιουργηθεί υπό την προγενέστερη ρύθμιση, και τούτο, ιδίως, σε έναν τομέα όπως αυτός των κοινών οργανώσεων αγοράς, που συνεπάγεται ακριβώς διαρκή προσαρμογή ανάλογα με τις διακυμάνσεις της οικονομικής καταστάσεως στους διαφόρους γεωργικούς τομείς" ( 16 ).
102 . Υπό το φως αυτής της νομολογίας δεν είναι δυνατό να δεχθεί κανείς ότι μια απάντηση της Επιτροπής σε ερώτηση ευρωβουλευτή, ιδίως όταν αυτή η απάντηση είναι προγενέστερη κατά επτά μήνες ( 17 ) της δημοσιεύσεως της αμφισβητούμενης πράξεως, δημιουργεί σ' ένα ιδιώτη "βάσιμες ελπίδες" ( 18 ).
103 . Πρέπει επίσης να υπομνησθεί για μία ακόμη φορά ότι η Επιτροπή μπορούσε να λάβει το ίδιο μέτρο επεκτείνοντάς το σε όλη την Κοινότητα . Σ' αυτή την περίπτωση τα οικονομικά συμφέροντα των προσφευγουσών θα θίγονταν κατά τον ίδιο τρόπο . Επομένως, και αυτή η αιτίαση είναι απορριπτέα .
6 . Είναι ο κανονισμός 1746/84 ασυμβίβαστος προς το άρθρο 67, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ;
104 . Είναι αναμφισβήτητο ότι ο κανονισμός 1746/84 στηρίζεται σιωπηρά στην αντίληψη ότι οι επιχειρηματίες που προβαίνουν στην αποθεματοποίηση του βουτύρου σε ορισμένο κράτος μέλος καλύπτουν όλα τα έξοδα χρηματοδοτήσεώς τους δανειζόμενοι χρήματα στο νόμισμα αυτού του κράτους μέλους και με το ευνοϊκότερο επιτόκιο που ισχύει γι' αυτό το νόμισμα και για συναλλαγή αυτού του τύπου .
105 . Ο κανονισμός δεν απαγορεύει, ωστόσο, με κανέναν τρόπο σε έναν επιχειρηματία να συνάψει δάνειο σε άλλο νόμισμα και με άλλο επιτόκιο .
106 . Επομένως, η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων δεν θίγεται καθόλου και η αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 67, παράγραφος 1, είναι και αυτή, επομένως, απορριπτέα .
107 . Πριν καταλήξω στο συμπέρασμά μου θα ήθελα επίσης να μου επιτραπεί να εκφράσω τη γνώμη ότι το να λαμβάνονται υπόψη διαφορετικά επιτόκια για τον υπολογισμό ενισχύσεως που αποβλέπει στην κάλυψη των εξόδων που υφίστανται οι επιχειρηματίες, και που συμμετέχει σε μηχανισμό ρύθμισης των αγορών, δεν είναι ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση τον τρόπο καθορισμού επιτοκίων επιβαλλόμενων από τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας σε άλλους τομείς ( τόκοι μη εμπρόθεσμης καταβολής, ιδίως προστίμου ).
Συμπέρασμα
108 . Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, από την εξέταση των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν από το College van Beroep voor het Bedrijfsleven δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 24, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 685/69 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1746/84 .
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά .
( 1 ) Κανονισμός 685/69 της Επιτροπής, της 14ης Απριλίου 1969, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των παρεμβάσεων στην αγορά του βουτύρου και της κρέμας γάλακτος ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/004 σ . 110 και επ .)
( 2 ) Κανονισμός 1746/84 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού 685/69 ( ΕΕ L 164 της 22.6.1984, σ . 32 ).
( 3 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 03/003, σ . 116 και επ .
( 4 ) Κανονισμός 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/003, σ . 82 επ .).
( 5 ) Απόφαση της 23ης Φεβουαρίου 1978, υπόθεση 92/77, An Bord Bainne κατά Υπουργείου Γεωργίας, Rec . σ . 497, ειδικότερα σ . 512, σκέψεις 16 και 17 .
( 6 ) Κανονισμός 704/83 της Επιτροπής, της 28ης Μαρτίου 1983 ( ΕΕ L 82, σ . 13 ).
( 7 ) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1978, υπόθεση 92/77, Rec . σ . 497, ειδικότερα σ . 513, σκέψεις 21 και 22 .
( 8 ) Κανονισμός 982/73 της Επιτροπής της 9ης Απριλίου 1973 περί τροποποιήσεως του κανονισμού 685/69 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/009, σ . 135, δεύτερη αιτιολογική σκέψη ).
( 9 ) 'Αρθρο 24, παράγραφος 3, στοιχείο γ ), του κανονισμού 685/69 της Επιτροπής, της 14ης Απριλίου 1969, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 704/83 της Επιτροπής της 28ης Μαρτίου 1983 .
( 10 ) Βλέπε ιδίως απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1986, υπόθεση 250/84, Eridania zuccherifici nationali SpA κατά Cassa conguaglio zucchero, Συλλογή σ . 117, ειδικότερα σ . 134, σκέψεις 37 και 38 .
( 11 ) Υπόθεση 106/83, Sermide, Συλλογή 1984, σ . 4209 .
( 12 ) Υπόθεση 50/73, Holtz και Willemsen, Rec . 1974, σ . 696,
σκέψη 13 .
( 13 ) 'Αρθρο 2, στοιχείο δ ), του κανονισμού 1328/84 της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 1984, περί θεσπίσεως ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση των τυριών κεφαλοτύρι και κασέρι ( ΕΕ L 129 της 15.5.1984, σ . 19 ).
( 14 ) 'Αρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 985/68 .
( 15 ) Υπόθεση 74/74, CΝΤΑ κατά Επιτροπής, Rec . 1975, σ . 533 .
( 16 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1987, υπόθεση 278/84, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, Συλλογή σσ . 1 και 47, σκέψη 36 απόφαση της 16ης Μαΐου 1979, υπόθεση 84/78, Tomadini, Rec . σ . 1801 .
( 17 ) Απάντηση της 21ης Οκτωβρίου 1983 στην ερώτηση 731/83 του Pol Marck ( ΕΕ C 335 της 12.12.1983, σ . 6 ).
( 18 ) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, υπόθεση 265/85, Van den Bergh en Jurgens και Van Dijk Food Products κατά ΕΟΚ, Συλλογή σσ . 1155 και 1181, σκέψη 44 .
Full & Egal Universal Law Academy