ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τρίτο τμήμα)
της 12ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 50/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του juge de paix του τρίτου καντονίου του Schaerbeek ( Βέλγιο) προς το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Bernhard Schloh
και
SPRL Auto contrôle technique,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 13 της Συνθήκης σε σχέση προς τη διαδικασία εκδόσεως αδείας κυκλοφορίας των εισαγομένων οχημάτων που ορίζεται από τη βελγική κανονιστική ρύθμιση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, Y. Galmot και Κ. Κακούρη, δικαστές
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η δανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Laurids Mikaelsen, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών της Δανίας,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Michel van Ackere και τον Daniel Jakob, μέλη της νομικής της υπηρεσίας,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαΐου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1985, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Φεβρουαρίου 1985, ο juge de paix του τρίτου καντονίου του Schaerbeek υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 13 της Συνθήκης, σε σχέση προς τη διαδικασία εκδόσεως αδείας κυκλοφορίας των εισαγομένων οχημάτων που ορίζεται από τη βελγική κανονιστική ρύθμιση.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Schloh, υπαλλήλου του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις Βρυξέλλες, και της SPRL Auto contrôle technique, με έδρα το Schaerbeek, στο εξής της εταιρίας ελέγχου.
3
Τον Ιανουάριο 1979, ο Schloh αγόρασε, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αυτοκίνητο κατασκευής Ford, τύπου Granada, κατηγορίας Break (station wagon ) βάσει της βελγικής κανονιστικής ρυθμίσεως, το αυτοκίνητο αυτό θεωρείται ως άμαξα « μικτής μεταφοράς », που είναι δηλαδή σχεδιασμένο για τη μεταφορά προσώπων και πραγμάτων.
4
Αφού έλαβε πιστοποιητικό πιστότητος του οχήματος προς τους τόπους των οχημάτων που είναι εγκεκριμένοι στο Βέλγιο, το οποίο εκδόθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1979 από τον αντιπρόσωπο της Ford της Αμβέρσας, ο Schloh προσκόμισε, στις 20 Μαρτίου 1979, το αυτοκίνητο του στην εταιρία ελέγχου, προκειμένου να εξακριβωθεί, προ της εκδόσεως αδείας κυκλοφορίας του οχήματος, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 23, παράγραφος 2, σημείο 1, περίπτωση γ) του βασιλικού διατάγματος της 15ης Μαρτίου 1968, όπως έχει τροποποιηθεί, αν το όχημα αυτό αντιστοιχεί προς τους κανόνες ασφαλείας και συντηρήσεως. Για το επίδικο όχημα εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας δύο ημέρες μετά τον έλεγχο, ήτοι στις 22 Μαρτίου 1979 ο Schloh κατέβαλε τότε ένα πρώτο τέλος 500 βελγικών φράγκων ( BFR ).
5
Με επιστολή της 26ης Μαρτίου 1979, η εταιρία ελέγχου κάλεσε τον Schloh να προσκομίσει το όχημα του στις 5 Απριλίου 1979, για τη διενέργεια νέου τεχνικού ελέγχου που επιβάλλεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, σημείο 1, περίπτωση ε ) του βασιλικού διατάγματος της 15ης Μαρτίου 1968, όπως έχει τροποποιηθεί. Απαντώντας σε ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο, η βελγική κυβέρνηση διευκρίνισε ότι σκοπός του δεύτερου ελέγχου ήταν η εκ μέρους του κατόχου του οχήματος σύνταξη γραπτής δηλώσεως που να πιστοποιεί ότι η χρήση αυτού του οχήματος είναι τέτοια που τον απαλλάσσει από τη διενέργεια ετήσιου τεχνικού ελέγχου για τα τέσσερα πρώτα έτη.
6
Με επιστολή της 2ας Απριλίου 1979, ο Schloh απηύθυνε δήλωση περί χρήσεως του οχήματος στην εταιρία ελέγχου, διευκρινίζοντας ότι θεωρούσε καταχρηστική την αξίωση περί διενέργειας δεύτερου ελέγχου, εφόσον δεν στηριζόταν σε κείμενο νόμου. Ωστόσο, προκειμένου να λάβει το πιστοποιητικό επισκέψεως, με το οποίο πρέπει να είναι εφοδιασμένο κάθε όχημα που κυκλοφορεί με βελγικές πινακίδες, ο Schloh προσκόμισε το όχημα του στις 11 Ιουνίου 1979 και κατέβαλε εκ νέου τέλη 500 BFR.
7
Μετά από ανταλλαγή αλληλογραφίας με τον Υπουργό Συγκοινωνιών, ο οποίος έκρινε σύννομη τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, και μετά την άσκηση δύο ενδίκων βοηθημάτων που απορρίφθηκαν για διαδικαστικούς λόγους, ο Schloh ζήτησε, με κλήση της 12ης Απριλίου 1983 ενώπιον του juge de paix του τρίτου καντονίου του Schaerbeek, την απόδοση των τελών που εισπράχθηκαν από την εταιρία ελέγχου και που ανέρχονται συνολικά σε 1000 BFR.
8
Ο δικαστής που επελήφθη της αγωγής αποφάσισε να υποβάλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Τα άρθρα 30 και/ή 13 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν την έννοια ότι:
—
διάταξη του δικαίου κράτους μέλους που επιβάλλει σε καινούργιο αυτοκίνητο του τύπου « άμαξα μικτής μεταφοράς », το οποίο έχει κατασκευαστεί και εισαχθεί από άλλο κράτος μέλος και που έχει τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία και έχει υποβληθεί σε τεχνική εξέταση/έλεγχο, να υποβληθεί μετά από μερικές ημέρες σε νέα τεχνική εξέταση/έλεγχο, διότι πρόκειται για άμαξα μικτής μεταφοράς, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών ( άρθρο 30 );
—
η ίδια διάταξη του δικαίου κράτους μέλους που επιβάλλει για τις δύο τεχνικές εξετάσεις/ελέγχους την καταβολή ορισμένου ποσού δύο φορές συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς ( άρθρο 13 );
( Πρόβλημα του « διπλού τεχνικού ελέγχου », που είναι ο τρίτος συστηματικός έλεγχος πριν από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα κράτος μέλος καινούργιας άμαξας μικτής μεταφοράς, που έχει κατασκευαστεί σε άλλο κράτος μέλος )·
2)
Τα άρθρα 30 και/ή 13 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας έχουν την έννοια ότι:
—
διάταξη του δικαίου κράτους μέλους που επιβάλλει σε καινούργιο αυτοκίνητο ( είτε του τύπου « άμαξα μικτής μεταφοράς » είτε όχι ), το οποίο έχει κατασκευαστεί και εισαχθεί από άλλο κράτος μέλος και που έχει τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία και είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό συμμορφώσεως να υποβληθεί σε τεχνική εξέταση/έλεγχο συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών ( άρθρο 30 ); και/ή
—
η ίδια διάταξη του δικαίου κράτους μέλους που επιβάλλει για την εν λόγω τεχνική εξέταση/έλεγχο την καταβολή ορισμένου ποσού συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς ( άρθρο 13 );
( Πρόβλημα του πρώτου τεχνικού ελέγχου, που είναι ο δεύτερος συστηματικός έλεγχος πριν από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα κράτος μέλος καινούργιας άμαξας μικτής κυκλοφορίας, που έχει κατασκευαστεί σε άλλο κράτος μέλος ) ».
9
Όπως προκύπτει από τη διατύπωση αυτών των προδικαστικών ερωτημάτων, το Δικαστήριο ερωτάται κατ' ουσία επί των εξής ζητημάτων:
—
πρώτον, αν το άρθρο 30 της Συνθήκης επιτρέπει να υποβάλλεται ένα αυτοκίνητο, το οποίο εισάγεται από άλλο κράτος μέλος και είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό συμμορφώσεως προς τους τύπους οχημάτων που είναι εγκεκριμένοι στο κράτος μέλος εισαγωγής, σε τεχνικό έλεγχο για την έκδοση άδειας κυκλοφορίας του στο κράτος αυτό·
—
δεύτερον, αν το άρθρο 30 της Συνθήκης επιτρέπει να υποβάλλεται αυτό το ίδιο αυτοκίνητο σε δεύτερο τεχνικό έλεγχο, επιβαλλόμενο λίγες μέρες μετά τον πρώτο έλεγχο·
—
τρίτον, αν το άρθρο 13 της Συνθήκης επιτρέπει την είσπραξη τελών κατά τη διεξαγωγή του κάθε τεχνικού ελέγχου.
Ως προς τον πρώτο τεχνικό έλεγχο
10
Η δανική κυβέρνηση και η Επιτροπή φρονούν ότι εθνικά μέτρα, τα οποία υποβάλλουν σε τεχνικό έλεγχο ένα καινούργιο εισαγόμενο όχημα, όταν αυτό είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό συμμορφώσεως προς τους κανόνες ασφαλείας του κράτους εισαγωγής, συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, που απαγορεύονται από το άρθρο 30 της Συνθήκης και δεν δικαιολογούνται από κάποια επιτακτική ανάγκη από όσες έχει δεχτεί το Δικαστήριο με τη νομολογία του ή από έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 36 της Συνθήκης. Η δανική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αν, αντιθέτως, το όχημα εισάγεται μεταχειρισμένο, ο τεχνικός έλεγχος ενδέχεται να παρίσταται δικαιολογημένος από την ανάγκη εξακριβώσεως ιδίως της κατάστασης συντηρήσεως του οχήματος.
11
Πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι ναι μεν με την οδηγία 77/143 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 16) θεσπίστηκαν διάφορα μέτρα για την εναρμόνιση του τεχνικού ελέγχου των οχημάτων με κινητήρα, η οδηγία όμως αυτή δεν έχει, σύμφωνα με το παράρτημα Ι της ίδιας, εφαρμογή στην κατηγορία οχημάτων στην οποία ανήκει και το επίδικο στην κύρια δίκη. Επομένως, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου και για τα οχήματα της εν λόγω κατηγορίας, εναπόκειται στα κράτη μέλη να ρυθμίζουν, για την εξασφάλιση της οδικής ασφάλειας, τα του τεχνικού ελέγχου, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των διατάξεων της Συνθήκης.
12
Κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης, απαγορεύονται, στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Οι τεχνικοί έλεγχοι συνιστούν διατυπώσεις που καθιστούν δυσχερέστερη και δαπανηρότερη την έκδοση αδείας κυκλοφορίας των εισαγομένων οχημάτων και έχουν, κατά συνέπεια, το χαρακτήρα μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό.
13
Ωστόσο, το άρθρο 36 ενδέχεται να δικαιολογεί τέτοιες διατυπώσεις, για λόγους που ανάγονται στην προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, αν αποδεικνύεται, αφενός, ότι ο εν λόγω τεχνικός έλεγχος είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπούμενου στόχου και, αφετέρου, ότι δεν συνιστά ούτε αυθαίρετη διάκριση ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
14
Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένας τεχνικός έλεγχος που επιβάλλεται πριν από την έκδοση αδείας κυκλοφορίας εισαγομένου οχήματος, έστω και αν είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό συμμορφώσεως προς τους τύπους των οχημάτων που είναι εγκεκριμένοι στο κράτος μέλος εισαγωγής, ενδέχεται να θεωρηθεί αναγκαίος για την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, αν το εν λόγω όχημα έχει ήδη τεθεί προηγουμένως σε κυκλοφορία. Πράγματι, η χρησιμότητα του τεχνικού ελέγχου στην περίπτωση αυτή είναι να εξακριβωθεί ότι το όχημα αυτό δεν έχει υποστεί ατύχημα και βρίσκεται σε καλή κατάσταση συντηρήσεως. Αντιθέτως, η δικαιολογία αυτή εκλείπει όταν ο έλεγχος γίνεται σε εισαγόμενο όχημα που είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό συμμορφώσεως και δεν έχει τεθεί σε κυκλοφορία πριν από την έκδοση άδειας κυκλοφορίας στο κράτος μέλος εισαγωγής.
15
Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, πρέπει να τονιστεί ότι ο τεχνικός έλεγχος των εισαγομένων οχημάτων δεν μπορεί παρά ταύτα να δικαιολογηθεί, βάσει του άρθρου 36, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, αν αποδεικνύεται ότι ο έλεγχος αυτός δεν επιβάλλεται στα οχήματα εγχώριας κατασκευής που προσκομίζονται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις για την έκδοση άδειας κυκλοφορίας. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα προέκυπτε ότι το επίδικο μέτρο δεν εμπνέεται στην πραγματικότητα από τη μέριμνα της προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, αλλά ότι συνιστά στην πραγματικότητα αυθαίρετη διάκριση στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει αν πράγματι εξασφαλίζεται αυτή η μεταχείριση που δεν συνιστά διάκριση.
16
Πρέπει επομένως να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο η απάντηση ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών ένα εθνικό μέτρο που εξαρτά την έκδοση άδειας κυκλοφορίας εισαγομένου οχήματος, που είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό συμμορφώσεως προς τους τύπους οχημάτων που είναι εγκεκριμένοι στο κράτος μέλος εισαγωγής, από τη διενέργεια τεχνικού ελέγχου. Ένα τέτοιο μέτρο είναι ωστόσο δικαιολογημένο βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης εφόσον αναφέρεται σε οχήματα που έχουν τεθεί σε κυκλοφορία πριν από την εν λόγω έκδοση άδειας κυκλοφορίας και εφόσον εφαρμόζεται ασχέτως της εγχώριας ή αλλοδαπής κατασκευής των εν λόγω οχημάτων.
Ως προς το δεύτερο τεχνικό έλεγχο
17
Η Επιτροπή, που είναι η μόνη που κατέθεσε παρατηρήσεις επί του ζητήματος αυτού, φρονεί ότι ο έλεγχος αυτός, ο οποίος επιβάλλεται για να απαλλαγεί το όχημα από τον ετήσιο περιοδικό έλεγχο για τα τέσσερα πρώτα έτη της ηλικίας του, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος που απαγορεύεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης και δεν δικαιολογείται από το άρθρο 36 της Συνθήκης. Η Επιτροπή ισχυρίζεται σχετικώς ότι η απαλλαγή από τον ετήσιο περιοδικό έλεγχο μπορούσε να επιτευχθεί βάσει απλής δηλώσεως σχετικά με τη χρήση του οχήματος υποβαλλομένης κατά τη διενέργεια του πρώτου τεχνικού ελέγχου.
18
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, μια εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν εμπίπτει στην παρέκκλιση του άρθρου 36 της Συνθήκης, όταν ο στόχος στον οποίο αποσκοπεί μπορεί να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά με μέτρα που είναι λιγότερο περιοριστικά για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
19
Πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 36 δεν επιτρέπει τη δικαιολόγηση ενός τεχνικού ελέγχου, που αποσκοπεί στην κατάθεση, εκ μέρους του κατόχου του εισαγομένου οχήματος, γραπτής δηλώσεως που να πιστοποιεί ότι η χρήση του οχήματος αυτού επιτρέπει την απαλλαγή του από τον ετήσιο έλεγχο. Πράγματι, ο επιδιωκόμενος στόχος μπορεί να επιτευχθεί με την απλή υποχρέωση του κατόχου να καταθέσει την εν λόγω γραπτή δήλωση και χωρίς να προσκομίσει το όχημα σε οργανισμό που είναι εξουσιοδοτημένος για τον έλεγχο των αυτοκινήτων.
20
Πρέπει, επομένως, στο εθνικό δικαστήριο να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης έχουν την έννοια ότι ο τεχνικός έλεγχος εισαγομένου οχήματος για την κατάθεση γραπτής δηλώσεως από τον κάτοχο του οχήματος αυτού συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών που απαγορεύεται από τη Συνθήκη.
Ως προς τα τέλη που εισπράττονται για κάθε τεχνικό έλεγχο
21
Η Επιτροπή φρονεί ότι τα τέλη που εισπράττονται κατά τη διενέργεια του πρώτου τεχνικού ελέγχου συνιστούν επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος που απαγορεύεται από το άρθρο 13 της Συνθήκης, διότι επιβάλλεται λόγω της διασχίσεως των συνόρων. Τα τέλη που εισπράττονται κατά τη διενέργεια του δεύτερου τεχνικού ελέγχου εντάσσονται, αντιθέτως, σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που καταλαμβάνει συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα τα τέλη αυτά είναι επομένως σύμφωνα προς τους κανόνες του άρθρου 95 της Συνθήκης, εφόσον βέβαια και ο σχετικός έλεγχος συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο.
22
Πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι, όταν ένας τεχνικός έλεγχος απαγορεύεται από το άρθρο 30 και επ. της Συνθήκης, και η οικονομική επιβάρυνση που επιβάλλεται κατά τη διενέργεια του ελέγχου αυτού είναι, κατ' επέκταση, επίσης αντίθετη προς τη Συνθήκη.
23
Αντιθέτως, στην περίπτωση που ο τεχνικός έλεγχος που προηγείται της εκδόσεως αδείας κυκλοφορίας κριθεί δικαιολογημένος κατά το άρθρο 36, τα τέλη που εισπράττονται για όχημα αλλοδαπής κατασκευής συνιστούν εσωτερικό φόρο σύμφωνο προς το άρθρο 95, εφόσον βέβαια δεν είναι υψηλότερα από εκείνα που επιβαρύνουν, υπό τις ίδιες περιστάσεις, ένα όχημα εγχώριας προελεύσεως.
24
Πρέπει επομένως στο εθνικό δικαστήριο να δοθεί η απάντηση ότι:
—
τα τέλη που εισπράττονται κατά τη διενέργεια τεχνικού ελέγχου που είναι αντίθετος προς τη Συνθήκη είναι κατ' επέκταση επίσης αντίθετα προς τη Συνθήκη
—
τα τέλη που εισπράττονται κατά τη διενέργεια τεχνικού ελέγχου, που προηγείται της εκδόσεως αδείας κυκλοφορίας και ο οποίος δικαιολογείται ενόψει του άρθρου 36, είναι σύμφωνα προς τη Συνθήκη, εφόσον βέβαια δεν είναι υψηλότερα από τα τέλη που επιβαρύνουν, υπό τις ίδιες περιστάσεις, ένα όχημα εγχώριας προελεύσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η δανική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 1 ης Φεβρουαρίου 1985 ο juge de paix του τρίτου καντονίου του Schaerbeek, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών ένα εθνικό μέτρο που εξαρτά την έκδοση αδείας κυκλοφορίας εισαγομένου οχήματος, που είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό συμμορφώσεως προς τους τύπους οχημάτων που είναι εγκεκριμένοι στο κράτος μέλος εισαγωγής, από τη διενέργεια τεχνικού ελέγχου. Ένα τέτοιο μέτρο είναι ωστόσο δικαιολογημένο βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης εφόσον αναφέρεται σε οχήματα που έχουν τεθεί σε κυκλοφορία πριν από την εν λόγω έκδοση άδειας κυκλοφορίας και εφόσον εφαρμόζεται ασχέτως της εγχώριας ή αλλοδαπής κατασκευής των εν λόγω οχημάτων.
2)
Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης έχουν την έννοια ότι ο τεχνικός έλεγχος εισαγομένου οχήματος για την κατάθεση γραπτής δηλώσεως από τον κάτοχο του οχήματος αυτού συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών που απαγορεύεται από τη Συνθήκη.
3)
—
Τα τέλη που εισπράττονται κατά τη διενέργεια τεχνικού ελέγχου που είναι αντίθετος προς τη Συνθήκη είναι κατ' επέκταση επίσης αντίθετα προς τη Συνθήκη.
—
Τα τέλη που εισπράττονται κατά τη διενέργεια τεχνικού ελέγχου, που προηγείται της εκδόσεως αδείας κυκλοφορίας και ο οποίος δικαιολογείται ενόψει του άρθρου 36, είναι σύμφωνα προς τη Συνθήκη, εφόσον βέβαια δεν είναι υψηλότερα από τα τέλη που επιβαρύνουν, υπό τις ίδιες περιστάσεις, ένα όχημα εγχώριας προελεύσεως.
Everling
Galmot
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουνίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
U. Everling
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy