Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Με απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1985 το House of Lords ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς αν ορισμένες διατάξεις της βρετανικής νομοθεσίας περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας συμβιβάζονται με τις αρχές της Συνθήκης ΕΟΚ στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων .
Θα εξετάσω, καταρχάς, τη σχετική νομοθετική ρύθμιση . Την 1η Ιουνίου 1978 τέθηκε σε ισχύ στο Ηνωμένο Βασίλειο ο Patents Act του 1977 ( νόμος περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ) ο οποίος κατήργησε τον προηγούμενο νόμο του 1949 . Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ο νέος νόμος αύξησε από 16 σε 20 έτη τη διάρκεια ισχύος των αποκλειστικών δικαιωμάτων . Η διάρκεια ισχύος των "old existing patents" παρέμεινε αμετάβλητη . Αντιθέτως, παρετάθη κατά 4 έτη, στο πλαίσιο μεταβατικού συστήματος, η διάρκεια ισχύος των "new existing patents", δηλαδή των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στα οποία απέμενε ακόμα, την 1η Ιουνίου 1978, διάρκεια ισχύος μεγαλύτερη των 5 ετών . Ωστόσο, από την έναρξη της περιόδου των 4 ετών, η ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" τέθηκε αυτεπαγγέλτως στα σχετικά μητρώα και τα πιστοποιητικά που αφορούσαν τα διπλώματα αυτά .
Οι συνέπειες της ενδείξεως αυτής είναι συνοπτικώς οι ακόλουθες : Σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 3, εδάφιο α ), του νόμου μόλις τεθεί η ένδειξη αυτή, "οποιοσδήποτε μπορεί, αυτοδικαίως, να λάβει άδεια εκμεταλλεύσεως ... υπό όρους που καθορίζονται με συμφωνία ή, ελλείψει συμφωνίας, από τον Comptroller κατόπιν αιτήσεως του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή του προσώπου που ζητεί την άδεια εκμεταλλεύσεως ". Επίσης, σύμφωνα με το εδάφιο γ ), "όταν στο πλαίσιο δίκης για προσβολή του διπλώματος ( προσβολή που δεν διεπράχθη με την εισαγωγή ενός προϊόντος ) ο εναγόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να ζητήσει άδεια εκμεταλλεύσεως υπό τους ανωτέρω όρους, δεν λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα, ούτε του επιβάλλεται οποιαδήποτε απαγόρευση, το δε ύψος ... της αποζημιώσεως που οφείλει να καταβάλει δεν μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού που θα είχε καταβάλει ως δικαιούχος αδείας εκμεταλλεύσεως, αν του είχε χορηγηθεί άδεία εκμεταλλεύσεως υπό τους ανωτέρω όρους, πριν από την πρώτη προσβολή του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ".
Στο πλαίσιο της κύριας δίκης ο Λόρδος Diplock προσδιόρισε το σκοπό και την έκταση της εν λόγω διατάξεως σε σχέση, ιδίως, με τις εξουσίες που παρέχει στον Comptroller . Τόνισε ότι η απόφαση του τελευταίου έχει τις ίδιες έννομες συνέπειες με σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως και "περιορίζεται να νομιμοποιήσει πράξεις ... οι οποίες, εάν επραγματοποιούντο χωρίς τη συναίνεση του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, θα εθεωρούντο παράνομες" (( βλέπε ( 1986 ) 1 WLR 51, σ . 61 σε ό,τι αφορά την υπόθεση Beecham Group PLC κατά Gist-Brocades NV )). Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, δεν λαμβάνει υπόψη τα εντός παρενθέσεως αναφερόμενα στο εδάφιο γ ). Πράγματι, κατά τη διάταξη αυτή, ο προσβάλλων το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στη Βρετανία διά εισαγωγής από άλλο κράτος μέλος προϊόντος το οποίο καλύπτεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας βάσει του οποίου έχει χορηγηθεί άδεια εκμεταλλεύσεως, αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τον προσβάλλοντα το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας διά παραγωγής και εμπορίας του προϊόντος στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου .
Ειδικότερα, όταν ο τελευταίος ζητεί τη χορήγηση "υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως", μπορεί να συνεχίσει την παράνομη δραστηριότητά του μέχρι να ληφθούν διοικητικά μέτρα αντιθέτως, ο προσβάλλων το δίπλωμα διά εισαγωγής μπορεί να αντιμετωπίσει απαγόρευση της εισαγωγής, ακόμα και πριν αρχίσει να την πραγματοποιεί, έστω και αν ζήτησε τη χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως . Είναι, εξάλλου, υποχρεωμένος να καταβάλει αποζημίωση το ποσό της οποίας δεν περιορίζεται, αντιθέτως προς ό,τι ισχύει για τον προσβάλλοντα το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας διά παραγωγής του προϊόντος .
2 . 'Ερχομαι τώρα στα πραγματικά περιστατικά . Στις 15 Σεπτεμβρίου 1967, το φαρμακευτικό εργαστήριο Allen & Hanburys Ltd - θυγατρική της Glaxo Operations UK Ltd, η οποία με τη σειρά της ανήκει στην πολυεθνική Glaxo Holdings PLC - ζήτησε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, σύμφωνα με τον Patents Act του 1949, για το "Salbutamol", χημικό παρασκεύασμα που είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό για τη θεραπεία του άσθματος .
Το φάρμακο αυτό παράγεται από την ίδια επιχείρηση η οποία, στη Μεγάλη Βρετανία, το εμπορεύεται υπό την επωνυμία "Ventolin ". Αντιθέτως, στην υπόλοιπη Κοινότητα, προστατεύεται από παράλληλα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που κατέχουν διάφορες εταιρίες του ομίλου οι οποίες και το εμπορεύονται . Το ίδιο συμβαίνει και στην Ιταλία . Πρέπει, ωστόσο, να αναφερθεί ότι μέχρι και πριν από μερικά έτη η νομοθεσία του εν λόγω κράτους δεν επέτρεπε τη χορήγηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για εφευρέσεις φαρμάκων . Κατά συνέπεια, το Salbutamol, το οποίο κυκλοφορούσε στα ιταλικά φαρμακεία, δεν παρήγετο μόνο από την Allen & Hanburys Ltd, ούτε το εμπορευόταν μόνο η Glaxo : και άλλες επιχειρήσεις ασχολούνταν, επίσης, με την παραγωγή και εμπορία του χωρίς φυσικά να έχουν λάβει τη συναίνεση της βρετανικής εταιρίας παραγωγής .
Η Generics ( UK ) Ltd ( στο εξής : Generics ), θυγατρική μιας παναμαϊκής εταιρίας, διανέμει στο Ηνωμένο Βασίλειο φάρμακα υπό την ονομασία γένους, δηλαδή προϊόντα που αγοράζει χονδρικώς και μεταπωλεί λιανικώς, με την εμπορική τους ονομασία ή, συχνότερα, με την ονομασία της χημικής τους συνθέσεως . Επειδή η εμπορική αυτή εταιρία δεν ασχολείται με έρευνα, τα φαρμακευτικά προϊόντα διατίθενται στο εμπόριο με χαμηλότερη συνήθως τιμή από εκείνη στην οποία τα διαθέτουν οι επιχειρήσεις που κατέχουν διπλώματα ευρεσιτεχνίας .
Το Νοέμβριο του 1983 - δηλαδή μετά την παράταση της αποκλειστικότητας εκμεταλλεύσεως του Salbutamol, σύμφωνα με τον Patents Act του 1977 - η Generics ζήτησε από την Allen & Hanburys υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως προκειμένου να εισάγει το φαρμακευτικό αυτό προϊόν από την Ιταλία όπου παρήγετο χωρίς τη συναίνεση του εφευρέτη . Η αίτηση δεν έγινε δεκτή και η Generics προσέφυγε στον Comptroller ( 2 Αυγούστου 1984 ) λίγο αργότερα, όμως, και πριν η εν λόγω αρχή εκδώσει την απόφασή της, η Generics ενημέρωσε την Allen & Hanburys για την πρόθεσή της να προβεί στην άμεση εισαγωγή του φαρμάκου . Η κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας προσέφυγε στη δικαιοσύνη, η δε εταιρία διανομής προσέβαλε την απαγόρευση εισαγωγής που χορηγήθηκε στην πρώτη . Η διαδικασία κατέληξε στο House of Lords . Το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 177, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία μπορούν να συνοψιστούν ως εξής :
1 ) Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης απαγορεύουν στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το οποίο, βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους, χορηγούνται "υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως", να ζητήσει από τις αρμόδιες εθνικές αρχές απαγόρευση εισαγωγής από άλλο κράτος μέλος προϊόντων που προσβάλλουν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, όταν η ίδια αυτή νομοθετική ρύθμιση δεν επιτρέπει τη θέσπιση μέτρων κατά των προσώπων που προσβάλλουν το ίδιο αυτό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με ενέργειες διαφορετικές της εισαγωγής;
2 ) Οι εθνικές αρχές που χορηγούν "υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως" υποχρεούνται, δυνάμει των κοινοτικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν, να περιλάβουν ρήτρα που επιτρέπει την εισαγωγή από άλλο κράτος μέλος;
3 ) Η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα επηρεάζεται, και κατά πόσο, από το γεγονός ότι τα εισαγόμενα προϊόντα είναι φαρμακευτικά προϊόντα και προέρχονται από κράτος μέλος η νομοθεσία του οποίου δεν προβλέπει τη δυνατότητα χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά;
4 ) Αν οι απαντήσεις στα τρία πρώτα ερωτήματα συνεπάγονται ότι τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης δεν επιτρέπουν την προαναφερθείσα απαγόρευση εισαγωγής, μπορεί, ωστόσο, να διαταχθεί απαγόρευση εισαγωγής δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, των αρχών που προκύπτουν από την εν λόγω νομολογία στον τομέα του αθέμιτου ανταγωνισμού και της προστασίας των καταναλωτών;
3 . Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, οι διάδικοι της κύριας δίκης, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και έλαβαν μέρος στην προφορική διαδικασία .
Δύο κυρίως απόψεις διατυπώθηκαν στις παρατηρήσεις αυτές . Σύμφωνα με την πρώτη, που υποστήριξαν η Allen & Hanburys και η κυβέρνηση του Λονδίνου, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο οποίο τέθηκε η ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" εξακολουθεί να συνιστά δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας και, συνεπώς, προστατεύεται από το άρθρο 36 της Συνθήκης . Πράγματι, καίτοι δεν ελέγχει απολύτως την αποκλειστικότητα, ο εφευρέτης διατηρεί το δικαίωμα να στραφεί κατά του κατόχου αδείας εκμεταλλεύσεως ο οποίος δεν τηρεί τους όρους υπό τους οποίους παραχωρήθηκε η άδεια . Εξάλλου, από κοινοτικής απόψεως, είναι γνωστό ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν έχει το δικαίωμα να ζητήσει απαγόρευση των εισαγωγών προϊόντων καλυπτομένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μόνο όταν τα προϊόντα αυτά διατέθηκαν στο εμπόριο με τη συναίνεσή του στο κράτος μέλος εξαγωγής ( αποφάσεις της 31ης Οκτωβρίου 1974, υπόθεση 15/74, Centrafarm κατά Sterling Drug, Racc . 1974, σ . 1457 της 22ας Ιουνίου 1976, υπόθεση 119/75, Terrapin κατά Terranova, Racc . 1976, σ . 1039 της 14ης Ιουλίου 1981, υπόθεση 187/80, Merck κατά Stephar & Exler, Συλλογή 1981, σ . 2063 ).
Αυτό, βεβαίως, δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση . Το γεγονός ότι το Salbutamol δεν μπορούσε να καλυφθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Ιταλία καθιστούσε μάταιη τη συναίνεση της Allen & Hanburys για τη διάθεσή του στο εμπόριο . Η επιχείρηση είχε ακόμα, συνεπώς, το δικαίωμα να ζητήσει απαγόρευση της εισαγωγής του στη Μεγάλη Βρετανία . Μπορεί, τελικώς, να υποστηριχθεί ότι η δυνατότητα που παρέχεται στον Comptroller και στα εθνικά δικαστήρια να απαγορεύουν τις εισαγωγές σε παρόμοιες περιπτώσεις αποβλέπει στην πραγμάτωση της αναγκαίας ισορροπίας μεταξύ δύο αξιών που είναι το ίδιο σημαντικές : το κοινό συμφέρον, το οποίο υπηρετεί η χορήγηση υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως και η προστασία που πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να παρασχεθεί στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας, τα δικαιώματα του οποίου δεν έχουν ακόμα αναλωθεί βάσει της κοινοτικής εννόμου τάξεως .
Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή και την Generics, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας που φέρει την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" δεν μπορεί να αντιταχθεί στην εκμετάλλευση της εφευρέσεως από τρίτους, αλλ' έχει απλώς δικαίωμα να ζητήσει εύλογη αμοιβή . Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και βάσει της προαναφερθείσας απόφασης Merck, η απόκλιση από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προβλέπει το άρθρο 36 για λόγους προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση . Εξάλλου, απαγόρευση της εισαγωγής Salbutamol στο Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, μέτρο υπερβολικό σε σχέση με την προστασία των δικαιωμάτων που παρέχει ένα υποβαθμισμένο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας .
Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις δύο αυτές απόψεις είναι προφανή . Για τους οπαδούς της δεύτερης, η απαγόρευση της εισαγωγής είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο . Κατά την άποψη της Allen & Hanburys και της βρετανικής κυβερνήσεως η απαγόρευση είναι, αντιθέτως, νόμιμη . Πρέπει, επίσης, να προστεθεί ότι οι τελευταίες δεν στηρίζονται μόνο στο επιχείρημα που υπαινίχθηκα ( νομική αδυναμία χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν στην Ιταλία ), αλλά προβάλλουν, επίσης, ορισμένες "επιτακτικές ανάγκες" που αναγνώρισε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παλαιάς και γνωστής νομολογίας του : ότι δηλαδή, η απαγόρευση αυτή δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας αγαθών και αξιών όπως η δημόσια υγεία, η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και τα δικαιώματα των καταναλωτών .
4 . 'Οπως είναι γνωστό, οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, ιδίως, το άρθρο 30 απαγορεύουν τους περιορισμούς των εισαγωγών και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, δηλαδή όλες εκείνες τις εθνικές κανονιστικές διατάξεις που μπορούν να παρεμβάλουν εμπόδια, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, πραγματικό ή δυνητικό, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο . Είναι, επίσης, γνωστό ότι το άρθρο 36 δέχεται τη νομιμότητα των εν λόγω περιορισμών και μέτρων όταν αυτά δικαιολογούνται για ορισμένους λόγους, μεταξύ των οποίων η προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας .
'Οπως, ωστόσο, προκύπτει από τα συμφραζόμενα και ιδίως από τη δεύτερη φράση της εν λόγω διατάξεως, "καίτοι η Συνθήκη δεν θίγει την ύπαρξη δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η νομοθεσία κράτους μέλους στον τομέα της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών μπορεί, ωστόσο, κατά τις περιστάσεις, να περιοριστεί από τις απαγορεύσεις της Συνθήκης ... καθόσον συνιστά εξαίρεση από μια θεμελιώδη αρχή της κοινής αγοράς, το άρθρο 36 δεν επιτρέπει, πράγματι, αποκλίσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων παρά μόνο καθόσον οι αποκλίσεις αυτές δικαιολογούνται για λόγους προστασίας των δικαιωμάτων εκείνων που συνιστούν το ειδικό αντικείμενο αυτής της μορφής ιδιοκτησίας" ( προαναφερθείσα απόφαση Terrapin κατά Terranova, πέμπτη σκέψη, η υπογράμμιση δική μου ). Είναι, εν πάση περιπτώσει, σαφές ότι τα όρια και οι απαγορεύσεις που προβλέπουν οι διατάξεις εθνικής νομοθεσίας "δεν δύνανται να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών" ( άρθρο 36, τελευταία φράση ).
Συνεπώς, το κύριο πρόβλημα που ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση δεν είναι να προσδιοριστεί το πραγματικό περιεχόμενο, για το κοινοτικό δίκαιο, διπλώματος ευρεσιτεχνίας που έχει υποβαθμιστεί με την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" ή εάν το πρώτο μέρος του άρθρου 36 εξακολουθεί να εφαρμόζεται σχετικώς, αλλά να εξακριβωθεί αν η επίδικη κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στην τελευταία φράση της εν λόγω διατάξεως . Πρέπει, δηλαδή, να εξεταστεί αν η απαγόρευση εισαγωγής από την οποία εξαρτάται η χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως συνιστά αυθαίρετη διάκριση ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό .
Πρέπει, σχετικώς, να αναφερθεί ότι σύμφωνα με το νόμο του 1977, κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατάσεως ενός "new existing patent", οιοσδήποτε παράγει ή εισάγει το προστατευόμενο προϊόν μπορεί να ζητήσει άδεια εκμεταλλεύσεως και ότι, κατά τον Λόρδο Diplock, το δικαίωμα που του παρέχεται με την άδεια αυτή αποβλέπει "στη νομιμοποίηση πράξεων ( οι οποίες σε διαφορετική περίπτωση ) θα εκρίνοντο παράνομες ". Αναφέρθηκε, όμως, επίσης ότι η νομιμοποίηση αυτή αίρεται σε περίπτωση προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας : στην περίπτωση αυτή, πράγματι, η αρμόδια αρχή δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει τον προσβάλλοντα το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας διά παραγωγής του προϊόντος στο εσωτερικό της χώρας να διακόψει την παράνομη δραστηριότητά του, ενώ μπορεί να λάβει ανάλογα μέτρα απαγορεύσεως κατά του προσβάλλοντος το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας διά εισαγωγής .
Εξηγώντας, μετά από πρόσκληση του Δικαστηρίου, τους λόγους της διαφορετικής αυτής μεταχειρίσεως, η κυβέρνηση του Λονδίνου ανέφερε ότι ο προσβάλλων το δίπλωμα διά παραγωγής του προϊόντος έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ζητήσει άδεια εκμεταλλεύσεως και, συνεπώς, να άρει την προσβολή . Επειδή δε η καθυστέρηση χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως οφείλεται όχι "σε δικαίωμα του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας να αρνηθεί τη συναίνεσή του", αλλά σε "έλλειψη συμφωνίας μεταξύ των μερών", δεν θα ήταν ορθό να επιτύχει ο κάτοχος του διπλώματος απαγόρευση, ενώ ακόμα εκκρεμεί η διαδικασία χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως .
Στην περίπτωση του προσβάλλοντος το δίπλωμα διά εισαγωγής - προσθέτει το Ηνωμένο Βασίλειο - μπορεί, αντιθέτως, να είναι ενδεδειγμένη η εξάρτηση της χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως από την απαγόρευση της εισαγωγής . Παρόμοιο μέτρο, ωστόσο, λαμβάνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και, ιδίως, όταν "η χορήγηση αποζημιώσεως δεν συνιστά κατάλληλο μέσο αποκαταστάσεως της ζημίας ". Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, η στέρηση "από τον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχίας της δυνατότητας να ζητήσει τη λήψη προσωρινών μέτρων θα ισοδυναμούσε με τη χορήγηση περιόδου αναστολής στους εισαγωγείς", με κίνδυνο να κατακλυσθεί η αγορά από παράνομα προϊόντα και να δημιουργηθούν ανεπανόρθωτες καταστάσεις, αν κατόπιν κριθεί ότι πρέπει να απαγορευθεί η εισαγωγή . Κακώς, κατά συνέπεια, υποστηρίζεται ότι το άρθρο 46, παράγραφος 3, στοιχείο γ ), εκφράζει πρόθεση προστατευτισμού όπως προκύπτει από το παράδειγμα που εξετάστηκε, αποκλειστικός σκοπός του είναι η προστασία του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας από πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού .
Η απάντηση είναι ευφυής αλλά δεν αίρει τις αντιφάσεις που κρύβει στο βάθος της η εν λόγω διάταξη . Πράγματι, είτε αρέσει είτε όχι, η εξάρτηση της χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως από την απαγόρευση της εισαγωγής καταλήγει στην αλλοίωση ( ή τη σημαντική εξασθένιση ) της φύσεώς της ως δικαιώματος και, κατά συνέπεια, στον αποκλεισμό της δυνατότητας του αιτούντος να νομιμοποιήσει την κατάστασή του . Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι, σε περίπτωση διπλώματος ευρεσιτεχνίας του οποίου η διάρκεια ισχύος έχει λήξει αλλά παρατάθηκε ex lege, "οιοσδήποτε - και, συνεπώς, και ο εισαγωγέας - μπορεί να ζητήσει, αυτοδικαίως, τη χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως" και ότι, μεταξύ των άλλων της συνεπειών, η παραχώρηση αδείας εκμεταλλεύσεως καλύπτει ενδεχόμενες παραβάσεις στις οποίες είχε, ενδεχομένως, υποπέσει προηγουμένως ο τυχών αδείας εκμεταλλεύσεως .
Αλλά και πέραν αυτού, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας του οποίου παρετάθη η διάρκεια ισχύος, η εξήγηση της βρετανικής κυβερνήσεως σημαίνει ότι ο τελευταίος εξακολουθεί να διαθέτει έναντι του προσβάλλοντος το δίπλωμα διά εισαγωγής τα ίδια δικαιώματα που διαθέτει ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας που ισχύει πλήρως και δεν έχει αναλωθεί . Αυτή, όμως, η συνέπεια δεν αντίκειται μόνο στο γράμμα και το σκοπό του άρθρου 46 αλλά συνιστά, προφανώς, σε κοινοτικό επίπεδο, μέτρο που εισάγει διακρίσεις . Πράγματι, τα πλήρη δικαιώματα που απολαύει ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας οφείλονται στο γεγονός ότι η παράβαση που αντιμετωπίζεται συνίσταται στην εισαγωγή εμπορευμάτων από άλλο κράτος μέλος .
Πρέπει, εξάλλου, να τονιστεί ότι το εν λόγω μέτρο δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην προϋπόθεση που θέτει η απόφαση Terrapin κατά Terranova . Ο λόγος είναι προφανής . 'Οπως τονίζει η βρετανική κυβέρνηση, ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να μπορεί να ζητήσει "εύλογη αποζημίωση" ακόμα και στην περίπτωση προσβολής του διπλώματος μέσω εισαγωγών . Συνεπώς, η παρεμπόδιση των εισαγωγών σημαίνει κατάργηση κάθε δυνατότητας του εισαγωγέα να εκμεταλλευθεί την εφεύρεση και να καταβάλει, στον κάτοχο του διπλώματος τα δικαιώματα και την αποζημίωση που δικαιούται . Νομίζω ότι είναι δύσκολο να εφευρεθεί μια απόκλιση λιγότερο "δικαιολογημένη", ή σαφώς ακατάλληλη, όπως αυτή για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας υπό μορφή διπλώματος ευρεσιτεχνίας του οποίου παρετάθη η διάρκεια ισχύος .
Συντρέχουν, συνεπώς, αρκετοί λόγοι που επιτρέπουν τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η δυνατότητα του Comptroller και των εθνικών δικαστηρίων να απαγορεύουν τις εισαγωγές προσκρούει στο γράμμα του άρθρου 36 και στην ερμηνεία που του έδωσε το Δικαστήριο .
5 . Σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, είναι εύκολη η επίλυση του προβλήματος που θέτει το δεύτερο ερώτημα . Αν κατά τη διάρκεια της παρατάσεως ενός "new existing patent" "ο οιοσδήποτε" έχει το δικαίωμα να εκμεταλλευθεί, κατά τον τρόπο που κρίνει ως πιο πρόσφορο, την αντίστοιχη εφεύρεση, είναι προφανές ότι ανεξάρτητα από τις δυνατότητες προσβολής, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να εξαρτήσουν τη χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως από προϋποθέσεις που μπορούν να επηρεάσουν την εισαγωγή εμπορευμάτων από άλλο κράτος μέλος . Εκτός από το γεγονός ότι στερούν από τον εισαγωγέα και μόνο το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως, οι προϋποθέσεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα να πλήττουν εκείνα μόνο τα προϊόντα που προέρχονται από την υπόλοιπη Κοινότητα . Συνιστούν, επομένως, περιορισμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου και παραβιάζουν την απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης . Ενόψει αυτού του συμπεράσματος, εναπόκειται στις προαναφερθείσες αρχές να καθορίσουν στην πράξη όρους που να διασφαλίζουν ότι η χορήγηση της αδείας εκμεταλλεύσεως θα γίνει υπό προϋποθέσεις που δεν θα είναι ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο .
Το τρίτο και τέταρτο ερώτημα αφορούν το αν, εκτός από την εξαίρεση που αναφέρεται στην προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, το επίδικο μέτρο μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει : α ) της αδυναμίας χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας στη χώρα εξαγωγής β ) ορισμένων επιτακτικών αναγκών όπως η προστασία της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών και η προστασία των καταναλωτών .
Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική . Σε ό,τι αφορά το σημείο α ), είναι αληθές ότι κατά το χρόνο της εφευρέσεώς του, το Salbutamol δεν μπορούσε να καλυφθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Ιταλία . Το στοιχείο αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξεταστεί αν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση η κοινοτική αρχή που αναφέρεται στην ανάλωση των δικαιωμάτων αποκλειστικότητας . Το πρόβλημά μας είναι αντίστροφο : αφορά την κατάσταση εκείνου ο οποίος, βάσει της νομοθεσίας του κράτους του οποίου είναι υπήκοος, επιθυμεί να εκμεταλλευθεί μία εφεύρεση, βάσει εγγράφου - την υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως - που η νομοθεσία του εν λόγω κράτους χορηγεί invito domino, δηλαδή παρά τη συναίνεση του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας . Το γεγονός, δηλαδή, ότι το Salbutamol παράγεται στην Ιταλία χωρίς τη συναίνεση της Allen & Hanburys, δεν έχει σημασία για εκείνον ο οποίος, όπως η Generics, έχει εν πάση περιπτώσει το δικαίωμα να ζητήσει και να λάβει άδεια εκμεταλλεύσεως .
Τέλος, ως προς τη δυνατότητα επικλήσεως άλλων επιτακτικών αναγκών, αρκεί να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι ανάγκες αυτές πρέπει να αφορούν το γενικό συμφέρον . Δεν μπορούν, συνεπώς, να προβληθούν ως αποκλίσεις από το άρθρο 30 παρά μόνο εφόσον η εθνική νομοθεσία εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις στο εμπόριο τόσο των εγχωρίων όσο και των εισαγομένων προϊόντων και δεν έχει προστατευτικές συνέπειες ( αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1981, υπόθεση 113/80, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1981, σ . 1625, σκέψη 11, και της 6ης Νοεμβρίου 1984, υπόθεση 173/83, Kohl κατά Ringelhan & Rennett, Συλλογή 1984, σ . 3651, σκέψη 14 ). 'Οπως, όμως, ανέφερα οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση .
6 . Βάσει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το House of Lords με την απόφασή του της 12ης Δεκεμβρίου 1985 στην υπόθεση Allen & Hanburys Ltd κατά Generics ( UK ) Ltd :
1 ) Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν την έννοια ότι οι απαγορεύσεις που προβλέπουν εφαρμόζονται στην περίπτωση εθνικής νομοθεσίας που παρέχει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας το οποίο φέρει την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" τη δυνατότητα να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος την υπό μορφή ασφαλιστικών μέτρων απαγόρευση της εισαγωγής εμπορεύματος που παράγεται χωρίς τη συναίνεσή του, ενώ ανάλογο μέτρο δεν μπορεί να ληφθεί κατά εκείνου που προσβάλλει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός του εν λόγω κράτους .
2 ) Οι προαναφερθείσες κοινοτικές διατάξεις απαγορεύουν στις αρμόδιες για τη χορήγηση υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως εθνικές αρχές να εξαρτούν τη χορήγηση της άδειας αυτής από όρους που μπορεί να έχουν ως συνέπεια την παρακώλυση της εισαγωγής εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη . Δεν έχει σημασία
το ότι τα εν λόγω εμπορεύματα είναι φαρμακευτικά προϊόντα που δεν καλύπτονται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο κράτος μέλος εξαγωγής .
3 ) Οι επιτακτικές ανάγκες που αναφέρονται στην εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών επιτρέπουν αποκλίσεις από την απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ μόνο σε ό,τι αφορά τις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονται αδιακρίτως στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα και δεν έχουν, εν πάση περιπτώσει, προστατευτικές συνέπειες .
(*) Μετάφραση από τα ιταλικά .
Full & Egal Universal Law Academy