ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 9/85 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1. Κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς
Για να εξασφαλιστεί η απορρόφηση των πλεονασμάτων γάλακτος εντός της Κοινότητας, ο κανονισμός 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ), προβλέπει στο άρθρο 10 τη χορήγηση ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο γάλα που παράγεται στην Κοινότητα και χρησιμοποιείται για τη διατροφή των ζώων.
Όταν διαπιστώθηκε ότι το αποκορυφωμένο γάλα χρησιμοποιόταν παραδοσιακά για τη διατροφή των μόσχων, ο κοινοτικός νομοθέτης αποφάσισε το 1977 να δημιουργήσει ιδιαίτερο κίνητρο για τη χρησιμοποίηση του γάλακτος αυτού για τη διατροφή άλλων ζώων, ιδίως χοίρων. Το καθεστώς ενισχύσεων, που ίσχυε από το 1968, έλαβε έτσι δυαδικό χαρακτήρα υπό την έννοια ότι η χρησιμοποίηση του αποκορυφωμένου γάλακτος για τη διατροφή των μόσχων συνέχισε να παρέχει δικαίωμα επί της καταβολής της ενισχύσεως, ενώ μια υψηλότερη ενίσχυση, αποκαλούμενη « ειδική ενίσχυση », καθιερώθηκε για τη χρησιμοποίηση του γάλακτος αυτού για τη διατροφή άλλων ζώων.
Ο δυαδικός χαρακτήρας του καθεστώτος των ενισχύσεων, όπως ίσχυε από το 1977, εξέθετε το σύστημα στον κίνδυνο καταχρήσεων, ιδίως στις αποκαλούμενες μικτές εκμεταλλεύσεις, δηλαδή εκείνες στις οποίες εκτρέφονται συγχρόνως μόσχοι και άλλα ζώα. Οι οικείοι κτηνοτρόφοι θα μπορούσαν πράγματι να επιχειρήσουν να προμηθεύονται αποκορυφωμένο γάλα υπό τις ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες της ειδικής ενισχύσεως και να το χρησιμοποιούν για την εκτροφή μόσχων. Για την αποτροπή του κινδύνου αυτού, η Επιτροπή εισήγαγε σύστημα ελέγχου του οποίου καθόρισε τις λεπτομέρειες εφαρμογής με τον κανονισμό 2793/77, της 15ης Δεκεμβρίου 1977, περί των λεπτομερειών εφαρμογής ειδικής ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή ζώων πλην των νεαρών μόσχων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 202).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 2793/77, η ειδική ενίσχυση χορηγείται σε γαλακτοκομείο μόνο για τις ποσότητες αποκορυφωμένου γάλακτος που καλύπτονται από υποχρέωση που ανέλαβε ο κτηνοτρόφος. Το οικείο γαλακτοκομείο πρέπει σχετικά να προσκομίσει έγγραφο βάσει του οποίου ο κτηνοτρόφος αναλαμβάνει την υποχρέωση να τηρήσει τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 4 του κανονισμού. Όσον αφορά τις μικτές εκμεταλλεύσεις, το άρθρο 4 περιλαμβάνει στην παράγραφο 1, στοιχείο γ), την υποχρέωση για τον κτηνοτρόφο:
« —
να απευθύνει στο γαλακτοκομείο αυτό ... μία κατάσταση του ζωικού του κεφαλαίου κατά τη στιγμή της αιτήσεως για παράδοση,
—
να δηλώνει στο γαλακτοκομείο, πριν από την αρχή κάθε ημερολογιακού τριμήνου, τον ανώτατο αριθμό μόσχων κάτω των τεσσάρων μηνών, οι οποίοι θα παραμείνουν στην εκμετάλλευση κατά το τρίμηνο αυτό· ο κτηνοτρόφος δύναται να αντικαταστήσει την υποχρέωση αυτή με την υποχρέωση να κάνει αυτή τη δήλωση πριν από την αρχή κάθε μηνός για τον εν λόγω μήνα ( για τον οικείο μήνα ),
—
να παραλαμβάνει για κάθε μόσχο (για καθέναν από τους μόσχους ) των οποίων ο αριθμός είναι καθορισμένος σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγουμένης περιπτώσεως, μια ελαχίστη ποσότητα αποκορυφωμένου γάλακτος, που δεν απολαύει της ειδικής ενισχύσεως, ίσης προς 6 χγρ. γάλακτος την ημέρα ή 180 χγρ. το μήνα ».
Το εν λόγω άρθρο 4 συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 188/83 της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 1983 (ΕΕ L 25, σ. 14), ο οποίος προσέθεσε μια τρίτη παράγραφο που προβλέπει ότι το ποσό της ειδικής ενισχύσεως μειώνεται κατά 10 ο/ο για την οικεία περίοδο « σε περίπτωση που οι δηλώσεις στο γαλακτοκομείο σχετικά με την κατάσταση του ζωικού κεφαλαίου ή τον ανώτατο αριθμό των νεαρών μόσχων γίνονται με καθυστέρηση και αν η καθυστέρηη δεν ξεπερνά τις 10ημέρες» [άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού 188/83 ].
Από το άρθρο 5 του κανονισμού 2793/77 προκύπτει τέλος ότι η αίτηση καταβολής της ειδικής ενισχύσεως απευθύνεται από το γαλακτοκομείο στην αρμόδια εθνική αρχή. Ως άμεσος αποδέκτης της ενισχύσεως αυτής, το γαλακτοκομείο πρέπει επιπλέον να προσκομίζει, κατά την υποβολή τέτοιας αιτήσεως, δήλωση που πιστοποιεί ότι « παραιτείται της ειδικής ενισχύσεως ή θα την αποδώσει, κατά περίπτωση, ακέραια ή εν μέρει στην αρμόδια αρχή, σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί ότι ο κτηνοτρόφος δεν τήρησε μια από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4» [ παράγραφος 3, στοιχείο β ) ].
2. Ιστορικό της διαφοράς
Η διαφορά στην κύρια δίκη φέρει αντιμέτωπη την επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων Nordbutter GmbH & Co., που επώλησε αποκορυφωμένο γάλα σε μειωμένες τιμές σε ιδιοκτήτες γερμανικών μικτών εκμεταλλεύσεων και που έλαβε για το λόγο αυτό ειδικές ενισχύσεις, προς την Bundesarat für Ernährung und Forstwirtschaft ( Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής και Δασοπονίας). Κατά τη διάρκεια ελέγχων που διενεργήθηκαν σε ορισμένες μικτές εκμεταλλεύσεις, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διατροφής και Δασοπονίας διαπίστωσαν ότι, κατά τα έτη 1980-1981, ορισμένοι κτηνοτρόφοι δεν είχαν τηρήσει πλήρως τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το ανωτέρω άρθρο 4 του κανονισμού 2793/77. Από τη δικογραφία προκύπτει σχετικά ότι διάφοροι κτηνοτρόφοι προέβησαν στις αναγκαίες δηλώσεις σχετικά με την κατάσταση του ζωικού τους κεφαλαίου με καθυστέρηση 12 ή και 13ημερών επιπλέον, άλλοι κτηνοτρόφοι δήλωσαν λιγότερους νεαρούς μόσχους από αυτούς που πράγματι κατείχαν κατά την εν λόγω περίοδο, με σκοπό να μειώσουν αντίστοιχα την υποχρέωση τους να αγοράσουν συμπληρωματικές ποσότητες αποκορυφωμένου γάλακτος σε μη μειωμένες τιμές.
Κατόπιν των ελέγχων αυτών, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία ζήτησε την απόδοση του συνόλου των ειδικών ενισχύσεων που είχε λάβει η επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων Nordbutter κατά την εν λόγω περίοδο για τις παραδόσεις αποκορυφωμένου γάλακτος στους οικείους κτηνοτρόφους. Η εταιρία Nordbutter προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν, υποστηρίζοντας ότι η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία στηρίχθηκε κατά τους διενεργηθέντες ελέγχους σε εσφαλμένο τρόπο υπολογισμού: διαπίστωσε απλώς το συνολικό αριθμό νεαρών μόσχων που παρέμειναν στην εκμετάλλευση κατά την εν λόγω περίοδο, χωρίς να λάβει υπόψη ότι εν τω μεταξύ απομακρύνθηκαν ορισμένοι μόσχοι που είχαν φθάσει το όριο ηλικίας των τεσσάρων μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2793/77. Αντίθετα, για να καθορίσει ορθά τον ανώτατο αριθμό μόσχων κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία έπρεπε καταρχάς να διαπιστώσει τον ανώτατο αριθμό νέων μόσχων για κάθε ημέρα της οικείας περιόδου. Στη συνέχεια, έπρεπε να θεωρήσει ως « ανώτατο αριθμό » τον αριθμό νέων μόσχων που υπήρχαν στην οικεία εκμετάλλευση την ημέρα κατά την οποία ο αριθμός αυτός ήταν ο υψηλότερος.
Η εταιρία Nordbutter προέβαλε επιπλέον κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ήταν δυσανάλογη η απαίτηση επιστροφής του συνόλου των ειδικών ενισχύσεων ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένοι κτηνοτρόφοι δεν τήρησαν τη δεκαήμερη προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2793/77, διότι η προθεσμία αυτή είναι απλώς διαδικαστική.
Τέλος, όσον αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένοι κτηνοτρόφοι δήλωσαν αριθμό νεαρών μόσχων κατώτερο από τον πραγματικό, η εταιρία Nordbutter υποστήριξε ότι η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία έπρεπε επίσης να απαιτήσει τη μερική επιστροφή των ενισχύσεων, ιδίως στο μέτρο που αυτές είχαν καταβληθεί βάσει εσφαλμένων στοιχείων.
3. Προδικαανικά ερωτήματα
Κρίνοντας ότι η διαφορά δημιουργούσε πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν, με Διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 1984, ζήτησε από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να απαντήσει στα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος “ ανώτατος αριθμός” στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2793/77 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ ειδ.έκδ. 03/019, σ. 202);
2)
Η ρύθμιση του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2793/77, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΟΚ) 188/83 της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 1983 ( ΕΕ L 25 της 27.1.1983 ), συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η ενίσχυση, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, δεν χορηγείται απλώς και μόνο επειδή οι δηλώσεις σχετικά με το ζωικό κεφάλαιο ή με τον ανώτατο αριθμό των νεαρών μόσχων γίνονται στο γαλακτοκομείο με καθυστέρηση πλέον των 10ημερών;
3)
Συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας η άρνηση χορηγήσεως της συνολικής ενίσχυσης ή η απαίτηση αποδόσεως της σε περίπτωση που ο κτηνοτρόφος έδωσε λανθασμένα στοιχεία, με αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της ειδικής ενισχύσεως βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), τρίτη περίπτωση, λιγότεροι μόσχοι από ό,τι πράγματι υπήρχαν, ή δεν χορηγείται η ειδική ενίσχυση μόνο στο μέτρο της διαφοράς μεταξύ του ποσού που θα έπρεπε να καταβληθεί βάσει του πραγματικού ζωικού κεφαλαίου και του ποσού που πραγματικά καταβλήθηκε;
4)
Εναπόκειται στην κρίση της αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΟΚ) 2793/77, να αρνηθεί πλήρως η μερικώς τη χορήγηση της ειδικής ενίσχυσης ή να απαιτήσει την απόδοση της;
5)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 4, κάτω από ποιες συνθήκες και σε ποια έκταση επιβάλλεται η μερική μόνο μη χορήγηση ειδικών ενισχύσεων ή η επιστροφή τους; »
Στη Διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο εξηγεί καταρχάς ότι συνάντησε ορισμένες δυσκολίες να συναγάγει από τον όρο « ανώτατος αριθμός » τη σημασία που συνάδει περισσότερο προς την έννοια και το σκοπό της σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως. Η εφαρμογή στην οποία προέβη η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία ( « ανώτατος αριθμός » ίσον « συνολικός αριθμός») σημαίνει κατ' ανάγκη, κατά την άποψη του εθνικού δικαστηρίου, ότι οι κτηνοτρόφοι είναι υποχρεωμένοι να αγοράζουν περισσότερο αποκορυφωμένο γάλα σε μη μειωμένες τιμές απ' όσο πράγματι χρειάζονται για τη διατροφή των ζώων τους, διότι είναι έτσι υποχρεωμένοι να αγοράζουν επίσης γάλα για μόσχους που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί ή που έχουν ήδη πωληθεί. Το εθνικό δικαστήριο διερωτάται σχετικά αν τέτοια συνέπεια ανταποκρίνεται προς το στόχο του κανονισμού 2793/77.
Πάντως, η ερμηνεία που προτείνει η εταιρία Nordbutter ( « ανώτατος αριθμός » ίσον«ο μεγαλύτερος αριθμός μόσχων κατά την ημέρα μιας περιόδου κατά την οποία ο αριθμός αυτός είναι ο υψηλότερος » ) συνεπάγεται ανισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ, αφενός, των κτηνοτρόφων που κατέχουν, κατά την οικεία περίοδο, διαρκώς τον ίδιο αριθμό νεαρών μόσχων και, αφετέρου, των κτηνοτρόφων που κατέχουν μόσχους των οποίων ο « ανώτατος αριθμός » υπάρχει, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, επί λίγες μόνο ημέρες· διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι κτηνοτρόφοι πρέπει επίσης να αγοράσουν περισσότερο αποκορυφωμένο γάλα σε μη μειωμένες τιμές απ' όσο πράγματι χρειάζονται για τη διατροφή του ζωικού τους κεφαλαίου.
Υπό το φως των σκέψεων αυτών, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται μήπως η εν λόγω έννοια μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να σημαίνει μάλλον το « μέσο αριθμό » νεαρών μόσχων, δηλαδή τον αριθμό που προκύπτει από το συνολικό αριθμό των μόσχων που παραμένουν στην εκμετάλλευση κατά την οικεία περίοδο διαιρούμενο διά του αριθμού των ημερών της περιόδου αυτής.
Όσον αφορά το οεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο εκφράζει τις αμφιβολίες του ως προς το αν η καθυστερημένη υποβολή των δηλώσεων κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2793/77 μπορεί να δικαιολογήσει την υποχρέωση επιστροφής του συνόλου των χορηγηθεισών ενισχύσεων. Το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται σχετικά στην απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1979 (Atalanta, 240/78, Rec. σ. 2137 ), σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως ενισχύσεων, η αθέτηση παρεπόμενης υποχρεώσεως δεν μπορεί να τιμωρείται με την ίδια αυστηρότητα όπως η παράβαση κύριας υποχρεώσεως. Κατά την άποψη του εθνικού δικαστηρίου, πρόκειται στην παρούσα περίπτωση για τέτοια παρεπόμενη υποχρέωση, δεδομένου ότι η εν λόγω δεκαήμερη προθεσμία είναι καθαρά διαδικαστική.
Όσον αφορά το τέταρτο και πέμπτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η καθής στην κύρια δίκη, δεν υπάρχει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας περίπτωση στην οποία απαιτήθηκε μερική μόνο επιστροφή των ενισχύσεων. Το εθνικό δικαστήριο φρονεί ότι, κατά τον τρόπο αυτό, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής και Δασοπονίας δεν εξαντλεί τις δυνατότητες που της παρέχει το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο β), του κανονισμού 2793/77, διάταξη σύμφωνα με την οποία οι καταβληθείσες ενισχύσεις μπορούν να επιστραφούν ολικά ή μερικά. Πάντως, αν από την εν λόγω διάταξη συνάγεται περιθώριο εκτιμήσεως της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας να ζητεί την ολική ή μερική επιστροφή της ειδικής ενισχύσεως, πρέπει να εξεταστεί σύμφωνα με ποια κριτήρια πρέπει να διενεργείται η σχετική επιλογή.
4. Διαδικασ'ια
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Ιανουαρίου 1985.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής και Δασοπονίας εξ ονόματος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθής στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη προς το σκοπό αυτό από την G. Siebert, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους D. Boos και Ρ. Karpenstein.
Με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1985, η οποία ελήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρώτο τμήμα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε εντούτοις την καθής στην κύρια δίκη να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις· αυτή ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
II — Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Επί του πρώτου ερωτήματος
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής και Δασοπονίας, καθής στην κύρια δίκη, εκθέτει προκαταρκτικά ότι αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, δεν διαπίστωσε απλώς τον « ανώτατο αριθμό » νεαρών μόσχων που παρέμεναν στις εκμεταλλεύσεις κατά τις οικείες περιόδους χωρίς να λάβει υπόψη τις ενδεχόμενες απομακρύνσεις μόσχων. Προσπάθηκε αντίθετα να καθορίσει σε ποιο χρονικό σημείο μιας περιόδου παρέμενε συγχρόνως στην εκμετάλλευση ο μεγαλύτερος αριθμός νεαρών μόσχων. Κατά την άποψη της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας, κάθε άλλη ερμηνεία της έννοιας « ανώτατος αριθμός » είναι αντίθετη προς το ίδιο το κείμενο του κανονισμού 2793/77.
Στο ίδιο πλαίσιο ιδεών, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προβάλλει ότι η εν λόγω έννοια εμφαίνει τον ανώτατο αριθμό μόσχων που παραμένουν σε εκμετάλλευση σε ένα οποιοδήποτε χρονικό σημείο μιας περιόδου κατά την οποία υποβάλλονται δηλώσεις. Αν αντίθετα ο κοινοτικός νομοθέτης είχε τη βούληση να εισαγάγει ως κριτήριο το « συνολικό αριθμό » ή το « μέσο αριθμό », θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις ίδιες αυτές έννοιες, οι οποίες θα ήταν άλλωστε σαφέστατες. Επιπλέον, η ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή ανταποκρίνεται προς το στόχο του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 2793/77. Πράγματι, για να είναι δυνατό να επαληθευθεί αν οι κτηνοτρόφοι τηρούν τη σχετική υποχρέωση τους, είναι αναγκαίο να είναι γνωστός ο ακριβής αριθμός νεαρών μόσχων που παραμένουν σε μικτή εκμετάλλευση ένα οποιοδήποτε χρονικό σημείο.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία, καθής στην κύρια δίκη, υπενθυμίζει ότι η προθεσμία των δέκα ημερών καθορίστηκε ακριβώς το 1983 με σκοπό να αποφευχθεί η άκαμπτη εφαρμογή του εν λόγω συστήματος ενισχύσεων. Με άλλους λόγους, η αρχή της αναλογικότητας βρήκε ήδη εφαρμογή ιδίως με την εισαγωγή συμπληρωματικής προθεσμίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί υπερβολική η ολική απώλεια της ενισχύσεως κατά την εκπνοή τέτοιας συμπληρωματικής προθεσμίας. Όσον αφορά την υποβολή ψευδών δηλώσεων, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία επισημαίνει ότι αυτή μπορεί να οδηγήσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στην απαίτηση μερικής επιστροφής ενισχύσεων στο μέτρο που οι ενισχύσεις αυτές είχαν χορηγηθεί βάσει ανακριβών στοιχείων στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρέπει εντούτοις να είναι βέβαιο ότι οι δηλώσεις υποβλήθηκαν εγκαίρως.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η αρχή της αναλογικότητας δεν εμποδίζει τις αρμόδιες εθνικές αρχές να απαιτούν την ολική επιστροφή ενισχύσεων όταν οι δηλώσεις υποβάλλονται καθυστερημένα ή είναι ψευδείς. Προς υποστήριξη της απόψεως αυτής, η Επιτροπή αναφέρει καταρχάς ότι η εν λόγω προθεσμία αποτελεί ουσιώδη συνιστώσα του συστήματος των ενισχύσεων: υπάρχει πράγματι αιτιώδης σχέση μεταξύ της τηρήσεως της προθεσμίας αυτής και της δυνατότητας να επαληθευθεί αν οι ελάχιστες ποσότητες που οι κτηνοτρόφοι είναι υποχρεωμένοι να αγοράζουν σε μη μειωμένες τιμές υπολογίστηκαν ορθά. Εφόσον λοιπόν η τήρηση της προθεσμίας έχει θεμελιώδη σημασία για την ορθή λειτουργία του συστήματος των ενισχύσεων, δεν είναι δυσανάλογο να μη χορηγείται, σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας, το σύνολο της ενισχύσεως. Όσον αφορά την προσκόμιση ψευδών δηλώσεων, η Επιτροπή προβάλλει ότι η απώλεια του συνόλου των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από το σύστημα των ενισχύσεων είναι επίσης ικανή να εγγυηθεί την απρόσκοπτη λειτουργία του: πράγματι, μόνο τέτοια κύρωση είναι ικανή να παρακινήσει τους κτηνοτρόφους να προσκομίζουν μόνο ακριβή στοιχεία, ιδίως όσον αφορά τον ανώτατο αριθμό νεαρών μόσχων.
Επί του τέταρτου και του πέμπτου ερωτήματος
Όσον αφορά τα ερωτήματα αυτά, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής και Δασοπονίας και η Επιτροπή συμμερίζονται την άποψη ότι η έκφραση « ακεραια ή εν μέρει », που περιλαμβάνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο β), του κανονισμού 2793/77, δεν αφήνει περιθώριο εκτιμήσεως στις αρμόδιες εθνικές αρχές για να προβαίνουν ενδεχομένως σε διαφορετική μεταχείριση των παραβάσεων που διαπιστώνουν. Αντίθετα, η έκφραση αυτή σημαίνει μόνο ότι, παρά την ύπαρξη ενιαίας αιτήσεως της επιχειρήσεως γαλακτοκομικών προϊόντων για τη χορήγηση ενισχύσεως, υπάρχει υποχρέωση επιστροφής μόνο για τη διαπιστωθείσα παράβαση. Αν, παραδείγματος χάρη, ένας κτηνοτρόφος δεν τήρησε μια από τις υποχρεώσεις του, η επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων οφείλει κατά συνέπεια να επιστρέψει την ενίσχυση μόνον εν μέρει, δηλαδή μόνο όσον αφορά τον κτηνοτρόφο που δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του κατά την οικεία περίοδο.
Τ. Koopmans
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 8ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 9/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Nordbutter GmbH & Co. KG, Rendsburg,
και
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από την Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 2793/77 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1977, περί των λεπτομερειών εφαρμογής ειδικής ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων πλην των νεαρών μόσχων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 202),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενος από τους R. Joliét, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και Τ. Koopmans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν:
—
η καθής στην κύρια δίκη, μέσω της Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft, εκπροσωπούμενης από την G. Siebert κατά την έγγραφη διαδικασία και από τον Μ. Bergemann κατά την προφορική διαδικασία,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους D. Boos και Ρ. Karpenstein κατά την έγγραφη διαδικασία και από τον D. Boos κατά την προφορική διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 6ης Φεβρουαρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Μαΐου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με Διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 1984, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Ιανουαρίου 1985, το Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος των άρθρων 4 και 5 του κανονισμού 2793/77 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1977, περί των λεπτομερειών εφαρμογής ειδικής ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων πλην των νεαρών μόσχων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 202), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 188/83 της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 1983, που επέφερε δωδέκατη τροποποίηση στον κανονισμό 2793/77 ( ΕΕ L 25, σ. 14 ).
2
Αντικείμενο της διαφοράς στην κύρια δίκη είναι η απαίτηση επιστροφής ορισμένων ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί σε επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων, την εταιρία Nordbutter, ως ειδικές ενισχύσεις για το αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων πλην των νεαρών μόσχων. Αυτή την απαίτηση επιστροφής των ενισχύσεων προέβαλε ο γερμανικός οργανισμός παρεμβάσεως, η Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής και Δασοπονίας ). Η εν λόγω υπηρεσία διαπίστωσε, κατά τη διάρκεια ελέγχων που διενήργησε σε εκτροφείς γαλακτοφόρων αγελάδων με τους οποίους η επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων είχε συνάψει συμβάσεις παραδόσεως αποκορυφωμένου γάλακτος για το οποίο χορηγούνταν η ειδική ενίσχυση, ότι ορισμένοι από τους εκτροφείς αυτούς δεν είχαν τηρήσει τις προϋποθέσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως.
3
Η ειδική ενίσχυση χορηγείται σε επιχειρήσεις γαλακτοκομικών προϊόντων οι οποίες πωλούν, σε ορισμένη ανώτατη τιμή, αποκορυφωμένο γάλα σε κτηνοτρόφους οι οποίοι το χρησιμοποιούν για τη διατροφή των ζώων πλην των νεαρών μόσχων. Για να αποφευχθεί η πιθανότητα να προμηθεύονται οι κτηνοτρόφοι το αποκορυφωμένο γάλα υπό τους ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους της ειδικής ενισχύσεως και να το χρησιμοποιούν για την εκτροφή μόσχων, εισήχθη ένα σύστημα ελέγχου που αφορά ιδίως τις μικτές εκμεταλλεύσεις, δηλαδή εκείνες στις οποίες εκτρέφονται συγχρόνως μόσχοι και άλλα ζώα. Έτσι, το άρθρο 3 του κανονισμού 2793/77 της Επιτροπής, που αφορά τις λεπτομέρειες του συστήματος ελέγχου, προβλέπει ότι η ειδική ενίσχυση χορηγείται σε επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων μόνο για τις ποσότητες αποκορυφωμένου γάλακτος ως προς τις οποίες ο κτηνοτρόφος αναλαμβάνει την υποχρέωση να τηρήσει τις προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 του κανονισμού.
4
Όσον αφορά τις μικτές εκμεταλλεύσεις, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), επιβάλλει την υποχρέωση στον κτηνοτρόφο να απευθύνει στην επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων κατάσταση του ζωικού του κεφαλαίου κατά το χρονικό σημείο της αιτήσεως παραδόσεως, να δηλώνει στην επιχείρηση, πριν από την έναρξη κάθε ημερολογιακού τριμήνου, «τον ανώτατο αριθμό μόσχων κάτω των τεσσάρων μηνών οι οποίοι θα παραμείνουν στην εκμετάλλευση κατά το τρίμηνο αυτό» και να παραλαμβάνει για καθέναν από τους μόσχους, των οποίων ο αριθμός καθορίζεται κατά τον τρόπο αυτό, μια ελάχιστη ποσότητα αποκορυφωμένου γάλακτος που δεν απολαύει της ειδικής ενισχύσεως, ίση προς έξι χιλιόγραμμα την ημέρα ή 180 χιλιόγραμμα το μήνα. Η παράγραφος 3 του άρθρου 4, που εισήχθη με τον κανονισμό 188/83, προσθέτει ότι το ποσό της ειδικής ενισχύσεως μειώνεται κατά 10 ο/ο για την οικεία περίοδο « σε περίπτωση που οι δηλώσεις στο γαλακτοκομείο σχετικά με την κατάσταση του ζωικού κεφαλαίου ή τον ανώτατο αριθμό των νεαρών μοσχαριών γίνονται με καθυστέρηση και αν η καθυστέρηση δεν ξεπερνά τις 10ημέρες ».
5
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της αρμόδιας ομοσπονδιακής υπηρεσίας, διάφοροι κτηνοτρόφοι προέβησαν σε δηλώσεις σχετικά με την κατάσταση του ζωικού τους κεφαλαίου με καθυστέρηση δώδεκα ή και δεκατριών ημερών, ενώ άλλοι κτηνοτρόφοι δήλωσαν λιγότερους νεαρούς μόσχους από αυτούς που πράγματι παρέμειναν στην εκμετάλλευση τους κατά την υπό εξέταση περίοδο.
6
Η εταιρία Nordbutter προσέβαλε την πράξη με την οποία η γερμανική διοίκηση απαιτούσε την επιστροφή του συνόλου των ειδικών ενισχύσεων που έλαβε η εταιρία κατά την επίμαχη περίοδο για τις παραδόσεις αποκορυφωμένου γάλακτος στους κτηνοτρόφους. Η εταιρία προβάλλει, αφενός, ότι είναι δυσανάλογη η απαίτηση επιστροφής του συνόλου των ειδικών ενισχύσεων, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι κτηνοτρόφοι δεν τήρησαν τη δεκαήμερη προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2793/77. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι ο τρόπος κατά τον οποίο ο οργανισμός παρεμβάσεως υπολογίζει τον « ανώτατο αριθμό μόσχων κάτω των τεσσάρων μηνών », κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του εν λόγω κανονισμού, είναι εσφαλμένος: δεν πρόκειται απλώς για το συνολικό αριθμό νεαρών μόσχων που παραμένουν στην εκμετάλλευση κατά την οικεία περίοδο, αλλά για τον αριθμό των νεαρών μόσχων την ημέρα της οικείας περιόδου κατά την οποία ο αριθμός αυτός είναι ο υψηλότερος.
7
Για την επίλυση των προβλημάτων αυτών, το Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν που επελήφθη της διαφοράς υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος “ ανώτατος αριθμός ” στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), δεύτερη περίπτωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2793/77 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1977 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 202);
2)
Η ρύθμιση του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2793/77, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΟΚ) 188/83 της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 1983 (ΕΕ L 25 της27.1.1983 ), συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η ενίσχυση, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, δεν χορηγείται απλώς και μόνο επειδή οι δηλώσεις σχετικά με το ζωικό κεφάλαιο ή με τον ανώτατο αριθμό των νεαρών μόσχων γίνονται στο γαλακτοκομείο με καθυστέρηση πλέον των 10ημερών;
3)
Συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας η άρνηση χορηγήσεως της συνολικής ενίσχυσης ή η απαίτηση αποδόσεως της σε περίπτωση που ο κτηνοτρόφος έδωσε λανθασμένα στοιχεία, με αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της ειδικής ενισχύσεως βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), τρίτη περίπτωση, λιγότεροι μόσχοι από ό,τι πράγματι υπήρχαν, ή δεν χορηγείται η ειδική ενίσχυση μόνο στο μέτρο της διαφοράς μεταξύ του ποσού που θα έπρεπε να καταβληθεί βάσει του πραγματικού ζωικού κεφαλαίου και του ποσού που πραγματικά καταβλήθηκε;
4)
Εναπόκειται στην κρίση της αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο β ), του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2793/77, να αρνηθεί πλήρως ή μερικώς τη χορήγηση της ειδικής ενίσχυσης ή να απαιτήσει την απόδοση της;
5)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 4, κάτω από ποιες συνθήκες και σε ποια έκταση επιβάλλεται η μερική μόνο μη χορήγηση ειδικών ενισχύσεων ή η επιστροφή τους; »
Επί του πρώτου ερωτήματος
8
Εκθέτοντας τους λόγους που το οδήγησαν στην υποβολή του ερωτήματος αυτού, το εθνικό δικαστήριο εκφράζει το φόβο μήπως η γραμματική ερμηνεία του όρου « ανώτατος αριθμός» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), φέρει σε μειονεκτική θέση τις επιχειρήσεις στις οποίες ο ανώτατος αριθμός επιτυγχάνεται μόνο λίγες ημέρες κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου. Οι επιχειρήσεις αυτές θα έπρεπε πράγματι να αγοράσουν πολύ περισσότερο αποκορυφωμένο γάλα για το οποίο δεν χορηγείται ειδική ενίσχυση από τις ποσότητες που πράγματι είναι αναγκαίες για τη διατροφή των μόσχων.
9
Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι η δήλωση του ανώτατου αριθμού μόσχων κατά τη διάρκεια τρίμηνης περιόδου εντάσσεται στις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους κτηνοτρόφους για να αποτραπεί η διάθεση του αποκορυφωμένου γάλακτος που αποκτήθηκε υπό ευνοϊκούς όρους για σκοπούς διαφορετικούς από τους προβλεπόμενους και ιδίως για τη διατροφή νεαρών μόσχων. Δεδομένου ότι είναι αδύνατο να καθοριστεί σε μία μικτή εκμετάλλευση αν το αποκορυφωμένο γάλα που χορηγήθηκε από επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων χρησιμοποιήθηκε πράγματι για τη διατροφή άλλων ζώων και όχι νεαρών μόσχων, ο κανονισμός 2793/77 εισήγαγε ένα σύστημα κατ' αποκοπή μειώσεως. Το σύστημα αυτό στηρίζεται στο τεκμήριο ότι η ποσότητα αποκορυφωμένου γάλακτος που δεν καταναλίσκεται από άλλα ζώα πλην των νεαρών μόσχων αντιστοιχεί προς το γινόμενο πολλαπλασιασμού που είναι συνάρτηση επαλη-θεύσιμων στοιχείων (αριθμός των ημερών του τριμήνου, σταθερή ποσότητα χιλιόγραμμων ανά ημέρα, αριθμός μόσχων ίσος με τον « ανώτατο αριθμό μόσχων... που παραμένουν στην εκμετάλλευση » κατά τη διάρκεια του οικείου τριμήνου ).
10
Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στον « ανώτατο αριθμό » και όχι στο συνολικό αριθμό ή στο μέσο αριθμό νεαρών μόσχων επιτρέπει μόνο την ερμηνεία ότι καθοριστικός είναι ο ανώτατος αριθμός μόσχων που βρίσκονται στην οικεία εκμετάλλευση σε τυχόν χρονικό σημείο της τρίμηνης περιόδου. Μόνο η ερμηνεία αυτή επιτρέπει πράγματι στις αρμόδιες υπηρεσίες να ελέγχουν κατά τρόπο σχετικά απλό αν οι κτηνοτρόφοι τήρησαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν.
11
Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού 2793/77 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η έκφραση « ανώτατος αριθμός μόσχων κάτω των τεσσάρων μηνών οι οποίοι θα παραμείνουν στην εκμετάλλευση κατά το τρίμηνο αυτό » αναφέρεται στον υψηλότερο αριθμό μόσχων που βρίσκονται στην οικεία εκμετάλλευση μια ορισμένη ημέρα της τρίμηνης περιόδου.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
12
Σύμφωνα με τη Διάταξη περί παραπομπής, με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα ζητείται ερμηνεία του κοινοτικού γεωργικού δικαίου ανταποκρινόμενη προς την αρχή της αναλογικότητας. Το παραπέμπον δικαστήριο αναγνωρίζει ότι μετά την τροποποίηση που επήλθε με τον κανονισμό 188/83, η ενίσχυση δεν επιστρέφεται ολοσχερώς αλλά μειώνεται απλώς κατά 10 ο/ο αν η καθυστέρηση κατά την υποβολή των δηλώσεων δεν υπερβαίνει τις δέκα ημέρες. Πάντως, είναι δύσκολο να γίνουν αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους το δικαίωμα λήψεως της ειδικής ενισχύσεως πρέπει να απολεσθεί ολοσχερώς μετά την παρέλευση πλέον των δέκα ημερών.
13
Το εθνικό δικαστήριο διερωτάται περαιτέρω γιατί η ανακριβής δήλωση σχετικά με τον αριθμό των νεαρών μόσχων πρέπει να συνεπάγεται την απώλεια του συνολικού δικαιώματος λήψεως ειδικής ενισχύσεως. Όταν ο περιλαμβανόμενος στη δήλωση αριθμός νεαρών μόσχων είναι κατώτερος από τον αριθμό των μόσχων που βρίσκονται πράγματι στην εκμετάλλευση, η αρχή της αναλογικότητας οδηγεί μάλλον στη μείωση του ποσού της ενισχύσεως κατά τη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ποσού που πράγματι καταβλήθηκε και, αφετέρου, του ποσού που έπρεπε να καταβληθεί βάσει του πράγματι διαθέσιμου ζωικού κεφαλαίου.
14
Η Επιτροπή προβάλλει σχετικά ότι η τήρηση των προθεσμιών και η ακρίβεια των υποβαλλόμενων δηλώσεων αποτελούν ουσιώδη στοιχεία του εν λόγω συστήματος ενισχύσεων, δεδομένου ότι εξασφαλίζουν τη δυνατότητα του ελέγχου αν οι μειώσεις που πραγματοποιούνται βάσει του διαθέσιμου αριθμού νεαρών μόσχων έχουν υπολογιστεί ορθά. Σε περίπτωση υποβολής ανακριβών δηλώσεων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μόνο η ολική απώλεια των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τη ρύθμιση περί ενισχύσεων είναι ικανή να εξασφαλίσει την καλή λειτουργία του συστήματος αυτού, δεδομένου ότι καμία άλλη κύρωση δεν μπορεί να παρακινήσει τους κτηνοτρόφους να υποβάλλουν ακριβή στοιχεία, ιδίως όσον αφορά τον ανώτατο αριθμό νεαρών μόσχων.
15
Πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί σχετικά ότι οι κοινοτικοί κανονισμοί προβλέπουν ήδη από το 1968 τη χορήγηση ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα που χρησιμοποιείται για τη διατροφή των ζώων, με σκοπό ιδίως την απορρόφηση των κοινοτικών πλεονασμάτων γάλακτος. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την κτηθείσα πείρα, το αποκορυφωμένο γάλα χρησιμοποιείται παραδοσιακά για τη διατροφή των μόσχων, οι κοινοτικοί κανονισμοί εισήγαγαν το 1977 ένα ειδικό κίνητρο για τη χρήση του αποκορυφωμένου γάλακτος για τη διατροφή άλλων ζώων, ιδίως των χοίρων. Αυτός ο δυαδικός χαρακτήρας εκθέτει έτσι το σύστημα ενισχύσεων, ιδίως στις μικτές εκμεταλλεύσεις, στον κίνδυνο εκτροπής από το σκοπό του.
16
Κατά συνέπεια, χωρίς έναν ασφαλή και απλό μηχανισμό ελέγχου, το σύστημα ενισχύσεων δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει περαιτέρω. Η λειτουργία του συστήματος αυτού θα διακυβευόταν πράγματι αν οι κτηνοτρόφοι δεν παρακινούνταν να τηρούν πλήρως τις υποχρεώσεις τους, ιδίως όσον αφορά την ακρίβεια των δηλώσεών τους και τις προθεσμίες εντός των οποίων υποβάλλονται οι δηλώσεις αυτές.
17
Όσον αφορά τις προθεσμίες, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο ίδιος ο κανονισμός προβλέπει ότι υπέρβαση των προθεσμιών κατά δέκα ημέρες ή λιγότερο δεν συνεπάγεται την ολική απώλεια του ευεργετήματος της ειδικής ενισχύσεως. Κατά τον τρόπο αυτό, η κοινοτική ρύθμιση λαμβάνει υπόψη το σημαντικό μειονέκτημα που θα προέκυπτε από την ολική απώλεια του ευεργετήματος της ενισχύσεως σε περίπτωση μικρής υπερβάσεως των τασσόμενων προθεσμιών. Πράγματι, στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 188/83 αναφέρεται ότι η αυστηρή εφαρμογή των προθεσμιών σε περίπτωση ελαφράς υπερβάσεως θα μπορούσε να οδηγήσει στην ολική απώλεια της ενισχύσεως και ότι πρέπει « να προβλεφθεί μείωση της ενισχύσεως σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της μη τηρήσεως » των εν λόγω υποχρεώσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν απόκειται στο δικαστή να κρίνει αν τα νομοθετικά όργανα της Κοινότητας έπρεπε να θεωρήσουν ως « ελαφρά υπέρβαση » την υπέρβαση των προθεσμιών κατά 12 ή 13ημέρες και όχι κατά 10ημέρες.
18
Στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι η ολική απώλεια της ειδικής ενισχύσεως σε περίπτωση ανακριβών δηλώσεων επί του αριθμού των μόσχων που παραμένουν σε μικτή εκμετάλλευση ή σε περίπτωση υπερβάσεως της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 2793/77 μεγαλύτερης των 10ημερών δεν αντίκειται προς τις απαιτήσεις που επιβάλλει η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
Επί του τέταρτου και του πέμπτου ερωτήματος
19
Το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο β ), του κανονισμού 2793/77. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, κάθε αίτηση καταβολής της ειδικής ενισχύσεως που απευθύνεται από την επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων στην αρμόδια αρχή συνοδεύεται από δήλωση στην οποία πιστοποιείται μεταξύ άλλων ότι η επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων παραιτείται της ειδικής ενισχύσεως ή θα την αποδώσει, κατά περίπτωση, « ακέραια ή εν μέρει » στην αρμόδια αρχή σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί ότι ο κτηνοτρόφος δεν τήρησε μια από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού.
20
Το εθνικό δικαστήριο ερωτά μεταξύ άλλων αν απόκειται στη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας αρχής να απαιτήσει την ολική ή μερική επιστροφή της ενισχύσεως. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, το εθνικό δικαστήριο ερωτά υπό ποιες συνθήκες μπορεί να απαιτηθεί η μερική επιστροφή της ενισχύσεως.
21
Πρέπει να ϋπομνησθεί σχετικά ότι, στα πλαίσια του συστήματος ειδικής ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων πλην των νεαρών μόσχων, δικαίωμα λήψεως της ενισχύσεως δεν έχουν ατομικά οι κτηνοτρόφοι αλλά η επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων. Η υποχρέωση επιστροφής συνδέεται εντούτοις με τη μη τήρηση υποχρεώσεως που ανέλαβε ένας κτηνοτρόφος. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι υποβάλλεται ενιαία αίτηση από την επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων δεν μπορεί, σε περίπτωση μη τηρήσεως των υποχρεώσεων που ανέλαβε ένας κτηνοτρόφος ατομικά, να συνεπάγεται την ολική απώλεια της ενισχύσεως, παρά το ότι αυτή αφορά και άλλους κτηνοτρόφους. Επομένως, η επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων είναι υποχρεωμένη να επιστρέψει μόνο τα ποσά που αντιστοιχούν στη μη τηρηθείσα υποχρέωση, ενώ η αίτηση εξακολουθεί να ισχύει όσον αφορά τις τηρηθείσες υποχρεώσεις.
22
Στο τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι η « μερική » επιστροφή της ειδικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο β), του κανονισμού 2793/77 ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η αίτηση ενισχύσεως που υπέβαλε η επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων αναφέρεται σε δηλώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων που υπέβαλαν περισσότεροι κτηνοτρόφοι, από τους οποίους ορισμένοι μόνον τήρησαν τις υποχρεώσεις τους.
Επί των δικαστικών εξόδων
23
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό επαναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν με Διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 1984, αποφαίνεται:
1)
Η έκφραση « ανώτατος αριθμός μόσχων κάτω των τεσσάρων μηνών οι οποίοι θα παραμείνουν στην εκμετάλλευση κατά το τρίμηνο αυτό » που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού 2793/77 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1977 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 202 ), αναφέρεται στον υψηλότερο αριθμό μόσχων που βρίσκονται στην οικεία εκμετάλλευση μια ορισμένη ημέρα της τρίμηνης περιόδου.
2)
Η ολική απώλεια της ειδικής ενισχύσεως σε περίπτωση ανακριβών δηλώσεων επί του αριθμού των μόσχων που παραμένουν σε μικτή εκμετάλλευση ή σε περίπτωση υπερβάσεως της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 2793/77 μεγαλύτερης των 10ημερών δεν αντίκειται προς τις απαιτήσεις που επιβάλλει η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
3)
Η μερική επιστροφή της ειδικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο β ), του κανονισμού 2793/77 αφορά την περίπτωση κατά την οποία η αίτηση ενισχύσεως που υπέβαλε η επιχείρηση γαλακτομικών προϊόντων αναφέρεται σε δηλώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων που υπέβαλαν περισσότεροι κτηνοτρόφοι, από τους οποίους ορισμένοι μόνον τήρησαν τις υποχρεώσεις τους.
Joliét
Bosco
Koopmans
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Οκτωβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
R. Joliét
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy