Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στις 15 Φεβρουαρίου 1985 η Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα προκήρυξη γενικού διαγωνισμού CΟΜ/Β/416 για κατάρτιση πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις αναπληρωτών βοηθών διοικήσεως κατηγορίας Β, βαθμών 5 και 4, των οποίων τα καθήκοντα περιλαμβάνουν ειδικότερα την "προετοιμασία χειρογράφων από απόψεως γλώσσας και τυπογραφίας - διόρθωση δοκιμίων ".
Οι ειδικοί όροι περιέλαμβαναν όριο ηλικίας . Οι υποψήφιοι έπρεπε να είχαν γεννηθεί μετά τις 15 Φεβρουαρίου 1949 και πριν από τις 16 Φεβρουαρίου 1967 . Το όριο ηλικίας, ωστόσο, δεν είχε εφαρμογή επί υποψηφίων οι οποίοι "σε οποιαδήποτε ημερομηνία μεταξύ της δημοσιεύσεως αυτής της Επίσημης Εφημερίδας και της 29ης Μαρτίου 1985 έχουν υπηρετήσει χωρίς διακοπή ως μόνιμοι ή μη μόνιμοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τουλάχιστον επί έτος ". Επίσης προβλεπόταν παράταση του ορίου ηλικίας υπέρ των υποψηφίων α ) που είχαν ασχοληθεί με την ανατροφή τέκνου μικρής ηλικίας, β ) που είχαν υπηρετήσει τη στρατιωτική τους θητεία ή γ ) που έπασχαν από φυσικό μειονέκτημα .
Η Σουνά που γεννήθηκε την 1η Νοεμβρίου 1948, δηλαδή τρεισήμισι μήνες πριν την ημερομηνία του ορίου ηλικίας, υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στο διαγωνισμό . Στις 6 Αυγούστου 1985 την πληροφόρησαν ότι η αίτησή της δεν μπορούσε να γίνει δεκτή εφόσον δεν πληρούσε τον όρο του ορίου ηλικίας . Ούτε μπορούσε να επωφεληθεί μιας των προαναφερθεισών παρεκκλίσεων α ), β ) ή γ ).
Με επιστολή της 24ης Αυγούστου, ο δικηγόρος της ζήτησε την επανεξέταση της υποθέσεως από την εξεταστική επιτροπή εφόσον η αίτησή της δεν στηριζόταν στις παρεκκλίσεις α ), β ) ή γ ) αλλά στην προαναφερθείσα παράγραφο τη σχετική με την αδιάκοπη υπηρεσία στις Κοινότητες .
Με έγγραφο της 29ης Αυγούστου την πληροφόρησαν ότι η επιστολή της υποβλήθηκε στην εξεταστική επιτροπή η οποία όμως δεν μπορούσε να επανεξετάσει το ζήτημα πριν από τα μέσα Σεπτεμβρίου . Στις 26 Σεπτεμβρίου της εστάλη τηλεγράφημα στο οποίο αναφερόταν ότι η εξεταστική επιτροπή επέμενε στην απόφασή της να μην τη δεχθεί στις εξετάσεις λόγω υπερβάσεως του ορίου ηλικίας .
Στις 23 Δεκεμβρίου 1985, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απορρίψεως της αιτήσεως συμμετοχής της στο διαγωνισμό και την επιδίκαση αποζημιώσεως .
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη . Η αίτησή της απορρίφθηκε στις 6 Αυγούστου η προσφυγή ασκήθηκε πλέον των τριών μηνών μετά από αυτή την ημερομηνία . Γι' αυτό το λόγο η προσφυγή της είναι απαράδεκτη . Το τηλεγράφημα της 26ης Σεπτεμβρίου αποτελούσε "απλή" επιβεβαίωση της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στις 6 Αυγούστου 1985 .
Δεν δέχομαι αυτή την άποψη . Η προσφεύγουσα ζήτησε την επανεξέταση, ειδικότερα λόγω του ότι προσελήφθη σε συνεχή υπηρεσία ως υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σημείο με το οποίο δεν ασχολήθηκε το έγγραφο της 6ης Αυγούστου . Το τηλεγράφημα που εστάλη σε απάντηση δεν αναφέρεται ρητώς στο ειδικό σημείο που έθιξε ο δικηγόρος της, αλλά απλώς επιβεβαίωσε ότι δεν μπορούσε να γίνει δεκτή στο διαγωνισμό . Εντούτοις, πρόκειται, κατά την άποψή μου, περί αποφάσεως η οποία μπορεί να αμφισβητηθεί . Πρώτον, υποθέτω ότι έγινε πραγματική επανεξέταση της υπηρεσιακής της κατάστασης, όπως ελέχθη ότι θα γινόταν, και θεωρώ το αποτέλεσμα σαν νέα απόφαση παρά σαν απλή επιβεβαίωση . Δεύτερον, το τηλεγράφημα μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή απόρριψη του προβληθέντος στην επιστολή της σημείου ( δηλαδή ότι ήταν υπάλληλος που υπηρέτησε χωρίς διακοπή ) και με το οποίο δεν είχε ασχοληθεί η πρώτη απόφαση . Τουλάχιστον ως προς αυτό πρόκειται περί νέας αποφάσεως . Η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε εντός τριών μηνών από της ημερομηνίας του τηλεγραφήματος και είναι εμπρόθεσμη . Η υπό κρίση προσφυγή δεν είναι απαράδεκτη για τον προβαλλόμενο από την Επιτροπή λόγο .
Επί της ουσίας η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Σουνά δεν είναι "μόνιμος υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ". Εντούτοις δεν στηρίζεται σ' αυτό για να ισχυριστεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον το άρθρο 179 της Συνθήκης, το άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και τα άρθρα 46, 73 και 83 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων παρέχουν το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο μόνο στους μονίμους υπαλλήλους ή τα μέλη του προσωπικού που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα . Θεωρώ ότι η Επιτροπή ορθώς δεν προέβαλε αυτό το λόγο απαραδέκτου, έχουσα υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου . Σε πολλές αποφάσεις το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο αιτών για πρώτη φορά να εισέλθει στην υπηρεσία των Κοινοτήτων και που επιθυμεί να αμφισβητήσει την απόρριψή του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του διαγωνισμού μπορεί να το πράξει και να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας ως προς τα έξοδα, ακόμα και αν καθ' υπόθεση δεν είναι μόνιμος υπάλληλος ούτε μέλος του λοιπού προσωπικού . Θα ήταν λυπηρό αν ένα τέτοιο πρόσωπο δεν διέθετε μέσο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου . (( Βλέπε υπόθεση 30/75, Prais κατά Συμβουλίου ( ΕCR 1976, σ . 1589 ) συνεκδικασθείσες υποθέσεις 4, 19 και 28/78, Salerno κατά Επιτροπής ( ΕCR 1978, σ . 2403 ) υπόθεση 12/84, Κυπραίος κατά Συμβουλίου, απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985 . Βλέπε υπόθεση 43/84, Maag κατά Επιτροπής, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 ( Συλλογή σ . 2581 ), όπου ο προσφεύγων κρίθηκε ότι δεν ήταν υπάλληλος ως προς την άσκηση της προσφυγής του άρθρου 179, αλλά κρίθηκε ότι μπορούσε να του παρασχεθεί το ευεργέτημα του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας ως προς τα έξοδα προκειμένου περί προσφυγών ασκηθεισών βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 3 "που κατατίθενται από ένα μόνιμο υπάλληλο ή από το λοιπό προσωπικό" εφόσον ζητούσε να αναγνωριστεί ότι υπαγόταν στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό .))
Η προσφεύγουσα προβάλλει κατά της εν λόγω αποφάσεως ότι παραβιάζει την αρχή της καλής πίστεως που οφείλεται έναντι του προσωπικού της, ότι δεν τηρεί τους κανόνες που η ίδια η Επιτροπή θέσπισε και ότι δημιουργεί διακρίσεις . Ισχυρίζεται επίσης ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας ή επαρκούς αιτιολογίας .
Το πρώτο ουσιαστικό ζήτημα είναι αν η προσφεύγουσα "υπηρέτησε χωρίς διακοπή σαν μόνιμη υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τουλάχιστον επί έτος" - ζήτημα που αφορά τόσο τη διάρκεια όσο και την κανονικότητα της παρασχεθείσας εργασίας και την ιδιότητα υπό την οποία παρασχέθηκε .
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι δεν συμφώνησαν ως προς τη διάρκεια και την κανονικότητα της παρασχεθείσας εργασίας, παρόλον ότι η προσφεύγουσα προσκόμισε πιστοποιητικό της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων αναφέρον ότι υπηρέτησε από τις 13 Οκτωβρίου 1980 έως τις 4 Ιανουαρίου 1981 επί 402 ώρες και από τις 7 Ιανουαρίου 1981 έως τις 30 Απριλίου 1984 συμπληρώσασα 822 εργάσιμες ημέρες . Ζητήθηκε σχετικά από τους διαδίκους να απαντήσουν γραπτώς σε ορισμένα ερωτήματα, οι δε απαντήσεις και τα σχόλιά τους ελήφθησαν τελικά στις 4 Φεβρουαρίου 1987 .
Τα προσκομισθέντα από την προσφεύγουσα έγγραφα αποδεικνύουν ότι από τον Οκτώβριο 1980 έως τις 4 Ιουνίου 1981 αμειβόταν ως ωρομίσθια για παρασχεθείσα εργασία στην Αθήνα, οι δε σχετικές ώρες εργασίας αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο σε 40 εβδομαδιαίως εκτός από την πρώτη εβδομάδα . Με τηλετύπημα της 19ης Δεκεμβρίου 1980 το γραφείο των Αθηνών δήλωσε ότι ήταν διαθέσιμη για να αρχίσει εργασία στην υπηρεσία του Λουξεμβούργου στις 7 Ιανουαρίου 1981 και ζήτησε από το Λουξεμβούργο να "επιβεβαιώσει την πρόσληψη ". Στις 29 Ιανουαρίου 1981 έλαβε έγγραφο με το οποίο τη ρωτούσαν "αν ήταν διατεθειμένη να εργαστεί ως free-lance διορθώτρια δοκιμίων" για την υπηρεσία στους επόμενους μήνες βάσει των όρων που ορίζονται στον "κανονισμό που αφορά τους free-lance διορθωτές δοκιμίων" των προσηρτημένων στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αντίγραφο του οποίου της είχε σταλεί όταν "εργαζόταν προηγούμενως στην υπηρεσία ". Παρόμοιο έγγραφο λάμβανε προφανώς κάθε μήνα εκτός του ότι για ορισμένους μήνες αποκλείονταν ορισμένες μέρες ( για παράδειγμα Αύγουστος 1981, Σεπτέμβριος και Οκτώβριος 1982 ) και εκτός του ότι νέοι "γενικοί όροι διέποντες την παροχή υπηρεσιών από ανεξάρτητους διορθωτές" με τρία παραρτήματα αντικατέστησαν τον προηγούμενο κανονισμό από 1ης Ιανουαρίου 1984 . Για ορισμένους μήνες τα έγγραφα δεν είναι διαθέσιμα ( για τον Αύγουστο έως το Νοέμβριο 1985 ), αλλά οι αριθμοί που προσκόμισε η Επιτροπή αποδεικνύουν ότι, εκτός ορισμένων μηνών, η προσφεύγουσα συμπλήρωνε κατά μέσο όρο περίπου 20 εργάσιμες ημέρες μηνιαίως . Το σύνολο των εργασίμων ημερών της ήταν το 1981, 259, για το 1982, 240,5, το 1983, 238,5, το 1984, 258,5, για το 1985 μέχρι τον Ιούλιο, 158,5 . Για τους μήνες που είχε λιγότερες εργάσιμες ημέρες ( για παράδειγμα τον Αύγουστο 1981, 13 ημέρες Αύγουστο 1982, 10 ημέρες ) η διαφορά εξηγείται από το γεγονός ότι αναχώρησε σε διακοπές . Για τους μήνες που εργάστηκε περισσότερο από 20 ημέρες αυτό οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι εργάστηκε υπερωριακά ή κατά τα Σαββατοκύριακα, δεδομένου ότι οι υπερωρίες συνυπολογίζονταν με τις εργάσιμες ημέρες, πιθανώς ως προς την καταβολή των αποδοχών .
'Ετσι η υπόθεση είναι σαφής . Η προσφεύγουσα εργάστηκε κανονικά και χωρίς διακοπή καθ' όλη την περίοδο και για πλέον του έτους μέχρι του τέλους Φεβρουαρίου ή Μαρτίου 1985 . Η εργασία της από κάθε άποψη μπορεί να χαρακτηριστεί ως "πλήρης απασχόληση ".
Εντούτοις, η προκήρυξη διαγωνισμού απαιτούσε ότι δεν αρκούσε απλώς να έχει εργαστεί αλλά "να έχει υπηρετήσει σαν μόνιμος υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ".
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι στις λέξεις "μόνιμος υπάλληλος" ή "λοιπό προσωπικό" πρέπει να δοθεί η ίδια έννοια που ανευρίσκεται αντίστοιχα στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και η προσφεύγουσα δεν πληροί καμιά απ' αυτές τις προϋποθέσεις . Ακόμα και αν οι λέξεις "λοιπό προσωπικό" μπορούν να ερμηνευτούν ευρύτερα, δεν είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου ( συμπεραίνω ότι η Επιτροπή εννοεί κάποιον υπηρετούντα βάσει συμβάσεως εργασίας ), αλλά υπηρέτησε ως free-lance" ( δηλαδή ως ανεξάρτητος συμβαλλόμενος ).
Κατά την άποψή μου στη λέξη "μόνιμος υπάλληλος" της προκηρύξεως διαγωνισμού πρέπει να δοθεί η ίδια έννοια με την αναφερόμενη στο άρθρο 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και υφίσταται συμφωνία επί του ότι δεν ήταν μόνιμη υπάλληλος εφόσον δεν είχε διοριστεί σε μόνιμη θέση . Αν η φράση "λοιπό προσωπικό" αναγνωστεί μεμονωμένα είναι απολύτως, και κατά την άποψή μου θα ήταν ορθό, να εξεταστεί απλώς αν υπηρέτησε βάσει συμβάσεως εργασίας . Εντούτοις, η φράση δεν είναι μεμονωμένη . Πρόκειται περί της φράσεως που χρησιμοποιείται στο καθεστώς που εφαρμόζεται για το λοιπό προσωπικό, δηλαδή στις παράλληλες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και που έχει κατά τη γνώμη μου αποκτήσει τεχνική έννοια - δηλαδή το προσωπικό επί του οποίου εφαρμόζεται το καθεστώς . Μ' αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στην πρακτική η φράση και πιστεύω ότι πρόθεση της Επιτροπής ήταν να τη χρησιμοποιήσει μ' αυτή την έννοια . Συνεπώς, νομίζω ότι δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί η φράση "λοιπό προσωπικό" στην προκήρυξη διαγωνισμού κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που χρησιμοποιείται στο καθεστώς που εφαρμόζεται για το λοιπό προσωπικό .
Το καθεστώς ορίζει στο άρθρο 1 ότι εφαρμόζεται σε "κάθε υπάλληλο ο οποίος έχει προσληφθεί με σύμβαση ". Αν το άρθρο δεν είχε συνέχεια θα μπορούσε να αρκεί η απόδειξη ότι υπήρξε σύμβαση εργασίας, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα . Εντούτοις, το άρθρο συνεχίζεται :
"Ο υπάλληλος αυτός έχει την ιδιότητα :
- του έκτακτου υπαλλήλου,
- του επικουρικού υπαλλήλου,
- του τοπικού υπαλλήλου,
- του ειδικού συμβούλου ."
Με κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες ασχολείται το καθεστώς υπό χωριστό τίτλο και δεν υφίστανται λοιπές διατάξεις που θα είχαν εφαρμογή σε άλλα πρόσωπα προσλαμβανόμενα με σύμβαση εργασίας και που δεν υπάγονται σε μία απ' αυτές τις τέσσερις κατηγορίες . Φαίνεται ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν πρόσωπα προσλαμβανόμενα βάσει συμβάσεως εργασίας να ανήκουν υποχρεωτικά σε μία απ' αυτές τις κατηγγορίες .
Η Σουνά δεν προσλήφθηκε για να καταλάβει θέση κατατασσόμενη από τις αρχές του προϋπολογισμού σαν έκτακτη, ούτε για να καταλάβει προσωρινά μόνιμη θέση . Δεν υφίστατο θέση γι' αυτή . Επομένως, δεν περιλαμβανόταν στο "έκτακτο προσωπικό", άρθρο 2, στοιχεία γ ) και δ ). Δεν προσελήφθη για να αντικαταστήσει προσωρινά απουσιάζοντα μόνιμο υπάλληλο . Ακόμα και αν προσελήφθη για να ασκήσει, με μειωμένο ή πλήρες ωράριο, καθήκοντα κατά την έννοια του άρθρου 3 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, η πραγματική περίοδος "απασχολήσεώς" της ( αν αυτό συμβαίνει ) υπερέβη το ένα έτος αντιθέτως προς το άρθρο 52 έτσι ώστε βάσει της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Maag δεν μπορεί να καταταγεί σαν "επικουρική υπάλληλος ". Δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι θα μπορούσε να είναι "τοπική υπάλληλος" ή "ειδική σύμβουλος" κατά την έννοια των άρθρων 4 και 5 του καθεστώτος . Κατά συνέπεια, βάσει των προαναφερθέντων δεν ήταν μέλος του "λοιπού προσωπικού" κατά την έννοια του καθεστώτος ή της προκηρύξεως διαγωνισμού .
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο ορισμός του υπαλλήλου στο καθεστώς είναι, εν πάση περιπτώσει, αποκλειστικός . Κανείς δεν μπορεί να είναι υπάλληλος εκτός αν εμπίπτει σαφώς σε μία από τις τέσσερις κατηγορίες που προβλέπει το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό . Βάσει των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν στην υπό κρίση υπόθεση δεν είμαι πεπεισμένος ότι αυτό είναι ορθό . 'Αλλες συμβάσεις απασχολήσεως υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου είναι δυνατές χωρίς να εμπίπτει ευχερώς στις ορισθείσες τέσσερις κατηγορίες . Πρόσωπο που αρχίζει ως επικουρικός υπάλληλος αλλά υπηρετεί και αμείβεται μετά την παρέλευση του έτους που επιβάλλει το άρθρο 52 του καθεστώτος εξακολουθεί να είναι υπάλληλος, και αν δεν είναι του λοιπού κατά τη στενή έννοια "επικουρικός υπάλληλος ". Το αποτέλεσμα είναι ότι αυτά τα πρόσωπα δεν μπορούν να βασίζονται παρά στην ανάλογη εφαρμογή του καθεστώτος αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αποτελούν "προσωπικό ".
Παρατηρείται ότι βάσει του άρθρου 179 της Συνθήκης το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Κοινότητας και "των υπαλλήλων της εντός των ορίων και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός περί της υπηρεσιακής τους καταστάσεως οι οποίες προκύπτουν από το καθεστώς που τους διέπει ". Ο όρος "υπάλληλοι" εδώ σαφώς περιλαμβάνει τους μόνιμους υπαλλήλους και τα όρια και οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ή το καθεστώς αναφέρονται μάλλον στο Δικαστήριο παρά στον αποκλειστικό ορισμό του ποιος είναι υπάλληλος . Επιπλέον, το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, που αφορά τους διαγωνισμούς, απαιτεί το ίδιο στο άρθρο 1, στοιχείο ζ ), η προκήρυξη διαγωνισμού, όταν επιβάλλεται, να καθορίζει "το όριο ηλικίας, καθώς και την παράταση του ορίου ηλικίας για τους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα από ένα έτος τουλάχιστον ". Ο τεχνικός όρος "λοιπό προσωπικό" δεν χρησιμοποιείται .
Κατά συνέπεια, αν ήταν δυνατό να ερμηνευθεί η φράση της προκηρύξεως διαγωνισμού ευρύτερα ( πράγμα που θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό ) θα προέκυπτε το ερώτημα αν η προσφεύγουσα ανήκε στο "λοιπό προσωπικό" ή αν είχε διαφορετική συμβατική σχέση με την Επιτροπή .
Η Επιτροπή επιμένει επί της λέξεως "free-lance ". Δεν θεωρώ ότι ο χαρακτηρισμός της είναι καθοριστικός . Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική φύση της σχέσεως . Συνήθως είναι ευχερέστερο το να αναγνωρίζεται παρά να ορίζεται η διαφορά και έχουν προταθεί διάφορα κριτήρια . Τελικά, μια γενική προσέγγιση μπορεί να είναι τόσο πρόσφορη όσο και μια άλλη . "'Ενα χαρακτηριστικό που φαίνεται κοινό σε όλες τις περιπτώσεις είναι ότι, δυνάμει της συμβάσεως εργασίας, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο χρησιμοποιείται σαν στοιχείο της επιχείρησης και η εργασία του αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης αντιθέτως, στο πλαίσιο συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, η εργασία του, παρόλο ότι εκτελείται για λογαριασμό της επιχείρησης, δεν ενσωματώνεται σ' αυτήν και δεν αντιπροσωπεύει παρά βοηθητικό στοιχείο" (( Denning LJ στην υπόθεση Stevenson, Jordan and Harrison Ltd κατά MacDonald ( 1952 ) 1 ΤLR 101, 111 )).
Η Σουνά μπορεί να επικαλεστεί τη συνέχεια και την κανονικότητα της εργασίας της, καθώς και το γεγονός ότι μόνιμοι υπάλληλοι και μέλη του "λοιπού προσωπικού" εκτελούσαν την ίδια εργασία με εκείνη, κατά τον ίδιο τρόπο και ότι υπέκειτο στον ίδιο έλεγχο .
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η προσφεύγουσα δεν προσλαμβανόταν για διάρκεια πλέον του μηνός κάθε φορά και ότι η σύμβασή της μπορούσε να μην ανανεωθεί . Δεν θεωρώ το τελευταίο αυτό επιχείρημα αποφασιστικό εφόσον οι επικουρικοί υπάλληλοι μπορούν να προσλαμβάνονται για μικρή περίοδο ανανεώσιμη . Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στις διατάξεις των "γενικών όρων" κατά τις οποίες "η δραστηριότητά της υπό την ιδιότητα της διορθώτριας free-lance δεν της δίνει με κανέναν τρόπο ελπίδες για να διοριστεί μόνιμη υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ". Ούτε αυτό το επιχείρημα είναι καθοριστικό εφόσον η προσφεύγουσα μπορεί νομίμως να θεωρηθεί ότι προσελήφθη ως υπάλληλος .
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των γενικών όρων και της μεθόδου καταβολής της αμοιβής, καθώς και των διατάξεων ως προς τους φόρους ( που πρέπει να καταβάλλονται στις εθνικές αρχές και όχι στην Κοινότητα ), τον αποκλεισμό της από τις διατάξεις κοινωνικής ασφαλίσεως που έχουν εφαρμογή επί των υπαλλήλων, το γεγονός ότι δεν είχε το δικαίωμα να εργάζεται παρά μόνο όταν της το εζητείτο ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας και ότι μπορούσε να αρνηθεί την προσφορά εργασίας που της γινόταν κάθε μήνα, έχω τη γνώμη ( ακόμα και αν ορισμένοι από αυτούς τους παράγοντες μπορούν να θεωρηθούν συζητήσιμοι και παρά το γεγονός ότι ήταν έτοιμη να εγκαταλείψει την Αθήνα για το Λουξεμβούργο προκειμένου να συνεχίσει την εργασία της ) ότι η πρόθεση αμφοτέρων των μερών ήταν το να διατηρήσει το καθεστώς της σαν ανεξάρτητης εργαζόμενης και ότι η σύμβασή της δεν ήταν σύμβαση υπαλλήλου .
Κατά συνέπεια και παρά το γεγονός ότι υφίστανται ουσιαστικές διαφορές μεταξύ της υπηρεσιακής κατάστασης της Σουνά και της υπηρεσιακής κατάστασης του διερμηνέα free-lance στην υπόθεση Maag ( για παράδειγμα η διάρκεια και η κανονικότητα των περιόδων εργασίας, η ειδική φύση των καθηκόντων και το γεγονός ότι από τον Maag μπορούσε να ζητηθεί να εργαστεί σε διάφορα μέρη για συνόδους ή συναντήσεις περιορισμένου χαρακτήρα ), κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ιδιότητά της του "υπαλλήλου" των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .
Αυτό, ωστόσο, δεν απαντά σ' αυτό που αναμφίβολα αποτελεί το κυριότερο επιχείρημά της, δηλαδή ότι και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι δεν είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου, βρισκόταν, όσον αφορά την παρέκκλιση από το όριο ηλικίας, σε υπηρεσιακή κατάσταση τόσο παρόμοια με αυτή του υπαλλήλου ώστε έπρεπε να επωφεληθεί της παρεκκλίσεως . Η πρώτη μου αντίδραση ήταν ότι αυτό το επιχείρημα δεν μπορούσε να προβληθεί παρά στο πλαίσιο αμφισβητήσεως του κύρους της ίδιας της προκήρυξης διαγωνισμού και ότι η προσφεύγουσα δεν προέβαλε αυτό το ζήτημα εγκαίρως.Εντούτοις, κατόπιν σκέψεως, νομίζω ότι αυτή θα ήταν μια πολύ αυστηρή άποψη . Λογικά δεν μπορούσε να αναμένει κανείς από την προσφεύγουσα να αμφισβητήσει την προκήρυξη του διαγωνισμού εξ υπαρχής, ειδικότερα στο μέτρο που βεβαίωνε ότι είχε την ιδιότητα υπαλλήλου . Μόνον όταν της απαγορεύτηκε η προσέλευση στις εξετάσεις με την αιτιολογία ότι δεν ανήκε στο "υπαλληλικό προσωπικό" ( γεγονός που ήδη είχε αποδειχθεί ) ανέκυψε το θέμα αυτού του ισχυρισμού . Επομένως, θα έτεινα να δεχθώ το επιχείρημά της κατά το οποίο η άρνηση να της χορηγηθεί το ευεργέτημα της παρεκκλίσεως συνιστά δυσμενή διάκριση έναντί της .
Το προς επίλυση ζήτημα είναι, επομένως, αν η υπηρεσιακή της κατάσταση ήταν, χαρακτηριστικά, παρόμοια με την κατάσταση των "λοιπών υπαλλήλων" που επωφελήθηκαν της παρεκκλίσεως . Αυτό συνεπάγεται την έρευνα της ratio legis, μ' άλλα λόγια της βάσεως ή της πραγματικής δικαιολογίας αυτής της παρεκκλίσεως κατά την άποψή μου αυτό το ζήτημα δεν επιλύθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση .
Πιθανός λόγος για τη χορήγηση αυτής της παρεκκλίσεως στους μονίμους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό μπορούσε να συνίσταται στο να μην είναι εις βάρος τους τα έτη επί τα οποία εργάστηκαν για την Επιτροπή . Αυτός δεν μπορεί να είναι ο μοναδικός λόγος εφόσον η παρέκκλιση δεν προβλέπει ότι μόνον τα έτη κατά τα οποία πράγματι παρεσχέθησαν υπηρεσίες στην Επιτροπή μπορούν να αφαιρεθούν από την πραγματική ηλικία . Το όριο ηλικίας εξαφανίζεται για κάθε πρόσωπο που εργάστηκε επί έτος οποιαδήποτε και αν είναι η ηλικία του . Υφίσταται ανώτατο όριο πέντε ετών παρατάσεως του ορίου ηλικίας αλλά μόνο για τα πρόσωπα που ανήκουν στις ειδικές κατηγορίες α ), β ) και γ ). Ακόμα και αν αυτή ήταν η δικαιολογία, απομένει το ότι η Σουνά εργάστηκε για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τους τρεισήμισι μήνες που υπερέβαιναν το ανώτατο όριο ηλικίας .
'Αλλος λόγος μπορούσε να ήταν η εξοικείωση με τις δραστηριότητες της Επιτροπής, έτσι ώστε θα ήταν επωφελές για την τελευταία να κρατήσει υποψήφιο διαθέτοντα ήδη κοινοτική πείρα . Και εδώ, η Σουνά διέθετε στην πράξη πείρα πέντε ετών με πλήρες ωράριο, είχε εγκαταλείψει την Αθήνα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου για να έλθει στο Λουξεμβούργο . ( Ο λόγος για τον οποίο μετώκησε δεν κοινοποιήθηκε, αλλά προφανώς ήλπιζε να προσληφθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα εξ όσων το Δικαστήριο γνωρίζει, επρόκειτο περί του πρώτου διαγωνισμού διορθωτών δοκιμίων από τη μετοίκησή της και μπορεί να είναι χαρακτηριστικό ότι 23 διορθωτές free-lance επί 48 ζήτησαν να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό .) Διέθετε προφανέστατα την αναγκαία γνώση δραστηριοτήτων της Επιτροπής .
Στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ισχυρίστηκε απαντώντας σε ορισμένα ερωτήματα ότι ο λόγος που επετράπη στο λοιπό προσωπικό και στους μονίμους υπαλλήλους να υποβάλουν υποψηφιότητα ήταν ότι "δεδομένου ότι έχουν υπαχθεί στην πειθαρχία της Κοινότητας επί έτος, είναι γνωστό ότι είναι ικανοί να εκτελέσουν την εργασία τους, ενώ οι free-lance είναι απολύτως ανεξάρτητοι ". Δέχομαι ότι στην περίπτωση προσώπου που, ευκαιριακά, εκτελεί κατ' οίκον για ένα μήνα ή για μια εβδομάδα εργασία που πραγματικά δεν ελέγχεται, αυτό μπορεί να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή ως προς αυτό των ίδιων κανόνων που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους . Εντούτοις, αυτή η επεξήγηση δεν ισχύει στην περίπτωση που, μήνα με μήνα, η Επιτροπή, παρόλον ότι είχε τη δυνατότητα να διακόψει τις σχέσεις της με την προσφεύγουσα αν δεν ήταν ικανοποιημένη από την εργασία της, την καλούσε κανονικά να επανέλθει . Το δικαίωμα να μην την προσκαλέσει πλέον στο τέλος εκάστου μηνός είναι, κατά τη γνώμη μου, στην πράξη κύρωση δυνατή πολύ βαρύτερη από τις κυρώσεις που η "πειθαρχία" στην οποία η Επιτροπή αναφέρεται επιτρέπει να εφαρμοστούν στους μονίμους υπαλλήλους . Επιπλέον, γενικοί όροι απαιτούσαν από την προσφεύγουσα εγγυήσεις ήθους, επιτυχία σε δοκιμασία ικανότητας, εκτέλεση εργασίας με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια και σύμφωνα με τις διδόμενες οδηγίες, καθώς και τη μεγαλύτερη διακριτικότητα ως προς αυτά που περιήρχοντο στη γνώση της . Δυνάμει του τίτλου VΙΙ ( που εσφαλμένα φέρει τον αριθμό VΙ ) αυτών των όρων, μπορούσε να απολυθεί χωρίς προειδοποίηση κατά τη διάρκεια του μηνός λόγω σοβαρού επαγγελματικού λάθους ή λόγω μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της . Εντούτοις, κρατήθηκε στην υπηρεσία επί 5 έτη .
'Ενας άλλος λόγος μας υποδεικνύεται ίσως από την απόφαση 106/80, Fournier κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1981, σ . 2759 ), όπου το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το χαρακτηριστικό της συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου είναι "η προσωρινότητά της", δεδομένου ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για μικρής διαρκείας αντικατάσταση ή για να εκπληρώσει διοικητικά καθήκοντα παροδικού χαρακτήρα ή επείγουσας ανάγκης ή μη επακριβώς καθορισμένα . Στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται λόγος να γίνεται διάκριση μεταξύ επικουρικού υπαλλήλου και της Σουνά, της οποίας η πρόσληψη είχε επίσης προσωρινό χαρακτήρα, διάκριση που θα ήταν δυσμενής για την τελευταία . Αντιθέτως, το γεγονός ότι επί μακρές περιόδους, έστω και προσωρινά, εκπλήρωσε καθήκοντα για τα οποία δεν υφίστατο διαθέσιμη θέση καταδεικνύει ότι, συγκρινόμενη με κάποιον του οποίου η πραγματική περίοδος δραστηριότητας δεν έπρεπε να υπερβαίνει το έτος, της άξιζε μάλλον ευνοϊκότερη μεταχείριση .
Οι άλλες υποθέσεις που αναφέρθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση δεν επιλύουν απευθείας το πρόβλημα . Στην υπόθεση 16/81, Alaimo κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1982, σ . 1559 ), η προσφεύγουσα αναγνωρίστηκε ότι είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου . Το μόνο ερώτημα αφορούσε το αν η ιδιότητα του υπαλλήλου του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την ανάπτυξη και την επαγγελματική επιμόρφωση συνεπαγόταν την ιδιότητα υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων . Τελικά θεωρήθηκε ως υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφόσον το εν λόγω κέντρο αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .
'Εγινε επίκληση της απόφασης στην υπόθεση 16/64, Rauch κατά Επιτροπής ( ΕCR 1965, σ . 135 ): "Η έκφραση 'εσωτερικοί διαγωνισμοί του οργάνου' λαμβανόμενη επί λέξει αφορά όλα τα πρόσωπα που υπηρετούν σ' αυτό το όργανο, υπό οιαδήποτε ιδιότητα ". Αυτό το χωρίο πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του πλαισίου της υποθέσεως στην οποία είχε γεννηθεί το ερώτημα αν ένας επικουρικός υπάλληλος μπορούσε να συμμετάσχει σ' έναν τέτοιο διαγωνισμό . Η έκφραση "υπό οιαδήποτε ιδιότητα" σημαίνει, κατά την άποψή μου, οποιαδήποτε και αν είναι η ιδιότητα του οικείου προσώπου ως υπαλλήλου δεν μπορούσε να αφορά την πρόσληψη ως ανεξάρτητου εργαζόμενου .
Στην απόφαση 78/71, Costacurta κατά Επιτροπής ( ΕCR 1972, σ . 163 ), το Δικαστήριο έκρινε αυτό μόνο, ότι η προκήρυξη εσωτερικού διαγωνισμού πρέπει ή να καθορίζει σαφώς ένα όριο ηλικίας ή να αναφέρει ότι δεν είναι αναγκαίο να καθορίζει τέτοιο όριο .
Από άλλη άποψη αυτές οι υποθέσεις, παρόλον ότι δεν επιλύουν το ζήτημα απευθείας, καταδεικνύουν σαφώς ότι το Δικαστήριο εξετάζει περισσότερο την ουσία παρά τη νομική μορφή . 'Ετσι στην υπόθεση 17/78, Deshormes κατά Επιτροπής ( ΕCR 1979, σ . 189 ), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι από την ημερομηνία της πρώτης συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου, η σύμβαση μεταξύ προσφεύγουσας και Επιτροπής "όφειλε να μετατραπεί σε σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου, εφόσον η προσφεύγουσα κατέλαβε μόνιμη θέση περιλαμβανόμενη στον προϋπολογισμό στον πίνακα προσωπικού ". 'Ηταν de facto έκτακτη υπάλληλος και στις συμβάσεις της έπρεπε, συνεπώς, να της επιφυλαχθεί ίδια μεταχείριση ωσάν να είχαν συναφθεί με έκτακτο υπάλληλο . Εξάλλου, ο γενικός εισαγγελέας Reischl έκρινε ότι οι πρώτες συμβάσεις, παρόλον ότι ονομαστικά προορίζονταν σε εμπειρογνώμονα, ήταν συμβάσεις που αποκάλυπταν κανονική σχέση εργασίας με τις Κοινότητες . Αν δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση, θα την είχε θεωρήσει ως επικουρική υπάλληλο όσον αφορά την απόφαση περί των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων .
Στην υπόθεση Costacurta, ο γενικός εισαγγελέας Roemer ασχολήθηκε μ' ένα επιχείρημα, που το Δικαστήριο δεν εξέτασε, κατά το οποίο "συνεργάτες free-lance" της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων κακώς έγιναν δεκτοί σ' αυτό το διαγωνισμό . Ανέφερε το χωρίο της απόφασης Rauch που ανέφερα διαπιστώνοντας ότι αυτοί οι υποψήφιοι free-lance είχαν εργαστεί επί πολλά έτη και ότι φαινόταν ότι "μόνο λόγοι σχετικοί με τον προϋπολογισμό είχαν εμποδίσει την τακτοποίηση ( αυτής της καταστάσεως ) ενωρίτερα ". Συνέχισε την επιχειρηματολογία του ως εξής : "Επιτρέπεται, επομένως, να υποστηριχθεί ότι, ακόμα και αν δεν ήταν παρά 'free-lance' , αυτοί οι υποψήφιοι ήταν ήδη τόσο στενά συνδεδεμένοι με την Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων που μπορούν τουλάχιστον να συγκριθούν με επικουρικούς υπαλλήλους, δηλαδή με πρόσωπα που μπορούν αναμφισβήτητα να γίνουν δεκτά στον εσωτερικό διαγωνισμό ". Παρόλον ότι επρόκειτο εκεί περί obiter dictum, εφόσον οι υποψήφιοι free-lance ήταν ήδη έκτακτοι υπάλληλοι κατά το χρονικό σημείο που οι αιτήσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό έπρεπε να κατατεθούν, καταδεικνύει τη βούληση να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική κατάσταση .
Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 225 και 241/81, Toledano Laredo κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1983, σ . 347 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο επικουρικός υπάλληλος που άσκησε μόνιμα καθήκοντα επακριβώς καθορισμένα δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας για τα οποία θέσεις οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα θέσεων προσωπικού που προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά το όργανο ήταν διαθέσιμες, μπορεί να ζητήσει η αντίστοιχη περίοδος να θεωρηθεί, όσον αφορά το κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς, ως περίοδος υπηρεσίας που πραγματοποιήθηκε υπό την ιδιότητα έκτακτου υπαλλήλου .
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, στην απόφαση Deshormes, το Δικαστήριο έκρινε ( σ . 201 ) ότι λαμβανομένου υπόψη του προσωρινού χαρακτήρα των εκτελεσθέντων καθηκόντων, "είναι προφανές ότι το εν λόγω σύστημα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται καταχρηστικά για να ανατίθενται επί μακρό χρονικό διάστημα μόνιμα καθήκοντα σ' αυτό το προσωπικό που με αυτό τον τρόπο θα χρησιμοποιούνταν αντικανονικά, με το κόστος της παρατεταμένης αβεβαιότητας ". Αμφιβάλλω αν, εκτός λόγων που αφορούν τον προϋπολογισμό, το σύστημα απασχολήσεως που χρησιμοποιούν οι Κοινότητες αποβλέπει στην πραγματικότητα στο να χρησιμοποιεί πρόσωπα σαν "free-lance", με πλήρες ωράριο, χωρίς διακοπή και επί μακρό χρονικό διάστημα . Αν ορισμένα πρόσωπα χρησιμοποιούνται μ' αυτό τον τρόπο, δεν θα έπρεπε, κατά την άποψή μου, να περιέρχονται σε δυσμενή θέση στο θέμα του ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή στις εξετάσεις ενός διαγωνισμού .
'Εχοντας ως αφετηρία την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στις αναφερθείσες υποθέσεις, νομίζω ότι είναι αρκετό στην προκειμένη περίπτωση να λεχθεί ότι, όπως βεβαιώνει στην πραγματικότητα η Επιτροπή, η νομική φύση της συμβάσεως της Σουνά είναι διαφορετική, ότι, επομένως, η υπηρεσιακή της κατάσταση είναι διαφορετική και ότι, συνεπώς, μπορεί να τύχει διαφορετικής μεταχειρίσεως όσον αφορά την παρέκκλιση από το όριο ηλικίας . Στην προκειμένη περίπτωση σημασία έχει η ουσία της υποθέσεως . Δέχομαι ευχαρίστως ότι ένα πρόσωπο που εργάζεται σπάνια ή όχι κανονικά ή για να εκπληρώσει ειδικά καθήκοντα βρίσκεται σε διαφορετική θέση από εκείνη του υπαλλήλου που εργάζεται κανονικά . Αντιθέτως, όμως, πρόσωπο που εκτέλεσε καθήκοντα με πλήρες ωράριο επί πέντε έτη βρίσκεται, κατά την άποψή μου, σε υπηρεσιακή κατάσταση παρόμοια με αυτή του έκτακτου ή του επικουρικού υπαλλήλου όταν πρόκειται περί παρεκκλίσεως από το όριο ηλικίας . Η προκειμένη περίπτωση είναι ίσως εξαιρετική, αλλά κατ' εμέ, η απόφαση περί αποκλεισμού της Σουνά διότι ήταν κατά τρεισήμισι μήνες μεγαλύτερη δημιούργησε διακρίσεις και ήταν άδικη αν ληφθεί υπόψη το ευεργέτημα που παρέχεται στους έκτακτους και τους επικουρικούς υπαλλήλους . Το γεγονός ότι αυτή η παρέκκλιση της χορηγήθηκε για διαγωνισμό που διοργανώθηκε από το Κοινοβούλιο ( και η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι το Κοινοβούλιο είχε το δικαίωμα να το πράξει ), παρόλον ότι η προκήρυξη του αντίστοιχου διαγωνισμού δεν αφορούσε παρά τους "μόνιμους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό", απλώς τονίζει το ατυχές αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε η παρούσα υπόθεση .
Ανεξαρτήτως αυτού, το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο η απόφαση στερείται αιτιολογίας ή επαρκούς αιτιολογίας είναι, κατά τη γνώμη μου, βάσιμο .
Εν πάση περιπτώσει, η άρνηση συμμετοχής της προσφεύγουσας στις εξετάσεις θα έπρεπε να ακυρωθεί με την αιτιολογία ότι η παρέκκλιση από το όριο ηλικίας έπρεπε να της χορηγηθεί προτείνω εξάλλου να της επιδικαστούν τα δικαστικά έξοδα . Δεδομένου ότι δεν έγινε επίκληση καμιάς άλλης ειδικής οικονομικής απώλειας, θεωρώ αυτή την αποκατάσταση επαρκή και θα απέρριπτα, επομένως, την αίτηση καταβολής αποζημιώσεως .
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά .
Full & Egal Universal Law Academy