Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Συντάξεις - Δικαιώματα συνταξιοδοτήσεως που αποκτήθηκαν πριν από την είσοδο στην υπηρεσία των Κοινοτήτων - Μεταφορά στο κοινοτικό σύστημα - Τρόπος - Επιλογή του στατιστικού ισοδυνάμου - 'Ορια - Ευχέρεια μη προβλεπόμενη στο πλαίσιο του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VΙΙΙ, άρθρο 11, παράγραφος 2)
Περίληψη
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι οι υπάλληλοι οι οποίοι, πριν από την είσοδό τους στην ευρωπαϊκή δημόσια υπηρεσία, ήταν ασφαλισμένοι σε βασιζόμενο στην καταβολή εισφορών συνταξιοδοτικό σύστημα δεν έχουν την ευχέρεια να ζητήσουν την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή μεταφορά του στατιστικού ισοδυνάμου των κεκτημένων βάσει του εθνικού συστήματος δικαιωμάτων παρά μόνο στην περίπτωση που η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από το εσωτερικό δίκαιο στο οποίο υπόκειται ο εθνικός φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 64/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Conseil superieur des assurances sociales του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Fernand Watgen, υπαλλήλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατοίκου Bertrange, αφενός,
και
Caisse de pension des employes prives του Λουξεμβούργου, αφετέρου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, δεύτερη παράγραφος, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, εκτελούντα χρέη προέδρου του έκτου τμήματος, T. Koopmans, K. Bahlmann, K. Kακούρη, και Τ. F. O' Higgins, δικαστές
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο εφεσείων, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο V. Biel,
- το εφεσίβλητο, εκπροσωπούμενο από το δικηγόρο F. Beissel,
- η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενη από τον G. Schroeder,
- η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. Guillaume,
- η βρετανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους B. E. McHenry και Stevens,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους H. Etienne και Δ. Γκουλούση,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και ύστερα από την προφορική διαδικασία της 27ης Μαΐου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 27ης Φεβρουαρίου 1985, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Μαρτίου 1985, το Conseil superieur des assurances sociales του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, δεύτερη παράγραφος, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Fernand Watgen, υπαλλήλου του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου, εφεσείοντος της κύριας δίκης, και του Caisse de pension des employes prives του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εφεσίβλητου της κύριας δίκης (εφεξής: "Caisse").
3 Ο Watgen, πριν γίνει μόνιμος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είχε εργαστεί ως μισθωτός του ιδιωτικού τομέα στο Λουξεμβούργο, και είχε αποκτήσει δικαιώματα συντάξεως από το Caisse. Στις 27 Νοεμβρίου 1980, ζήτησε τη μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα των Κοινοτήτων των δικαιωμάτων συντάξεως που είχε αποκτήσει, εν προκειμένω του στατιστικού ισοδυνάμου των δικαιωμάτων αυτών. Το Caisse απέρριψε το αίτημα αυτό, αποφασίζοντας ταυτόχρονα τη μεταφορά στο κοινοτικό σύστημα του κατ' αποκοπή ποσού της εξαγοράς, δηλαδή του ποσού των εισφορών που είχε καταβάλει ο Watgen στο συνταξιοδοτικό σύστημα του Λουξεμβούργου ανατοκιζομένου προς 4 % ετησίως.
4 Κατά της αποφάσεως αυτής, ο Watgen άσκησε προσφυγή ενώπιον του Conseil arbitral des assurances sociales. Μετά την απόρριψη της προσφυγής αυτής, άσκησε έφεση ενώπιον του Conseil superieur des assurances sociales, το οποίο αποφάσισε την αναστολή της σχετικής διαδικασίας έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
"1) Συμβιβάζονται οι περιορισμοί ως προς τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των προσώπων που διορίζονται μόνιμοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενώ προηγουμένως υπάγονταν σε συνταξιοδοτικό σύστημα του Λουξεμβούργου, που προβλέπει το άρθρο 18, εδάφιο 3, του νόμου της 16ης Δεκεμβρίου 1963, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του νόμου της 14ης Μαρτίου 1979, με την ευχέρεια επιλογής που παρέχει στους υπαλλήλους αυτούς το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων;
2) Παρέχει η υπερεθνική αυτή διάταξη στους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την ευχέρεια να επιλέγουν εναλλακτικώς, ανάλογα με τη βούληση και το συμφέρον τους, μεταξύ των δύο τρόπων μεταφοράς των κεκτημένων κατά τα εθνικά συστήματα δικαιωμάτων, έστω και αν η εναλλακτική λύση που επιλέγει ο υπάλληλος είναι είτε άγνωστη στο εσωτερικό δίκαιο στο οποίο υπάγεται ο εθνικός φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, είτε ασυμβίβαστη με το σύστημα χρηματοδοτήσεως των ασφαλιστικών ταμείων του Λουξεμβούργου;"
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι σχετικές εθνικές και κοινοτικές διατάξεις καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι υποβληθείσες στο Δικαστήριο γραπτές παρατηρήσεις. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6 'Οσον αφορά τη μετάβαση ενός ασφαλισμένου σε εξαρτώμενο από την καταβολή εισφορών συνταξιοδοτικό σύστημα του Λουξεμβούργου σε συνταξιοδοτικό σύστημα διεθνούς οργανισμού, η νομοθεσία του Λουξεμβούργου προβλέπει τη μεταφορά του κατ' αποκοπή ποσού της εξαγοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί κατά το εθνικό σύστημα. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα που τίθεται στην υπόθεση της κύριας δίκης συνίσταται στο αν τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβλέπουν επίσης, δυνάμει του άρθρου 11, δεύτερη παράγραφος, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τη μεταφορά του στατιστικού ισοδυνάμου από το εθνικό στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
7 Πρέπει εκ προοιμίου να παρατηρηθεί ότι το πρόβλημα που θέτουν τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, δηλαδή το αν και σε ποιο βαθμό η προαναφερθείσα διάταξη απονέμει στους υπαλλήλους το δικαίωμα να επιλέγουν μεταξύ των δύο μεθόδων μεταφοράς που προβλέπει, έχει αποτελέσει το αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1987 (Επιτροπή κατά Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, 315/85, Συλλογή σ. 5391).
8 Στην υπόθεση εκείνη, η Επιτροπή είχε προσάψει στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ότι παραλείποντας να δώσει στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων το δικαίωμα να επιλέγουν, σε κάθε περίπτωση, τη μεταφορά του στατιστικού ισοδυνάμου των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από την προαναφερθείσα κοινοτική διάταξη.
9 Με την απόφασή του το Δικαστήριο έκρινε ότι εφόσον σκοπός του άρθρου 11, δεύτερη παράγραφος, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είναι απλώς να εξασφαλιστεί η μετάβαση από τα εθνικά συστήματα ασφαλίσεως στο κοινοτικό σύστημα, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να παρέχουν στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων την ευχέρεια επιλογής μεταξύ της μεταφοράς του στατιστικού ισοδυνάμου και της μεταφοράς των επιστρεφόμενων ποσών των συνταξιοδοτικών εισφορών.
10 Ωστόσο, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διατάξεις του εθνικού δικαίου αναγνωρίζουν τη μέθοδο του ασφαλιστικού ισοδυνάμου για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων προς άλλο εθνικό σύστημα, η ίδια δυνατότητα πρέπει να προβλέπεται και για τη μεταφορά των δικαιωμάτων των κοινοτικών υπαλλήλων.
11 Κατά συνέπεια, στα ερωτήματα του Conseil superieur des assurances sociales πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι οι υπάλληλοι οι οποίοι, πριν από την είσοδό τους στην ευρωπαϊκή δημόσια υπηρεσία, ήταν ασφαλισμένοι σε βασιζόμενο στην καταβολή εισφορών συνταξιοδοτικό σύστημα δεν έχουν την ευχέρεια να ζητήσουν την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή μεταφορά του στατιστικού ισοδυνάμου των κεκτημένων βάσει του εθνικού συστήματος δικαιωμάτων παρά μόνο στην περίπτωση που η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από το εσωτερικό δίκαιο στο οποίο υπόκειται ο εθνικός φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
12 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Επειδή η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Conseil superieur des assurances sociales του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου με Διάταξη της 27ης Φεβρουαρίου 1985, αποφαίνεται:
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι οι υπάλληλοι οι οποίοι, πριν από την είσοδό τους στην ευρωπαϊκή δημόσια υπηρεσία, ήταν ασφαλισμένοι σε βασιζόμενο στην καταβολή εισφορών συνταξιοδοτικό σύστημα δεν έχουν την ευχέρεια να ζητήσουν την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή μεταφορά του στατιστικού ισοδυνάμου των κεκτημένων βάσει του εθνικού συστήματος δικαιωμάτων παρά μόνο στην περίπτωση που η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από το εσωτερικό δίκαιο στο οποίο υπόκειται ο εθνικός φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως.
Full & Egal Universal Law Academy