ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 27/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά, νομικό πλαίσιο και διαδικασία
Α — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η ενάγουσα, εταιρία βελγικού δικαίου, παράγει και εμπορεύεται, σε περισσότερα κράτη μέλη, διάφορους τύπους μαργαρίνης με περισσότερα σήματα. Ζητεί αποζημίωση για τη ζημία, την οποία θεωρεί ότι υπέστη συνεπεία της εφαρμογής της επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων » ( εφεξής: ΕΒΧ ), που αποφασίστηκε κατά το τέλος του 1984 και θεσπίστηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό
2956/84 της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 1984. Η ζημία αυτή ήταν αποτέλεσμα των ενισχύσεων που κατέβαλε η Κοινότητα για την πώληση βουτύρου, αλλά και την πώληση μαργαρίνης. Σε σχέση εξάλλου με τις ΕΒΧ που είχαν αποφασιστεί παλαιότερα, η επιχείρηση που θεσπίστηκε το 1984 χαρακτηρίζεται από πολύ σημαντικότερες μειώσεις των τιμών ποσοτήτων βουτύρου, που κι αυτές είναι μεγαλύτερες ( 1,6 ECU ανά χγρ. για συνολική ποσότητα 200000 τόνων από τους οποίους 10400 στο Βέλγιο ). Αυτό είναι που ώθησε την ενάγουσα να ασκήσει την παρούσα αγωγή.
2.
Η κοινοτική παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων χαρακτηρίζεται από πολλών ετών από έντονη υπερπαραγωγή. Ο μόνος τρόπος αντιμετωπίσεως των διαρθρωτικών πλεονασμάτων της προσφοράς ( 105 εκατομμύρια τόνοι για την περίοδο 1983/84), σε σχέση με τη ζήτηση ( 82 εκατομμύρια τόνοι ), εκτός των μέτρων μειώσεως της παραγωγής, είναι αποθεματοποίηση του γάλακτος με τη μορφή βουτύρου ή αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη και ακολούθως ενθάρρυνση της κατανάλωσης των προϊόντων αυτών ή διευκόλυνση της εξαγωγής τους. Αυτή η έλλειψη ισορροπίας προκαλεί σταθερή και σημαντική αύξηση των αποθεμάτων βουτύρου, τα οποία, κατά το τέλος του 1984, υπερέβαιναν το 1 εκατομμύριο τόνους.
3.
Η Επιτροπή, για να διαθέσει αυτά τα αποθέματα βουτύρου που ήταν εξαιρετικά επαχθή για τον κοινοτικό προϋπολογισμό, προέβη σε ορισμένες ενέργειες που είχαν ως στόχο να θέσουν στη διάθεση των καταναλωτών ή ορισμένων κατηγοριών από αυτούς βούτυρο σε μειωμένη τιμή, με στόχο να τονώσουν την κατανάλωση.
4.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι επιχειρήσεις « βούτυρο Χριστουγέννων » που καθιερώθηκαν από το τέλος του 1977 και επανελήφθησαν το 1978, 1979, 1982 και 1984. Οι ΕΒΧ αυτές αφορούσαν συνεχώς αυξανόμενες ποσότητες με όλο και σημαντικότερη μείωση τιμής. Η αποτελεσματικότητα τους έγινε αντικείμενο πολυάριθμων διαφωνιών και μιας ειδικής έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 13ης Απριλίου 1982 ( ΕΕ C 143, σ. 1 ), τα συμπεράσματα της οποίας ήταν μετριοπαθή λόγω του συνεχώς αυξανόμενου κόστους και της περιορισμένης αποτελεσματικότητας.
5.
Μπροστά σε τέτοια κατάσταση η έκθεση της Επιτροπής επί της καταστάσεως της γεωργίας στην Κοινότητα για το 1984 ( σ. 51 ) αναφέρει ότι:
« Η Επιτροπή ωστόσο έκρινε ότι επιβάλλονταν έκτακτα μέτρα για τη μείωση, μέσα σε βραχύ διάστημα, του επιπέδου των αποθεμάτων. Αποφασίστηκαν δύο ιδιαίτερα μέτρα: η οργάνωση επιχείρησης “ βούτυρο Χριστουγέννων ” και μέτρα διαθέσεως του πολύ παλαιού βουτύρου σε μη παραδοσιακές αγορές. Παρά το υψηλό κόστος, επιβάλλεται η πώληση με επιδοτούμενη τιμή 200000 περίπου τόνων βουτύρου Χριστουγέννων στο μισό της τιμής παρεμβάσεως 84 % του βουτύρου θα προέλθει από τα αποθέματα της παρέμβασης. Η σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας του μέτρου αυτού έπρεπε να είναι καλύτερη από τις παρόμοιες επιχειρήσεις του παρελθόντος, επειδή η τιμή του βουτύρου μειώθηκε ήδη κατά 10 % στην αρχή της περιόδου 1984/85. Η διάθεση του πολύ παλαιού βουτύρου της παρέμβασης προσκρούει σε εμπορικές δυσκολίες. Η Επιτροπή βασίμως κρίνει ότι υφίστανται δυνατότητες δημιουργίας αγοράς για το πολύ παλαιό βούτυρο (που παρήχθη προ του Απριλίου 1983 ), ιδίως στην ΕΣΣΔ, υπό τον όρο ότι η τιμή του θα είναι ανταγωνιστική με την τιμή των άλλων λιπαρών ουσιών και ελαίων. »
6.
Αυτός ήταν ο συγκεκριμένος στόχος του προαναφερθέντος κανονισμού 2956/84, της 18ης Οκτωβρίου 1984, ο πρώτος τίτλος του οποίου θεσπίζει την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » 1984/85 και ο τίτλος II προβλέπει μια ιδιαίτερη επιχείρηση με στόχο να ευνοήσει την εξαγωγή παλαιού βουτύρου. Η επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » αφορά 200000 τόνους, με τιμή μειωμένη κατά 1,6 ECU ανά κιλό. Επειδή η επιτροπή διαχείρισης δεν γνωμοδότησε μέσα στην απαιτούμενη προθεσμία, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό που συνεπάγεται για την Κοινότητα δαπάνη περίπου 320 εκατομμυρίων ECU για την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων ». Ο κανονισμός αυτός επιδιώκει δύο στόχους: να αυξήσει την κατανάλωση βουτύρου και να αποφύγει την παράταση της αποθεματοποίησης.
7.
Η νέα αυτή επιχείρηση προκάλεσε δυσαρέσκεια στους παρασκευαστές και πωλητές μαργαρίνης στο Βέλγιο, καθώς και σε άλλα κράτη μέλη που θεωρούν ότι υπέστησαν σημαντική ζημία από τη βίαιη αυτή διαταραχή της αγοράς των λιπαρών ουσιών, επειδή διατέθηκε ξαφνικά προς κατανάλωση σημαντική ποσότητα ανταγωνιστικού και υποκατάστατου προϊόντος σε τιμές αισθητά μειωμένες χάρη στις κοινοτικές ενισχύσεις. Σ' αυτό οφείλεται η παρούσα αγωγή αποζημιώσεως της ενάγουσας εταιρίας. Η αγωγή αυτή αρχικά εμφανίστηκε ως αγωγή αναγνωρίσεως της ευθύνης. Για τους μήνες Νοέμβριο 1984 έως Φεβρουάριο 1985, η ενάγουσα αποτίμησε τη ζημία της σε 48151281 βελγικά φράγκα ( BFR), διευκρινίζοντας ότι το ποσό αυτό θα αναθεωρηθεί αφού καταστούν γνωστές οι μειώσεις των πωλήσεων για τους μήνες Μάρτιο έως Ιούνιο 1985.
Β — Νομικό πλαίσιο
1.
Ο κανονισμός 804/68 rov Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 559/76 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 187), ορίζει στο άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, ότι:
« 3)
Η διάθεση του βουτύρου που αγοράζεται από τον οργανισμό παρεμβάσεως γίνεται με τέτοιους όρους, ώστε να μην απειλείται η ισορροπία της αγοράς και να εξασφαλίζεται η ισότητα προσβάσεως στα προϊόντα προς πώληση, καθώς και η ίση μεταχείριση των αγοραστών. Για το βούτυρο δημοσίας αποθεματοποιήσεως που δεν δύναται να διατεθεί κατά τη διάρκεια μιας γαλακτοκομικής περιόδου υπό κανονικές συνθήκες, δύναται να λαμβάνονται ειδικά μέτρα.
Επίσης λαμβάνονται ειδικά μέτρα, εφόσον η φύση τους τα δικαιο λογεί, προκειμένου να διατηρηθούν οι δυνατότητες διαθέσεως των προϊόντων, τα οποία έχουν αποτελέσει αντικείμενο των ενισχύσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 » (δηλαδή ενισχύσεων που χορηγήθηκαν για την ιδιωτική αποθεματοποίηση ).
« 4)
Το καθεστώς παρεμβάσεως εφαρμόζεται κατά τρόπον ώστε:
α)
να διατηρείται η ανταγωνίσιμη θέση του βουτύρου στην αγορά'
β )
να διαφυλάσσεται κατά το μέτρο του δυνατού η αρχική ποιότητα του βουτύρου'
γ)
να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο ορθολογική αποθεματοποίηση. »
Το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι:
« 1)
Όταν δημιουργούνται ή απειλείται ότι θα δημιουργηθούν πλεονάσματα βουτυρικών λιπαρών ουσιών, δύνανται να λαμβάνονται μέτρα εκτός από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 6, για να διευκολυνθεί η διάθεση τους.
2)
Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και κατά τη διαδικασία ψηφοφορίας που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης, αποφασίζει επί των μέτρων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και θεσπίζει τους γενικούς κανόνες εφαρμογής.
3)
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30. »
Το άρθρο 30 τον ίάιου κανονισμού καθορίζει τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων: η Επιτροπή υποβάλλει στην επιτροπή διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων σχέδιο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν η επιτροπή διαχειρίσεως διατυπώνει τη γνώμη της επί των μέτρων αυτών μέσα στην προθεσμία που καθορίζει ο πρόεδρος της' η Επιτροπή θεσπίζει μέτρα που τυγχάνουν αμέσου εφαρμογής όταν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως αν τα μέτρα αυτά δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής αυτής, ανακοινώνονται από την Επιτροπή στο Συμβούλιο που μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός.
2.
Το άρθρο 1, εξάλλου, τον κανονισμού 750/69 τον Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1969, που τροποποιεί τον κανονισμό 985/68 περί καθορισμού των γενικών κανόνων που διέπουν τα μέτρα παρεμβάσεως στην αγορά του βουτύρου και της κρέμας γάλακτος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 120) ορίζει ότι για τα γαλακτοκομικά προϊόντα που βρίσκονται σε δημόσια αποθεματοποίηση και δεν μπορούν να διατεθούν κατά τη διάρκεια μιας γαλακτοκομικής περιόδου υπό κανονικές συνθήκες, η Επιτροπή εξετάζει την κατάσταση. Τα κατάλληλα μέτρα θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού 804/68.
3.
Ο προαναφερθείς κανονισμός 2956/84 της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 1984, ο πρώτος τίτλος του οποίου θεσπίζει την ΕΒΧ 1984/85, στηρίζεται κυρίως στις προαναφερθείσες διατάξεις των κανονισμών 804/68 και 985/68. Στις αιτιολογικές του σκέψεις εκτίθεται:
« ότι η κατάσταση της αγοράς του βουτύρου χαρακτηρίζεται από σημαντικά διαθέσιμα αποθέματα και ότι πρέπει να αυξηθεί η κατανάλωση του βουτύρου με όλα τα κατάλληλα μέσα'
ότι η μείωση των τιμών στην τελική κατανάλωση αποτελεί αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη του στόχου αυτού'
ότι, επιπλέον, υπάρχουν στην Κοινότητα αποθέματα τα οποία δημιουργήθηκαν μετά από παρεμβάσεις στην αγορά του βουτύρου που πραγματοποιήθηκαν βάσει του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 804/68'
ότι δεν είναι δυνατόν να διατεθεί, σε κανονικές συνθήκες, το σύνολο των αποθεμάτων βουτύρου κατά την παρούσα γαλακτοκομική περίοδο και ότι πρέπει να αποφευχθεί η παράταση της αποθεματοποίησης επειδή προκύπτουν μεγάλα έξοδα 'ότι είναι, επομένως, σκόπιμο να ληφθούν μέτρα που ευνοούν τη διάθεση του βουτύρου'
ότι στο πλαίσιο συνολικής πολιτικής για τη μείωση των αποθεμάτων πρέπει να προβλεφθεί αρμονικό σύνολο εσωτερικών και εξωτερικών μέτρων διάθεσης των αποθεμάτων βουτύρου'
ότι, ενόψει των εορτών των Χριστουγέννων, μπορούν να παρουσιαστούν δυνατότητες διάθεσης για το βούτυρο που πωλείται σε μειωμένη τιμή και προορίζεται για άμεση κατανάλωση'
ότι το ποσό της μείωσης... πρέπει να επιτρέπει την επιπλέον διάθεση του βουτύρου χωρίς να προκαλεί διαταραχές στο κανονικό εμπόριο βουτύρου... »
Γ — Διαδικασία
Με δικόγραφο που κατέθεσε στο Δικαστήριο την 1η Μαρτίου 1985, η ενάγουσα εταιρία άσκησε αγωγή δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, ζητώντας να υποχρεωθεί η Επιτροπή, ως εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας να της αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη συνεπεία της εφαρμογής της επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων 1984/85 » που θεσπίστηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2956/84 της Επιτροπής. Ζητεί επίσης να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
11.1 — Επί του παραδεκτού της αγωγής
α)
Η Επιτροπή πρόβαλε δύο ενστάσεις περί απαραδέκτου.
Πρώτον, η αγωγή φαινομενικά μόνον είναι αγωγή αποζημιώσεως, στην πραγματικότητα όμως επιδιώκει την ακύρωση των μέτρων που ελήφθησαν με κανονισμό γενικής ισχύος και την οποία δεν δικαιούνται να προσβάλλουν οι ιδιώτες ενώπιον του Δικαστηρίου.
Δεύτερον, το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρία δεν αποτίμησε τη ζημία της παρά στο υπόμνημα απαντήσεως και μάλιστα όχι κατά τρόπο οριστικό και ότι έτσι μετέβαλε την αγωγή αναγνωρίσεως ευθύνης σε αγωγή αποζημιώσεως, άγει σε παραβίαση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως, αντίκειται στο άρθρο 42 του κανονισμού διαδικασίας και δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να διατυπώσει πλήρως την άποψη της επί της αποτιμήσεως της ζημίας.
β )
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι άσκησε αγωγή αναγνωρίσεως της ευθύνης λόγω ζημίας που επίκειται, είναι βεβαία και μπορεί να προβλεφθεί, όχι δε αγωγή αποζημιώσεως. Οι ενστάσεις περί απαραδέκτου της Επιτροπής είναι αβάσιμες, όπως συνάγεται από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( ιδίως απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, Biovilac, 59/83, Συλλογή σ. 4057 ).
II.2 — Επί της ουσίας
Πρέπει να υπογραμμιστεί εκ προοιμίου ότι οι διάδικοι παραδέχονται, σε ορισμένο μέτρο, την ύπαρξη σχέσης ανταγωνισμού και υποκαταστάσεως μεταξύ βουτύρου και μαργαρίνης. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το πραγματικό αυτό στοιχείο, το οποίο άλλωστε εξετέθη στην απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983, Froman-çais ( 66/82, Συλλογή σ. 395 ). Η ενάγουσα επιμένει σ' αυτή τη σχέση υποκαταστάσεως παρατηρώντας ότι τα μερίδια αγοράς του βουτύρου και της μαργαρίνης επηρεάζονται από δύο παράγοντες: τις αντίστοιχες τιμές των προϊόντων και την προτίμηση του καταναλωτή. Κάθε μεταβολή ενός από τους παράγοντες αυτούς έχει, συνεπεία της υποκαταστάσεως, αντίστοιχη επίδραση στις πωλήσεις του βουτύρου και της μαργαρίνης.
1. Επί του κύρους των επιχειρήσεων «βούτυρο Χριστουγέννων » από απόψεως κοινοτικού δικαίου
Η ενάγουσα πρόβαλε τέσσερις ισχυρισμούς προς στήριξη της αγωγής της.
1ος ισχυρισμός: Οι ΕΒΧ αντίκεινται στην αρχή της σταθεροποίησης της αγοράς που διατυπώνεται στο άρθρο 39, πρώτη παράγραφος, στοιχείο γ), της Συνθήκης και στο άρθρο 6, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968.
α)
Η ενάγουσα εταιρία αναπτύσσει επιχειρηματολογία, η οποία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ο απαραίτητος συγκερασμός των στόχων που διατυπώνονται στο άρθρο 39 δεν επιτρέπει να απομονώνεται ένας από αυτούς κατά τρόπο που να καθιστά αδύνατη την υλοποίηση των άλλων. Έτσι, η Επιτροπή αγνόησε τελείως το στόχο της σταθεροποίησης των αγορών, χωρίς όμως η επιχείρηση της να μπορεί να δικαιολογηθεί από έναν από τους άλλους στόχους που διατυπώνονται στο άρθρο 39 της Συνθήκης. Οι ΕΒΧ προκαλούν διαταραχή της αγοράς που ανατρέπει την ισορροπία τόσο της αγοράς βουτύρου όσο και της αγοράς μαργαρίνης, λαμβανομένης υπόψη της σχέσης υποκατάστασης και ανταγωνισμού μεταξύ των προϊόντων αυτών.
β)
Η Επιτροπή αντικρούει το επιχείρημα αυτό όπως έπεται:
Ο στόχος της σταθεροποίησης των αγορών που διατυπώνεται στο άρθρο 39 της Συνθήκης δεν αποτελεί, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, παρά έναν από τους αντιφατικούς στόχους, τους οποίους πρέπει να συμβιβάσουν τα κοινοτικά όργανα, κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που τους αναγνωρίζεται στα θέματα αυτά τόσο από τη νομολογία του Δικαστηρίου όσο και από τις προαναφερθείσες διατάξεις των κανονισμών 804/68 και 750/69. Έτσι η Επιτροπή έδωσε ιδιαίτερη προσοχή και στο στόχο της εξασφάλισης δίκαιου εισοδήματος στους γαλακτοπαραγωγούς και οι ΕΒΧ έχουν άμεση σχέση με το στόχο αυτό, εφόσον επιτρέπουν τη στήριξη των τιμών παραγωγής, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984 (Biovilac, 59/83, Συλλογή σ. 4057). Εξάλλου, η διάθεση του βουτύρου σε μειωμένη τιμή εξυπηρετεί κυρίως τη διάθεση των αποθεμάτων που προκλήθηκαν από τους μηχανισμούς της παρέμβασης και που δεν μπορούν να παραμένουν αποθεματοποιημένα στο διηνεκές. Η διάθεση συνεπώς είναι σύμφωνη τόσο με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68, που επιτρέπει σε περίπτωση ανισορροπίας της αγοράς τη λήψη ειδικών μέτρων, δηλαδή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, παρέκκλιση από την αρχή της σταθεροποίησης της αγοράς, όσο και με το άρθρο 7α του κανονισμού 985/68. Οι επιχειρήσεις λοιπόν του είδους ΕΒΧ εντάσσονται στο πλαίσιο της οργάνωσης της αγοράς γάλακτος και ο κανονισμός, το κύρος του οποίου αμφισβητείται, στηρίζεται σε νόμιμο έρεισμα. Οι ΕΒΧ αποτελούν αναγκαίο συμπλήρωμα των μέτρων που αποτελούν τη βάση του καθεστώτος της παρέμβασης, συντείνοντας στο να δημιουργείται όσο το δυνατόν πιο ορθολογική αποθεματοποίηση.
2ος ισχνριομός: Η επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
α)
Η ενάγουσα εταιρία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, διακόπτοντας με την πώληση του
βουτύρου των Χριστουγέννων την ισορροπία στον ανταγωνισμό, υποβάλλει τους παραγωγούς μαργαρίνης σε δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τη μεταχείριση των παρασκευαστών βουτύρου. Η μεταχείριση, άλλωστε, αυτή είναι διττώς δυσμενής. Αφενός, επιτρέπει στον παραγωγό βουτύρου να πωλεί το προϊόν του κάτω της τιμής κόστους και, αφετέρου, η ίδια η Επιτροπή επιχορηγεί την πώληση αυτή κάτω της τιμής κόστους, κατά τρόπο που να μη φέρουν οι παραγωγοί βουτύρου τις οικονομικές επιπτώσεις της πώλησης αυτής.
Πρέπει να υπογραμμιστεί σχετικώς ότι, αν οι παραγωγοί βουτύρου και μαργαρίνης βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις, αυτό δεν είναι φυσικό. Η εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής και οι επιλογές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της είχαν ως συνέπεια τα γαλακτοκομικά προϊόντα να πωλούνται στην Κοινότητα σε τιμή αισθητά ανώτερη από τις παγκόσμιες τιμές. Μέσα στην αλληλουχία αυτή είχε δημιουργηθεί ισορροπία στον ανταγωνισμό μεταξύ μαργαρίνης και βουτύρου που επέτρεπε στις δύο ανταγωνίστριες βιομηχανίες να διατηρήσουν τις θέσεις τους στην αγορά. Οι ΕΒΧ είχαν ως αποτέλεσμα την ανατροπή της ισορροπίας στον ανταγωνισμό. Είναι, εξάλλου, εσφαλμένη η διαβεβαίωση ότι οι πωλήσεις μαργαρίνης αυξήθηκαν σε βάρος των πωλήσεων βουτύρου και ότι το σύστημα των κοινών οργανώσεων των οικείων αγορών ευνοεί τη μαργαρίνη σε σχέση με το βούτυρο.
β)
Η Επιτροπή παραδέχεται ότι υπάρχει κάποια σχέση υποκατάστασης μεταξύ βουτύρου και μαργαρίνης και ότι η πώληση του βουτύρου σε μειωμένη τιμή μπορεί να επηρεάσει την πώληση της μαργαρίνης. Θεωρεί ωστόσο ότι οι παραγωγοί βουτύρου και οι παραγωγοί μαργαρίνης βρίσκονται κατ' ανάγκη σε διαφορετικές καταστάσεις και ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνο μέσα στα όρια του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Θεωρεί εξάλλου ότι το ισχύον σύστημα των κοινών οργανώσεων των οικείων αγορών αποφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα στους παραγωγούς μαργαρίνης. Πράγματι, όσον αφορά την κοινή οργάνωση των λιπαρών ουσιών (κανονισμός 136/66 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, Ε Ε ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 ), οι πρώτες ύλες διατίθενται στο επίπεδο των τιμών της παγκόσμιας αγοράς. Η τιμή του βουτύρου, αντίστροφα, βρίσκεται σε επίπεδο πολύ υψηλότερο από της παγκόσμιας αγοράς, έτσι ώστε από ετών διαπιστώνεται συνεχής αύξηση των πωλήσεων μαργαρίνης σε βάρος των πωλήσεων βουτύρου, ιδίως επειδή η μαργαρίνη προσφέρεται στον καταναλωτή σε τιμή ίση προς το μισό της τιμής του βουτύρου ( η ενάγουσα αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό ). Έτσι η ενίσχυση που χορηγείται στο βούτυρο με τις επιχειρήσεις του είδους ΕΒΧ δεν αποτελεί σε τελική ανάλυση παρά περιορισμένο και πρόσκαιρο αντιστάθμισμα του μειονεκτήματος που υφίσταται λόγω των μηχανισμών των κοινών οργανώσεων των οικείων αγορών, και που έχει ως μόνο αποτέλεσμα το βούτυρο, που ενισχύεται έτσι, να μπορεί να πωληθεί στον τελικό κοινοτικό καταναλωτή σε τιμές που πλησιάζουν τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς. Η θέση εξάλλου της μαργαρίνης σε σχέση με αυτή του βουτύρου βελτιώθηκε από το 1969, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των προϊόντων αυτών. Αυτός είναι άλλωστε κυρίως ο λόγος που κατέστησε αναγκαία τη λήψη μέτρων για τη μείωση της παραγωγής των γαλακτοκομικών προϊόντων, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα μέτρα στον τομέα των λιπαρών ουσιών, εφόσον ο προβλεπόμενος επί των λιπαρών ουσιών φόρος δεν έχει ακόμη θεσπιστεί. Συνεπώς, όχι μόνο δεν υπάρχει απαγορευμένη άνιση μεταχείριση σε βάρος των παραγωγών μαργαρίνης, αλλά αυτοί δεν μπορούν καν να επικαλεστούν κεκτημένο δικαίωμα προκειμένου να διατηρήσουν το πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό, το οποίο απολαμβάνουν.
3ος ισχυρισμός: Η επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
α)
Η ενάγουσα εταιρία υποστηρίζει προπαντός ότι οι πωλήσεις του βουτύρου σε μειωμένη τιμή δεν είναι ούτε απαραίτητες ούτε κατάλληλες για την επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων, δηλαδή να αυξηθεί η κατανάλωση του βουτύρου και να αποφευχθεί η παράταση της αποθεματοποίησης. Κατά συνέπεια, η δυσμενής διάκριση μεταξύ επιχειρηματιών δικαιολογείται ακόμη λιγότερο. Πράγματι, αν επιδιωκόμενος στόχος είναι η μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση των αγορών, οι βραχυπρόθεσμες πωλήσεις σε μειωμένη τιμή δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις διαρθρωτικές αιτίες της ανισορροπίας μεταξύ ζήτησης και προσφοράς που στηρίζονται στην πολιτική τιμών που ακολουθείται από την Κοινότητα. Θα αποτελούσαν απλό μηχανισμό διαχείρισης των αποθεμάτων βουτύρου, που θα συνίστατο στην ανακύκληση τους, επιτείνοντας αντίθετα την ανισορροπία αυτή. Αν επιθυμητός στόχος είναι η μείωση των αποθεμάτων, τέτοιες επιχειρήσεις άγουν εκ του ασφαλούς σε αποτυχία, αφού η πώληση του βουτύρου σε μειωμένη τιμή πραγματοποιείται κυρίως σε βάρος της πωλήσεως του νωπού βουτύρου, το οποίο πρέπει να αποθεματοποιηθεί εκ νέου. Τα αποθέματα άλλωστε ήταν κατά το τέλος Μαΐου 1985 στο ίδιο επίπεδο όπως το Νοέμβριο 1984. Ασφαλώς και υπήρξε συνολική αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου σε βάρος της μαργαρίνης, αλλά ήταν ανεπαίσθητη και σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογούσε τα σημαντικά και δυσανάλογα έξοδα (320 εκατομμύρια ECU για πρόσκαιρη μείωση των αποθεμάτων κατά 60000 τόνους περίπου), ενώ προκαλεί πάνω απ' όλα σοβαρή ζημία στους παρασκευαστές μαργαρίνης. Υπάρχουν άλλα μέσα διάθεσης των αποθεμάτων, ιδίως η μεταποίηση και οι εξαγωγές εκτός Κοινότητας, κυρίως με τη μορφή επισιτιστικής βοήθειας. 'Αρα τα μέτρα που θέσπισε η Επιτροπή για τη μείωση της γαλακτοπαραγωγής είναι ανεπαρκή για την απορρόφηση των αποθεμάτων βουτύρου που εξακολουθούν να είναι υπερβολικά υψηλά. Η διατήρηση συνεπώς των ΕΒΧ αποδεικνύει ότι η Επιτροπή ακολουθεί μια πολιτική για την οποία η ίδια παραδέχεται ότι στερείται πραγματικού οφέλους και για την οποία δεν μπορεί να αγνοήσει το κόστος που συνεπάγεται για τη βιομηχανία μαργαρίνης.
β)
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ελλείψει παράνομης άνισης μεταχείρισης, ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Αναγνωρίζει ασφαλώς ότι η αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων « βούτυρο Χριστουγέννων » είναι περιορισμένη, αν και ο βαθμός αποτελεσματικότητας της ΕΒΧ 1984/85 είναι ικανοποιητικός. Κρίνει όμως ότι δεν διαθέτει άλλη δυνατότητα για τη διάθεση του βουτύρου. Κάθε πρόσθετη εξαγωγή, είτε ως επισιτιστική βοήθεια ( πολιτική, η κρίση για τη σκοπιμότητα της οποίας δεν ανήκει στην Επιτροπή), είτε προς τις χώρες κρατικού εμπορίου, είτε προς άλλες τρίτες χώρες, είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Όσον αφορά τα μέτρα που αποβλέπουν στη μείωση της παραγωγής βουτύρου και, σε πρώτη φάση, της γαλακτοπαραγωγής, η Επιτροπή έκανε ό,τι ήταν δυνατό να γίνει, από πλευράς τόσο μείωσης της παραγωγής, όσο και διάθεσης του βουτύρου στις εξωτερικές αγορές ( τέλος συνυπευθυνότητας, επιβράβευση της μη διαθέσεως στο εμπόριο και της μετατροπής, καθεστώς εγγυήσεως ποσοστώσεων, μείωση του μεριδίου των λιπαρών ουσιών που λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των τιμών της παρέμβασης κλπ.). Δεν απέμενε συνεπώς παρά να επιδιωχθεί η αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου στην κοινή αγορά, δηλαδή επιχειρήσεις σαν τις ΕΒΧ. Είναι άρα αναμφισβήτητο ότι το ληφθέν μέτρο ανταποκρίνεται πλήρως στους επιδιωκόμενους στόχους, δηλαδή την αύξηση των πωλήσεων βουτύρου (60000 τόνοι σε σχέση με τους 200000 τόνους που πωλήθηκαν σε μειωμένη τιμή ), καθώς και τη μείωση και την καλύτερη ανακύκληση των αποθεμάτων, που μπορούν να διατηρηθούν επί δύο περίπου έτη (αποφεύχθηκε παράταση της αποθεματοποίησης για 140000 τόνους βουτύρου). Η Επιτροπή, εξάλλου, υπογραμμίζει τον αντιφατικό χαρακτήρα της επιχειρηματολογίας της ενάγουσας: πράγματι, είτε κάθε αύξηση των πωλήσεων βουτύρου επιτυγχάνεται σε βάρος των πωλήσεων μαργαρίνης, πράγμα όμως που αποδεικνύει την αναντίρρητη αποτελεσματικότητα των ΕΒΧ, κι έτσι εκμηδενίζεται μεγάλο μέρος της άποψης της ενάγουσας' είτε, αντίστροφα, η αύξηση των πωλήσεων του βουτύρου από την παρέμβαση αποβαίνει αποκλειστικά σε βάρος του νωπού βουτύρου, οπότε οι παρασκευαστές μαργαρίνης δεν υφίστανται καμία ζημία συνεπεία των επιχειρήσεων αυτών. Όσον αφορά δε το φερόμενο ως υπερβολικό κόστος μιας επιχείρησης σαν την ΕΒΧ, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενάγουσα δεν έχει κανένα δικαίωμα να εκφέρει γνώμη ως προς τη χρήση των πόρων του προϋπολογισμού της Κοινότητας και ότι δεν μπορεί να προβάλει τέτοιο ισχυρισμό. Μια ιδιωτική επιχείρηση δεν μπορεί να αναχθεί σε κριτή της σκοπιμότητας των κοινοτικών αποφάσεων.
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή θεωρεί ότι ένας επιχειρηματίας, η δραστηριότητα του οποίου δεν θίγεται από τους κανόνες της κοινής οργάνωσης των αγορών σ' έναν τομέα της γεωργίας, και ο οποίος δεν μπορεί να επικαλεστεί ούτε τους αντικειμενικούς στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής, ούτε την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των οικείων γεωργικών παραγωγών κατά το χρόνο της υλοποίησης των στόχων αυτών, δεν νομιμοποιείται να προβάλει τον ισχυρισμό της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.
4ος ιοχνρισμός: Η επίδικη επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας.
α)
Η ενάγουσα εταιρία
Στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός αυτός είναι παραπλήσιος με τον ισχυρισμό περί παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας της Επιτροπής για τη λήψη τέτοιου μέτρου. Μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: το Συμβούλιο με τους κανονισμούς 804/68 και 985/68 αναγνώρισε στην Επιτροπή αρμοδιότητα για τη λήψη μέτρων που έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν τη διάθεση των αποθεμάτων βουτύρου και όχι την αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου. Ασφαλώς η αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου μπορεί να αποτελεί μέσο για την επίτευξη του στόχου της διάθεσης των αποθεμάτων, χωρίς όμως να αγνοείται ο κανόνας, τον οποίο υπαγορεύει το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο α), του κανονισμού 804/68, κατά το οποίο το καθεστώς παρεμβάσεως εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε να διατηρείται η ανταγωνιστική θέση του βουτύρου στην αγορά. Συνεπώς, τα μέτρα που θεσπίζονται για την εξασφάλιση της διαθέσεως του βουτύρου πρέπει να είναι ουδέτερα από άποψη ανταγωνισμού. Αυτό όμως δεν ισχύει για ενίσχυση μεγάλης εκτάσεως που χορηγείται στο βούτυρο και του παρέχει τεχνητό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τη μαργαρίνη. Η Επιτροπή ενήργησε έτσι με άλλο στόχο από εκείνον για τον οποίο της απονεμήθηκαν εξουσίες κι αρμοδιότητες. Πράγματι, ανέτρεψε αποφασιστικά την ισορροπία στον ανταγωνισμό που ίσχυε από δεκαετίας μεταξύ βουτύρου και μαργαρίνης, προκειμένου να βελτιώσει και όχι να διατηρήσει την ανταγωνιστική θέση του βουτύρου σε βάρος της μαργαρίνης, με το να επιτρέψει και να χρηματοδοτήσει πωλήσεις με ζημία, χορηγώντας δηλαδή σημαντικές ενισχύσεις στο βούτυρο.
β )
Η Επιτροπή απαντά ότι καλώς ενήργησε μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης που της απένειμε το Συμβούλιο (άρθρο 6 του κανονισμού 804/68 και άρθρο 7α του κανονισμού 985/68 ). Κατά την Επιτροπή, η έννοια της διατήρησης « της ανταγωνίσιμης θέσης του βουτύρου στην αγορά » σημαίνει την ανταγωνιστική ικανότητα του προϊόντος αυτού σε σχέση με τα εδώδιμα που το υποκαθιστούν και όχι ότι τα επίμαχα μέτρα πρέπει να είναι αυστηρά ουδέτερα από άποψη ανταγωνισμού με τα προϊόντα αυτά.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι η βελτίωση μιας υποβαθμισμένης καταστάσεως (της καταστάσεως του βουτύρου ) καταλήγει προφανώς στη διατήρηση της θέσεως του προϊόντος αυτού. Υπογραμμίζει κυρίως ότι η ανάλυση της ενάγουσας καταρρίπτεται από το γεγονός ότι δεν λαμβάνει υπόψη παρά συγκριτικά την κατάσταση του βουτύρου και της μαργαρίνης κι αυτό επιπλέον για μια πολύ σύντομη χρονική περίοδο που συνδέεται με την εφαρμογή ενός περιορισμένου μέτρου. Προκειμένου όμως να εξασφαλιστεί η τήρηση των αντικειμενικών στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής, η προστασία και η βελτίωση της θέσης ενός γεωργικού προϊόντος πρέπει να εκτιμάται καταρχάς αυτοτελώς και όχι κυρίως ενόψει της κατάστασης των βιομηχανικών προϊόντων που είναι ενδεχομένως ανταγωνιστικά. Ο δε αντικειμενικός στόχος του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο β), του κανονισμού 804/68, που συνίσταται στο « να διαφυλάσσεται κατά το μέτρο του δυνατού η αρχική ποιότητα του βουτύρου », συνεπάγεται προφανώς αποφυγή της διατήρησης των αποθεμάτων παλαιού βουτύρου μέχρι την ημερομηνία που δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί και πραγματοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερο ορθολογικής αποθεματοποίησης. Αυτό συνεπάγεται κυρίως περιορισμό των αποθεμάτων, στο μέτρο του δυνατού, μόνο στο επίπεδο των εποχιακών αναγκών.
Είναι συνεπώς προφανές ότι επιχειρήσεις σαν την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » που οδηγούν συγχρόνως τόσο σε αύξηση της κατανάλωσης όσο και μείωση και ανακύκληση των υφισταμένων αποθεμάτων εντάσσονται τέλεια στο πλαίσιο τέτοιου αντικειμενικού στόχου. Η Επιτροπή διευκρινίζει σχετικώς ότι ο μέσος όρος ηλικίας των δημοσίων αποθεμάτων βουτύρου αυξήθηκε σημαντικά το 1983 και ακόμη περισσότερο το 1984. Ο μέσος αυτός όρος ηλικίας μεταβλήθηκε από 3 μήνες το 1982 σε 9 σχεδόν μήνες το 1983 και 14 μήνες το 1984. 'Αρα, καταρχήν, το λιγότερο παλαιό βούτυρο μπορεί να διοχετευθεί σε μεγάλη ποικιλία αγορών και η διάθεση του είναι ευκολότερη και λιγότερο δαπανηρή. Η διάρκεια διατηρήσεως, εξάλλου, του βουτύρου, έστω σε αποθήκες με ψυγεία, περιορίζεται χρονικά στα δύο περίπου χρόνια. Επομένως συμφέρει να διατηρούνται σε δημόσια αποθέματα ίσες ποσότητες από το όσο το δυνατόν πιο φρέσκο βούτυρο. Ενόψει αυτών, επιχειρήσεις σαν την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » ανταποκρίνονται αναμφισβήτητα στους αντικειμενικούς στόχους της διαφύλαξης της αρχικής ποιότητας του βουτύρου και της όσο το δυνατόν περισσότερο ορθολογικής αποθεματοποίησης.
Η Επιτροπή καταλήγει κατόπιν όλων των πιο πάνω σκέψεων ότι, εκδίδοντας τον κανονισμό 2596/84, ο πρώτος τίτλος του οποίου θέσπισε την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων », σεβάστηκε τουλάχιστον έναν από τους αντικειμενικούς στόχους που ορίζονται από τη θεμελιώδη κανονιστική ρύθμιση του οικείου τομέα, δηλαδή το στόχο της καλής διαχείρισης των αποθεμάτων βουτύρου με μείωση και ανανέωση των αποθεμάτων αυτών. Απ' αυτά έπεται ότι ο ισχυρισμός περί καταχρήσεως εξουσίας είναι τελείως αβάσιμος.
2. Επί της ζημίας
α)
Η ενάγουσα εταιρία θεωρεί ότι η φύση της ζημίας που υπέστη θεμελιώνει δικαίωμα για αποζημίωση, επειδή υπερβαίνει τα όρια των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η συμμετοχή στον οικείο τομέα. Εξάλλου, ο αιτιώδης σύνδεσμος προκύπτει προφανώς από τη μείωση του κύκλου εργασιών κατά τις περιόδους εφαρμογής κάθε ΕΒΧ, επειδή η πώληση σε μειωμένη τιμή ενός υποκατάστατου προϊόντος καθίσταται κατ' ανάγκη επιζήμια για την πώληση ενός ανταγωνιστικού προϊόντος. Η επίδραση, εξάλλου, μιας διαφημιστικής εκστρατείας δεν υπήρξε παρά μηδαμινή στις πωλήσεις μαργαρίνης της ενάγουσας.
Όσον αφορά την ίδια την αποτίμηση της ζημίας, η ενάγουσα εταιρία εξήγησε τον τρόπο συλλογισμού που της επιτρέπει να αποτιμήσει τη ζημία, την οποία διατείνεται ότι υπέστη κατά την περίοδο από Νοέμβριο 1984 έως Φεβρουάριο 1985 και που ανέρχεται σε 48151281 BFR. Το ποσό αυτό θα αναθεωρηθεί, όταν γίνουν γνωστές οι μειώσεις των πωλήσεων των μηνών Μαρτίου έως Ιούνιο 1985. Εν πάση περιπτώσει, εμφανίζει ιδιαίτερα σοβαρό χαρακτήρα, εφόσον αντιστοιχεί σε περισσότερο του 80 % του ετήσιου κέρδους της.
β )
Η Επιτροπή υπενθυμίζει εκ προοιμίου ότι μόνον πρόδηλο και ιδιαίτερα σοβαρό νομικό ή πραγματικό σφάλμα μπορεί να επισύρει ευθύνη της Κοινότητας και ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την απόφαση Bayerische HNL κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1978, σ. 1209), απαιτείται επιπλέον επαρκώς κατάφωρη παραβίαση κανόνος δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της ζημίας:
—
ενόψει του διαρκούς χαρακτήρα των κοινοτικών επιχειρήσεων που ευνοούν τη διάθεση βουτύρου σε μειωμένη τιμή, η ζημία δεν υπερβαίνει τα όρια των οικονομικών κινδύνων τους οποίους συνεπάγονται οι δραστηριότητες στον οικείο τομέα
—
οι γενικές εκτιμήσεις της ενάγουσας είναι μόνο ενδεχόμενες και υποθετικές.
Η Επιτροπή αμφισβητεί την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων » και της φερομένης ζημίας, αντικρούοντας το επιχείρημα, που χαρακτηρίζει ως « απλοϊκό », ότι κάθε αύξηση των πωλήσεων βουτύρου συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση των πωλήσεων μαργαρίνης. Πράγματι, οι πιο πρόσφατες οικονομετρικές μελέτες αποδεικνύουν ότι δεν υφίσταται καμία ελαστικότητα μεταξύ της τιμής του βουτύρου και της κατανάλωσης της μαργαρίνης για τα νοικοκυριά και ότι η ζήτηση του βουτύρου υπόκειται σε ίδια δυναμική που είναι συνάρτηση της τιμής του βουτύρου και του μέσου κατά κεφαλή εισοδήματος. Υπάρχει, αντίθετα, έντονη ελαστικότητα της ζήτησης του βουτύρου σε σχέση με την τιμή του ώστε μια επιχείρηση σαν την ΕΒΧ συνεπάγεται αύξηση των πωλήσεων βουτύρου, χωρίς ωστόσο να επηρεάζει κατ' ανάγκη τις πωλήσεις μαργαρίνης. Στην πραγματικότητα πρέπει να ληφθούν υπόψη άλλοι παράγοντες, όπως τα στοιχεία που συνδέονται με την ατομική κατάσταση της επιχείρησης και τις επιπτώσεις των διαφημιστικών πωλήσεων που οργανώνουν οι ανταγωνιστές.
Η Επιτροπή αμφισβητεί επίσης την ίδια την αποτίμηση της ζημίας. Θεωρεί τελείως εσφαλμένους τους υπολογισμούς που υπέβαλε η ενάγουσα.
Η Επιτροπή, εξάλλου, υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, η ζημία δεν παρουσιάζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ειδικότητας και της σοβαρότητας που θα επέτρεπαν να αντιμετωπιστεί αποζημίωση της.
Η Επιτροπή, τέλος, αμφισβητεί τα στοιχεία των υπολογισμών που υπέβαλε η ενάγουσα, ως άσχετα, ανακριβή και ασυνήθως υψηλά. Η « φανταστική » αποτίμηση, στην οποία καταλήγει η ενάγουσα, καθιστά τελείως αναξιόπιστη την επιχειρηματολογία της.
Υ. Galmot
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 11ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 27/85,
Vandemoortele NV, Izegem, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Βρυξελλών Michel Waelbroeck και Alexandre Vandencasteele, avenue Louise 341, 1050 Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 34, rue Philippe-Il, Λουξεμβούργο,
ενάγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την Denise Sorasio, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
εναγόμενη,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται αποκατάσταση της ζημίας την οποία προκάλεσε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στην ενάγουσα συνεπεία της εφαρμογής του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2956/84 της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 1984, σχετικά με τη διάθεση βουτύρου σε μειωμένη τιμή και για τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1687/76 ( ΕΕ 1984, L 279, σ. 4), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 3073/84 της Επιτροπής της 31ης Οκτωβρίου 1984 ( ΕΕ L 288, σ. 83 ) και τον κανονισμό 3457/84 της Επιτροπής της 7ης Δεκεμβρίου 1984 ( ΕΕ L 319, σ. 9 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Υ. Galmot, Κ. Κακούρη και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, Τ. Koopmans, U. Everling, R. Joliét, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 3ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Μαρτίου 1985 η εταιρία Vandemoortele NV, εταιρία βελγικού δικαίου, η οποία παράγει και εμπορεύεται σε περισσότερα κράτη μέλη μαργαρίνη με περισσότερα σήματα, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγή αποζημιώσεως με την οποία ζητούσε αποζημίωση για τη ζημία που θεωρεί ότι υπέστη συνεπεία της επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων », που αποφασίστηκε και υπήχθη στις διατάξεις του κανονισμού 2956/84 της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 1984, σχετικά με τη διάθεση του βουτύρου σε μειωμένη τιμή και για τροποποίηση του κανονισμού 1687/76 ( ΕΕ L 279, σ. 4 ).
2
Ο κανονισμός αυτός στηρίχτηκε στις σκέψεις ότι η κατάσταση της αγοράς βουτύρου στην Κοινότητα χαρακτηρίζεται από σημαντικά διαθέσιμα αποθέματα και ότι πρέπει να αυξηθεί η κατανάλωση του βουτύρου με όλα τα κατάλληλα μέσα, ότι η πτώση των τιμών στην τελική κατανάλωση αποτελεί αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη του στόχου αυτού, ότι δεν είναι δυνατό το σύνολο των αποθεμάτων βουτύρου να διατεθεί σε κανονικές συνθήκες, ότι πρέπει να αποφευχθεί παράταση της αποθεματοποίησης, επειδή προκύπτουν μεγάλα έξοδα και ότι με την ευκαιρία των εορτών του τέλους του έτους μπορούν να παρουσιαστούν δυνατότητες διάθεσης βουτύρου σε μειωμένη τιμή, προοριζόμενου για άμεση κατανάλωση. Στη συνέχεια συνιστά, με τον πρώτο του τίτλο, επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » που έχει ως αντικείμενο την πώληση στην αγορά 200000 τόνων βουτύρου (από τους οποίους 10400 στο Βέλγιο) σε τιμή μειωμένη κατά 1,6 ECU ανά χιλιόγραμμο.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
4
Σε γενικές γραμμές, κατά την ενάγουσα, επιχείρηση τέτοιας έκτασης, τόσο ως προς τις πωληθείσες ποσότητες όσο και ως προς τη συμφωνηθείσα μείωση της τιμής, προκαλεί βίαιη διαταραχή της αγοράς των βρώσιμων λιπαρών ουσιών. Προσφέρει πράγματι απότομα στην κατανάλωση σημαντική ποσότητα βουτύρου σε τιμές πολύ μειωμένες χάρη στην κοινοτική επιχορήγηση. Αυτό συνεπάγεται ζημία για την ενάγουσα που οφείλεται στο γεγονός ότι το βούτυρο αυτό προτιμάται όχι μόνο από το νωπό βούτυρο, που έτσι υπόκειται σε παρέμβαση, αλλά και από τη μαργαρίνη, υποκατάστατο και ανταγωνιστικό προϊόν, οι πωλήσεις του οποίου μειώνονται αισθητά κατά τη διάρκεια και μετά την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων ».
5
Από τα γραπτά υπομνήματα και τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η ενάγουσα επικαλέστηκε προς στήριξη της αγωγής αποζημιώσεως πέντε ισχυρισμούς που έχουν όλοι ως στόχο να αποδείξουν τον παράνομο χαρακτήρα του προαναφερθέντος κανονισμού 2956/84. Κατά την ενάγουσα ο κανονισμός αυτός:
α)
εκδόθηκε αναρμοδίως·
β)
αντίκειται στην αρχή της σταθεροποίησης των αγορών
γ)
παραβιάζει την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων
δ)
παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας·
ε)
εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας.
Επί του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας της Επιτροπής
6
Από το ίδιο το προοίμιο του επίδικου κανονισμού της Επιτροπής που θεσπίζει την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » προκύπτει ότι ο κανονισμός στηρίχτηκε τόσο στις διατάξεις του άρθρου 6 όσο και του άρθρου 12 του κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ). Το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, επιτρέπει τη θέσπιση ειδικών μέτρων ικανών να διευκολύνουν τη διάθεση του βουτύρου δημόσιας ή ιδιωτικής αποθεματοποίησης, όταν αυτό δεν μπορεί να συμβεί με κανονικές συνθήκες. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 559/76 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 187 ), επιτρέπει τη λήψη άλλων μέτρων για να διευκολυνθεί η διάθεση των αποθεμάτων γαλακτοκομικών προϊόντων και να αποφευχθεί η δημιουργία νέων πλεονασμάτων.
7
Ως προς την πραγματική εφαρμογή των ειδικών αυτών μέτρων, η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ Συμβουλίου και Επιτροπής προβλέπεται από τον κανονισμό 804/68 ως εξής: το Συμβούλιο θεσπίζει τους γενικούς κανόνες εφαρμογής των μέτρων αυτών ( άρθρο 6, παράγραφος 6, και άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68 ) και η Επιτροπή θεσπίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 30 του ίδιου κανονισμού, τις λεπτομέρειες εφαρμογής των εν λόγω μέτρων ( άρθρο 6, παράγραφος 7, και άρθρο 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68 ).
8
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, επειδή το Συμβούλιο δεν θέσπισε γενικούς κανόνες εφαρμογής, η Επιτροπή ήταν αναρμόδια να αποφασίσει, με τη μορφή λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων αυτών, την επίμαχη επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων ».
9
Για να κριθεί στην προκειμένη περίπτωση η αρμοδιότητα της Επιτροπής, πρέπει να εξακριβωθεί:
1)
αν το Συμβούλιο θέσπισε πράγματι τους γενικούς κανόνες εφαρμογής που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, και 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68·
2)
αν η επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » που αποφασίστηκε με τον επίδικο κανονισμό συγκαταλεγόταν στα μέτρα που προβλέπονται τόσο από τα άρθρα 6 και 12 του κανονισμού 804/68, όσο και από τους γενικούς κανόνες εφαρμογής.
10
Από έρευνα των εφαρμοστέων διατάξεων συνάγεται πρώτον ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, το ίδιο το Συμβούλιο θέσπισε τους γενικούς κανόνες εφαρμογής που προβλέπονται από τα άρθρα 6 και 12 του προαναφερθέντος κανονισμού 804/68.
11
Όσον αφορά καταρχάς την εφαρμογή του άρθρου 6 του κανονισμού αυτού, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Συμβούλιο εξέδωσε δύο κανονισμούς. Αφενός, ο κανονισμός 985/68, της 15ης Ιουλίου 1968, περί καθορισμού των γενικών κανόνων που διέπουν τα μέτρα παρεμβάσεως στην αγορά του βουτύρου και της κρέμας γάλακτος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 116), όριζε την καταβολή ενίσχυσης στο βούτυρο ιδιωτικής αποθεματοποίησης καθώς και τη δυνατότητα αυξήσεως της ενίσχυσης αυτής, όταν η εξέλιξη της αγοράς έχει δυσμενή έκβαση. Αφετέρου, ο κανονισμός 750/69 του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1969, περί τροποποιήσεως του προαναφερθέντος κανονισμού 985/68 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 121 ), επέτρεψε τη θέσπιση πρόσφορων μέτρων προκειμένου να διευκολυνθεί η διάθεση του βουτύρου δημόσιας αποθεματοποίησης που δεν μπορεί να διατεθεί υπό κανονικές συνθήκες.
12
Όσον αφορά ακολούθως την εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού 804/68 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1269/79, της 25ης Ιουνίου 1979 (JO L 161, σ. 8), ο οποίος με τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4 επιτρέπει τη χορήγηση ενισχύσεων π'ου έχουν ως προορισμό την αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου με μείωση των τιμών στην τελική κατανάλωση.
13
Περαιτέρω πρέπει να ερευνηθεί αν η επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » που αποφασίστηκε από τον επίδικο κανονισμό εμπίπτει στα πλαίσια της αρμοδιότητας, την οποία απένειμε το Συμβούλιο στην Επιτροπή.
14
Για να κριθεί η έκταση της εκτελεστικής αρμοδιότητας που αναγνωρίζεται καταρχήν στην Επιτροπή στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής πρέπει πρώτα να υπομνη-στει, όπως έκανε και το Δικαστήριο με την απόφαση του της 30ής Οκτωβρίου 1975 ( Rey Soda, 23/75, Jurispr. σ. 1279 ), ότι από την οικονομία της Συνθήκης, στην οποία πρέπει να ενταχθεί το άρθρο 155, καθώς και από τις ανάγκες της πρακτικής συνάγεται ότι η έννοια της εκτέλεσης πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά. Επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που είναι σε θέση να παρακολουθεί διαρκώς και με προσοχή την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το λυμβουλιο μπορεί να οδηγηθεί να της αναθέσει στον τομέα αυτό ευρείες εξουσίες εκτίμησης και δράσης. Στην περίπτωση αυτή, τα όρια της αρμοδιότητας αυτής πρέπει να κριθούν ιδίως υπό το πρίσμα των ουσιωδών γενικών στόχων της οργάνωσης της αγοράς
15
Από την άποψη αυτή η επίδικη επιχείρηση «βούτυρο Χριστουγέννων» αποτελεί ειδικό μέτρο που θεσπίστηκε σε εποχή, όπου είναι βέβαιο ότι είχαν δημιουργηθεί σημαντικά πλεονάσματα γαλακτοκομικών προϊόντων και είχε ως στόχο τόσο να αυξήσει την κατανάλωση και να μειώσει τα δημόσια και ιδιωτικά αποθέματα βουτύρου, όσο και να εξασφαλίσει την απαραίτητη ανακύκλωση των αποθεμάτων αυτών. Μια τέτοια επιχείρηση ανταποκρίνεται στους στόχους που ορίζονται τόσο από τα άρθρα 6 και 12 του κανονισμού 804/68 όσο και από τους προαναφερθέντες κανονισμούς του Συμβουλίου, που καθόρισαν τους γενικούς κανόνες εφαρμογής.
16
Ακολούθως, δυνάμει των άρθρων 6, παράγραφος 7, και 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68, η Επιτροπή ήταν αρμόδια να θεσπίσει τις λεπτομέρειες της επίδικης επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων », σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 30 του ίδιου κανονισμού, δηλαδή μετά γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, πλην της περιπτώσεως που τα μέτρα δεν ήταν σύμφωνα με τη γνώμη που διατύπωσε η επιτροπή αυτή.
17
Επειδή η επιτροπή διαχειρίσεως δεν διατύπωσε καμία γνώμη μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 2, επί της προτάσεως που υπέβαλε εν προκειμένω η Επιτροπή, αυτή η τελευταία ήταν πράγματι αρμόδια να εκδώσει τον επίδικο κανονισμό.
18
Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως της αρχής σταθεροποιήσεως της αγοράς
19
Κατά την ενάγουσα, οι επιχειρήσεις «βούτυρο Χριστουγέννων» προκαλούν στρεβλώσεις της αγοράς που διαταράσσουν, κατά παράβαση του άρθρου 39 της Συνθήκης, την ισορροπία των δύο αγορών του βουτύρου και της μαργαρίνης, που χαρακτηρίζονται από σχέσεις ανταγωνισμού και υποκατάστασης.
20
Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Πρέπει να υπομνηστεί σχετικά ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, Balkan, 5/73, Rec. σ. 1091, απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1977, Roquettes Frères, 29/77, Rec. σ. 1835, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, Biovilac, 58/83, Συλλογή σ. 4057 ), κατά την επιδίωξη των διαφόρων στόχων που απαριθμούνται στο άρθρο 39 της Συνθήκης, τα κοινοτικά όργανα πρέπει να εξασφαλίζουν το διαρκή συμβιβασμό των στόχων αυτών, οι οποίοι, αν αντιμετωπιστούν χωριστά, ενδέχεται να αλληλοσυγκρουσθούν Αν ο συμβιβασμός αυτός δεν επιτρέπει να απομονωθεί ένας από τους στόχους αυτούς σε σημείο που να καθιστά αδύνατη την υλοποίηση των άλλων, τα κοινοτικά όργανα μπορούν να δώσουν πρόσκαιρη προτεραιότητα στον έναν ή τον άλλο από τους στόχους αυτούς, την οποία επιβάλλουν τα γεγονότα ή οι οικονομικές συνθήκες ενόψει των οποίων τα όργανα εκδίδουν τις αποφάσεις τους.
21
Προκειμένου ειδικότερα να κριθεί η νομιμότητα ενός μέτρου που έχει ληφθεί στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων, το Δικαστήριο έκρινε με την προαναφερθείσα απόφαση Biovilac ότι ένας από τους ουσιώδεις στόχους της πολιτικής αυτής είναι η διασφάλιση, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο α), της Συνθήκης, δίκαιου εισοδήματος στους γαλακτοπαραγωγούς της Κοινότητας με τον καθορισμό ενδεικτικής τιμής του γάλακτος που εξασφαλίζεται με αγορές απο την παρέμβαση των κύριων προϊόντων μεταποίησης του γάλακτος και ειδικότερα του βουτύρου. Φαίνεται ότι, υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, η Επιτροπή μπόρεσε, χωρίς να αγνοήσει το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο στόχο της εξασφάλισης δίκαιου εισοδήματος στους γαλακτοπαραγωγούς θεσπίζοντας την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων ». Πραγματικά, μια τέτοια επιχείρηση έχει άμεση σχέση με το στόχο αυτό, εφόσον, διευκολύνοντας τη διάθεση των πλεονασμάτων που προκλήθηκαν από τους μηχανισμούς παρέμβασης και επιτρέποντας την ανανέωση του αποθεματοποιημένου βουτύρου, καθιστά δυνατή τη διατήρηση του συστήματος των τιμών παραγωγής.
22
Εξάλλου, λαμβανομένης υπόψη της εξέλιξης που διαπιστώθηκε στα αντίστοιχα μερίδια της αγοράς του βουτύρου και της αγοράς της μαργαρίνης στο σύνολο της κοινοτικής κατανάλωσης λιπαρών ουσιών, δεν συνάγεται από τα στοιχεία του φακέλου ότι μια επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » σαν την επίμαχη ήταν ικανή να προκαλέσει πραγματική και διαρκή διαταραχή της αγοράς της μαργαρίνης.
Επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης
23
Η ενάγουσα εταιρία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, διαταράσσοντας με την πώληση του βουτύρου των Χριστουγέννων την ισορροπία στον ανταγωνισμό που καθιερώθηκε από τις κοινές οργανώσεις των οικείων αγορών, μεταχειρίζεται δυσμενώς τους παρασκευαστές μαργαρίνης σε σχέση με τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στους παραγωγούς βουτύρου. Η μεταχείριση αυτή εξάλλου είναι διττώς δυσμενής. Αφενός, επιτρέπει στους παραγωγούς βουτύρου να πωλούν το προϊόν τους κάτω της τιμής κόστους του και, αφετέρου, η ίδια η Επιτροπή επιχορηγεί την πώληση αυτή κάτω της τιμής κόστους κατά τρόπο που να μη φέρουν οι παραγωγοί βουτύρου τις οικονομικές επιπτώσεις της πώλησης αυτής. Συνεπώς, η δυσμενής αυτή διάκριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά.
24
Είναι βέβαιο, αφενός, ότι τόσο το βούτυρο όσο και η μαργαρίνη, ως προϊόντα μεταποίησης γεωργικών προϊόντων, εμπίπτουν στην κοινή γεωργική πολιτική και, αφετέρου, ότι πρόκειται για προϊόντα ανταγωνιστικά που βρίσκονται μεταξύ τους σε μερική σχέση υποκατάστασης. Εν προκειμένω βρίσκει πλήρη εφαρμογή το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης, το οποίο ορίζει ότι η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών « πρέπει να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας ».
25
Πρέπει εν πάση περιπτώσει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978, Royal Scholten-Honig, 103 και 145/77, Rec. σ. 2037, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, Ιταλία κατά Συμβουλίου, 166/78, Rec. σ. 2591, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, Eridania, 230/78, Rec. 2749, προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, Biovilac), η απαγόρευση των διακρίσεων που διακηρύσσεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης, ως ειδική έκφανση της γενικής αρχής της ισότητας, δεν εμποδίζει τη διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων, όταν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά. Εν προκειμένω πρέπει να υπογραμμιστούν τρεις ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της αγοράς του βουτύρου και της αγοράς της μαργαρίνης.
26
Πρώτον, η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων που θεσπίστηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, στην οποία ανήκει το βούτυρο, επινοήθηκε μέσα σε μια αλληλουχία τελείως ξεχωριστή σε σχέση με τις φυτικές λιπαρές ουσίες, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της γαλακτοκομικής παραγωγής μέσα στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και των διαφορετικών συνθηκών εφοδιασμού της Κοινότητας, ανάλογα αν πρόκειται για γαλακτοκομικά προϊόντα ή για φυτικές λιπαρές ουσίες. 'Ετσι ο κανονισμός 804/68 προέβλεψε μηχανισμούς παρέμβασης και σχηματισμού τιμών διαφορετικούς από εκείνους που είχε ορίσει ο κανονισμός 136/66 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 ), όπως τροποποιήθηκε, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών, στον οποίο ανήκει και η μαργαρίνη. Πραγματικά, ενώ στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα του γάλακτος η ρύθμιση της αγοράς πραγματοποιείται κυρίως μέσω της τιμής παρέμβασης για το βούτυρο και το γάλα σε σκόνη, στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα των λιπαρών ουσιών η ρύθμιση στηρίζεται κυρίως σε σύστημα ενισχύσεων της παραγωγής, ενώ η παρέμβαση έχει απλώς συμπληρωματική λειτουργία.
27
Δεύτερον, η θέση των επίμαχων προϊόντων στην αντίστοιχη οργάνωση των αγορών είναι εντελώς διαφορετική. Το βούτυρο, καθώς και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, κατέχει θεμελιακή θέση στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ως στοιχείο στήριξης της αγοράς αυτής. Ο ρόλος της μαργαρίνης δεν συγκρίνεται στην κοινή οργάνωση των αγορών των λιπαρών ουσιών.
28
Τρίτον, η αγορά των λιπαρών ουσιών δεν γνωρίζει καμιά δυσκολία που να συγκρίνεται με εκείνες που πλήττουν την αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων. Όπως τόνισε και το Δικαστήριο στην απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1979 (Stölting, 138/78, Jurispr. σ. 713 ), η κατάσταση της αγοράς γάλακτος στην Κοινότητα χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικά πλεονάσματα βουτύρου και αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που οφείλονται στην ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης των προϊόντων αυτών. Ακολούθως, τα κοινοτικά όργανα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ιδιαίτερες αυτές δυσκολίες, τις οποίες διέρχεται ο τομέας των γαλακτοκομικών προϊόντων, είναι πάντως υποχρεωμένα να αποφύγουν την αύξηση και να διευκολύνουν τη διάθεση των ήδη δημιουργηθέντων αποθεμάτων.
29
Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι λαμβανομένων υπόψη των αντικειμενικών διαφορών που χαρακτηρίζουν τους νομικούς μηχανισμούς και τις οικονομικές προϋποθέσεις των οικείων αγορών, η θέση των παραγωγών βουτύρου και των παραγωγών μαργαρίνης δεν μπορεί να συγκριθεί. Συνεπώς, η επίδικη επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων », η οποία εντάσσεται στην ίδια τη λειτουργία της κοινής οργάνωσης των αγορών των γαλακτοκομικών προϊόντων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει διάκριση σε βάρος των παραγωγών μαργαρίνης.
Επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας
30
Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι οι πωλήσεις του βουτύρου των Χριστουγέννων δεν είναι ούτε αναγκαίες ούτε κατάλληλες για την αύξηση της κατανάλωσης του βουτύρου και την αποφυγή της παράτασης της αποθεματοποίησης και αμφισβητούν, ενόψει τους κόστους της, τη σκοπιμότητα και αποτελεσματικότητα της επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων » που θεσπίστηκε με τον επίδικο κανονισμό. Υπήρχαν, εξάλλου, για την επίλυση του προβλήματος των πλεονασμάτων και των αποθεμάτων βουτύρου, λύσεις πολύ πιο αποτελεσματικές και λιγότερο επαχθείς από μέτρα όπως οι επιχειρήσεις « βούτυρο Χριστουγέννων ».
31
Σύμφωνα με πάγια νομολογία, προκειμένου να αποδειχθεί αν μια διάταξη κοινοτικού δικαίου συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέσα που τίθενται σε εφαρμογή είναι ικανά να υλοποιήσουν τον επιδιωκόμενο στόχο και αν δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του. Εξάλλου, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 21ης Φεβρουαρίου 1979 ( Stölting, όπ. π. ), ακόμα κι αν η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου για το στόχο, τον οποίο επιδιώκει το αρμόδιο όργανο, μπορεί να θίξει τη νομιμότητα του, πρέπει να αναγνωριστεί στα κοινοτικά όργανα ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής, λαμβανομένων υπόψη των ευθυνών που τους αναθέτει η Συνθήκη.
32
Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, το κύρος του οποίου αμφισβητείται, συνάγεται εν προκειμένω ότι ο κανονισμός, με την αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου, είχε ως στόχο όχι μόνο να μειώσει το σύνολο των αποθεμάτων βουτύρου, αλλά και να παρεμποδίσει την παράταση της αποθεματοποίησης παλαιού βουτύρου^ το οποίο, μετά από ορισμένη διάρκεια, καθίσταται ακατάλληλο προς κατανάλωση και απαιτεί νέα μεταποίηση. Από τα στοιχεία του φακέλου και τις συζητήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου συνάγεται, αφενός, ότι η επίδικη επιχείρηση προκάλεσε πράγματι πρόσθετες πωλήσεις στην Κοινότητα 40000 περίπου τόνων βουτύρου, αποφεύγοντας έτσι την αποθεματοποίηση τους, και, αφετέρου, είχε ως συνέπεια καλύτερη ανακύκληση και κάποια ανανέωση των αποθεμάτων βουτύρου. Οι στόχοι αυτοί συγκαταλέγονται σ' εκείνους που εντάσσονται στο καθεστώς της παρέμβασης από το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 804/68.
33
Δεν προκύπτει εξάλλου ούτε από τα στοιχεία του φακέλου ούτε από τις συζητήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι δεν διαθέτει υπό συνθήκες νομικά, οικονομικά και ψυχολογικά αποδεκτές άλλες δυνατότητες για να επιτύχει τους επιζητούμενους στόχους με πιο αποτελεσματικά και λιγότερο επαχθή μέσα, διέπραξε προφανές σφάλμα εκτιμήσεως.
34
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και παρά το ότι πρέπει να γίνει δεκτή, όπως δέχεται και η ίδια η Επιτροπή, η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων του είδους « βούτυρο Χριστουγέννων » και η σημασία του κόστους τους για τα κοινοτικά οικονομικά, το επικρινόμενο μέτρο δεν φαίνεται να υπήρξε ακατάλληλο για την επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων ή να βαίνει πέραν του μέτρου που ήταν αναγκαίο για να τους πετύχει. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να απορριφθεί.
Επί του ισχυρισμού ότι ο επίδικος κανονισμός εκδόθηκε καθ' υπέρβαση και κατά κατάχρηση εξουσίας, καθόσον έχει ως αντικείμενο την τόνωση της κατανάλωσης βουτύρου
35
Από την επιχειρηματολογία που προέβαλε σχετικά η ενάγουσα συνάγεται ότι ο ισχυρισμός αυτός αναλύεται, στην πραγματικότητα, σε δύο σκέλη:
—
το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή να λάβει τα μέτρα που θα εξασφάλιζαν τη διάθεση των αποθεμάτων, αλλά όχι να προκαλέσει αύξηση της κατανάλωσης του βουτύρου·
—
τα μέτρα που θέσπισε η Επιτροπή δεν μπορούσαν να βαίνουν πέραν των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο α), του προαναφερθέντος κανονισμού 804/68, σύμφωνα με τις οποίες το καθεστώς παρεμβάσεως εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε να διατηρείται η ανταγωνιστική θέση του βουτύρου στην αγορά. Συνεπώς, τα μέτρα δεν μπορούσαν να προσδώσουν στο προϊόν αυτό τεχνητό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τη μαργαρίνη· άρα η Επιτροπή ενήργησε με άλλο στόχο από εκείνο για τον οποίο είχε εξουσιοδοτηθεί.
Επί τον πρώτον σκέλους vov ισχνρισμού
36
Συμπίπτει με το γενικότερο ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας της Επιτροπής. Επομένως, για να δοθεί απάντηση, αρκεί να γίνει παραπομπή σε όσα ειπώθηκαν παραπάνω για την αρμοδιότητα της Επιτροπής.
Επί τον όεντέρον σκέλονς τον ισχυρισμού περί παραβάσεως τον άρθρον 6, παράγραφος 4, στοιχείο α), τον κανονισμού 804/68
37
Πρέπει να σημειωθεί σχετικά, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, ότι αν κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο α), του κανονισμού 804/68 το καθεστώς παρεμβάσεως εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε να διατηρείται η ανταγωνιστική θέση του βουτύρου στην αγορά, η διάταξη αυτή δεν σημαίνει ότι οι ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ βουτύρου και άλλων εν μέρει υποκατάστατων προϊόντων του πρέπει να θεωρούνται ως πάγιες και αμετακίνητες. Αντίθετα μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη το σημαίνοντα ρόλο που παίζει το βούτυρο στην κοινή οργάνωση των αγορών των γαλακτοκομικών προϊόντων, τα όργανα πρέπει να μεριμνούν ώστε να μην υποβαθμίζεται η ανταγωνιστική θέση του προϊόντος αυτού και, ενδεχομένως, να βελτιώνεται για να επιτρέπει επαναφορά της ισορροπίας στην κοινή οργάνωση αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων. Για το σκοπό αυτό εξουσιοδοτήθηκε η Επιτροπή, σε περιόδους δυσχερούς διαθέσεως του βουτύρου, να λαμβάνει μέτρα αυξήσεως της κατανάλωσης του βουτύρου, μειώνοντας την τιμή του προϊόντος αυτού, πράγμα που της επιτρέπει εξάλλου να σέβεται τους άλλους στόχους που περιέχονται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχεία β) και γ), του κανονισμού 804/68: να διαφυλάσσεται κατά το μέτρο του δυνατού η αρχική ποιότητα του αποθεματοποιημένου βουτύρου και να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο ορθολογική αποθεματοποίηση. Μια επιχείρηση του είδους της επίμαχης έχει ως προορισμό ακριβώς την επίτευξη των στόχων αυτών.
38
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας τον επίδικο κανονισμό περί θεσπίσεως επιχειρήσεως « βούτυρο Χριστουγέννων » δεν ενήργησε με άλλους στόχους από εκείνους για τους οποίους είχε εξουσιοδοτηθεί από τον προαναφερθέντα κανονισμό του Συμβουλίου.
39
Από το σύνολο των παραπάνω σκέψεων και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι ενστάσεις περί απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, έπεται ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
40
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η ενάγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αγωγή.
2)
Καταδικάζει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Galmot
Κακούρης
Schockweiler
Koopmans
Everling
Joliét
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Μαρτίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy