ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 10ης Ιουλίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 46/85,
Manchester Steel Limited, εκπροσωπούμενη από τον Τ. R. Ottervanger, δικηγόρο Ρότ-τερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ε. Arendt, 34, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Frank Benyon, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 19ης Δεκεμβρίου 1984, με την οποία επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα πρόστιμο για υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής
χάλυβα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους R. Joliét, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και Τ. F. Ο' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Κ. Riechenberg, εκτελών καθήκοντα υπαλλήλου διοικήσεως
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ ( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 18 Φεβρουαρίου 1985, η εταιρία Manchester Steel Ltd (εφεξής: MS), με έδρα το Μάντσεστερ (Ηνωμένο Βασίλειο), άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 19ης Δεκεμβρίου 1984, με την οποία η τελευταία επέβαλε στην MS πρόστιμο ύψους 172987 ECU, λόγω υπερβάσεως των ποσοστώσεων της παραγωγής χάλυβα για το πρώτο, δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 1982.
2
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή, με έγγραφο της 15ης Νοεμβρίου 1983, προσήψε στην MS υπερβάσεις ποσοστώσεων παραγωγής που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια των εν λόγω τριμήνων καθώς και κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου του 1981. Όταν της ζητήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, η MS διατύπωσε, με έγγραφο της 23ης Νοεμβρίου 1983, επιφυλάξεις ως προς την ακρίβεια των μεγεθών στα οποία είχε καταλήξει η Επιτροπή.
3
Κατά τη διάρκεια συναντήσεως που έγινε στις 18 Μαΐου 1984, προς διακανονισμό των υφιστάμενων μεταξύ της MS και της Επιτροπής διαφορών, αποφασίστηκε όπως η τελευταία προβεί σε επιτόπιο έλεγχο.
4
Τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού οδήγησαν την Επιτροπή στο να τερματίσει τη διαδικασία περί διαπιστώσεως παραβάσεως σχετικά με το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και να θεωρήσει ότι η υπέρβαση των ποσοστώσεων για τα εν λόγω τρίμηνα, στην υπό κρίση υπόθεση, ανερχόταν σε 2237 τόνους αντί των 2329, όπως είχε προηγουμένως υπολογιστεί.
5
Εντούτοις, κατά τη διάρκεια συναντήσεως που έγινε στις 4 Δεκεμβρίου 1984 και αφορούσε άλλη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως, αποφασίστηκε, επιπλέον, να γίνει την ίδια μέρα συνάντηση των εμπειρογνωμόνων εκάστου των μερών προκειμένου να συμφωνήσουν επί ενός κοινού εγγράφου στο οποίο θα διευκρινίζονταν τα σχετικά με τα εν λόγω τρία τρίμηνα μεγέθη. Η Επιτροπή, όμως, είχε πάντοτε τη δυνατότητα, σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας, να λάβει την απόφαση της, βάσει των μεγεθών που θα προέκυπταν από τον προαναφερθέντα επιτόπιο έλεγχο.
6
Δεδομένου ότι δεν επιτεύχθηκε καμιά συμφωνία, η Επιτροπή έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία διαπίστωσε ότι η MS είχε υπερβεί: α) την ποσόστωση της παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας IV κατά 751 τόνους, κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 1982, και κατά 695 τόνους, κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου του ίδιου έτους, κατά παράβαση της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 1981 ( ΕΕ L 180, σ. 1 ) β ) την ποσόστωση της παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας V κατά 791 τόνους, κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1982, κατά παράβαση της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 1982 ( ΕΕ L 191, σ. 1 ).
7
Με την ίδια απόφαση, η Επιτροπή επέβαλε στην MS πρόστιμο 172987 ECU.
8
Κατά της αποφάσεως αυτής, η MS άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
9
Η MS, προς στήριξη της προσφυγής της, αναπτύσσει στο σχετικό δικόγραφο πέντε λόγους ακυρώσεως. Εντούτοις, με το υπόμνημα απαντήσεως, η MS δήλωσε ότι παραιτείται από τον πρώτο και τον πέμπτο λόγο. Εξάλλου, με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 1985, η MS ανέφερε ότι αποσύρει και τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως.
10
Συνεπώς, πρέπει να εξεταστούν μόνο ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η MS.
Επι του δευτέρου λόγου που συνίσταται στην παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης
11
Η MS, καίτοι δηλώνει ότι δεν έχει καμία αντίρρηση ως προς τα μεγέθη στα οποία κατέληξε τελικά η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση της, ισχυρίζεται ότι κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας που οδήγησε στη λήψη της απόφασης αυτής η Επιτροπή παραβίασε τη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης, πράγμα που συνεπάγεται την ακυρότητα της εν λόγω αποφάσεως.
12
Σχετικά, η MS αναφέρεται στη συνάντηση της 4ης Δεκεμβρίου 1984, η οποία, όπως προκύπτει από το τηλετύπημα της 26ης Νοεμβρίου 1984, είχε επίσης ως αντικείμενο την εκ νέου διεξαγωγή συζητήσεων ως προς την υπέρβαση παραγωγής για το πρώτο, δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 1982. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης αυτής, συμφωνήθηκε ότι η Επιτροπή και η MS θα εξέταζαν από κοινού, στο πλαίσιο « παράλληλης » συνάντησης που επρόκειτο να γίνει την ίδια μέρα, τα αναφερόμενα στα εν λόγω τρίμηνα μεγέθη, προκειμένου να αρθεί κάθε εναπομένουσα σχετικά διαφωνία. Εντούτοις, κατά την MS, ενώ η από κοινού εκτίμηση των μεγεθών αυτών δεν είχε εισέτι περατωθεί, η Επιτροπή έλαβε την επίδικη απόφαση.
13
Η Επιτροπή υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι παρέσχε αρκετές φορές στην MS τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της εν λόγω διαδικασίας περί διαπιστώσεως παραβάσεως.
14
Όσον αφορά τις επιφυλάξεις που εξέφρασε η MS ως προς τον τρόπο με τον οποίο περατώθηκε η διαδικασία αυτή, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, καίτοι είναι αληθές ότι κατά τη διάρκεια της συνάντησης της 4ης Δεκεμβρίου 1984 ο πρόεδρος της συνάντησης αυτής πρότεινε, ως τελευταία χειρονομία εκ μέρους της Επιτροπής, να γίνει συνάντηση μεταξύ εμπειρογνωμόνων προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία ως προς τα μεγέθη που έπρεπε να γίνουν αποδεκτά για τη διαδικασία διαπιστώσεως της εν λόγω παραβάσεως στην υπό κρίση υπόθεση, εντούτοις διευκρινίστηκε ρητώς ότι η νέα αυτή συνάντηση έπρεπε να καταλήξει σε έγγραφη συμφωνία την ίδια ημέρα, άλλως η Επιτροπή διατηρούσε το δικαίωμα να στηρίξει την απόφαση της στα μεγέθη που θα προέκυπταν από τον επιτόπιο έλεγχο.
15
Πρώτον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ η Επιτροπή, πριν επιβάλει χρηματικές κυρώσεις ή καθορίσει μία από τις χρηματικές ποινές που προβλέπονται στη Συνθήκη, οφείλει να παράσχει στον ενδιαφερόμενο την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Δεν αμφισβητείται ότι η δυνατότητα αυτή δόθηκε επανειλημμένα στην MS.
16
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή καμιά παράβαση του άρθρου 36.
17
Όσον αφορά την προαναφερθείσα συνάντηση μεταξύ εμπειρογνωμόνων, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, εφόσον η MS δήλωσε ότι αποδέχεται τα μεγέθη στα οποία κατέληξε η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση, συνέχιση της συνάντησης αυτής πέραν της προθεσμίας που είχε οριστεί για την επίτευξη συμφωνίας δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον για την MS.
18
Συνεπώς, αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως που συνίσταται στην παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 2, της απόφασης 1831/81
19
Η MS υποστηρίζει ότι κακώς η Επιτροπή αρνήθηκε να εφαρμόσει ως προς αυτή την ανοχή υπερβάσεως του 3% που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ.
20
Το άρθρο 11 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι:
« 1.
Επιτρέπεται η κατά 3 ο/ο υπέρβαση ανά ποσόστωση παραγωγής για τις κατηγορίες Ια, Ιβ, Ιγ και Ιδ. Εξυπακούεται ότι η παραγωγή του συνόλου των κατηγοριών αυτών δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των ποσοστώσεων που έχει καθοριστεί για κάθε μία των εν λόγω κατηγοριών προϊόντων.
2.
Όσον αφορά τις επιχειρήσεις των οποίων η παραγωγή ανήκει σε μία μόνο κατηγορία, επιτρέπεται, στο πλαίσιο της ποσοστώσεως παραγωγής, η κατά 3 % υπέρβαση του τμήματος της ποσοστώσεως παραγωγής τους που δύναται να διατεθεί στην κοινή αγορά.
3.
Οι επιχειρήσεις που δεν έχουν εξαντλήσει τις ποσοστώσεις παραγωγής τους ή το τμήμα ποσοστώσεων τους, που δύναται να διατεθεί στην κοινή αγορά, έχουν τη δυνατότητα να τις μεταφέρουν, για την ίδια κατηγορία προϊόντος, στο επόμενο τρίμηνο, μέχρι ποσοστού 5 ο/ο, αντίστοιχα, των ποσοστώσεων τους ή του τμήματος των ποσοστώσεων.
4.
Οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα, αφού κάνουν σχετική δήλωση στην Επιτροπή, να προβούν, με άλλες επιχειρήσεις, κατά τους δύο πρώτους μήνες κάθε τριμήνου, σε ανταλλαγές ή πωλήσεις ποσοστώσεων ή τμημάτων των ποσοστώσεων που αφορούν το τρέχον τρίμηνο. »
21
Η MS αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του πρώτου και δευτέρου τριμήνου του 1982 δεν παρήγαγε παρά προϊόντα που υπάγονταν σε μία μόνο από τις κατηγορίες που αφορούν τα ληφθέντα δυνάμει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ μέτρα και ότι, κατά συνέπεια, ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 11, παράγραφος 2.
22
Εντούτοις, δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, οι ποσοστώσεις παραδόσεως της MS ήταν μεγαλύτερες των ποσοστώσεων παραγωγής της, η Επιτροπή αρνήθηκε να εφαρμόσει ως προς αυτές την προβλεπόμενη από την πιο πάνω διάταξη ανοχή του 3 %.
23
Πρώτον, η MS φρονεί ότι η Επιτροπή όφειλε να εφαρμόσει στην περίπτωση της την ανοχή αυτή ως προς τις ποσοστώσεις παραγωγής της. Στην αντίθετη περίπτωση, η MS δεν θα μπορούσε να τύχει του ίδιου ή παρόμοιου περιθωρίου με αυτό που τυγχάνουν οι επιχειρήσεις που αφορά η παράγραφος 2 του άρθρου 11, των οποίων όμως η ποσόστωση παραδόσεως είναι μικρότερη της ποσόστωσης παραγωγής τους, ούτε του περιθωρίου του οποίου, δυνάμει της παραγράφου 1 του προαναφερθέντος άρθρου 11, τυγχάνουν οι επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα υπαγόμενα σε μερικές από τις σχετικές κατηγορίες.
24
Δεύτερον, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα υιοθετούσε την ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή, η MS ισχυρίζεται ότι το άρθρο αυτό είναι αντίθετο προς την αρχή της ισότητας και επομένως μη νόμιμο.
25
Αντίθετα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ερμηνεία που δίδει στο άρθρο 11, παράγραφος 2, επιβάλλεται από το ίδιο το κείμενο της διάταξης αυτής. Εξάλλου, παρατηρεί σχετικά ότι, ωσαύτως, το άρθρο 11, παράγραφος 1, επιτρέπει ανοχή υπερβάσεως για τις επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα υπαγόμενα σε περισσότερες της μιας κατηγορίες μόνο στην περίπτωση που δεν γίνεται υπέρβαση του μεγέθους των ποσοστώσεων που έχει καθοριστεί για κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες.
26
Όσον αφορά τη φερόμενη παραβίαση της αρχής της ισότητας, η Επιτροπή παρατηρεί ότι επιχειρήσεις όπως η MS μπορούν να επωφεληθούν από το άρθρο 11, παράγραφος 4. Το άρθρο αυτό επιτρέπει τις πωλήσεις ποσοστώσεων παραδόσεως σε τρίτους εφόσον η ποσόστωση τους παραδόσεως είναι μεγαλύτερη της ποσοστώσεώς τους παραγωγής. Όπως προκύπτει από την ανταλλαγείσα μεταξύ Επιτροπής και MS αλληλογραφία, η τελευταία χρησιμοποίησε ευρέως τη δυνατότητα αυτή.
27
Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 11, παράγραφος 2, της απόφασης 1831/81, για τις επιχειρήσεις οι οποίες, όπως η MS, παράγουν μία μόνο κατηγορία προϊόντων υποκείμενων στο σύστημα ποσοστώσεων, η ανοχή υπερβάσεως του 3 ο/ο επιτρέπεται μόνο για το τμήμα της ποσοστώσεώς τους παραγωγής που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά και « στο πλαίσιο της ποσοστώσεως παραγωγής ».
28
Επομένως, ο ισχυρισμός της MS, ότι η εν λόγω ανοχή έπρεπε να εφαρμοστεί στις ποσοστώσεις της παραγωγής, προσκρούει στο ίδιο το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 2.
29
Εξάλλου, το γεγονός ότι η ιδιάζουσα κατάσταση της MS δεν της επέτρεπε να επωφεληθεί της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή ανοχής δεν αρκεί προς απόδειξη του ότι η διάταξη αυτή παραβιάζει την αρχή της ισότητας μεταξύ των επιχειρήσεων που παράγουν χάλυβα.
30
Πράγματι, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 11, δεν επιτρέπεται σε καμιά από τις επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα μιας μόνο κατηγορίας να υπερβεί την ποσόστωση της παραγωγής.
31
Εξάλλου, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η κατάσταση των επιχειρήσεων που παράγουν προϊόντα περισσότερων της μιας κατηγορίας είναι παρεμφερής με την κατάσταση των επιχειρήσεων που παράγουν προϊόντα μιας μόνο κατηγορίας, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 11, παράγραφος 1, ανοχή υπερβάσεως για τις επιχειρήσεις του πρώτου τύπου επιτρέπεται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η παραγωγή του συνόλου των κατηγοριών Ια, Ιβ, Ιγ και Ιδ δεν υπερβαίνει το μέγεθος των ποσοστώσεων που έχει καθοριστεί για κάθε μία από τις κατηγορίες αυτές.
32
Επομένως, αυτός ο λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
33
Κατά συνέπεια, η ασκηθείσα από την MS προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
34
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
αποφαίνεται:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Joliét
Bosco
O'Higgins
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουλίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
R. Joliét
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy