ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 24ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 22/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesgerichtshof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Rudolf Anterist,
αναιρεσείοντος, εναγομένου στην κύρια δίκη,
και
Credit lyonnais,
αναιρεσίβλητης, ενάγουσας στην κύρια δίκη,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: η Σύμβαση),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα )
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, R. Joliét, Ο. Due, Y. Galmot, και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν:
—
ο αναιρεσείων, εναγόμενος στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος κατά την έγγραφη διαδικασία από τους δικηγόρους Η. Embacher και G. Holzhauser και κατά την προφορική διαδικασία από το δικηγόρο Η. Embacher,
—
η αναιρεσίβλητη, ενάγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη κατά την προφορική διαδικασία από το δικηγόρο Β. Gäss,
—
η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από την S. J. Hay, του Treasury Solicitor's Department, και κατά την προφορική διαδικασία από τον Μ. C. L. Carpenter, του Lord Chancellor' s Department,
—
η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τον Ο. Fiumara, avvocato dello Stato,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τους J. Pipkorn και S. Pieri και κατά την προφορική διαδικασία από τον J. Pipkorn,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 20ής Δεκεμβρίου 1984, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιανουαρίου 1985, το Bundesgerichtshof υπέβαλε, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 σχετικά με την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεως σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: η Σύμβαση), προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στα πλαίσια διαφοράς μεταξύ της τράπεζας Credit lyonnais και του Anterist, η οποία αφορά την εκτέλεση συμβάσεως εγγυήσεως.
3
Με σύμβαση της 16ης Μαίου 1967, ο Anterist, κάτοικος Saarbrücken ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ), εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης Anterist και Schneider ( με έδρα τη Γαλλία ) έναντι της τράπεζας Credit lyonnais, η οποία ενεργούσε μέσω του υποκαταστήματος της του Forbach, που βρίσκεται στην περιφέρεια του δικαστηρίου του Sarreguemines ( Γαλλία ). Οι όροι της συμβάσεως αυτής, που περιλαμβάνονταν σε έντυπο της τράπεζας, περιελάμβαναν ρήτρα κατά την οποία « το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το παρόν υποκατάστημα είναι το μόνο αρμόδιο να αποφαίνεται σε ό,τι αφορά την εκτέλεση της παρούσας, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο εναγόμενος ».
4
Επειδή η εταιρία Anterist και Schneider δεν κατόρθωσε να πληρώσει τα χρέη της κατά τη λήξη της προθεσμίας, η τράπεζα ενήγαγε τον Anterist ενώπιον του Landgericht του Saarbrücken για την εκτέλεση της συμβάσεως εγγυήσεως. Ο Anterist αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του επιληφθέντος δικαστηρίου, διότι, βάσει της συμβάσεως εγγυήσεως, αποκλειστικά αρμόδιο ήταν το δικαστήριο του Sarreguemines. Το Landgericht του Saarbrücken έκανε δεκτά τα επιχειρήματα του Anterist. Κατόπιν εφέσεως της Credit lyonnais, το Oberlandesgericht έκρινε ότι η εν λόγω ρήτρα παρείχε πλεονεκτήματα μόνο στην Credit lyonnais και έπρεπε επομένως να θεωρηθεί ως συμφωνηθείσα μόνον υπέρ αυτής κατά την έννοια του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως. Εξαφάνισε κατά συνέπεια την απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Landgericht. Ο Anterist άσκησε τότε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof, ζητώντας να αναβιώσει η απόφαση του Landgericht.
5
Το Bundesgerichtshof φρονεί ότι η απόφαση του Oberlandesgericht στηρίζεται στην άποψη ότι κάθε συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο έχει την κατοικία του ένα από τα μέρη πρέπει να θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί μόνον υπέρ του μέρους αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως.
6
Δεδομένου ότι για την εξέταση του βάσιμου του συμπεράσματος αυτού απαιτείται ερμηνεία της Συμβάσεως, το Bundesgerichtshof υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως, ότι έχει καταρτισθεί προς όφελος μόνο ενός των μερών όταν τα μέρη συμφώνησαν εγκύρως, σύμφωνα με το άρθρο 17, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως, απλώς και μόνο ότι διεθνή δικαιοδοσία έχει ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους, στο έδαφος του οποίου έχει το εν λόγω μέρος την κατοικία του; »
7
Κατά την άποψη του Anterist, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Για να καθοριστεί αν συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας έχει καταρτισθεί προς όφελος μόνον ενός των μερών, πρέπει να αναζητηθεί η βούληση των μερών, η οποία πρέπει να είναι διατυπωμένη στη συμφωνία. Ως παράδειγμα συμφωνίας που εμπίπτει στο άρθρο 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως, ο Anterist προβάλλει τη ρήτρα βάσει της οποίας ένα μέρος έχει τη δυνατότητα να εναγάγει το άλλο μέρος είτε ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του τελευταίου είτε ενώπιον του δικαστηρίου της δικής του κατοικίας, ενώ το πρώτο μέρος μπορεί να εναχθεί μόνον ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του. Ο Anterist υποστηρίζει έπειτα ότι η καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα θα αντέβαινε προς την οικονομία του άρθρου 17 της Συμβάσεως. Η εξαίρεση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως θα καθίστατο στην πραγματικότητα ο κανόνας, διότι, στην πράξη, προβλέπεται στην πλειονότητα των συμφωνιών η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου της κατοικίας ενός των μερών. Επιπλέον, τέτοια λύση θα οδηγούσε σε διασκορπισμό των διαφορών, που ανακύπτουν από την ίδια συμβατική σχέση, μεταξύ των δικαστηρίων διαφόρων κρατών, ενδεχόμενο που αποσκοπεί ακριβώς να αποτρέψει το άρθρο 17, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως. Τέλος, ακόμη και αν εδίδετο καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, θα έπρεπε να γίνουν δεκτές εξαιρέσεις δεδομένου ότι το πλεονέκτημα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως πρέπει να είναι αποκλειστικό. Τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσε να συνεπάγεται η συμφωνία για το άλλο μέρος θα έπρεπε να εκτιμηθούν βάσει του ισχύοντος εθνικού δικαίου, πράγμα που θα δημιουργούσε μεγάλη αβεβαιότητα όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
8
Κατά την άποψη της Credit lyonnais η οποία περιορίστηκε στη διατύπωση προφορικών παρατηρήσεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Η επιλογή του δικαστηρίου του τόπου της κατοικίας ενός των μερών επιτρέπει πάντοτε τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η συμφωνία καταρτίστηκε προς όφελος μόνον του μέρους αυτού, και μάλιστα λόγω των πρακτικών πλεονεκτημάτων που συνεπάγεται για το εν λόγω μέρος η επιλογή αυτή ( κέρδος χρόνου, γνώση του εθνικού δικαίου, γλώσσα, επιλογή του συνηγόρου ).
9
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Η αντίθετη λύση θα αφαιρούσε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα από το άρθρο 17, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως. Στις συνηθέστερες συμφωνίες προβλέπεται πράγματι αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο το ένα μόνον από τα μέρη έχει την κατοικία του. Αν η αγωγή ασκείται από το μέρος που έχει την κατοικία του στο κράτος του οποίου τα δικαστήρια έχουν κατά τον τρόπο αυτό διεθνή δικαιοδοσία, τότε το μέρος αυτό θα μπορούσε να καταστρατηγήσει τον κανόνα της αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 17, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως επικαλούμενο το άρθρο 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως. Σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής από το άλλο μέρος, το εν λόγω μέρος θα ήταν βέβαια αναγκασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 17, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως, να προσφύγει στο δικαστήριο της κατοικίας του εναγομένου, αλλά η εφαρμογή του γενικού κανόνα του άρθρου 2 της Συμβάσεως θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα. Η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας θα ήταν στην περίπτωση αυτή περιττή, όπως και το άρθρο 17, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως, που προβλέπει ότι το οριζόμενο στη συμφωνία δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία.
10
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνει επομένως να ερμηνευθεί το άρθρο 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται μόνο σε συμφωνίες στις οποίες ορίζεται το δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρέπει να ασκήσει αγωγή το ένα από τα μέρη αλλά δεν ορίζεται ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιληφθεί των αγωγών του άλλου μέρους. Στόχος του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως είναι ακριβώς η αποφυγή του ενδεχομένου να θεωρηθεί ότι οι αγωγές που ασκούνται από το τελευταίο αυτό μέρος εμπίπτουν, σύμφωνα με το άρθρο 17, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως, στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου που έχει οριστεί για να επιλαμβάνεται των αγωγών που ασκεί το άλλο μέρος.
11
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας προτείνει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι ο προσδιορισμός του δικαστηρίου της κατοικίας ενός των μερών μπορεί να αποκαλύπτει το αποκλειστικό συμφέρον που έχει για το εν λόγω μέρος η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας, χωρίς όμως αυτό να είναι κατ' ανάγκη καθοριστικό. Στο επιληφθέν εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξετάσει, βάσει όλων των στοιχείων που διαθέτει, μήπως η συμφωνία καταρτίστηκε επίσης προς το συμφέρον, έστω και κατά δεύτερο λόγο, του άλλου μέρους.
12
Κατά την άποψη της Επιτροπής, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Το άρθρο 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, που αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές διατάξεις περί διεθνούς δικαιοδοσίας των άρθρων 2, 5 και 6 της Συμβάσεως. Το γεγονός ότι συμφωνείται διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου της κατοικίας ενός των μερών επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η συμφωνία καταρτίστηκε προς όφελος μόνον του μέρους αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως. Κάθε συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας που παρεκκλίνει από τη γενική αρχή του άρθρου 2 της Συμβάσεως, το οποίο ευνοεί τον εναγόμενο, πρέπει να θεωρηθεί ότι καταρτίστηκε προς όφελος του ενάγοντος κατά την έννοια του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως.
13
Πρέπει καταρχάς να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 17 της Συμβάσεως, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 6 του τίτλου II το οποίο τιτλοφορείται « παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας », επιτρέπει στα μέρη, εντός των ορίων που τίθενται στη δεύτερη παράγραφο της εν λόγω διατάξεως, να επιλέγουν από κοινού ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους. Τα μέρη μπορούν έτσι να συμφωνούν περί της διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίων τα οποία δυνάμει των γενικών ή ειδικών διατάξεων της Συμβάσεως δεν θα ήταν αρμόδια ή να αποκλείουν τη διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίων τα οποία θα ήταν κανονικά αρμόδια σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις. Σύμφωνα με το άρθρο 17, πρώτη παράγραφος, η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή των δικαστηρίων που καθορίζονται στη συμφωνία είναι αποκλειστική, ενώ η τρίτη παράγραφος του άρθρου αυτού επιφυλάσσει στο μέρος, προς όφελος του οποίου καταρτίστηκε η συμφωνία, το δικαίωμα να προσφύγει σε κάθε άλλο δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει της Συμβάσεως.
14
Εφόσον στο άρθρο 17 της Συμβάσεως διατυπώνεται η αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως των μερών, η τρίτη παράγραφος του εν λόγω άρθρου πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να γίνεται σεβαστή η κοινή βούληση των μερών κατά την κατάρτιση της συμφωνίας. Η κοινή βούληση να ευνοείται το ένα από τα μέρη πρέπει επομένως να προκύπτει σαφώς είτε από τη διατύπωση της συμφωνίας είτε από το σύνολο των ενδείξεων που μπορούν να συναχθούν από τη συμφωνία είτε από τις συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίστηκε αυτή.
15
Πρέπει να θεωρηθούν ως συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας, από τη διατύπωση των οποίων προκύπτει ότι καταρτίστηκαν αποκλειστικά προς όφελος ενός των μερών, οι συμφωνίες που αναφέρουν ρητά το μέρος υπέρ του οποίου καταρτίστηκαν καθώς και εκείνες οι οποίες, αν και καθορίζουν ενώπιον ποιων δικαστηρίων μπορεί κάθε μέρος να εναγάγει το άλλο, παρέχουν στο ένα από τα μέρη μεγαλύτερη δυνατότητα επιλογής.
16
Λαμβανομένου υπόψη ότι πολλοί λόγοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κατάρτιση τέτοιας ρήτρας, ο καθορισμός του δικαστηρίου ενός συμβαλλόμενου κράτους στο οποίο έχει την κατοικία του ένα από τα μέρη δεν αρκεί καθαυτός για την συναγωγή του συμπεράσματος ότι ανταποκρίνεται στην κοινή βούληση να ευνοηθεί το μέρος αυτό.
17
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει καταρτισθεί προς όφελος μόνον ενός των μερών, κατά την έννοια του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως, όταν διαπιστώνεται απλώς ότι τα μέρη συμφώνησαν ότι διεθνή δικαιοδοσία έχει ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους, στο έδαφος του οποίου έχει το εν λόγω μέρος την κατοικία του.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Bundesgerichtshof με Διάταξη της 20ής Δεκεμβρίου 1984, αποφαίνεται:
Μια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει καταρτισθεί προς όφελος μόνον ενός των μερών, κατά την έννοια του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όταν διαπιστώνεται απλώς ότι τα μέρη συμφώνησαν ότι διεθνή δικαιοδοσία έχει ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους, στο έδαφος του οποίου έχει το εν λόγω μέρος την κατοικία του.
Everling
Joliét
Due
Galmot
Κακοόρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Ιουνίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
U. Everling
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy