ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 20ής Μαρτίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 17/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Guido Berardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιριών ορισμένων μορφών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 17 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, U. Everling και R. Joliét, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Y. Galmot, και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: Ρ. Heim
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Φεβρουαρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Ιανουαρίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιριών ορισμένων μορφών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 17 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω Συνθήκη.
2
Η προαναφερθείσα τέταρτη οδηγία του Συμβουλίου, στηριζόμενη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ ), της Συνθήκης, θέσπισε μέτρα συντονισμού των εθνικών διατάξεων που αφορούν τη διάρθρωση και το περιεχόμενο των ετήσιων λογαριασμών, των ετήσιων εκθέσεων, των μεθόδων αποτιμήσεως, καθώς και τη δημοσίευση των εγγράφων αυτών, ιδίως όσον αφορά την ανώνυμη εταιρία και την εταιρία περιορισμένης ευθύνης. Η αναγκαιότητα και ο επείγων χαρακτήρας του συντονισμού επιβαλλόταν, όπως διευκρινίζεται με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, από το γεγονός ότι οι δραστηριότητες των εταιριών αυτών επεκτείνονται συχνά πέρα από τα όρια του εθνικού τους εδάφους και παρέχουν ως μόνη εγγύηση έναντι των τρίτων την εταιρική τους περιουσία.
3
Το άρθρο 55 της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία εντός προθεσμίας δύο ετών από την κοινοποίηση της και ενημερώνουν αμέσως περί αυτού την Επιτροπή. Δεδομένου ότι η οδηγία κοινοποιήθηκε στις 31 Ιουλίου 1978, η σχετική προθεσμία έληξε δύο έτη αργότερα.
4
Μη έχοντας λάβει καμία σχετική πληροφορία εκ μέρους της ιταλικής κυβερνήσεως, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169. Οι ιταλικές αρχές δεν απάντησαν ούτε στο έγγραφο οχλήσεως της 19ης Οκτωβρίου 1982 ούτε στην αιτιολογημένη γνώμη της 14ης Ιουνίου 1984. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή άσκησε στις 22 Ιανουαρίου 1985 την προκειμένη προσφυγή λόγω παραβάσεως.
5
Η ιταλική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι δεν εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις της, παρατηρεί όμως ότι πρόκειται για ένα περίπλοκο ζήτημα που συνεπάγεται τροποποίηση του ιταλικού αστικού κώδικα. Ισχυρίζεται ότι ένα σχέδιο διατάξεων νομοθετικού περιεχομένου περί εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο μελέτης, ευελπιστεί δε ότι το σχέδιο αυτό θα καταστεί δυνατό να ψηφιστεί εντός εύλογου χρόνου. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η ιταλική κυβέρνηση διευκρίνισε ότι δεν απείχε πολύ η ημερομηνία ψηφίσεως του, αλλ' ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με βεβαιότητα το χρόνο της οριστικής επίλυσης του ζητήματος.
6
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής τους έννομης τάξης για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που ορίζουν οι κοινοτικές οδηγίες.
7
Όπως προκύπτει από τις προηγηθείσες σκέψεις, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας ούτε γνωστοποιώντας εντός των προθεσμιών που της είχαν ταχθεί τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιριών ορισμένων μορφών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
8
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας ούτε γνωστοποιώντας εντός των προθεσμιών που της είχαν ταχθεί τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιριών ορισμένων μορφών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2 )
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Koopmans
Everling
Joliét
Bosco
Galmot
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Μαρτίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy