ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 10ης Ιουλίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 40/85,
Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Εξωτερικών Σχέσεων, διά του διευθυντού του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες R. Hoebaer, επικουρούμενο από τον J. F. Bellis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του, 4, rue des Girondins, Résidence Champagne,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Α. Abate και τον J. Delmoly μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από το
Ηνωμένο Βασίλειο, εκπροσωπούμενο από τον R. Ν. Ricks, Treasury Solicitor's Department, Queen Anne's Chambers, Λονδίνο, με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του, 28, boulevard Royal,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 85/153 της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 1984, σχετικά με μια ενίσχυση που χορήγησε η βελγική κυβέρνηση σε επιχείρηση που κατασκευάζει ιδίως επιτραπέζια σκεύη και κεραμευτικά είδη υγιεινής (ΕΕ L 59, σ. 21),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, U. Everling, Κ. Bahlmarin και R. Joliét, προέδρους τμήματος, G. Bosco, O. Due, Y. Galmot, Κ. Κακούρη, Τ. F. O' Higgins και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Απριλίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 11 Φεβρουαρίου 1985, το Βασίλειο του Βελγίου άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 85/153 της 24ης Οκτωβρίου 1984 ( ΕΕ 1985, L 59, σ. 21 ), με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εισφορά κεφαλαίου ύψους 83 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων που πραγματοποίησε το 1983 μια δημόσια εταιρία holding περιφερειακού χαρακτήρα, η Société régionale d'investissement de Wallonie ( στο εξής: SRIW ), υπέρ μιας εταιρίας κεραμευτικών ειδών με έδρα το La Louvière, συνιστά ενίσχυση ασυμβίβαστη με την Κοινή Αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης και πρέπει, συνεπώς, να καταργηθεί.
2
Στο προοίμιο της αποφάσεως της η Επιτροπή αναφέρει αιτιολογώντας την, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η εν λόγω επιχείρηση παρουσίασε ζημίες ύψους 134 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων (BFR) το 1979, 243 εκατομμυρίων το 1980, 302 εκατομμυρίων το 1981 και 168 εκατομμυρίων το 1982, πράγμα που ισοδυναμεί αντιστοίχως με 23 ο/ο, 39 ο/ο, 45 °/ο και 20 °/ο του κύκλου εργασιών των εν λόγω ετών ήταν, συνεπώς, ελάχιστα πιθανό να μπορέσει η επιχείρηση να εξεύρει τα αναγκαία για την επιβίωση της ποσά στην ιδιωτική κεφαλαιαγορά. Συνεπώς, η ελεύθερη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς θα επέβαλλε κανονικώς το κλείσιμο της επιχειρήσεως, γεγονός που, σε μια αγορά που χαρακτηρίζεται από την υπερπαραγωγή, θα επέτρεπε στις περισσότερο δυναμικές ανταγωνίστριες επιχειρήσεις να αναπτυχθούν. Η χορηγηθείσα ενίσχυση θα μπορούσε, συνεπώς, να επηρεάσει κατά τρόπο ιδιαιτέρως έντονο τους όρους του ανταγωνισμού και, δεδομένου ότι η επιχείρηση εξήγε περισσότερο του 70 °/ο της παραγωγής της κεραμευτικών ειδών υγιεινής προς τα άλλα κράτη μέλη, η ενίσχυση αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
3
Στο προοίμιο αναφέρεται επίσης ότι τέσσερα άλλα κράτη μέλη, καθώς και ένας σύνδεσμος βιομηχάνων και δύο άλλες επιχειρήσεις του ίδιου τομέα, δήλωσαν ότι συμμερίζονται τις ανησυχίες της Επιτροπής όσον αφορά τις χορηγηθείσες στο Βέλγιο ενισχύσεις υπέρ της εν λόγω επιχειρήσεως και ότι τρία από αυτά τα κράτη μέλη, ο προαναφερθείς σύνδεσμος και οι δύο επιχειρήσεις υπογράμμισαν τις σοβαρές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού από τις επανειλημμένες ενισχύσεις της βελγικής κυβερνήσεως. Στο εν λόγω προοίμιο τονίζεται, τέλος, ότι η βελγική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να παράσχει κανένα στοιχείο ούτε η Επιτροπή μπόρεσε να επισημάνει κανένα τέτοιο που να δικαιολογεί τη διαπίστωση ότι η εν λόγω ενίσχυση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή μιας από τις εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
4
Κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου η βελγική κυβέρνηση παρέσχε λεπτομερείς πληροφορίες για το εταιρικό κεφάλαιο της επιχειρήσεως και για την κατανομή του. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι πριν από την πρώτη χορήγηση κεφαλαίων από το δημόσιο το κεφάλαιο ανερχόταν σε 150 εκατομμύρια BFR. Το 1979 το κεφάλαιο αυτό, ακόμη και μετά το συνυπολογισμό των αποθεμάτων που ανέρχονταν σε 172 εκατομμύρια BFR, μειώθηκε σε 3 εκατομμύρια BFR, το δε δημόσιο συνέβαλε στην οικονομική ανασυγκρότηση εισφέροντας κεφάλαιο 140 εκατομμυρίων BFR, ενώ οι ιδιώτες μέτοχοι συνεισέφεραν 40 και πλέον εκατομμύρια περίπου. Δεδομένου ότι το νέο κεφάλαιο εξαντλήθηκε, το 1981 πραγματοποιήθηκε μια νέα αύξηση κατά 475 εκατομμύρια BFR, την οποία τη φορά αυτή κάλυψε αποκλειστικά το δημόσιο. Το 1983, όταν η SRIW πραγματοποίησε την επίδικη εισφορά κεφαλαίου, το εταιρικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 30 εκατομμύρια BFR. Τον Ιανουάριο του 1985η επιχείρηση τέθηκε υπό εκκαθάριση.
5
Επίσης, κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, η βελγική κυβέρνηση κατέθεσε αριθμητικά στοιχεία σχετικά με το μερίδιο της επιχειρήσεως στην αγορά. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι κατά την περίοδο 1979-1984η επιχείρηση είχε μερίδιο 20 έως 25 °/ο στη βελγο-λουξεμβουργιανή αγορά κεραμευτικών ειδών υγιεινής. Κατά την ίδια περίοδο το μέρος της παραγωγής που εξήχθη ανήλθε από 58 ο/ο σε 76 % και το μερίδιο της επιχειρήσεως στο σύνολο του ενδοκοινοτικού εμπορίου προϊόντων κεραμευτικών ειδών υγιεινής αυξήθηκε από 8 °/ο σε 15 °/ο. Οι τιμές εξαγωγής κυμαίνονταν μεταξύ 72 και 82 % των μέσων τιμών εξαγωγής της Κοινότητας.
6
Σε ό,τι αφορά τη διοικητική διαδικασία που προηγήθηκε της επίδικης αποφάσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι στις 31 Ιανουαρίου 1983 η Επιτροπή, ανήσυχη από πληροφορίες που αναγράφηκαν στο βελγικό Τύπο, ζήτησε από τη βελγική κυβέρνηση να της κοινοποιήσει το σχέδιο ενισχύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Στο τηλετύπημα της 18ης Φεβρουαρίου 1983 η βελγική κυβέρνηση περιορίστηκε να απαντήσει ότι δεν επρόκειτο για νέα απόφαση, καθόσον η σχεδιαζόμενη ενίσχυση στηρίζεται σε απόφαση του 1981 που αποβλέπει στην εφαρμογή ενός μεσοπρόθεσμου σχεδίου εκσυγχρονισμού, κλιμακωμένου στις οικονομικές χρήσεις 1981 έως 1984 και του οποίου η πρώτη φάση ήταν η προαναφερθείσα εισφορά κεφαλαίου ύψους 475 εκατομμυρίων BFR. Πρέπει να τονιστεί σχετικώς ότι η Επιτροπή είχε διαπιστώσει το ασυμβίβαστο της εν λόγω εισφοράς κεφαλαίου με την Κοινή Αγορά στην απόφαση 83/130 της 16ης Φεβρουαρίου 1983, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε προσφυγή, καθώς και ότι με την απόφαση του της 15ης Ιανουαρίου 1986 (Επιτροπή κατά Βελγίου, 52/84, Συλλογή 1986, σ. 89 ), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις του, επειδή δεν συμμορφώθηκε προς την εν λόγω απόφαση.
7
Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους της Επιτροπής η βελγική κυβέρνηση δεν της παρέσχε περισσότερα στοιχεία για την νέα εισφορά κεφαλαίου, ούτε για το σχέδιο εκσυγχρονισμού που ανέφερε στο τηλετύπημα της 18ης Φεβρουαρίου 1983. Με έγγραφο της 25ης Μαΐου 1984, η Επιτροπή ενημέρωσε τη βελγική κυβέρνηση για την απόφαση της να κινήσει κατά της νέας αυτής εισφοράς τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1984, η βελγική κυβέρνηση απάντησε ότι θεωρεί απαράδεκτες τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται στο έγγραφο της 25ης Μαΐου, καθόσον η Επιτροπή έπρεπε να αντιδράσει γρηγορότερα στο τηλετύπημα της 18ης Φεβρουαρίου 1983. Υπό τις περιστάσεις αυτές η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση.
8
Προς στήριξη του αιτήματός της ακυρώσεως η βελγική κυβέρνηση προβάλλει, κατ' ουσία, τρεις λόγους:
α )
εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθόσον η επίδικη εισφορά κεφαλαίου δεν συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως·
β)
εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, και ανεπαρκής αιτιολογία, καθόσον η απόφαση της Επιτροπής δεν εξηγεί γιατί η εν λόγω εισφορά επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και νοθεύει τον ανταγωνισμό·
γ )
παραβίαση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως, καθόσον η Επιτροπή δεν κοινοποίησε στη βελγική κυβέρνηση τις καταγγελίες που διατύπωσαν τα κράτη μέλη και οι επαγγελματικές οργανώσεις που έλαβαν μέρος στη διοικητική διαδικασία.
α ) Επί του χαρακτήρα της επίδικης εισφοράς κεφαλαίου
9
Η βελγική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, απαγορεύοντας στο βελγικό δημόσιο να μετάσχει σε αύξηση κεφαλαίου, το θέτει σε δυσμενέστερη θέση σε σύγκριση με τον ιδιώτη μέτοχο. Είναι φυσικό και θεμιτό να στηρίξει ένας μέτοχος, με συμπληρωματική εισφορά κεφαλαίου, μια επιχείρηση την οποία ελέγχει και η οποία αντιμετωπίζει παροδικές δυσχέρειες, ιδίως όταν, όπως στην παρούσα υπόθεση, η εισφορά αυτή εντάσσεται σε ένα σχέδιο εκσυγχρονισμού της επιχειρήσεως με το οποίο αποσιωπείται η αύξηση της παραγωγικότητάς της και η μείωση του προσωπικού της. Κατά την εκτίμηση της οικονομικής της καταστάσεως έπρεπε να ληφθεί, εξάλλου, υπόψη ότι η εν λόγω επιχείρηση περιελάμβανε δύο τμήματα, ένα για τα επιτραπέζια σκεύη και ένα άλλο για τα κεραμευτικά είδη υγιεινής και ότι τα αποτελέσματα χρήσεως του τελευταίου τμήματος παρουσίασαν σταθερή βελτίωση επιτυγχάνοντας το 1983 θετικό υπόλοιπο ύψους 6 εκατομμυρίων BFR.
10
Κατά την Επιτροπή, το δημόσιο μπορεί ως μέτοχος να στηρίξει μια επιχείρηση. Ωστόσο, κατά την ενέργεια του αυτή οφείλει να τηρήσει τους κανόνες του ανταγωνισμού, όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
11
Παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της Επιτροπής, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, η βελγική κυβέρνηση δεν παρέσχε κανένα στοιχείο σχετικά με την επίδικη αύξηση του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα η Επιτροπή ευλόγως να στηριχθεί στα συνολικά οικονομικά αποτελέσματα της επιχειρήσεως, τα οποία από μακρό χρόνο ήταν αρνητικά παρά τις προηγούμενες εισφορές κεφαλαίου. Ενόψει των αποτελεσμάτων αυτών, καθώς και της ιστορικής εξελίξεως της επιχειρήσεως μέχρι την εκκαθάριση της τον Ιανουάριο του 1985, η επιχείρηση μπόρεσε να επιβιώσει μόνο με ενέσεις από το δημόσιο ταμείο. Ορθώς, συνεπώς, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εισφορά κεφαλαίου συνιστά κρατική ενίσχυση διασώσεως, καθόσον, υπό τις περιστάσεις αυτές, η επιχείρηση δεν θα μπορούσε να εξεύρει στην ιδιωτική κεφαλαιαγορά, ή από ιδιώτη μέτοχο, οποιαδήποτε εισφορά κεφαλαίου.
12
Πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 1, οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης αναφέρονται στις ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη ή από κρατικούς πόρους « υπό οποιαδήποτε μορφή ». Κατά συνέπεια, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 14ης Νοεμβρίου 1984 ( Intermills κατά Επιτροπής, 323/82, Συλλογή σ. 3809 ), δεν μπορεί καταρχήν να γίνει διάκριση μεταξύ της ενισχύσεως που χορηγείται υπό μορφή δανείων και της ενισχύσεως που χορηγείται υπό μορφή συμμετοχής στο κεφάλαιο επιχειρήσεων. Οι ενισχύσεις υπό τη μία ή την άλλη μορφή εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 92, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει η εν λόγω διάταξη.
13
Προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα τέτοιο μέτρο έχει το χαρακτήρα κρατικής ενισχύσεως ενδείκνυται να εφαρμοστεί το κριτήριο που αναφέρεται στην απόφαση της Επιτροπής και που, εξάλλου, δεν αμφισβητεί η βελγική κυβέρνηση, το οποίο στηρίζεται στις δυνατότητες της επιχειρήσεως να εξεύρει τα εν λόγω ποσά στις ιδιωτικές αγορές κεφαλαίων. Στην περίπτωση επιχειρήσεως της οποίας το σύνολο σχεδόν του εταιρικού κεφαλαίου κατέχει το δημόσιο, πρέπει ιδίως να κριθεί αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ιδιώτης εταίρος στηριζόμενος στις προβλέψιμες δυνατότητες αποδοτικότητας, ανεξάρτητα από κάθε άποψη κοινωνικής, περιφερειακής ή κλαδικής πολιτικής, θα είχε προβεί σε παρόμοια εισφορά κεφαλαίου.
14
Όπως υποστήριξε η βελγική κυβέρνηση, ιδιώτης εταίρος μπορεί ευλόγως να εισφέρει το αναγκαίο κεφάλαιο για την επιβίωση μιας επιχειρήσεως που αντιμετωπίζει παροδικές δυσχέρειες, αλλ' η οποία, όμως, μετά από αναδιάρθρωση, θα μπορούσε να επα-νεύρει την αποδοτικότητα της. Στην παρούσα, όμως, υπόθεση πρόκειται για επιχείρηση η οποία κατά το χρόνο της εισφοράς κεφαλαίου παρουσίαζε, από πολλά έτη, ιδιαίτερα σημαντικές ζημίες σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της, η επιβίωση της οποίας είχε επανειλημμένως απαιτήσει εισφορές κεφαλαίου από το δημόσιο, προκειμένου να επανασυσταθεί το εξαντλημένο εταιρικό κεφάλαιο και της οποίας τα προϊόντα έπρεπε να διατεθούν σε μια αγορά που τη χαρακτηρίζει η υπερπροσφορά.
15
Από την άποψη αυτή είναι αδιάφορο αν η εν λόγω επιχείρηση περιελάμβανε δύο τμήματα, το ένα από τα οποία παρουσίαζε καλύτερα αποτελέσματα χρήσεως από το άλλο και παρουσίαζε μάλιστα περιορισμένα κέρδη για το έτος κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η επίδικη εισφορά κεφαλαίου. Τα δύο τμήματα αποτελούσαν μέρος της ίδιας επιχείρησης και ο χαρακτήρας της επίδικης εισφοράς κεφαλαίου πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με αυτή την ενιαία επιχείρηση.
16
Ως προς το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της επιχειρήσεως που επικαλέστηκε η βελγική κυβέρνηση και της οποίας η επίδικη εισφορά κεφαλαίου αποτελούσε την τελευταία φάση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στο Δικαστήριο σχετικά με το πρόγραμμα αυτό δεν προκύπτει ότι περιελάμβανε μέτρα που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν στο μέλλον μια αποδοτική εκμετάλλευση και, συνεπώς, να αποτελέσουν επαρκή βάση για την προσέλκυση του απαιτουμένου ιδιωτικού κεφαλαίου. Πράγματι, το πρόγραμμα αυτό είχε ήδη αποτύχει κατά το χρονικό σημείο της επίδικης εισφοράς, καθόσον τα 475 εκατομμύρια BFR της εισφοράς που πραγματοποιήθηκε στην πρώτη φάση απορροφήθηκαν σχεδόν από τις ζημίες εκμεταλλεύσεως που σημειώθηκαν εν τω μεταξύ.
17
Ορθώς, υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή έκρινε ότι ήταν ελάχιστα πιθανό για την επιχείρηση να εξεύρει τα αναγκαία για την επιβίωση της ποσά στην ιδιωτική κεφαλαιαγορά και ότι, για το λόγο αυτό, η συμπληρωματική εισφορά κεφαλαίου εκ μέρους της SRIW είχε το χαρακτήρα κρατικής ενισχύσεως.
18
Ο πρώτος, συνεπώς, λόγος που προέβαλε η βελγική κυβέρνηση πρέπει να απορριφθεί.
β ) Επί της αιτιολογίας της αποφάσεως και των συνεπειών της ενισχύσεως
19
Η βελγική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση είναι μία από τις αποφάσεις που εκδίδονται κατά στερεότυπο τρόπο και δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι η εν λόγω συμμετοχή στο κεφάλαιο μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Η Επιτροπή, όμως, δεν ανέλυσε την αγορά ούτε το εμπόριο των προϊόντων του εν λόγω τομέα όπως, επίσης, δεν έλαβε υπόψη της τα δεδομένα της επιχειρήσεως. Με το λόγο αυτό, συνεπώς, αμφισβητείται, αφενός, η αιτιολογία της αποφάσεως, αφετέρου, η εκτίμηση εκ μέρους της Επιτροπής των συνεπειών της ενισχύσεως.
20
Η Επιτροπή, επικαλούμενη το άρθρο 5 της Συνθήκης, υπογραμμίζει την αμοιβαία υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής και ισχυρίζεται ότι η απόφαση δεν μπορούσε να αιτιολογηθεί καλύτερα, ενόψει των ελλείψεων που παρουσίαζαν τα στοιχεία που της παρέσχε η βελγική κυβέρνηση. Η Επιτροπή και η βρετανική κυβέρνηση, παρεμβαίνουσα στην υπόθεση, υπογραμμίζουν ότι η εν λόγω επιχείρηση, τα προϊόντα της οποίας διατίθενται σε μια αγορά που τη χαρακτηρίζει πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, εξήγε περισσότερο από το 70 ο/ο της παραγωγής της προς τα άλλα κράτη μέλη, γεγονός που επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η χορηγηθείσα ενίσχυση απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Εξάλλου, από τα στοιχεία που παρέσχε η βελγική κυβέρνηση, κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι η επιχείρηση αύξησε τις εξαγωγές της προς τα άλλα κράτη μέλη σε τιμές σταθερά μικρότερες από τις μέσες, ενώ οι ζημίες της από την εκμετάλλευση παραμένουν σημαντικές.
21
Σε ό,τι αφορά την αιτιολογία, πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αιτιολογία των βλαπτικών αποφάσεων πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τα στοιχεία που του είναι αναγκαία προκειμένου να κρίνει αν η απόφαση είναι βάσιμη ή όχι.
22
Παρά το λακωνικό της χαρακτήρα, που οφείλεται εν μέρει στην έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους της βελγικής κυβερνήσεως, από την αιτιολογία προκύπτει ότι για να διαπιστώσει αν συνέτρεχαν οι δύο εν λόγω προϋποθέσεις η Επιτροπή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η εν λόγω επιχείρηση εξήγε περισσότερο του 70 °/ο της παραγωγής της κεραμευτικών ειδών υγιεινής προς τα άλλα κράτη μέλη, καθώς και στην αναπόφευκτη εξαφάνιση της επιχειρήσεως από την αγορά, σε περίπτωση που δεν ελάμβανε ενίσχυση, γεγονός που θα επέτρεπε στις περισσότερο δυναμικές ανταγωνίστριες επιχειρήσεις να αναπτυχθούν, δεδομένου ότι η εν λόγω αγορά χαρακτηρίζεται από πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Εφόσον δεν υπήρχε κανένα αντίθετο στοιχείο, οι διαπιστώσεις αυτές επέτρεψαν, πράγματι, στην Επιτροπή να συναγάγει το συμπέρασμα ότι η εν λόγω ενίσχυση επηρέαζε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1.
23
Ως προς την εκτίμηση αυτή της Επιτροπής πρέπει να προστεθεί ότι τα συμπληρωματικά στοιχεία που παρέσχε η βελγική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας επιβεβαίωσαν, σε μεγάλο βαθμό, το εν λόγω συμπέρασμα. Παρά τις ζημίες εκμεταλλεύσεως οι οποίες επανειλημμένως εξάντλησαν το εταιρικό κεφάλαιο, η επιχείρηση μπόρεσε, λόγω των συμπληρωματικών εισφορών κεφαλαίου, να διπλασιάσει σχεδόν το μερίδιό της στο ενδοκοινοτικό εμπόριο στον τομέα των κεραμευτικών ειδών υγιεινής μέσω τιμών εξαγωγής σημαντικά χαμηλότερων από τον κοινοτικό μέσο όρο.
24
Ο λόγος, συνεπώς, αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
γ ) Επί των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως
25
Η βελγική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν της αποκάλυψε την ταυτότητα των μερών τα οποία, σύμφωνα με την επίδικη απόφαση, συμμερίζονται τις ανησυχίες της ούτε το περιεχόμενο των καταγγελιών που της υπέβαλαν τα εν λόγω μέρη, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ετοιμάσει αποτελεσματικώς την υπεράσπιση της η εν λόγω κυβέρνηση. Οι ενέργειες αυτές της Επιτροπής συνιστούν παράβαση ουσιώδους τύπου, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης. Η βελγική κυβέρνηση αμφισβητεί το αν η υποχρέωση της μη κοινοποιήσεως των στοιχείων που αφορούν τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις σημαίνει ότι πρέπει να τηρηθεί μυστικό όλο το περιεχόμενο της διοικητικής διαδικασίας. Θα ήταν παράδοξο να παρέχονται λιγότερες πληροφορίες στο κράτος μέλος που αφορά η διαδικασία βάσει του άρθρου 93 της Συνθήκης από ό,τι στην τρίτη χώρα η οποία αποτελεί το αντικείμενο διαδικασίας κατά ενισχύσεων, στο πλαίσιο του κανονισμού 2176/84 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1984 ( ΕΕ L 201, σ. 1 ).
26
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων δεν υπάρχει κατ' αντιμωλία διαδικασία που να μπορεί να συγκριθεί με εκείνη που ισχύει για τις επιχειρήσεις στον τομέα των κανόνων του ανταγωνισμού ή για τις τρίτες χώρες στον τομέα του ντάμπινγκ και των ενισχύσεων. Η όχληση, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενισχύσεων, αποβλέπει αποκλειστικώς να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα συλλογής όλων των αναγκαίων πληροφοριών προκειμένου να εκτιμήσει αν οι ενισχύσεις συμβιβάζονται με την Κοινή Αγορά. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν έχει καμία προνομιακή θέση στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 3.
27
Η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί ότι λόγοι επιεικείας μπορούν να καθιστούν αναγκαία την αναγνώριση υπάρξεως σιωπηρής υποχρεώσεως για την Επιτροπή να κοινοποιεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν άλλοι διάδικοι κατά τη διοικητική διαδικασία, εκτός από τις εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τις εμπορικές σχέσεις. Εν πάση περιπτώσει όμως, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να κοινοποιεί παρατηρήσεις που δεν αφορούν άλλα σημεία από αυτά που έχουν ήδη αναφερθεί κατά την αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να θεωρηθεί ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή όφειλε να κοινοποιήσει στη βελγική κυβέρνηση τις παρατηρήσεις που είχε λάβει.
28
Ως προς το θέμα αυτό, πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι όπως προκύπτει ιδίως από την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 1979 ( Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, 85/76, Rec. σ. 461 ), ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπερασπίσεως στο πλαίσιο παντός είδους διαδικασίας κατά ορισμένου προσώπου που μπορεί να καταλήξει σε βλαπτική για το πρόσωπο αυτό πράξη αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται έστω και όταν ελλείπει οποιαδήποτε κανονιστική ρύθμιση σχετικά με την εν λόγω διαδικασία. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπερασπίσεως σημαίνει ότι στο πρόσωπο κατά του οποίου η Επιτροπή κίνησε διοικητική διαδικασία δόθηκε η δυνατότητα, στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, να διατυπώσει αποτελεσματικώς την άποψή του ως προς το αληθές και το βάσιμο των περιστατικών και περιστάσεων που προβάλλονται και ως προς τα έγγραφα που έχει στη διάθεση της η Επιτροπή προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι συντρέχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
29
Αναφέροντας στην απόφασή της ότι οι κυβερνήσεις τεσσάρων άλλων κρατών μελών, καθώς και ένας σύνδεσμος βιομηχάνων και δύο άλλες επιχειρήσεις του ίδιου τομέα, συμμερίζονταν τις ανησυχίες της και ότι τρία από τα εν λόγω κράτη μέλη, ο εν λόγω σύνδεσμος και οι δύο επιχειρήσεις υπογράμμισαν τις σοβαρές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που είχαν ως αποτέλεσμα οι επανειλημμένες ενισχύσεις της βελγικής κυβερνήσεως, η Επιτροπή έδωσε, πράγματι, την εντύπωση ότι στηρίχτηκε στα εν λόγω έγγραφα κατά τη διαπίστωση της ότι η εν λόγω ενίσχυση ήταν ασυμβίβαστη με την Κοινή Αγορά και όφειλε, συνεπώς, να καταργηθεί.
30
Η Επιτροπή δεν μπορεί, σχετικώς, να επικαλεστεί την ύπαρξη, στα εν λόγω έγγραφα, στοιχείων που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Εφόσον δεν δόθηκε η δυνατότητα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να σχολιάσει τα στοιχεία αυτά, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχτεί σ' αυτά στην απόφαση της κατά του εν λόγω κράτους.
31
Ωστόσο, από τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με το δεύτερο λόγο που προβάλλει η βελγική κυβέρνηση, προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση στηρίζεται επαρκώς σε αντικειμενικά στοιχεία που αναφέρονται στην αιτιολογία της, τα οποία εγνώριζε πλήρως η κυβέρνηση και ως προς τα οποία είχε πλήρως την ευκαιρία να διατυπώσει την άποψή της. Συνεπώς, ακόμη και ελλείψει των παρατηρήσεων που υπέβαλαν προς την Επιτροπή οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η απόφαση δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετικό περιεχόμενο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το γεγονός και μόνο ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε, στην απόφαση της, στις εν λόγω παρατηρήσεις χωρίς να έχει παράσχει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να τις σχολιάσει δεν δικαιολογεί την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως.
32
Η προσφυγή, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
33
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το προσφεύγον ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα εκτός από εκείνα του Ηνωμένου Βασιλείου, παρεμβαίνοντος, το οποίο δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα, εκτός από τα έξοδα του παρεμβαίνοντος.
3)
Το Ηνωμένο Βασίλειο, παρεμβαίνον, φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Mackenzie Stuart
Koopmans
Everling
Bahlmann
Joliét
Bosco
Due
Galmot
Κακούρης
O' Higgins
Schockweiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουλίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy