ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 13ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
Με γραπτή σύμβαση της 23ης Δεκεμβρίου 1971 στην οποία οριζόταν ρητά ότι διέπεται από το βελγικό δίκαιο, ο Jan Zoubek συμφώνησε να πραγματοποιήσει για την Επιτροπή μελέτη με τίτλο « Κατάλογος, ανάλυση και αξιοποίηση των θέσεων των ανατολικών χωρών για μια οικονομική συνεργασία στην Ευρώπη ». Η συμφωνηθείσα αμοιβή ήταν 100000 BFR που θα κατέβαλλε η Επιτροπή κατ' αναλογία ενός τρίτου κατά την υπογραφή της Σύμβασης, ενός τρίτου κατά τη λήψη εκθέσεως ως προς την πρόοδο της μελέτης που έπρεπε να παραδοθεί στις 31 Μαρτίου 1972 και ενός τρίτου κατά την παραλαβή της οριστικής έκθεσης που έπρεπε να παραδοθεί στις 30 Ιουνίου 1972.
Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της σύμβασης, η Επιτροπή επιφύλαξε το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω μη εκτελέσεως ή μη προσήκουσας εκτελέσεως υπαιτιό-τητι του Zoubek. Με τη σύμβαση προβλεπόταν ότι αν, κατόπιν οχλήσεως του Zoubek από την Επιτροπή με συστημένη επιστολή και σε περίπτωση μη εκτελέσεως εντός προθεσμίας 30ημερών, η Επιτροπή δήλωνε ότι ασκεί το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης, η σύμβαση θα λυόταν αυτομάτως υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος αποζημιώσεως λόγω μη εκτελέσεως της συμβάσεως.
Το άρθρο 8 όριζε ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είχε αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί οποιασδήποτε διαφοράς σχετικής με την εκτέλεση της σύμβασης.
Στις 7 Ιανουαρίου 1972, μετά την υπογραφή της σύμβασης, η Επιτροπή κατέβαλε στον Zoubek 33000 BFR. Πάντως, ούτε η έκθεση ως προς την πρόοδο της μελέτης ούτε η μελέτη παραδόθηκαν κατά τις ορισθείσες ημερομηνίες. Με συστημένη επιστολή της 27ης Οκτωβρίου 1972 η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 7 της σύμβασης, έταξε στον Zoubek προθεσμία 30ημερών για να παραδώσει τη μελέτη, άλλως θα κατάγγελλε τη σύμβαση. Ο Zoubek απάντησε ότι επιθυμούσε να εξηγήσει τους σοβαρούς λόγους για την καθυστέρηση, όταν όμως παρέλειψε να απαντήσει σε πρόσκληση για τον προσδιορισμό της σχετικής συνάντησης, η Επιτροπή, με επιστολή της 21ης Δεκεμβρίου 1972, κατάγγειλε τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 7 και ζήτησε από τον Zoubek να της αποδώσει το ποσό των 33000 BFR που του είχε καταβληθεί. Ο Zoubek δεν πλήρωσε το ποσό αυτό.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 της σύμβασης και το άρθρο 181 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεωθεί ο Zoubek σε απόδοση του ποσού των 33000 BFR εντόκως, από 7 Ιανουαρίου 1972, βάσει των νομίμων επιτοκίων που ίσχυαν στο Βέλγιο, λόγω του ότι η καταγγελία της σύμβασης οφειλόταν αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του Zoubek.
Είναι σαφές ότι ο Zoubek δεν πραγματοποίησε τη μελέτη και δεν προσπάθησε να δικαιολογήσει την παράλειψη του. Πάντως, ισχυρίζεται ότι υπήρξε μεταγενέστερη συμφωνία βάσει της οποίας θα παρέδιδε ένα δεκαπενθήμερο δελτίο και μηνιαίο συμπλήρωμα με τίτλο « East-West » προς αποπληρωμή των 33000 BFR και, όπως αφήνει να νοηθεί, προς απαλλαγή από τις υποχρεώσεις του βάσει της σύμβασης. Ισχυρίζεται ότι για τα δημοσιεύματα που απεστάλησαν μεταξύ 1974 και 1978 δεν επιβαρύνθηκε η Επιτροπή. Το κόστος των παραδοθέντων δελτίων ανέρχεται σε 65000 BFR, ώστε όχι μόνο εκπλήρωσε το χρέος του, αλλά δικαιούται λαμβάνειν 32000 BFR για την αξία των παραδοθέντων δελτίων.
Η Επιτροπή εγείρει δύο προκαταρκτικά ζητήματα. Πρώτον, προβάλλει ότι ο εκδότης του δελτίου, η εταιρία « East-West » sprl, έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, έστω και αν ο Zoubek είναι μέτοχός της. Συνεπώς, ισχυρίζεται η Επιτροπή, η αποστολή του δελτίου από την εταιρία αυτή δεν μπορεί κατά νόμο να ισοδυναμεί με συμψηφισμό για τον εναγόμενο. Δεν δέχομαι το επιχείρημα αυτό. Δεν υπάρχει νόμιμος λόγος για τον οποίο ο Zoubek δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει να προμηθεύει ο ίδιος ή μέσω της εταιρίας το δελτίο προς απαλλαγή του από την υποχρέωση που απορρέει από τη σύμβαση που συνήψε με την Επιτροπή.
Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ανταγωγή είναι απαράδεκτη διότι δεν εμπίπτει στο άρθρο 8 της σύμβασης. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης. Δεν δέχομαι ούτε αυτό το επιχείρημα. Νομίζω ότι η αμφισβήτηση του ισχυρισμού ότι η υποχρέωση που απορρέει από τη σύμβαση έχει εκπληρωθεί βάσει μεταγενέστερης συμφωνίας συνιστά « διαφορά σχετική με την εκτέλεση της σύμβασης ».
Παραμένει το ζήτημα κατά πόσον υπήρξε τέτοια μεταγενέστερη συμφωνία. Κατά τον Zoubek, έγινε σχετική προφορική συμφωνία με τον Lecomte, της ΓΔ Ι, το Νοέμβριο του 1973. Βασίζεται σε επιστολή που απέστειλε στον Lecomte στις 20 Δεκεμβρίου 1973 και στην οποία αναφέρει: « βάσει της συμφωνίας μας του Νοεμβρίου του τρέχοντος έτους, σας αποστέλλω δύο πρόσφατα αντίτυπα του “ East-West ” ( δεκαπενθήμερο δελτίο ) και του μηνιαίου συμπληρώματός του ». Ο Lecomte απάντησε αμέσως στην επιστολή αυτή. Γνωστοποιούσε τη λήψη των εντύπων και προσέθεσε: « Πρέπει, πάντως, να επιμείνω στο γεγονός ότι ουδέποτε υπήρξε “ συμφωνία” μεταξύ μας », περιέργως δε προσθέτει: « Εντούτοις, αν υπάρξουν νέα που σας αφορούν, θα σας ενημερώσω το συντομότερο δυνατό ».
Με το υπόμνημα αντικρούσεως προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία επιβεβαιώθηκε αργότερα σε μεταγενέστερη συνάντηση και απεστάλησαν τα δημοσιεύματα. Δεν παρέχονται λεπτομέρειες ως προς το χρόνο που υποτίθεται ότι έγινε η συνάντηση. Η Επιτροπή δέχεται ότι έλαβε το δελτίο και τα συμπληρώματα του κατά την εν λόγω περίοδο. Πάντως, μέχρι το 1977 τα δημοσιεύματα αυτά αποστέλλονταν από μια εταιρία γνωστή ως Office international de librairie, Βρυξέλλες, και από το 1978 απευθείας από την « East-West ». Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα αντίτυπα αυτά αποστέλλονταν στη βιβλιοθήκη της Επιτροπής βάσει συνδρομής και ότι είχαν πληρωθεί. Με το υπόμνημα απαντήσεως παρέχονται λεπτομέρειες ως προς τις ετήσιες πληρωμές της βιβλιοθήκης προς τους δύο προμηθευτές. Ο εναγόμενος δεν κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως ώστε οι αριθμοί αυτοί δεν αμφισβητούνται.
Ασφαλώς, είναι πιθανόν να αποστελλόταν ένα επιπλέον αντίτυπο από τον Zoubek ή μετά από εισήγησή του, επιπροσθέτως αυτών που αγόραζε η βιβλιοθήκη. Πάντως, χωρίς κανένα δισταγμό καταλήγω στο ότι ο ισχυρισμός του δεν έχει αποδειχτεί. Το ποσό για το οποίο πρόκειται, 33000 BFR, δεν είναι ασήμαντο και αν η συμφωνία συνίστατο στην αποστολή των αντιτύπων προς αποπληρωμή του χρέους του, θα το είχε αναφέρει στην επιστολή του της 20ής Δεκεμβρίου 1973 ή, τουλάχιστον, στην απάντησή του στην επιστολή του Lecomte της 21ης Δεκεμβρίου 1973. Στην πραγματικότητα
δεν έδωσε καμιά απάντηση. Επιπροσθέτως, δεν έχει προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι απεστάλησαν αντίτυπα από αυτόν επιπλέον των αντιτύπων που πλήρωσε η βιβλιοθήκη της Επιτροπής. Η ανταγωγή του για 32000 BFR είναι εν πάση περιπτώσει αναπόδεικτη, καθόσον ισχυρίζεται ότι όλα αυτά τα αντίτυπα είχαν αποσταλεί προς εξόφληση του χρέους. Δεν προσκομίζει καμιά μεταγενέστερη αίτηση πληρωμής ή απόδειξη για την ύπαρξη συμφωνίας αποστολής των αντιτύπων έναντι πληρωμής.
Κατά την άποψη μου, η αγωγή δεν αντικρούστηκε επιτυχώς και η ανταγωγή πρέπει να απορριφθεί.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω σύμβαση καταγγέλθηκε το Δεκέμβριο το 1972. Η αγωγή ασκήθηκε το Δεκέμβριο του 1985, δεκατρία χρόνια αργότερα. Κατά το βελγικό νόμο η παραγραφή είναι τριακονταετής. 'Ετσι, ακόμα κι αν η αγωγή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον είναι δίκαιο να επιδικαστούν οι ζητούμενοι τόκοι, για όλη την περίοδο από την ημερομηνία πληρωμής, στις 7 Ιανουαρίου 1972, μέχρις εξοφλήσεως.
Κατά το βελγικό δίκαιο, σε περίπτωση τέτοιας αγωγής, φαίνεται ότι μπορούν να επιδικαστούν τόκοι υπολογιζόμενοι από την ημέρα της οχλήσεως: άρθρα 1142 και 1146 του βελγικού αστικού κώδικα. Σημειώνω ότι ο κανόνας αυτός εφαρμόστηκε από το Δικαστήριο στην απόφασή του της 13ης Νοεμβρίου 1986 στην υπόθεση 220/85, Fadex NV κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 3387) η οποία επίσης αφορούσε διαφορά διεπόμενη από το βελγικό δίκαιο.
Εν προκειμένω, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της σύμβασης καθορίζει ακριβώς τον τύπο της « όχλησης » και οι διατάξεις του τηρήθηκαν από την Επιτροπή, όταν απέστειλε τη συστημένη επιστολή της, στις 27 Οκτωβρίου 1972, τάσσοντας στον Zoubek προθεσμία 30ημερών προς εκτέλεση της σύμβασης. Νομίζω ότι αυτό συνιστά προσήκουσα « όχληση » σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο και με τις διατάξεις της σύμβασης. Ως εκ τούτου, μπορούν να επιδικαστούν τόκοι υπολογιζόμενοι από τη λήξη της προθεσμίας των 30ημερών μετά την ημερομηνία της επιστολής που ορίζεται μεν στο άρθρο 7 της σύμβασης, δηλαδή από τις 27 Νοεμβρίου 1972, όχι όμως από την προγενέστερη ημερομηνία όπως ζήτησε η Επιτροπή.
Πάντως, η επιδίκαση των τόκων είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας. Εν προκειμένω, υπήρξαν ανεξήγητες καθυστερήσεις εκ μέρους της Επιτροπής. Για παράδειγμα, το ζήτημα φαίνεται να είχε ξεχαστεί μεταξύ 1973 και 1979. Η αγωγή μπορούσε να είχε ασκηθεί πολύ νωρίτερα. Θεωρώ λογικό και δίκαιο να επιδικαστούν τόκοι, όχι για όλη αυτή την περίοδο, αλλά για μια περίοδο που θα ήταν αναγκαία λογικά προκειμένου η απαίτηση να ικανοποιηθεί χωρίς δίκη και για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας ασκήσεως της αγωγής, 13 Δεκεμβρίου 1985, και της ημερομηνίας εκδόσεως της απόφασης. Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά θα ήταν κατά την άποψη μου λογικό να επιδικαστούν τόκοι για δύο χρόνια με επιτόκιο αυτό που θεωρώ ως το ισχύον νόμιμο επιτόκιο, δηλαδή 10 ο/ο.
Όπως αντιλαμβάνομαι, η γενική πρακτική των βελγικών δικαστηρίων σε αγωγές του είδους αυτού συνίσταται όχι στη χωριστή επιδίκαση τόκων αλλά στην επιδίκαση ενιαίου ποσού που αντιπροσωπεύει συγχρόνως ζημία και τόκους, « dommages et intérêts » ( αποζημίωση) κατά το άρθρο 1142 του βελγικού αστικού κώδικα. Σύμφωνα με την πρακτική αυτή, θα ήταν ενδεδειγμένο να επιδικαστεί ένα ενιαίο ποσό περιλαμβάνον συγχρόνως το αιτούμενο ποσό και ένα ποσό για τόκους, το οποίο συνολικά θα υπολόγιζα σε 40000 BFR. Κατά τη γνώμη μου, η επιδίκαση της « αποζημίωσης» αυτής πρέπει να είναι τοκοφόρος βάσει του νομίμου επιτοκίου που θα ισχύει στο Βέλγιο από την ημερομηνία εκδόσεως της απόφασης μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Κατά τη γνώμη μου, επομένως, ο Zoubek πρέπει να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 40000 BFR εντόκως, βάσει του νομίμου επιτοκίου που θα ισχύει στο Βέλγιο, από την ημερομηνία εκδόσεως της απόφασης μέχρι την ημερομηνία εξοφλήσεως, και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
( *1 ) Μετάφραση από ta αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy