ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 21/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Το Μάιο του 1981η επιχείρηση Maas, στην οποία είχε κατακυρωθεί, στο πλαίσιο του κανονισμού 588/81 της Επιτροπής, της 4ης Μαρτίου 1981, περί της παραδόσεως μαλακού σίτου στην Αιθιοπία βάσει της επισιτιστικής βοήθειας (ΕΕ L 60, σ. 19), η μεταφορά 5000 τόνων μαλακού σίτου από τα αποθέματα του καθού στην κύρια δίκη, φόρτωσε το εμπόρευμα στα πλοία Polanica και Vingaren, δύο πλοία που ανήκουν στην ανώτερη κατηγορία των μητρώων κατατάξεως, τα οποία όμως έχουν αμφότερα ηλικία άνω των 15 ετών.
Η φόρτωση στο Polanica τελείωσε στις 5 Μαΐου 1981 και στο Vingaren στις 6 Μαΐου 1981.
Το Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung ( Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Οργανώσεως Γεωργικών Αγορών ) έκρινε εντούτοις ότι η εγγύηση την οποία είχε συστήσει η επιχείρηση Maas κατέπεσε, επειδή η εν λόγω επιχείρηση δεν είχε τηρήσει την προθεσμία φορτώσεως ( 1 έως 30 Απριλίου 1981 ) η οποία προβλεπόταν από τον κανονισμό 588/81 και είχε επιπλέον χρησιμοποιήσει πολύ παλαιά πλοία και επομένως δεν είχε τηρήσει τους όρους παραδόσεως από τους οποίους το άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1974/80 εξαρτά την αποδέσμευση της εγγύησης, η οποία συνιστάται κατά την υποβολή της προσφοράς.
To Verwaltungsgericht Frankfurt, ενώπιον του οποίου η επιχείρηση Maas άσκησε προσφυγή, αμφιβάλλει σχετικά με το αν αυτή η απόφαση συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, ιδίως επειδή έκρινε ότι σύμφωνα με τη ρύθμιση που προβλέπεται από το άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1974/80, ο μειοδότης που παραδίδει για παράδειγμα μόνο τη μισή από την κατακυρω-θείσα ποσότητα χάνει μόνο τη μισή εγγύηση, ενώ ο μειοδότης που παραδίδει όλη την κατα-κυρωθείσα ποσότητα χάνει εντούτοις όλη την εγγύηση, εφόσον δεν έχει τηρήσει έναν όρο σχετικά με την προθεσμία φορτώσεως ή με την ηλικία του πλοίου, και αυτό ανεξάρτητα από τη βαρύτητα της παράβασης.
Κατόπιν αυτού, το εθνικό δικαστήριο ανέβαλε με Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1984 την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
« Συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας το άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1974/80 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1980, περί γενικών μέτρων εφαρμογής για την εκτέλεση ορισμένων ενεργειών επισιτιστικής βοήθειας με τη μορφή σιτηρών και ορύζης ( Ε Ε ειδ. έκδ. 03/033, σ. 162), καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η εγγύηση που συνιστάται βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού καταπίπτει πλήρως, αν
πρώτη περίπτωση:
ο μειοδότης παραβεί την υποχρέωση που υπέχει δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, στοιχείο δ), και πραγματοποιήσει τη μεταφορά με πλοία τα οποία ανήκουν μεν στην ανώτερη κατηγορία των αναγνωρισμένων μητρώων κατατάξεως, αλλά εντούτοις έχουν ηλικία μεγαλύτερη των 15 ετών;
δεύτερη περίπτωση:
ο μειοδότης παραβεί την υποχρέωση του περί φορτώσεως του εμπορεύματος εντός ορισμένης προθεσμίας [εν προκειμένω της προθεσμίας που προβλέπεται από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 588/81 της Επιτροπής, της 4ης Μαρτίου 1981, παράρτημα Α, περίπτωση 16: ΕΕ L 60, της 6. 3. 1981 ], φορτώνοντας το εμπόρευμα πέντε έωςέξι ημέρες αργότερα; »
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιανουαρίου 1985.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Arnaldo Squillante, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, Kat η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Dierk Booss.
Μετά από έκθεση του εισηγητή δικαστή και ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Το Δικαστήριο κάλεσε πάντως την Επιτροπή να απαντήσει σε ορισμένα ερωτήματα, η οποία και το έπραξε με έγγραφο της 15ης Ιανουαρίου 1986.
Με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1985 η οποία ελήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρώτο τμήμα.
II — Οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1974/80, οι όροι αποδεσμεύσεως της εγγύησης συμπίπτουν με τους όρους πληρωμής και ότι η πληρωμή, και επομένως και η αποδέσμευση της εγγύησης, πραγματοποιούνται αφού ο μειοδότης εκτελέσει τις υποχρεώσεις του δεόντως, δηλαδή σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό περί προκηρύξεως του διαγωνισμού, εν προκειμένω στον κανονισμό 588/81, καθώς και υπό την προϋπόθεση ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχεία β ), γ ), δ ) και ε ), του κανονισμού 1974/80. Δυνάμει μιας γενικής αρχής του ενοχικού δικαίου, η πλημμελής εκπλήρωση της παροχής δικαιολογεί την άρνηση εκπληρώσεως της αντιπαροχής, εκτός εάν η μη εκπλήρωση έχει μικρή μόνο σημασία για τον αντισυμβαλλόμενο. Δεδομένου ότι εν προκειμένω οι μη τηρηθείσες υποχρεώσεις προβλέπονται ειδικώς και επιβάλλονται από τους αναφερθέντες κανονισμούς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η μη τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεων συνιστά μεγάλης βαρύτητας μη εκπλήρωση υποχρεώσεως.
Κατά την άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως, σ' αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται καθόλου για το πρόβλημα της αναλογικότητας μιας κύρωσης, αλλά μάλλον για το εύλογο των υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί στο μειοδότη. Πράγματι, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η επιτυχής περάτωση της επιχείρησης, δηλαδή η άφιξη του εμπορεύματος στον τόπο προορισμού του, αλλά η επίπτωση της τήρησης των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει ο μειοδότης επί της ορθής εκτελέσεως.
Από αυτό προκύπτει ότι αν η μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών συνιστά μεγάλης βαρύτητας μη εκπλήρωση, η εγγύηση πρέπει να καταπέσει.
Το παράλογο αυτής της αυστηρότητας του συστήματος, η οποία προκύπτει από την κατά λέξη ερμηνεία, είναι εν πάση περιπτώσει προφανές, δεδομένου ότι πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν οι εν λόγω υποχρεώσεις, όπως έχουν καθοριστεί, είναι εύλογες, εφόσον ληφθεί υπόψη ότι η ηλικία του πλοίου δεν φαίνεται να μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο, σε περίπτωση που η κατάσταση του εν λόγω πλοίου είναι τόσο καλή ώστε να ανήκει στην ανώτερη κατηγορία κατατάξεως και ότι η τήρηση της προθεσμίας δεν μπορεί να εξασφαλίσει ότι το εμπόρευμα θα φτάσει στον αποδέκτη σε ορισμένο χρόνο. Ο καθορισμός τόσο αυστηρών όρων διαγωνισμού δεν συμβιβάζεται κυρίως με την αρχή που εξαγγέλλεται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2750/75 του Συμβουλίου, σύμφωνα με το οποίο « οι όροι στην προκήρυξη του διαγωνισμού πρέπει να εγγυώνται ισότητα συμμετοχής και μεταχειρίσεως σε κάθε ενδιαφερόμενο ανεξαρτήτως του τόπου εγκαταστάσεως του εντός της Κοινότητος ». Όμως είναι παγκοίνως γνωστό ότι οι λιμένες της Μεσογείου δεν προσφέρουν, όσον αφορά τα μέσα μεταφοράς και τις προθεσμίες φορτώσεως, τις ίδιες δυνατότητες επιλογής όπως οι λιμένες της Βόρειας Ευρώπης. Επομένως, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος να εξακολουθήσουν να ισχύουν τέτοιοι αυστηροί μεν, πλην όμως παράλογοι, όροι.
Η ιταλική κυβέρνηση προτείνει επομένως να δοθεί ως απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα ότι η μη τήρηση της υποχρέωσης χρησιμοποίησης πλοίου που έχει ηλικία κάτω των 15 ετών και η μη τήρηση της υποχρέωσης φορτώσεως του εμπορεύματος εντός ορισμένης προθεσμίας δεν μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο στην καταβολή του ποσού της προσφοράς και στην απόδοση της εγγύησης.
Η Επιτροπή αναφέρεται στις παρατηρήσεις της στη διάκριση στην οποία έχει προβεί η νομολογία του Δικαστηρίου μεταξύ της παραβάσεως κυρίων υποχρεώσεων, η τήρηση των οποίων έχει θεμελιώδη σημασία για την καλή λειτουργία ενός κοινοτικού συστήματος, και της παραβάσεως δευτερευουσών υποχρεώσεων.
Στην πρώτη περίπτωση, η κατάπτωση της εγγύησης δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, ακόμη και αν πρόκειται για ασήμαντη παράβαση. Όμως και οι δύο υποχρεώσεις για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα περίπτωση αποτελούν κύριες υποχρεώσεις. Η προθεσμία φορτώσεως καθορίζει πράγματι τους όρους του διαγωνισμού εξίσου όπως και τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα Α του κανονισμού 588/81 και είναι απαραίτητη για το διαγωνισμό.
Η τήρηση της προθεσμίας αυτής είναι εξάλλου σημαντική για την εξασφάλιση της κανονικής παράδοσης των εμπορευμάτων στο πλαίσιο της επισιτιστικής βοήθειας. Πράγματι, δεν μπορεί να επιτραπεί απόκλιση χωρίς η προκύπτουσα καθυστέρηση να έχει συνέπειες στην ημερομηνία αφίξεως στον τόπο προορισμού του εμπορεύματος.
Επιπλέον, αν επιτρεπόταν απόκλιση, θα παραβιαζόταν η αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των ενδιαφερομένων για το διαγωνισμό, δεδομένου ότι αυτοί που ήδη εκ των προτέρων θα σχεδίαζαν να μην τηρήσουν την προθεσμία φορτώσεως θα μπορούσαν να επιτύχουν πιο ευνοϊκούς όρους από αυτούς που θα είχαν την πρόθεση να την τηρήσουν και θα μπορούσαν επομένως να υποβάλουν συμφερότερες προσφορές από ό,τι αυτοί οι τελευταίοι.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, πρέπει τέλος να διευκρινιστεί ότι, εν αντιθέσει προς την άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου, η κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει διαφορετική μεταχείριση για το μειοδότη ο οποίος παραδίδει μόνο ένα μέρος του εμπορεύματος. Ο εν λόγω μειοδότης χάνει επίσης ολόκληρη την εγγύηση που έχει συστήσει, εκτός αν ένα μέρος της ποσότητας δεν παραδόθηκε εξαιτίας του αποδέκτη ή ακόμη αν οι ποσότητες που δεν παραδόθηκαν δεν ξεπερνούν ένα όριο ανοχής 2 °/ο επί του βάρους που πρέπει να παραδοθεί.
Όσον αφορά τον όρο της ηλικίας του πλοίου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα πλοία που έχουν ηλικία άνω των 15 ετών συνεπάγονται μεγαλύτερο κίνδυνο, όπως επιβεβαιώνεται και από τα υψηλότερα ασφάλιστρα που απαιτούν εν γένει οι ασφαλιστές για τα πλοία αυτά και από την πρακτική ορισμένων κρατών της Μέσης Ανατολής, που υποβάλλουν τα εν λόγω πλοία σε αυστηρότερους ελέγχους όταν πλέουν στα ύδατα τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία τους. Στην περίπτωση αυτή επίσης, αν γινόταν δεκτή η δυνατότητα μη τηρήσεως των όρων αυτών, θα παραβιαζόταν η αρχή της ίσης μεταχείρισης, δεδομένου ότι θα ευνοούνταν όσοι θα υπολόγιζαν να χρησιμοποιήσουν παλαιότερα και επομένως φτηνότερα πλοία, οι οποίοι θα μπορούσαν με τον τρόπο αυτό να υποβάλουν συμφερότερες προσφορές.
Τέλος, η Επιτροπή αναφέρει ότι η άδεια χρησιμοποιήσεως πλοίων που έχουν ηλικία άνω των 15 ετών, την οποία παρέχει ο κανονισμός 75/84 στους μειοδότες για την επισιτιστική βοήθεια για το Λεσόθο, αποτελεί απλώς εξαίρεση που προβλέφθηκε για μια συγκεκριμένη περίπτωση και η οποία δικαιολογούνταν από την ανάγκη καθορισμού λιγότερο αυστηρών όρων για μια μεταφορά που ήταν πολύ πιο δύσκολη απ' ό,τι συνήθως, λόγω της γεωγραφικής θέσεως της χώρας αυτής, και επομένως λιγότερο ελκυστική για τους επιχειρηματίες.
III — Απαντήσεις της Επιτροπής στα ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο
Στην απάντηση της της 15ης Ιανουαρίου 1986 στα ερωτήματα που της είχε θέσει το Δικαστήριο, η Επιτροπή ανέφερε ότι, καθόσον γνώριζε, όλοι οι θαλάσσιοι ασφαλιστές των κρατών μελών απαιτούν συμπληρωματικό ασφάλιστρο για την ασφάλιση πλοίων που έχουν ηλικία άνω των 15 ετών. Επίσης ανέφερε ότι δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί επακριβώς η αύξηση του κινδύνου για ένα πλοίο που έχει υπερβεί την ηλικία αυτή, αλλ' ότι η πείρα δείχνει ότι σ' αυτά τα πλοία συμβαίνουν περισσότερα ατυχήματα. Εξάλλου ο πλοιοκτήτης που χρησιμοποιεί παλαιά πλοία δείχνει ήδη με αυτό τον τρόπο ότι δεν διαθέτει και άφθονα οικονομικά μέσα, πράγμα που επιτρέπει να υποτεθεί ότι θα περιορίσει επίσης τις αναγκαίες εργασίες συντηρήσεως του πλοίου και, επομένως, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυξάνει ο κίνδυνος της μεταφοράς.
Η Επιτροπή προσθέτει τέλος ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες της, τα πλοία που έχουν ηλικία άνω των 15 ετών υποβάλλουν σε αυστηρότερους ελέγχους ιδίως η Σαουδική Αραβία και η Ιορδανία.
G. Bosco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πρώτο τμήμα )
της 27ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 21/85,
η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
A. Maas & Co. NV, Αμβέρσα,
και
Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, Φραγκφούρτη,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1974/80 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1980, περί γενικών μέτρων εφαρμογής για την εκτέλεση ορισμένων ενεργειών επισιτιστικής βοήθειας με τη μορφή σιτηρών και ορύζης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/033, σ. 162 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, F. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, και G. Bosco, δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: C Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η επιχείρηση Α. Maas & Co. NV, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη κατά την προφορική διαδικασία από τον Kiwitz, δικηγόρο Duisburg,
—
η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Arnaldo Squillante, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Dierk Booss,
την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 13ης Μαρτίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1984, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιανουαρίου 1985, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του άρθρου 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1974/80 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1980, περί γενικών μέτρων εφαρμογής για την εκτέλεση ορισμένων ενεργειών επισιτιστικής βοήθειας με τη μορφή σιτηρών και ορύζης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/033, σ. 162 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου μεταξύ της επιχείρησης Α. Maas & Co. NV, Αμβέρσα, και του γερμανικού οργανισμού παρεμβάσεως Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Οργανώσεως Γεωργικών Αγορών) (στο εξής: BALM), Φραγκφούρτη.
3
Η επιχείρηση Maas, στην οποία είχε κατακυρωθεί, στο πλαίσιο του κανονισμού 588/81 της Επιτροπής, της 4ης Μαρτίου 1981, περί της παραδόσεως μαλακού σίτου στην Αιθιοπία βάσει της επισιτιστικής βοήθειας ( ΕΕ L 60, σ. 19), η μεταφορά 5000 τόνων μαλακού σίτου από αποθέματα του BALM, φόρτωσε το εμπόρευμα σε δύο παρτίδες, την 5η Μαΐου 1981 και την 6η Μαΐου 1981, σε δύο πλοία που ανήκαν στην ανώτερη κατηγορία των αναγνωρισμένων ναυτιλιακών μητρώων κατατάξεως, τα οποία όμως είχαν αμφότερα ηλικία άνω των 15 ετών. Η μεταφορά διεξήχθη χωρίς πρόβλημα έως τον προβλεπόμενο τόπο προορισμού.
4
Εντούτοις, το BALM έκρινε ότι η εγγύηση την οποία είχε συστήσει η επιχείρηση Maas σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1974/80 κατέπεσε, επειδή η μειοδοτήσασα εταιρία δεν είχε τηρήσει την προθεσμία φορτώσεως του εμπορεύματος που προβλεπόταν στο σημείο 16 του παραρτήματος Α του κανονισμού 588/81 (1—30 Απριλίου 1981 ) και ότι επιπλέον είχε χρησιμοποιήσει πλοία ηλικίας άνω των 15 ετών, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 4, παράγραφος 4, στοιχείο δ ), του κανονισμού 1974/80.
5
Πράγματι, ο οργανισμός παρεμβάσεως έκρινε ότι ο μειοδότης, κατά παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1974/80, δεν είχε εκπληρώσει «τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό περί ( προκηρύξεως του ) διαγωνισμού καθώς και ( ότι δεν είχε ) συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, υπό β ), γ ), δ ) και ε ) » του προαναφερθέντος κανονισμού 1974/80 και ότι επομένως δεν μπορούσε να εφαρμοστεί το άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει την αποδέσμευση της εγγύησης για τις ποσότητες που παραδόθηκαν « σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν αυτή την παράδοση ».
6
Το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, ενώπιον του οποίου η επιχείρηση Maas άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του BALM, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και με την προαναφερθείσα Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1984 υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
« Συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας το άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1974/80 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1980, περί γενικών μέτρων εφαρμογής για την εκτέλεση ορισμένων ενεργειών επισιτιστικής βοήθειας με τη μορφή σιτηρών και ορύζης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/033, σ. 162 ), καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η εγγύηση που συνιστάται βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού καταπίπτει πλήρως, αν
πρώτη περίπτωση:
ο μειοδότης παραβεί την υποχρέωση που υπέχει δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, στοιχείο δ ), και πραγματοποιήσει τη μεταφορά με πλοία τα οποία ανήκουν μεν στην ανώτερη κατηγορία των αναγνωρισμένων μητρώων κατατάξεως αλλά εντούτοις έχουν ηλικία μεγαλύτερη των 15 ετών;
δεύτερη περίπτωση:
ο μειοδότης παραβεί την υποχρέωση του περί φορτώσεως του εμπορεύματος εντός ορισμένης προθεσμίας [ εν προκειμένω της προθεσμίας που προβλέπεται από τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 588/81 της Επιτροπής, της 4ης Μαρτίου 1981, παράρτημα Α, περίπτωση 16: ΕΕ L 60 της 6. 3. 1981 ), φορτώνοντας το εμπόρευμα πέντε έως έξι ημέρες αργότερα; »
7
Η επιχείρηση Maas, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, ισχυρίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η μικρή καθυστέρηση κατά τη φόρτωση — την οποία εξάλλου απέδωσε σε λόγους ανωτέρας βίας — δεν είναι δυνατό να αποτελεί σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων του μειοδότη και ότι η χρησιμοποίηση πλοίων που έχουν ηλικία άνω των 15 ετών, αλλά τα οποία ανήκουν στην ανώτερη κατηγορία των ναυτιλιακών μητρώων κατατάξεως, δεν μπορεί να επιφέρει αύξηση του κινδύνου της μεταφοράς.
8
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις, θεωρεί ότι μια ερμηνεία των όρων του διαγωνισμού τόσο αυστηρή ώστε ακόμη και η πιο μικρή παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στο μειοδότη να συνιστά μεγάλης βαρύτητας μη εκτέλεση υποχρεώσεως, η οποία να δικαιολογεί την άρνηση εκπληρώσεως της αντιπαροχής, δεν είναι ορθή. Οι όροι αυτοί θα ήταν εξάλλου ασυμβίβαστοι κυρίως με την αρχή που εξαγγέλλεται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2750/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί καθορισμού των κριτηρίων συγκεντρώσεως των δημητριακών που προορίζονται για επισιτιστική βοήθεια ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 228 ), σύμφωνα με το οποίο « οι όροι στην προκήρυξη του διαγωνισμού πρέπει να εγγυώνται ισότητα συμμετοχής και μεταχειρίσεως σε κάθε ενδιαφερόμενο ανεξαρτήτως του τόπου εγκαταστάσεως του εντός της Κοινότητος ». Όμως, είναι παγκοίνως γνωστό ότι οι λιμένες της Μεσογείου δεν προσφέρουν, όσον αφορά τα μέσα μεταφοράς και τις προθεσμίες φορτώσεως, ίδιες δυνατότητες επιλογής όπως οι λιμένες της Βόρειας Ευρώπης.
9
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι υποχρεώσεις τις οποίες παρέβη ο μειοδότης είναι κύριες υποχρεώσεις, η τήρηση των οποίων έχει θεμελιώδη σημασία για την καλή λειτουργία του συστήματος της επισιτιστικής βοήθειας και ότι η πλήρης κατάπτωση της εγγύησης δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας. Αν η εγγύηση δεν κατέπιπτε σε αυτές τις περιπτώσεις, θα παραβιαζόταν επιπλέον η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όλων όσων υποβάλλουν προσφορές, δεδομένου ότι αυτοί που θα σχεδίαζαν εκ των προτέρων να μην τηρήσουν την προθεσμία φορτώσεως ή να χρησιμοποιήσουν πλοία παλαιότερα των 15 ετών θα μπορούσαν να υποβάλουν συμφερότερες προσφορές από ό,τι οι άλλοι.
10
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1974/80, η εγγύηση αποδεσμεύεται « για τον υπερθεματιστή για τις ποσότητες που παραδόθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του επιτρεπτού ορίου ανοχής 2 ο/ο που υπάρχει στο άρθρο 15, δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν αυτή την παράδοση και κατόπιν παρουσιάσεως του πρωτοτύπου του πιστοποιητικού αναλήψεως που αναφέρεται στο άρθρο 16, ή του επικυρωμένου αντιγράφου του ή, κατά περίπτωση, του πιστοποιητικού και των δικαιολογητικών που αναφέρονται στο άρθρο 16, παράγραφος 2 ».
11
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το παράρτημα Α του κανονισμού 588/81, πρόκειται για παράδοση cif και η εγγύηση έπρεπε επομένως να αποδεσμευτεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1974/80, κατόπιν παρουσιάσεως των εγγράφων που προβλέπονται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, που είναι τα ίδια έγγραφα των οποίων η προσκόμιση δικαιολογεί την πληρωμή του ποσού της προσφοράς κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο. Βάσει των εγγράφων αυτών το ποσό της προσφοράς καταβλήθηκε στη Maas από το BALM, το οποίο με τον τρόπο αυτό αναγνώρισε ότι η μετά την κατακύρωση συναφθείσα σύμβαση είχε εκτελεστεί κανονικώς.
12
Εντούτοις, το BALM έκρινε ότι η εγγύηση που είχε συσταθεί από τη Maas κατέπεσε λόγω του ότι η παράδοση δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1974/80 και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο παράρτημα του κανονισμού 588/81.
13
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις πρέπει να τηρούνται από το μειοδότη καθόσον συμβάλλουν — μαζί με τις άλλες υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό περί καθορισμού των γενικών όρων του διαγωνισμού και από τον κανονισμό περί προκηρύξεως του διαγωνισμού — στην ορθή εκτέλεση της συμβάσεως, εξασφαλίζοντας ότι η μεταφορά του εμπορεύματος προς το κράτος προορισμού θα πραγματοποιηθεί υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.
14
Το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main θέτει εντούτοις το ερώτημα, στη Διάταξη περί παραπομπής, εάν το άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1974/80 συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας καθόσον δεν επιτρέπει να προσαρμοστεί η κύρωση της κατάπτωσης της εγγύησης στο βαθμό της μη εκτελέσεως των προαναφερθεισών υποχρεώσεων ή στη βαρύτητα της παράβασης των εν λόγω υποχρεώσεων και επιφέρει, συνεπώς, την απώλεια όλης της εγγύησης για το μειοδότη ο οποίος παρέδωσε μεν όλη την κατακυρωθείσα ποσότητα, πραγματοποίησε όμως τη μεταφορά με πλοία ηλικίας άνω των 15 ετών και/ή υπερέβη την προβλεπόμενη για τη φόρτωση προθεσμία, ενώ ο μειοδότης ο οποίος, παρόλο ότι τηρεί τους άλλους όρους παραδόσεως, παραδίδει μόνο το μισό εμπόρευμα, χάνει μόνο τη μισή εγγύηση.
15
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξακριβωθεί, σύμφωνα με πάγια νομολογία ( αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Buitoni, 122/78, Slg. σ. 677 της 21ης Ιουνίου 1979, Atalanta, 240/78, Slg. σ. 2137 της 2ας Δεκεμβρίου 1982, RU-MI, 272/81, Συλλογή σ. 4167· της 23ης Φεβρουαρίου 1983, Fromançais, 66/82, Συλλογή σ. 395· της 17ης Μαΐου 1984, Denkavit, 15/83, Συλλογή σ. 2171), αν οι εν λόγω υποχρεώσεις στην παρούσα υπόθεση πρέπει να θεωρηθούν ως κύριες υποχρεώσεις, η τήρηση των οποίων έχει θεμελιώδη σημασία για την καλή λειτουργία ενός κοινοτικού συστήματος και η παράβαση των οποίων μπορεί να τιμωρηθεί με την πλήρη απώλεια της εγγύησης χωρίς αυτό να συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ή ως δευτερεύουσες υποχρεώσεις, για την παράβαση των οποίων δεν πρέπει να επιβληθούν εξίσου αυστηρές κυρώσεις με αυτές που επιβάλλονται για τη μη τήρηση κύριας υποχρεώσεως.
16
Όσον αφορά την υποχρέωση φορτώσεως του εμπορεύματος στη διάρκεια ορισμένης περιόδου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι πρόκειται για κύρια υποχρέωση, δεδομένου ότι η μη τήρηση της προθεσμίας φορτώσεως μπορεί να επηρεάσει ενδεχομένως σοβαρά την αποτελεσματικότητα της επισιτιστικής βοήθειας είτε λόγω του ότι τα τρόφιμα προς μεταφορά υπόκεινται σε ταχεία φθορά είτε λόγω γεγονότων που είναι δυνατόν να συμβούν μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής.
17
Εντούτοις, πρέπει να θεωρηθεί ότι στις θαλάσσιες μεταφορές μια καθυστέρηση μερικών ημερών στη φόρτωση του εμπορεύματος και στην αναχώρηση του πλοίου δεν μπορεί να εκληφθεί ως παράβαση της εν λόγω υποχρεώσεως.
18
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται η τήρηση της ημερομηνίας αφίξεως του πλοίου στο λιμένα προορισμού. Συνάγεται, επομένως, ότι μια μικρή υπέρβαση της προθεσμίας φορτώσεως δεν δικαιολογεί την κατάπτωση της εγγύησης, εφόσον δεν επηρεάζει την καλή λειτουργία του συστήματος της επισιτιστικής βοήθειας.
19
Όσον αφορά την υποχρέωση να χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά πλοία ηλικίας μικρότερης των 15 ετών, η Επιτροπή, επικαλούμενη τα ασφάλιστρα που λαμβάνουν οι ασφαλιστικές εταιρίες, τα οποία διαφέρουν ανάλογα με την ημερομηνία κατασκευής των πλοίων, υποστηρίζει ότι η εν προκειμένω πραγματοποιηθείσα μεταφορά με πλοία ηλικίας άνω των 15 ετών αποτελεί σοβαρή παράβαση των όρων του διαγωνισμού, η οποία αφ' εαυτής δικαιολογεί την πλήρη απώλεια της εγγύησης. Σχετικά με το σημείο αυτό, η Επιτροπή, μετά από αίτημα του Δικαστηρίου, προσκόμισε τους γενικούς όρους ασφαλίσεως των ασφαλιστών που είναι εγκατεστημένοι στα κράτη μέλη.
20
Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι τα ασφάλιστρα είναι τα ίδια τόσο για τα πλοία που έχουν ηλικία 15 έως 25 ετών και ανήκουν στην ανώτερη κατηγορία των αναγνωρισμένων ναυτιλιακών μητρώων κατατάξεως, εφόσον « πραγματοποιούν τακτικά δρομολόγια σε προκαθορισμένα ωράρια και μεταξύ προκαθορισμένων λιμένων, στους οποίους φορτώνουν και εκφορτώνουν, εξαιρέσει εν πάση περιπτώσει των ναυλωμένων πλοίων », δηλαδή εφόσον πρόκειται για πλοία γραμμής, όσο και για τα πλοία που έχουν ηλικία κάτω των 15 ετών.
21
Από αυτά πρέπει να συναχθεί ότι στην περίπτωση των πλοίων γραμμής δεν θεωρείται ότι αυξάνει ο κίνδυνος, λόγω του ότι τα πλοία αυτά υπόκεινται σε μια πιο κανονική και πιο φροντισμένη συντήρηση. Επομένως, η χρησιμοποίηση των πλοίων αυτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση υποχρεώσεως του μειοδότη και κατά συνέπεια δεν δικαιολογεί την απώλεια της εγγύησης.
22
Αντιθέτως, η μεταφορά με πλοία που έχουν ηλικία άνω των 15 ετών και δεν ανταποκρίνονται στους όρους που αναφέρθηκαν πιο πάνω καλύπτεται από τους ασφαλιστές μόνο με την καταβολή ασφαλίστρων που πρέπει να συμφωνηθούν για κάθε περίπτωση ιδιαιτέρως. Από τα πιο πάνω πρέπει να συναχθεί ότι οι όροι ασφαλίσεως είναι πιο αυστηροί για τα πλοία αυτά λόγω του αυξημένου κινδύνου ατυχήματος σε σχέση προς τα πλοία πιο πρόσφατης κατασκευής ή που εκτελούν δρομολόγια γραμμής. Στην περίπτωση που το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι εν προκειμένω η μεταφορά πραγματοποιήθηκε από πλοίο που δεν ανταποκρίνεται στους όρους από τους οποίους οι ασφαλιστές εξαρτούν την εξομοίωση των πλοίων που έχουν ηλικία άνω των 15 ετών προς αυτά που έχουν κατασκευαστεί πιο πρόσφατα, θα πρέπει δεχτεί ότι ο μειοδότης παρέβη υποχρέωση που υπείχε από τους κανονισμούς που διέπουν το διαγωνισμό.
23
Εν πάση περιπτώσει, η βαρύτητα της παράβασης αυτής πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με την όλη ρύθμιση που αφορά τους τρόπους παροχής της επισιτιστικής βοήθειας, ιδίως το άρθρο 14, στοιχείο β), του κανονισμού 1974/80, σύμφωνα με το οποίο ο μειοδότης γνωστοποιεί το συντομότερο δυνατό στον οργανισμό παρεμβάσεως τον επιφορτισμένο με την πληρωμή « το είδος του πλοίου, καθώς και τη σημαία του, την ημερομηνία φορτώσεως, την ημερομηνία αναχωρήσεως του πλοίου, την ημερομηνία προβλεπόμενης αφίξεως και πραγματικής αφίξεως στον προορισμό ».
24
Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο μειοδότης εξεπλήρωσε τις προαναφερθείσες υποχρεώσεις και ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως ήταν επομένως σε θέση να αντιδράσει στην επίμαχη παράβαση υποχρεώσεως αμφισβητώντας εγκαίρως την ανεπάρκεια των πλοίων που χρησιμοποίησε η Maas.
25
Προκειμένου να εκτιμηθεί η βαρύτητα της παράβασης που προσάπτεται στη Maas, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η υποχρέωση του μειοδότη να φορτώσει το εμπόρευμα σε πλοία ηλικίας κάτω των 15 ετών δεν προβλέπεται πλέον στον κανονισμό 75/84 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 1984, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 3406/83, περί παραδόσεως μαλακού σίτου στο Βασίλειο του Λεσόθο βάσει της επισιτιστικής βοήθειας ( ΕΕ L 10, σ. 37 ).
26
Από τη διάταξη αυτή μπορεί να συναχθεί ότι η υποχρέωση μεταφοράς των εμπορευμάτων που προορίζονται για επισιτιστική βοήθεια σε πλοία που έχουν ηλικία κάτω των 15 ετών, η οποία προβλεπόταν στους προηγούμενους κανονισμούς, δεν είχε κατά την εκτίμηση της Επιτροπής θεμελιώδη σημασία για την ορθή εκτέλεση της μεταφοράς.
27
Το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή, σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να παραιτηθεί από την απαίτηση αυτή, επειδή κανένας επιχειρηματίας δεν θα δεχόταν να πραγματοποιήσει τη μεταφορά μαλακού σίτου στο Λεσόθο υπό τους όρους που προβλέπονταν προηγουμένως, λόγω της δυσκολίας του ταξιδιού, δεν επιβεβαιώνεται από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 75/84, που περιορίζονται να αναφέρουν σχετικά ότι πρέπει « να καθοριστούν οι απαιτούμενοι όροι για τη θαλάσσια μεταφορά ».
28
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι, ακόμη και αν ο εθνικός δικαστής διαπίστωνε ότι τα πλοία με τα οποία η Maas πραγματοποίησε τη μεταφορά δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των πλοίων που ανήκουν στην ανώτερη κατηγορία και πραγματοποιούν δρομολόγια γραμμής, τα οποία εξ αυτού του λόγου εξομοιώνονται από την άποψη των κινδύνων ατυχήματος με τα πλοία που έχουν ηλικία κάτω των 15 ετών, η πλήρης κατάπτωση της εγγύησης πρέπει οπωσδήποτε να θεωρηθεί ως δυσανάλογη κύρωση σε σχέση με την παράβαση υποχρεώσεως που ούτε το BALM ούτε η ίδια η Επιτροπή φαίνεται να θεωρούν στην πραγματικότητα ως σημαντική.
29
Ενόψει των σκέψεων που προηγήθηκαν πρέπει να γίνει δεκτό, αφενός, ότι η πολύ μικρή υπέρβαση της προθεσμίας φορτώσεως, καθώς και η χρησιμοποίηση πλοίων γραμμής που έχουν ηλικία μεγαλύτερη των 15 ετών, αλλά παρέχουν βασικά την ίδια ασφάλεια όπως και τα πλοία που είναι κάτω των 15 ετών, δεν συνιστούν παραβάσεις των υποχρεώσεων που υπέχει ο μειοδότης και, αφετέρου, ότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1974/80 αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η εγγύηση που συνιστάται βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού καταπίπτει πλήρως στην περίπτωση που η μεταφορά πραγματοποιείται με πλοία που έχουν μεν ηλικία μεγαλύτερη των 15 ετών και δεν εκτελούν δρομολόγια γραμμής, ανήκουν όμως στην ανώτερη κατηγορία των αναγνωρισμένων ναυτιλιακών μητρώων κατατάξεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
30
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main με Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1984, αποφασίζει:
—
Η πολύ μικρή υπέρβαση της προθεσμίας φορτώσεως καθώς και η χρησιμοποίηση πλοίων γραμμής που έχουν ηλικία μεγαλύτερη των 15 ετών, αλλά παρέχουν βασικά την ίδια ασφάλεια όπως και τα πλοία που είναι κάτω των 15 ετών, δεν συνιστούν παραβάσεις των υποχρεώσεων που υπέχει ο μειοδότης.
—
Το άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1974/80 αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η εγγύηση που συνιστάται βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού καταπίπτει πλήρως στην περίπτωση που η μεταφορά πραγματοποιείται με πλοία που έχουν μεν ηλικία μεγαλύτερη των 15 ετών και δεν εκτελούν δρομολόγια γραμμής, ανήκουν όμως στην ανώτερη κατηγορία των αναγνωρισμένων ναυτιλιακών μητρώων κατατάξεως.
Mackenzie Stuart
Schockweiler
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
F. Schockweiler
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy