ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 5/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Η AKZO Chemie BV και η AKZO Chemie UK Ltd συμμετέχουν και οι δύο στον πολυεθνικό ολλανδικό όμιλο AKZO που παρασκευάζει, μεταξύ άλλων προϊόντων, υπεροξείδιο βενζο-λίου, μια ουσία που χρησιμοποιείται, αφενός, για τη λεύκανση των αλεύρων και, αφετέρου, για την κατασκευή ορισμένων πλαστικών.
Η αγγλική εταιρία Engineering and Chemical Supplies ( ECS ) παράγει επίσης υπεροξείδιο βενζολίου. Στην αρχή, πωλούσε το προϊόν αυτό μόνο σ' αυτούς που το χρησιμοποιούσαν για τη λεύκανση των αλεύρων. Στη συνέχεια το πωλούσε και σ' αυτούς που το χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή πλαστικών. Η επέκταση αυτή της δραστηριότητας της πραγματοποιήθηκε στην αρχή στην Αγγλία και μετά στη Γερμανία.
Κατά την ECS, η AKZO την είχε απειλήσει κατά τη διάρκεια μιας συνεδριάσεως που πραγματοποιήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1979 ότι θα την εξαφανίσει από την αγορά των πρόσθετων ουσιών για άλευρα ασκώντας μια πολιτική πωλήσεων με ζημία, αν η ECS δεν σταματούσε τις δραστηριότητες της στον τομέα των πλαστικών, ιδίως σταματώντας τις εξαγωγές της προς την Γερμανία. Η ECS αρνήθηκε να υποκύψει και η AKZO άρχισε κατόπιν αυτού να πραγματοποιεί τις απειλές της.
Στις 15 Ιουνίου 1982, η ECS υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή βασιζόμενη στο άρθρο 3 του κανονισμού 17/62, με την οποία κατηγορούσε την AKZO ότι παρέβη το άρθρο 86 της Συνθήκης.
Στις 24 Νοεμβρίου 1982, η Επιτροπή έλαβε μια απόφαση με την οποία επέβαλε στις προσφεύγουσες να υπαχθούν σε έλεγχο βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62 και δυνάμει της οποίας η Επιτροπή προέβη σε έλεγχο στα γραφεία των προσφευγουσών στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 1982.
Στις 13 Μαΐου 1983, η ECS ζήτησε από την Επιτροπή τη λήψη προσωρινών μέτρων επικαλούμενη το ότι η παράβαση του άρθρου 86 εξακολουθούσε και μετά την έρευνα που πραγματοποίησε η Επιτροπή το Δεκέμβριο του 1982.
Στις 29 Ιουλίου 1983, η Επιτροπή έλαβε προσωρινή απόφαση, με την οποία επέβαλε στην AKZO Chemie UK Ltd ελάχιστες τιμές για τις πωλήσεις της υπεροξειδίου βενζολίου προς τις επιχειρήσεις αλευρομύλων του Ηνωμένου Βασιλείου ( ΕΕ L 252, σ. 13 ).
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1984, η Επιτροπή κοινοποίησε στην AKZO Chemie BV τις αιτιάσεις που αφορονοαν μόνο τον τομέα των πρόσθετων ουσιών για τα άλευρα. Η Επιτροπή ανέφερε στην εν λόγω κοινοποίηση ότι η AKZO Chemie BV ήταν υπεύθυνη παραβάσεως του άρθρου 86 της Συνθήκης, επειδή απείλησε ότι θα πωλήσει το υπεροξείδιο βενζολίου, που χρησιμοποιείται για τη λεύκανση των αλεύρων, στους πελάτες της ECS σε αφύσικα χαμηλές τιμές που συνιστούν διακρίσεις και επειδή πραγματοποίησε την απειλή αυτή. Η Επιτροπή ανήγγειλε ότι θα επιβαλλόταν βαρύ πρόστιμο στην AKZO Chemie BV. Η προθεσμία απαντήσεως στις αιτιάσεις καθορίστηκε σε τέσσερις εβδομάδες.
Μετά από αίτηση της AKZO Chemie BV, η Επιτροπή παρέτεινε, την 1η Οκτωβρίου 1984, την προθεσμία απαντήσεως στις εν λόγω αιτιάσεις κατά τρεις εβδομάδες, ορίζοντας ως τελευταία ημερομηνία για την απάντηση την 22α Οκτωβρίου 1984.
Την ίδια ημέρα, ο επιφορτισμένος με την υπόθεση υπάλληλος της Επιτροπής επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας της AKZO Chemie BV προκειμένου να πληροφορηθεί τη στάση που θα υιοθετούσε η AKZO ως προς τις αιτιάσεις. Ο προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας, του απήντησε ότι η AKZO θα αμφισβητούσε προφανώς τις αιτιάσεις.
Στις 22 Οκτωβρίου 1984, η AKZO Chemie BV διαβίβασε στην Επιτροπή το πρώτο μέρος της απαντήσεως της στις αιτιάσεις, όπου αρνείται ότι είχε ευθύνη για την παραμικρότερη κατάχρηση.
Στις 26 Οκτωβρίου 1984, η Επιτροπή πληροφόρησε τηλεφωνικώς την AKZO ότι νέοι έλεγχοι θα πραγματοποιούνταν στον τομέα των πλαστικών στην AKZO Chemie BV στις 7 και 8 Νοεμβρίου 1984 και στην AKZO Chemie UK Ltd στις 12 και 13 Νοεμβρίου 1984.
Στις 6 Νοεμβρίου 1984, περί τις 16.15', η AKZO Chemie BV πληροφόρησε τηλεφωνικώς την Επιτροπή ότι αρνείται να υποβληθεί εκουσίως στους αναγγελθέντες ελέγχους. Κατά τη συνδιάλεξη αυτή η AKZO Chemie BV ειδοποίησε την Επιτροπή ότι της απέστειλε έγγραφο, το οποίο θα ελάμβανε την ίδια εκείνη ημέρα και στο οποίο εξέθετε τους λόγους της αρνήσεως της. Η Επιτροπή απάντησε ότι θα περίμενε να λάβει το έγγραφο αυτό προτού λάβει απόφαση.
Αρχικά η Επιτροπή αρνήθηκε ότι είχε υποσχεθεί να αναμείνει την παραλαβή του εν λόγω εγγράφου. Κατόπιν αυτού, η AKZO Chemie BV διαβίβασε γραπτώς σε παράρτημα στο απαντητικό της υπόμνημα την απομαγνητοφώνηση της τηλεφωνικής συνδιαλέξεως της 6ης Νοεμβρίου 1984 που είχε εγγράψει σε μαγνητοταινία. Από την απομαγνητοφώνηση αυτή προκύπτει ότι η Επιτροπή πράγματι είχε υποσχεθεί να αναμείνει την παραλαβή του εγγράφου. Στην ανταπάντηση της η Επιτροπή αναγνωρίζει έμμεσα την ακρίβεια της απομαγνητοφωνήσεως, αλλά βεβαιώνει ότι κατά την εν λόγω συνδιάλεξη δεν ανέλαβε καμία υποχρέωση.
Πράγματι, το έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1984, για το οποίο η AKZO Chemie BV είχε ανακοινώσει ότι θα περιερχόταν στην Επιτροπή την ίδια ημέρα, έφτασε στην Επιτροπή το ίδιο εκείνο απόγευμα στις 18.30', Εντούτοις, καταχωρίστηκε μόλις την επομένη το πρωί.
Στις 6 Νοεμβρίου 1984, το αρμόδιο για θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής εξέδωσε την απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή επιβάλει στην AKZO Chemie BV και στην AKZO Chemie UK Ltd να υποβληθούν σε έλεγχο σχετικά με την υπόνοια καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως στην κοινοτική αγορά στον τομέα του υπεροξειδίου βενζολίου.
Στις 7 Νοεμβρίου 1984, δύο υπάλληλοι της Επιτροπής, συνοδευόμενοι από έναν αντιπρόσωπο της ολλανδικής κυβέρνησης, εμφανίστηκαν στα γραφεία της AKZO Chemie BV για να προβούν στον έλεγχο. Οι εν λόγω υπάλληλοι επέδειξαν κεκυρωμένο αντίγραφο της απόφασης της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1984.
Οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν στην AKZO Chemie BV στις 7 και 8 Νοεμβρίου 1984 και στην AKZO Chemie UK Ltd στις 20 και 21 Νοεμβρίου 1984.
Η παρούσα προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Ιανουαρίου 1985.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) εξέδωσε στις 15 Ιανουαρίου 1986 Διάταξη σχετικά με την εξέταση μαρτύρων αυτεπαγγέλτως βάσει του άρθρου 47 του κανονισμού διαδικασίας. Το Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει ως μάρτυρες τον επιφορτισμένο με την υπόθεση υπάλληλο της Επιτροπής, τον προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας της εταιρίας AKZO Chemie BV και έναν από τους διευθυντές της εν λόγω εταιρίας σχετικά με το περιεχόμενο των λόγων που αντηλλάγησαν μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής συνδιαλέξεως της 1ης Οκτωβρίου 1984.
Η Επιτροπή κλήθηκε να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα και να απαντήσει γραπτώς σε ορισμένες ερωτήσεις. Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε σχετικά εντός της ταγμένης προθεσμίας.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη ·
—
να ακυρώσει κατά συνέπεια την απόφαση της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1984 ·
—
να διατάξει την Επιτροπή να επιστρέψει τα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που περιήλθαν στην κατοχή της συνεπεία των ελέγχων που διεξήχθησαν βάσει της προσβαλλόμενης αποφάσεως και να της απαγορεύσει να τα χρησιμοποιήσει στο μέλλον καθ' οιονδήποτε τρόπο
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη
—
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Στο δικόγραφό τους, οι προσφεύγουσες αναπτύσσουν τους ακόλουθους τέσσερις λόγους προς στήριξη της προσφυγής τους:
—
μη τήρηση των θεμελιωδών αρχών που περιέχονται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών,
—
καταχρηστική μεταβίβαση εξουσίας,
—
ανεπαρκής αιτιολογία,
—
μη κανονική ακρόαση των αρμόδιων εθνικών αρχών.
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής ανάγκασαν τις προσφεύγουσες να επικαλεστούν το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας προκειμένου να προβάλουν τους ακόλουθους τρεις νέους λόγους:
—
έλλειψη υπογραφής εκ μέρους του αρμοδίου μέλους της Επιτροπής,
—
παραβίαση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως,
—
κατάχρηση εξουσίας.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το παραδεκτό των διαφόρων λόγων που προέβαλαν οι προσφεύγουσες αλλά θεωρεί ότι κανένας από τους λόγους αυτούς δεν είναι βάσιμος.
Α — Λόγοι που προβάλλονται στο δικόγραφο της προσφυγής
1. Μη τήρηση των θεμελιωδών αρχών που περιέχονται οτο άρθρο S της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών
Οι προσφεύγουσες τονίζουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της διαδικασίας ελέγχου που θεσπίζεται με τον κανονισμό 17/62, δεδομένου ότι 11 Επιτροπή μπορεί να εφαρμόσει την εν λόγω διαδικασία χωρίς να υποχρεούται να λάβει προηγουμένως την έγκριση ενός άλλου οργάνου.
Αυτή η διαδικασία συμβιβάζεται με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών μόνο εφόσον τηρούνται οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 14 του κανονισμού 17/62: Οι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο υπάλληλοι οφείλουν να είναι εφοδιασμένοι με έγγραφη εντολή· η Επιτροπή οφείλει να έχει διατάξει τη διεξαγωγή ελέγχου με απόφαση ο έλεγχος πρέπει να είναι αναγκαίος' η απόφαση περί ελέγχου πρέπει να είναι επαρκώς και ρητώς αιτιολογημένη· η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους οφείλει να τύχει ακροάσεως' η απόφαση πρέπει να διευκρινίζει ότι μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κατά την άποψη των προσφευγουσών, από την προβολή των λόγων που στηρίζονται στην καταχρηστική μεταβίβαση εξουσίας, στην ανεπαρκή αιτιολογία και στη μη κανονική ακρόαση των αρμόδιων εθνικών αρχών καταδεικνύεται ότι οι εν λόγω διαδικαστικές εγγυήσεις ασφαλώς δεν τηρήθηκαν κατά τη θέσπιση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ιδίως του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος στο οποίο ελήφθη η απόφαση αυτή.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση θεσπίστηκε εν προκειμένω παρά τις θεμελιώδεις αρχές που περιέχονται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.
Η Επιτροπή αρνείται ότι ο λόγος αυτός μπορεί να προβληθεί αυτοτελώς και υπενθυμίζει ότι όλες οι εγγυήσεις και αναγραφή στοιχείων που επιβάλλονται από το άρθρο 14 του κανονισμού 17/62 τηρήθηκαν.
2. Καταχρηστική μεταβίβαση εξουσίας
Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν καταρχάς την αρχή της συλλογικότητας που περιέχεται στο άρθρο 17 της « Συνθήκης Συγχωνεύσεως » της 8ης Απριλίου 1965, δυνάμει της οποίας η Επιτροπή αποφασίζει με την πλειοψηφία του αριθμού των μελών της.
Το άρθρο 27 του προσωρινού εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής ( απόφαση της 6ης Ιουλίου 1967 όπως τροποποιήθηκε στις 23 Ιουλίου 1975, ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 5 ) προβλέπει ασφαλώς δυνατότητα μεταβιβάσεως αρμοδιότητας, αλλά υπό δύο προϋποθέσεις: η μεταβίβαση πρέπει να περιορίζεται σε μέτρα διαχειρίσεως ή διοικήσεως σαφώς καθορισμένα και η αρχή της συλλογικής ευθύνης της Επιτροπής πρέπει να τηρείται πλήρως.
Κατά την άποψη των προσφευγουσών, οι δύο αυτές προϋποθέσεις δεν συντρέχουν εν προκει-μένω και, επομένως, δεν μπορούσε να γίνει χρήση της εν λόγω δυνατότητας μεταβιβάσεως εξουσίας. Πράγματι, ο υποχρεωτικός έλεγχος συνιστά πάντοτε ένα σημαντικό μέτρο που υπερβαίνει το πλαίσιο της διαχείρισης ή της διοίκησης' εξάλλου, η άρνηση των προσφευγουσών να επιτρέψουν να διεξαχθούν οι αναγγελθέντες έλεγχοι δημιούργησε λεπτές καταστάσεις που επέβαλαν τη συλλογική θέσπιση της απόφασης.
Η εσωτερικού χαρακτήρα απόφαση μεταβιβάσεως εξουσίας της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 1980, με την οποία παρέχεται στο επιφορτισμένο με τα θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής η εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις διατάσσοντας τη διεξαγωγή ελέγχων βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62, δεν απάλλαξε την Επιτροπή από την υποχρέωση τηρήσεως της αρχής της συλλογικότητας που περιέχεται στη Συνθήκη. Η εν λόγω εσωτερικού χαρακτήρα απόφαση δεν περιέχει εξάλλου για τους πολίτες τις ίδιες εγγυήσεις ασφάλειας δικαίου όπως η προβλεπόμενη στη Συνθήκη διαδικασία, ιδίως επειδή δεν έχει δημοσιευτεί.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε να ληφθεί εγκύρως σύμφωνα με τη διαδικασία εξουσιοδοτήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 27 του προσωρινού εσωτερικού της κανονισμού, δεδομένου ότι οι δύο αντιρρήσεις που διατυπώ-
θηκαν από τις προσφεύγουσες δεν ήταν βάσιμες. Αφενός, η απόφαση που διατάσσει τη διεξαγωγή ελέγχου είναι προπαρασκευαστικό μέτρο της απόφασης με την οποία η Επιτροπή διαπιστώνει ενδεχομένως την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού· επομένως, συνιστά απλό μέτρο διαχειρίσεως ή διοικήσεως. Αφετέρου, η Επιτροπή δεν δέχεται την ύπαρξη λεπτών καταστάσεων που θα επέβαλλαν την επάνοδο στην αρχή της συλλο-γικότητας.
Εξάλλου, η Επιτροπή υπερασπίζεται το κύρος της εσωτερικού χαρακτήρα αποφάσεως της της 5ης Νοεμβρίου 1980, υποστηρίζοντας ότι οι εσωτερικού χαρακτήρα κανόνες της επιβάλλουν τη θέσπιση αποφάσεως συλλογικά στις ιδιαίτερα λεπτές περιπτώσεις, δηλαδή όταν τίθενται θέματα πολιτικής εκτιμήσεως και όταν μια ή περισσότερες υπηρεσίες της Επιτροπής δεν συμφωνούν με μια πρόταση· εξάλλου, εξαιρέσει επειγουσών περιπτώσεων, το εξουσιοδοτηθέν μέλος της Επιτροπής ειδοποιεί τους συναδέλφους του για την πρόθεση του να διατάξει τη διεξαγωγή ελέγχου με απόφαση. Η προκειμένη περίπτωση δεν συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων ως προς τις οποίες επιβάλλεται η επάνοδος στην αρχή της συλλο-γικότητας· αντιθέτως, η κατάσταση ήταν επείγουσα. Επομένως, κατά τη θέσπιση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπήρξε καταχρηστική μεταβίβαση εξουσίας.
3. Ανεπαρκής αιτιολογία
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιστρατεύεται διττώς την υποχρέωση αιτιολογίας που προβλέπεται στο άρθρο 190 της Συνθήκης.
Πρώτον, η προσβαλλόμενη απόφαση παραλείπει να αναφέρει τα επιχειρήματα που περιλαμβάνονται στο έγγραφο των προσφευγουσών της 6ης Νοεμβρίου 1984 και δεν απαντά στα εν λόγω επιχειρήματα.
Δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει καν την ύπαρξη του εγγράφου των προσφευγουσών της 6ης Νοεμβρίου 1984, γεγονός που, αφενός, καθιστά αδύνατο στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του έχοντας πλήρη γνώση της καταστάσεως και, αφετέρου, εμποδίζει την πλήρη ενημέρωση των υπηρεσιών της Επιτροπής που κλήθηκαν να γνωμοδοτήσουν επί του σχεδίου της απόφασης.
Η Επιτροπή απαντά ότι δεν εναπόκειτο στην ίδια να αντικρούσει με την απόφαση της τα επιχειρήματα που είχαν αναπτύξει οι προσφεύγουσες στο έγγραφό τους της 6ης Νοεμβρίου 1984: τα επιχειρήματα αυτά ανάγονται στην ουσία του προβλήματος και όχι σε θέμα αιτιολογίας. Επιπλέον, τα εν λόγω επιχειρήματα προβλήθηκαν όψιμα και στηρίζονται σε αδικαιολόγητη σύνδεση της αμφισβητήσεως των αιτιάσεων με τους νέους διαταχθέντες ελέγχους. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αρκεί όλα τα στοιχεία, των οποίων η μνεία επιβάλλεται από το άρθρο 14 του κανονισμού 17/62, να αναφέρονται στην απόφαση, γεγονός που συμβαίνει εν προκειμένω.
4. Μη κανονική ακρόαση των αρμόδιων εθνικών αρχών
Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν την ομοιόμορφη διοικητική πρακτική που έχει αναπτυχθεί, όσον αφορά την ακρόαση των αρχών των κρατών μελών πριν από τη θέσπιση αποφάσεως περί διεξαγωγής ελέγχου: οι υπάλληλοι της Επιτροπής που είναι επιφορτισμένοι με τη διεξαγωγή του ελέγχου επισκέπτονται τους υπαλλήλους της αρμόδιας εθνικής αρχής και τους ανακοινώνουν το πλήρες κείμενο του σχεδίου της απόφασης περί ελέγχου παρέχοντας, αν χρειαστεί, συμπληρωματικές εξηγήσεις· το αντικείμενο και τα αποτελέσματα της υποχρέωσης αυτής επιβεβαιώνονται εγγράφως (απάντηση της Επιτροπής στην κοινοβουλευτική ερώτηση 677/79, JO C 310, σ. 31) · οι αρμόδιες εθνικές αρχές ενημερώνονται εγγράφως τουλάχιστον πριν δύο εβδομάδες (House of Lords, Select Committee on the European Communities, session 1983-1984, 18th Report, Memorandum by the Office of Fair Trading, σ. 45, αριθ. 10).
Είναι αδύνατον να τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις αυτές στο πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου θεσπίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ελήφθη στις 6 Νοεμβρίου 1984. μετά τις 16.15'. Εξάλλου, αγνοούνται εντελώς οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η ακρόαση των βρετανικών αρχών, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν πρακτικά προκειμένου να αποδειχθεί ότι η ακρόαση τους όντως πραγματοποιήθηκε. Επομένως, η ακρόαση των εθνικών αρχών δεν πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο κανονικό και η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επομένως κατά παράβαση ουσιώδους τύπου.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι περιέλαβε στη δικογραφία τα πρακτικά της ακρόασης της αρμόδιας ολλανδικής αρχής, από τα οποία προκύπτει ότι η εν λόγω ακρόαση πραγματοποιήθηκε όντως στις 6 Νοεμβρίου 1984.
Εξάλλου, το έγγραφο του Office of Fair Trading της 20ής Δεκεμβρίου 1984, το οποίο περιελήφθη στη δικογραφία, αποδεικνύει ότι και η αρμόδια βρετανική αρχή επίσης έτυχε ακροάσεως. Λόγω του επείγοντος, η ακρόαση αυτή πραγματοποιήθηκε τηλεφωνικώς, γεγονός που δεν αίρει τον κανονικό χαρακτήρα της διαδικασίας, διότι η σύνταξη γραπτών πρακτικών δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να θεωρηθεί κανονική η ακρόαση της αρμόδιας αρχής.
Β — Λόγοι που προβάλλονται στο απαντητικό υπόμνημα
Στο απαντητικό τους υπόμνημα οι προσφεύγουσες προβάλλουν τρεις νέους λόγους, δηλαδή την έλλειψη υπογραφής του αρμόδιου μέλους της Επιτροπής, την παραβίαση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως και την κατάχρηση εξουσίας. Δεδομένου ότι το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας εξαρτά την προβολή νέων λόγων κατά τη διάρκεια της δίκης από το αν ανέκυψαν νέα νομικά και πραγματικά στοιχεία κατά την έγγραφη διαδικασία, οι προσφεύγουσες προβάλλουν τα εξής επιχειρήματα.
Όταν την 1η Οκτωβρίου 1984 ο επιφορτισμένος με την υπόθεση υπάλληλος τηλεφώνησε στον προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας της AKZO Chemie BV για να πληροφορηθεί ποια στάση θα υιοθετούσε η εν λόγω εταιρία ως προς τις αιτιάσεις, ο υπάλληλος αυτός άσκησε πραγματικό εκβιασμό. Διατύπωσε την απειλή ότι θα πραγματοποιούνταν συμπληρωματικοί έλεγχοι στον τομέα των πλαστικών αν η εταιρία αμφισβητούσε τις αιτιάσεις που της κοινοποιήθηκαν για την πρακτική που ακολουθούσε στον τομέα των πρόσθετων ουσιών για τα άλευρα. Οι προσφεύγουσες προσκομίζουν γραπτή έκθεση σχετικά με το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνδιαλέξεως της 1ης Οκτωβρίου 1984. Βεβαιώνουν ότι κατά τη φάση ασκήσεως της προσφυγής ήταν πεπεισμένες ότι οι απειλές έπρεπε να αποδοθούν σε προσωπική πρωτοβουλία του εν λόγω υπαλλήλου. Εντούτοις, από το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής καταφαίνεται ότι η Επιτροπή εγκρίνει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο ο υπάλληλος χειρίστηκε την υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή επρόκειτο για « ένα καινούριο και ανησυχητικό περιστατικό », που δικαιολογούσε την προβολή των τριών νέων λόγων.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το παραδεκτό των νέων αυτών λόγων και δεν διατυπώνει την άποψη της σχετικά με το βάσιμο της αιτιολογίας που προέβαλαν σχετικώς οι προσφεύγουσες.
1. Ελλειψη υπογραφής του αρμόδιου μέλους της Επιτροπής
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι δεν είναι καν βέβαιο ότι το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής είχε εγκρίνει την προσβαλλόμενη απόφαση. Υποστηρίζουν σχετικώς ότι το κεκυρω-μένο αντίγραφο της απόφασης που τους χορηγήθηκε δεν φέρει την υπογραφή του. Όσον αφορά το έγγραφο που προσεκόμισε η Επιτροπή για να αποδείξει ότι το αρμόδιο μέλος υπέγραψε την αμφισβητούμενη απόφαση (παράρτημα 2 στο υπόμνημα αντικρούσεως), ούτε αυτό αποδεικνύει ότι το εν λόγω μέλος ενέκρινε την απόφαση: η υπογραφή δεν συνοδεύεται από ημερομηνία' επιπλέον, το έγγραφο δεν αναφέρει ποια είναι η συνημμένη πράξη στην οποία υπάρχει η υπογραφή. Εξάλλου, οι προσφεύγουσες δεν αποκλείουν να υπέγραψε το μέλος της Επιτροπής εκ των προτέρων το εν λόγω έγγραφο εν λευκώ, σε ημερομηνία που είναι αδύνατον να προσδιοριστεί επακριβώς.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν εναπόκειται σ' αυτήν να προσκομίσει αποδείξεις στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής και αμφισβητεί ότι οφείλει να προσκομίσει άλλα έγγραφα, με τα οποία να αποδεικνύεται ότι το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής ενέκρινε την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν διακρίνει εξάλλου ποια έγγραφα θα μπορούσε να προσκομίσει προκειμένου να παρασχεθεί η απόδειξη που απαιτούν οι προσφεύγουσες.
2. Παραβίαση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως
Ο δεύτερος νέος λόγος που προβάλλεται από τις προσφεύ/ονσες στηρίζεται στην παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας που εγγυάται το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17/62. Το δικαίωμα αυτό παραβιάζεται σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, η απόφαση της επιχείρησης να αμφισβητήσει τις αιτιάσεις που της κοινοποιήθηκαν σχετικά με έναν τομέα μπορεί να επιφέρει ως κύρωση τη διεξαγωγή ερευνών σε έναν άλλο τομέα.
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι εμπόδισε την άσκηση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως των προσφευγουσών. Καταρχάς υπενθυμίζει ότι η αμφισβήτηση εκ μέρους των προσφευγουσών των αιτιάσεων στον τομέα των πρόσθετων ουσιών για τα άλευρα μπορούσε μεν να προκαλέσει τη διεξαγωγή συμπληρωματικών ελέγχων στον τομέα των πλαστικών, αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν θα γινόταν προς επιβολή κυρώσεως, αλλά μόνο επειδή θα είχε καταστεί σαφές ότι οι προσφεύγουσες δεν επιθυμούσαν να διευθετήσουν την υπόθεση κατά τον άτυπο τρόπο που πρότεινε η Επιτροπή. Εξάλλου, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι είχε παρατείνει κατά τρεις εβδομάδες, μετά από αίτηση των προσφευγουσών, την προθεσμία που είχε καθοριστεί αρχικά για την απάντηση στις αιτιάσεις: η Επιτροπή είχε επομένως επιδείξει το ενδιαφέρον της να μπορέσουν οι προσφεύγουσες να ασκήσουν πλήρως τα δικαιώματά τους υπερασπίσεως.
3. Κατάχριμη εξουσίας
Όσον αφορά τον τρίτο νέο λόγο, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να προβαίνει σε ελέγχους με σκοπό να αποκαλύψει τις παραβάσεις των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης. Εν προκειμένω, η εξουσία αυτή χρησιμοποιήθηκε για έναν εντελώς διαφορετικό σκοπό, δηλαδή για τον εκβιασμό που ασκήθηκε στις προσφεύγουσες για την περίπτωση που αυτές θα αμφισβητούσαν τις αιτιάσεις στον τομέα των πρόσθετων ουσιών για τα άλευρα. Η επιδίωξη παρόμοιου στόχου αντίκειται στους σκοπούς της διαδικασίας ελέγχου και συνιστά για το λόγο αυτό κατάχρηση εξουσίας.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε ανακριβή ερμηνεία των γεγονότων. Αμφισβητεί το περιεχόμενο της εκθέσεως σχετικά με την τηλεφωνική συνδιάλεξη της 1ης Οκτωβρίου 1984 και αρνείται ότι άσκησε εκβιασμό. Απλώς υπενθύμισε τη σκέψη που είχε γνωστοποιήσει στην AKZO Chemie BV κατόπιν συναντήσεως προς ανταλλαγή απόψεων με την εν λόγω εταιρία, ότι η υπόθεση θα μπορούσε ταχέως να τερματισθεί υπό τις εξής δύο προϋποθέσεις: αρχικά, η AKZO Chemie BV να αναγνώριζε το βάσιμο των κοινοποιηθεισών αιτιάσεων στον τομέα των πρόσθετων ουσιών για τα άλευρα και στη συνέχεια η εταιρία αυτή να αναλάμβανε υποχρεώσεις στον τομέα των πλαστικών, το περιεχόμενο των οποίων θα έπρεπε να καθοριστεί. Από τη στιγμή που η AKZO Chemie BV εξεδήλωσε την πρόθεση της να αμφισβητήσει τις αιτιάσεις, η πρώτη προϋπόθεση δεν επληρούτο και η Επιτροπή υπενθύμισε τότε στην εν λόγω εταιρία ότι οι έλεγχοι θα επαναλαμβάνονταν στον τομέα των πλαστικών. Η Επιτροπή καταλήγει στο ότι ο παρών λόγος είναι εντελώς αβάσιμος.
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 23ης Σεπτεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 5/85,
1) AKZO Chemie BV, εταιρία ολλανδικού δικαίου, με έδρα το Amersfoort (Κάτω Χώρες),
2) AKZO Chemie UK Ltd, εταιρία αγγλικού δικαίου, με έδρα το Walton-on-Thames, Surrey ( Ηνωμένο Βασίλειο ),
εκπροσωπούμενες και οι δύο από τους Ivo Van Bael και Jean-François Bellis, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητους στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Elvinger και Hoss, 15, Côte d'Eich,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Β. van der Esch, επικουρούμενο από τον F. Grondman, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της απόφασης της Επιτροπής της 6ης Νοεμβρίου 1984 που επιβάλλει στις προσφεύγουσες δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), να υποβληθούν σε έλεγχο στον τομέα των πλαστικών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet, Υ. Galmot, F. Schockweiler και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 24ης Απριλίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Ιανουαρίου 1985 η AKZO Chemie BV και η AKZO Chemie UK Ltd ( στο εξής: AKZO ), με έδρα αντίστοιχα το Amersfoort ( Κάτω Χώρες ) και το Walton-on-Thames ( Ηνωμένο Βασίλειο), άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της απόφασης της 6ης Νοεμβρίου 1984, με την οποία η Επιτροπή τους επέβαλε, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62 να υποβληθούν σε ελέγχους.
2
Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά καθώς και τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα των διαδίκων γίνεται παραπομπή στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας μνημονεύονται κατωτέρω, μόνο καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για την κρίση του Δικαστηρίου.
3
Η AKZO Chemie BV και η AKZO Chemie UK Ltd συμμετέχουν στον όμιλο AKZO που είναι στην Κοινότητα ο κύριος προμηθευτής υπεροξειδίου βενζολίου, χημικού προϊόντος που χρησιμοποιείται τόσο για την κατασκευή πλαστικών όσο και για τη λεύκανση των αλεύρων.
4
Το υπεροξείδιο βενζολίου παρασκευάζεται επίσης από μια μικρή επιχείρηση, την Engineering and Chemical Supplies ( στο εξής: ECS ), με έδρα το Stonehouse ( Ηνωμένο Βασίλειο ). Μέχρι το 1979 οι μόνοι πελάτες της ECS ήταν βρετανικοί αλευρόμυλοι. Από την εποχή αυτή η ECS άρχισε να πωλεί σε κατασκευαστές πλαστικών και ανταγωνίσθηκε την AKZO στην ευρύτερη αυτή αγορά.
5
Στις 15 Ιουνίου 1982 η ECS υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή για παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η ECS ισχυρίσθηκε ότι η AKZO, για να την υποχρεώσει να αποσυρθεί από την αγορά των πλαστικών, την απείλησε ότι θα την εξαφανίσει από την αγορά των πρόσθετων ουσιών για άλευρα ασκώντας μια επιλεκτική πολιτική πωλήσεων σε αφύσικα χαμηλές τιμές και ότι άρχισε να πραγματοποιεί την απειλή αυτή. Κατόπιν της καταγγελίας αυτής, οι υπάλληλοι της Επιτροπής προέβησαν, το Δεκέμβριο του 1982, σε ελέγχους στα γραφεία της AKZO Chemie BV και της AKZO Chemie UK Ltd.
6
Στις 8 Ιουνίου 1983, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 17/62 κατά της AKZO. Από τον Ιούλιο του 1983 θέσπισε προσωρινά μέτρα επιβάλλοντας στην AKZO ορισμένες υποχρεώσεις σχετικά με την πολιτική της επί των τιμών στον τομέα των πρόσθετων ουσιών για τα άλευρα ( απόφαση της 23ης Ιουλίου 1983, ΕΕ L 252, σ.13 ).
7
Με γνωστοποίηση της 3ης Σεπτεμβρίου 1984, η Επιτροπή προσήψε στην AKZO ότι παρέβη το άρθρο 86 της Συνθήκης, επειδή απείλησε την ECS ότι θα πωλούσε το υπεροξείδιο βενζολίου, που χρησιμοποιείται για τη λεύκανση των αλεύρων, στην πελατεία της ECS σε τιμές αφύσικα χαμηλές και συνιστώσες δυσμενείς διακρίσεις, καθώς και επειδή πραγματοποίησε την απειλή αυτή.
8
Στις 22 Οκτωβρίου 1984, η AKZO διαβίβασε στην Επιτροπή το πρώτο μέρος της απάντησης της στην εν λόγω γνωστοποίηση των αιτιάσεων. Ισχυρίστηκε ιδίως ότι δεν είχε διαπράξει την παραμικρή κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.
9
Στις 26 Οκτωβρίου 1984, ένας υπάλληλος της Επιτροπής τηλεφώνησε σε ένα μέλος της νομικής υπηρεσίας της AKZO για να τον ειδοποιήσει ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν έλεγχοι, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 17/62, στον τομέα των πλαστικών στις 7 και 8 Νοεμβρίου στα γραφεία της AKZO Chemie BV και στις 12 και 13 Νοεμβρίου στα γραφεία της AKZO Chemie UK Ltd. Η AKZO δεν αντέδρασε αμέσως στην πληροφορία αυτή.
10
Το απόγευμα της 6ης Νοεμβρίου 1984, η AKZO πληροφόρησε τηλεφωνικώς την Επιτροπή ότι δεν δεχόταν να υποβληθεί στους αναγγελθέντες ελέγχους. Κατά τη συνδιάλεξη αυτή τόνισε ότι θα εξέθετε τους λόγους της άρνησης της σε έγγραφο που η Επιτροπή θα ελάμβανε την ίδια ημέρα, όπως πράγματι και έγινε.
11
Λίγες ώρες μετά τη συνδιάλεξη αυτή, ο υπεύθυνος για θέματα ανταγωνισμού επίτροπος εξέδωσε την απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Η απόφαση αυτή προβλέπει στο άρθρο 1, πρώτη παράγραφος, ότι η AKZO Chemie BV και η AKZO Chemie UK Ltd υποχρεούνται να υποβληθούν σε έλεγχο σχετικά με τη φερόμενη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην κοινοτική αγορά του υπεροξειδίου βενζολίου ή σε σημαντικό μέρος της, βασιζόμενη στο γεγονός ότι οι εν λόγω εταιρίες απείλησαν την ECS και εφήρμοσαν μια πολιτική πωλήσεων με ζημία που έχει καταχρηστικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην πρόκληση βλάβης σε βάρος της ECS.
12
Οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν πράγματι στις 7 και 8 Νοεμβρίου στις Κάτω Χώρες και στις 12 και 13 Νοεμβρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο.
13
Στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφό τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν τέσσερις λόγους κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επιπλέον, με το απαντητικό τους υπόμνημα διατύπωσαν τρεις νέους λόγους. Καταρχάς έχει σημασία να εξεταστεί αν οι τρεις τελευταίοι λόγοι πληρούν τους όρους που προβλέπονται από το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το γράμμα του οποίου η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης δεν είναι δυνατή εκτός αν οι εν λόγω ισχυρισμοί στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά την έγγραφη διαδικασία.
Επί του παραδεκτού των ισχυρισμών που προβάλλονται με το απαντητικό υπόμνημα
14
Με τον πρώτο λόγο, οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν ότι το κεκυρωμένο αντίγραφο της επίδικης απόφασης που τους δόθηκε την ημέρα που έγιναν οι έλεγχοι δεν ήταν υπογεγραμμένο. Από αυτό συνάγουν ότι το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και με το πρωτότυπο και ότι επομένως η απόφαση αυτή εκδόθηκε πλημμελώς. Με το δεύτερο λόγο οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν κατά τη στιγμή που ετοίμαζαν την απάντηση τους στη γνωστοποίηση των αιτιάσεων σχετικά με τον τομέα των πρόσθετων ουσιών για άλευρα και ότι εμπόδισαν την κανονική άσκηση του δικαιώματός τους υπερασπίσεως. Τέλος, με τον τρίτο λόγο, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση, η οποία τους επιβάλλει να υποβληθούν σε έλεγχο στον τομέα των πλαστικών, ελήφθη μόνο και μόνο για να τις τιμωρήσει επειδή αμφισβητούν τις αιτιάσεις σχετικά με τον τομέα των αλεύρων. Επικαλούνται σχετικά τις απειλές που εξέφερε ο υπάλληλος της Επιτροπής που ήταν επιφορτισμένος με την υπόθεση, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνδιαλέξεως την 1η Οκτωβρίου 1984. Διευκρινίζουν δε ότι επικαλούνται το λόγο αυτό στο απαντητικό τους υπόμνημα, επειδή μόλις κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας διαπίστωσαν ότι η Επιτροπή είχε υιοθετήσει τη συμπεριφορά του υπαλλήλου της.
15
Από την ίδια την ανάπτυξη των δύο πρώτων λόγων, προκύπτει ότι στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά που οι προσφεύγουσες γνώριζαν πριν από την άσκηση της προσφυγής. Πράγματι, τους είχε δοθεί κεκυρωμένο αντίγραφο της επίδικης απόφασης την ίδια ημέρα που πραγματοποιήθηκαν οι έλεγχοι. Όσον αφορά τις δυσχέρειες που προκλήθηκαν από το χρονικό σημείο που επέλεξε η Επιτροπή για να προβεί στους ελέγχους, αυτές εκδηλώθηκαν εν πάση περιπτώσει πριν από την άσκηση της προσφυγής. Δεδομένου ότι προβλήθηκαν για πρώτη φορά με το απαντητικό υπόμνημα, δεν στηρίζονται δε σε πραγματικό ή νομικό στοιχείο που προέκυψε κατά την έγγραφη διαδικασία, οι δύο αυτοί λόγοι πρέπει να κριθούν απαράδεκτοι.
16
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι ο επιφορτισμένος με την υπόθεση υπάλληλος της Επιτροπής συζήτησε με τους διευθύνοντες την AKZO υπό την ιδιότητα του ως υπαλλήλου της Επιτροπής. Αν υπήρξαν απειλές, εκφέρθηκαν από τον υπεύθυνο κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπάλληλο. Εξάλλου, οι προσφεύγουσες μπόρεσαν να αντιληφθούν από τη θέσπιση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι υποτιθέμενες απειλές πραγματοποιήθηκαν. Όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ήδη από την άσκηση της προσφυγής οι προσφεύγουσες όφειλαν να γνωρίζουν ότι τα φερόμενα παράνομα κίνητρα της επίδικης απόφασης έπρεπε να καταλογιστούν στην ίδια την Επιτροπή.
17
Επομένως, πρέπει να κριθούν απαράδεκτοι και οι τρεις λόγοι που προέβαλαν οι προσφεύγουσες στο απαντητικό τους υπόμνημα.
Επί της ουσίας της προσφυγής
18
Με τον πρώτο λόγο οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Αναφέρουν ότι έστειλαν στην Επιτροπή έγγραφο με το οποίο δικαιολογούσαν την άρνηση τους να υποβληθούν οικειοθελώς στους ελέγχους που τους ζητούνταν. Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η Επιτροπή όφειλε επομένως να αναφέρει στην απόφασή της τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τα επιχειρήματα τους.
19
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είχε καμία υποχρέωση να αντικρούσει τα εν λόγω επιχειρήματα στην απόφαση της.
20
Πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62, το οποίο ορίζει σαφώς τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η απόφαση που λαμβάνεται βάσει αυτού, δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να απαντήσει στα επιχειρήματα των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων. Με τη διάταξη αυτή επιδιώκεται να μπορεί η Επιτροπή να προβαίνει σε ελέγχους χωρίς τη συμφωνία των επιχειρήσεων και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η Επιτροπή ανήγγειλε εν προκειμένω στις επιχειρήσεις ότι θα πραγματοποιούνταν έλεγχοι δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 17/62, δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα για την Επιτροπή τη δημιουργία υποχρεώσεως αιτιολογήσεως ευρύτερης από αυτή που θα υπείχε αν είχε ευθύς αμέσως προβεί σε έλεγχο δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του ίδιου αυτού κανονισμού. Πρέπει επομένως να συναχθεί ότι η επίδικη απόφαση είναι από αυτή την άποψη επαρκώς αιτιολογημένη.
21
Με το δεύτερο λόγο οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η απόφαση είναι παράνομη καθότι ελήφθη χωρίς οι αρμόδιες εθνικές αρχές να έχουν διατυπώσει την άποψη τους σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 4, του κανονισμού 17/62.
22
Η Επιτροπή τονίζει ότι κατέθεσε, προκειμένου να περιληφθούν στη δικογραφία, πρακτικά συνεδριάσεως που αποδεικνύουν ότι η αρμόδια ολλανδική αρχή διατύπωσε τις απόψεις της στις 6 Νοεμβρίου 1984. Εξάλλου, ένα έγγραφο του Office of Fair Trading της 20ής Δεκεμβρίου 1984, που επίσης βρίσκεται στη δικογραφία, αποδεικνύει ότι η αρμόδια βρετανική αρχή ανέπτυξε επίσης κανονικά τις απόψεις της. Αυτό έγινε βέβαια τηλεφωνικώς και χωρίς να συνταχθούν σχετικώς τα πρακτικά, αλλά κατά την άποψη της Επιτροπής η σύνταξη πρακτικών δεν απαιτείται.
23
Είναι ακριβές ότι τα έγγραφα που κατέθεσε η Επιτροπή αποδεικνύουν ότι η αρμόδια ολλανδική και η αρμόδια βρετανική αρχή διατύπωσαν τις απόψεις τους πριν από τη θέσπιση της αποφάσεως.
24
Δεν έχει σημασία αν η διατύπωση αυτή απόψεων έγινε ανεπίσημα και, στην περίπτωση της βρετανικής αρχής, τηλεφωνικώς και χωρίς να συνταχθούν πρακτικά. Πράγματι, δεδομένου ότι ο στόχος του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 17/62 συνίσταται στο να μπορεί η Επιτροπή να πραγματοποιεί αιφνιδιαστικά ελέγχους στις επιχειρήσεις για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ότι παραβαίνουν τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης, η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει απόφαση, χωρίς να υπόκειται σε τυπικές προϋποθέσεις που θα είχαν σαν αποτέλεσμα την καθυστέρηση της λήψεως αποφάσεως.
25
Με τον τρίτο λόγο, οι προσφεύγουσες καταγγέλλουν τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα της απόφασης με τις θεμελιώδεις αρχές που περιέχονται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθόσον θεσπίστηκε χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62, ενώ μόνο η τήρηση της διαδικασίας αυτής εξασφαλίζει τη λήψη της αποφάσεως σε συμφωνία με τις εν λόγω θεμελιώδεις αρχές.
26
Η Επιτροπή προβάλλει ότι εν προκειμένω όλες οι εγγυήσεις ή η μνεία στοιχείων που επιβάλλονται από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62 τηρήθηκαν.
27
Οι ίδιες οι προσφεύγουσες παραδέχονται ότι, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62, η απόφαση που επιτάσσει σε μια επιχείρηση να υποβληθεί σε έλεγχο δεν είναι αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αρχές που περιέχονται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Όπως προκύπτει από την εξέταση των δύο πρώτων λόγων, αυτό συμβαίνει εν προκειμένω. Πρέπει επομένως να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος.
28
Με τον τέταρτο λόγο οι προσφεύγουσες αμφισβητούν καταρχάς τη μεταβίβαση αρμοδιότητας, δυνάμει της οποίας ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν είναι σύμφωνη προς την αρχή της συλλογικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 17 της Συνθήκης της 8ης Απριλίου 1965 περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Συνθήκη Συγχωνεύσεως). Αυτό το σύστημα δεν παρέχει τις ίδιες εγγυήσεις για τους ιδιώτες. Έτσι, η μη δημοσίευση της απόφασης που παρέχει εξουσιοδότηση σε ορισμένα μέλη της Επιτροπής εμποδίζει τον έλεγχο νομιμότητάς της. Οι προσφεύγουσες θεωρούν περαιτέρω ότι η επίδικη απόφαση είναι αποτέλεσμα καταχρηστικής χρήσεως της μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων, καθόσον, λόγω του λεπτού χαρακτήρα των περιστάσεων που περιβάλλουν τους ελέγχους, το επιφορτισμένο με τα θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής θα όφειλε να προκαλέσει την έκδοση της εν λόγω απόφασης συλλογικώς.
29
Η Επιτροπή τονίζει καταρχάς ότι το σύστημα εξουσιοδοτήσεως που θέσπισε εξασφαλίζει την τήρηση της αρχής της συλλογικότητας, εφόσον προβλέπονται μηχανισμοί προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι σημαντικές αποφάσεις θεσπίζονται συλλογικά. Εξάλλου, υπενθυμίζει ότι μια απόφαση που επιτάσσει σε μια επιχείρηση να υποβληθεί σε έλεγχο αποτελεί καθαυτή απλό μέτρο διαχειρίσεως που δεν ήταν αναγκαίο εν προκειμένω να παραπεμφθεί στο συλλογικό όργανο.
30
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του τέταρτου αυτού λόγου που αφορά το αν συμβιβάζεται το σύστημα των εξουσιοδοτήσεων με την αρχή της συλλογικότητας, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι η εν λόγω αρχή απορρέει από το άρθρο 17 της Συνθήκης Συγχωνεύσεως, κατά το οποίο « η Επιτροπή αποφασίζει με την πλειοψηφία του αριθμού των μελών που προβλέπεται στο άρθρο 10. Η Επιτροπή συνεδριάζει εγκύρως, όταν είναι παρόντα όσα μέλη απαιτούνται από τον κανονισμό της ». Η αρχή της συλλογικότητας που καθιερώνεται με τον τρόπο αυτό βασίζεται στην ισότητα των μελών της Επιτροπής κατά τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεως και συνεπάγεται, ιδίως, αφενός, ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από κοινού, αφετέρου, ότι όλα τα μέλη του συλλογικού οργάνου είναι συλλογικά υπεύθυνα, στο πολιτικό επίπεδο, για όλες τις θεσπιζόμενες αποφάσεις.
31
Εν συνεχεία πρέπει να περιγραφούν, ειδικά υπό το πρίσμα του συστήματος των εξουσιοδοτήσεων, τα μέτρα που θέσπισε η Επιτροπή προκειμένου να αποφευχθεί ο κανόνας της λήψεως αποφάσεως κατά τη συνεδρίαση να επιφέρει παράλυση του συλλογικού οργάνου.
32
Πρώτον, στις 23 Ιουλίου 1975, η Επιτροπή εισήγαγε στον προσωρινό κανονισμό της εσωτερικού χαρακτήρα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 5 ) ένα νέο άρθρο 27 σύμφωνα με το οποίο « δύναται, με την προϋπόθεση ότι η αρχή της συλλογικής ευθύνης θα παραμείνει άθικτη, να εξουσιοδοτεί τα μέλη της να λαμβάνουν εξ ονόματος της και υπό τον έλεγχο της μέτρα διαχειρίσεως ή διοικήσεως σαφώς καθορισμένα ».
33
Δεύτερον, κατά την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή καθόρισε με εσωτερική απόφαση τις αρχές και τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων παρέχονται εξουσιοδοτήσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η απόφαση αυτή έθεσε ορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κατά τη λήψη αποφάσεων κατόπιν εξουσιοδοτήσεως τηρείται η αρχή της συλλογικότητας. 'Ετσι, οι αποφάσεις εξουσιοδοτήσεως λαμβάνονται σε συνεδρίαση της Επιτροπής και οι εξουσιοδοτήσεις παρέχονται μόνο σε ορισμένα πρόσωπα και για ορισμένες κατηγορίες πράξεων τρέχουσας διαχειρίσεως ή διοικήσεως. Εξάλλου, το εξουσιοδοτούμενο πρόσωπο μπορεί να αποφασίσει μόνο σε περίπτωση συμφωνίας όλων των ενδιαφερομένων υπηρεσιών και αφού βεβαιωθεί ότι η απόφαση δεν πρέπει, για οποιοδήποτε λόγο, να ληφθεί συλλογικά. Τέλος, όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν εξουσιοδοτήσεως διαβιβάζονται ήδη την επομένη της θεσπίσεως τους σε όλα τα μέλη της Επιτροπής και σε όλες τις υπηρεσίες.
34
Τρίτον, στον ιδιαίτερο τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, το επιφορτισμένο με θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής έλαβε, με έγγραφο της 5ης Νοεμβρίου 1980, την εξουσία να λαμβάνει εξ ονόματος της Επιτροπής ορισμένα διαδικαστικά μέτρα που προβλέπονται από τον κανονισμό 17/62. Μπορεί να αποφασίζει μόνο του να κινεί τη διαδικασία, να ζητεί πληροφορίες από τις επιχειρήσεις και, τέλος, να επιτάσσει σε μια επιχείρηση να υποβληθεί σε έλεγχο βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62.
35
Όσον αφορά το αν συμβιβάζεται το εν λόγω σύστημα προς την αρχή της συλλογικό-τητας, πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε τελευταία, στην απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1984 (VBVB και VBBB κατά Επιτροπής, 43 και 63/82, Συλλογή σ. 19), ότι η Επιτροπή μπορεί, εντός ορισμένων ορίων και με ορισμένες προϋποθέσεις, να εξουσιοδοτεί τα μέλη της να λαμβάνουν ορισμένες αποφάσεις εξ ονόματος της, χωρίς εντούτοις να θίγεται η αρχή της συλλογικότητας που διέπει τη λειτουργία της. Δύο σκέψεις αποτελούν τη βάση της πάγιας αυτής νομολογίας.
36
Αφενός, αυτό το σύστημα εξουσιοδοτήσεως δεν έχει ως αποτέλεσμα να μεταβιβάζει στο εξουσιοδοτημένο μέλος αυτοτελή εξουσία, στερώντας την Επιτροπή από τις εν λόγω αρμοδιότητες της. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν εξουσιοδοτήσεως λαμβάνοντας, εξ ονόματος της Επιτροπής η οποία αναλαμβάνει σχετικώς την πλήρη ευθύνη και μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως υπό τους ίδιους όρους, όπως σαν να είχαν ληφθεί συλλογικώς. Εξάλλου, η Επιτροπή θέσπισε συστήματα με τα οποία μπορούν να επιφυλάσσονται στο συλλογικό όργανο ορισμένα μέτρα που είναι δυνατό να ληφθούν κατόπιν εξουσιοδοτήσεως. Τέλος, η Επιτροπή κράτησε την ευχέρεια να επανεξετάζει τις αποφάσεις εξουσιοδοτήσεως.
37
Αφετέρου, αυτό το σύστημα εξουσιοδοτήσεως, το οποίο περιορίζεται σε καθορισμένες κατηγορίες πράξεων διοικήσεως και διαχειρίσεως, γεγονός που αποκλείει εξ ορισμού τις αποφάσεις αρχής, φαίνεται αναγκαίο, αν ληφθεί υπόψη η σημαντική αύξηση του αριθμού των πράξεων αποφασιστικού χαρακτήρα που η Επιτροπή καλείται να λάβει, προκειμένου να μπορεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά της. Η ανάγκη να εξασφαλιστεί η ικανότητα λειτουργίας του αποφασιστικού οργάνου αντιστοιχεί σε μια αρχή που είναι συμφυής σε κάθε θεσμικό σύστημα και διατυπώνεται ιδιαίτερα στο άρθρο 16 της Συνθήκης Συγχωνεύσεως, σύμφωνα με το οποίο « η Επιτροπή θεσπίζει τον κανονισμό της προς διασφάλιση της λειτουργίας της και της λειτουργίας των υπηρεσιών της ».
38
Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, μια απόφαση που επιτάσσει σε μια επιχείρηση να υποβληθεί σε έλεγχο οφείλει να θεωρηθεί, ως μέτρο διεξαγωγής έρευνας, σαν απλή απόφαση διαχειρίσεως. Αυτό ισχύει ακόμη και αν οι επιχειρήσεις αντιτίθενται στον έλεγχο. Πράγματι, η αρμοδιότητα που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62 εφαρμόζεται κατ' ουσία ακριβώς όταν η Επιτροπή αναμένει ότι οι επιχειρήσεις δεν θα υποβληθούν οικειοθελώς σε έλεγχο.
39
Όσον αφορά το επιχείρημα που βασίζεται στη μη δημοσίευση της απόφασης εξουσιοδοτήσεως, πρέπει να τονιστεί ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου και της απαραίτητης διαφάνειας των διοικητικών αποφάσεων επιβάλλουν ασφαλώς τη δημοσίευση εκ μέρους της Επιτροπής των αποφάσεων εξουσιοδοτήσεως, σαν εσωτερικών κανόνων, όπως η απόφαση της 23ης Ιουλίου 1975, που διαγράφουν το γενικό πλαίσιο των εν λόγω αποφάσεων. Πάντως, η μη δημοσίευση της αποφάσεως εξουσιοδοτήσεως του επιφορτισμένου με θέματα ανταγωνισμού μέλους της Επιτροπής δεν είχε ως αποτέλεσμα να στερηθούν οι προσφεύγουσες από τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την νομιμότητα είτε της εν λόγω αποφάσεως είτε της αποφάσεως που ελήφθη δυνάμει της εξουσιοδοτήσεως που παρασχέθηκε.
40
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να θεωρηθεί ότι η απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 1980, η οποία εξουσιοδοτεί το επιφορτισμένο με τα θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής να λάβει, εξ ονόματος και υπ' ευθύνη της Επιτροπής, απόφαση βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62, επιτάσσοντας στις επιχειρήσεις να υποβληθούν σε ελέγχους, δεν θίγει την αρχή της συλλογικότητας που εμπεριέχεται στο άρθρο 17 της Συνθήκης Συγχωνεύσεως.
41
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού που αναφέρεται στην καταχρηστική χρήση της εξουσιοδότησης που έγινε εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι η έλλειψη συμφωνίας εκ μέρους των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων με τους αναγγελθέντες ελέγχους δεν αποτελεί λόγο για τον οποίο θα έπρεπε το υπεύθυνο για θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής να ζητήσει τη θέσπιση της πράξεως συλλογικώς. Εξ ορισμού, όπως ήδη τονίστηκε, οι αποφάσεις που επιτάσσουν ελέγχους βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17/62 λαμβάνονται, όταν η Επιτροπή αναμένει ότι οι επιχειρήσεις δεν θα υποβληθούν οικειοθελώς στον έλεγχο, για οποιοδήποτε λόγο εξάλλου και αν συμβαίνει αυτό.
42
Επομένως, το επιφορτισμένο με τα θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής εγκύρως έλαβε εξ ονόματος της Επιτροπής την προσβαλλόμενη απόφαση.
43
Ενόψει των πιο πάνω σκέψεων, πρέπει να συναχθεί ότι οι λόγοι που προέβαλαν οι προσφεύγουσες στο δικόγραφό τους δεν είναι βάσιμοι και ότι η προσφυγή πρέπει συνεπώς να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
44
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Everting
Joliet
Galmot
Schockweiler
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Σεπτεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
U. Everting
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy