Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ανταγωνισμός - Κοινοτικοί κανόνες - Κατά τόπον πεδίο εφαρμογής - Συμφωνία ως προς τις τιμές μεταξύ παραγωγών εγκατεστημένων εκτός Κοινότητας - Αγοραστές εγκατεστημένοι εντός της Κοινότητας - Εφαρμογή της συμφωνίας στο εσωτερικό της Κοινότητας - Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου - Παραδεκτή από απόψεως δημοσίου διεθνούς δικαίου - Παρεμβολή θυγατρικών εταιριών, πρακτόρων ή υποκαταστημάτων εγκατεστημένων εντός της κοινής αγοράς - 'Ανευ σημασίας
(Συνθήκης ΕΟΚ, άρθρο 85)
2. Δημόσιο διεθνές δίκαιο - Αρχή της μη επεμβάσεως - 'Οροι εφαρμογής
3. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία ΕΟΚ-Φινλανδίας - Κανόνες ανταγωνισμού - Εμπόδιο στην εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης - Δεν συντρέχει
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 85 και 86 Συμφωνία ΕΟΚ-Φινλανδίας, άρθρα 23 και 27)
Περίληψη
1. 'Οταν παραγωγοί εγκατεστημένοι εκτός Κοινότητας πραγματοποιούν απευθείας πωλήσεις σε αγοραστές εγκατεστημένους στην Κοινότητα και ανταγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τις τιμές προκειμένου να επιτύχουν παραγγελίες εκ μέρους των πελατών αυτών, υπάρχει ανταγωνισμός εντός της κοινής αγοράς.
Από αυτό έπεται ότι, όταν οι παραγωγοί αυτοί συνεννοούνται ως προς τις τιμές που θα συνομολογήσουν με τους πελάτες τους που είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα και εφαρμόζουν τα συμπεφωνημένα πωλώντας σε πράγματι συντονισμένες τιμές, μετέχουν σε μια συνεννόηση που έχει ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης.
Η αρμοδιότητα της Κοινότητας να εφαρμόζει τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού σε τέτοιες συμπεριφορές καλύπτεται από την αρχή της εδαφικότητας, η οποία είναι παγκοσμίως αποδεκτή στο δημόσιο διεθνές δίκαιο. Πράγματι, στο θέμα της καταστολής των συμπράξεων καθοριστική σημασία έχει ο τόπος στον οποίο εφαρμόζεται η συμφωνία και όχι ο τόπος στον οποίο καταρτίζεται. Είναι αδιάφορο αν οι παραγωγοί έκαναν χρήση ή όχι θυγατρικών εταιριών, πρακτόρων, υποπρακτόρων ή υποκαταστημάτων εγκατεστημένων στην Κοινότητα για τη δημιουργία επαφών μεταξύ αυτών και των εγκατεστημένων στην Κοινότητα αγοραστών.
2. Ελλείψει αντιφάσεως μεταξύ της συμπεριφοράς που υπαγορεύονται στις επιχειρήσεις τρίτου κράτους που δρουν στην κοινή αγορά, αφενός, από τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού και, αφετέρου, από τη νομοθεσία του εν λόγω τρίτου κράτους, η οποία επιτρέπει τα εξαγωγικά καρτέλ χωρίς να επιβάλλει τη σύναψή τους, δεν υφίσταται, από πλευράς δημοσίου διεθνούς δικαίου, σύγκρουση ως προς την άσκηση αρμοδιότητας εκ μέρους διαφόρων κρατών, η λύση της οποίας θα όφειλε να αναζητηθεί στην εφαρμογή της αρχής της μη επεμβάσεως.
3. Οι διατάξεις των άρθρων 23 και 27 της Συμφωνίας Ελευθέρων Συναλλαγών μεταξύ Κοινότητας και Φινλανδίας δεν αποκλείουν την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις "χαρτοπολτού",
89/85,
1) A. Ahlstroem Osakeyhtioe, με έδρα το Ελσίνκι,
2) Joutseno-Pulp Osakeyhtioe, με έδρα το Joutseno,
3) Kymmene Oy, με έδρα το Ελσίνκι, ως έλκουσα δικαιώματα από την Oy Kaukas AB, με έδρα το Lappeenranta,
4) Kemi Oy, με έδρα το Kemi,
5) Oy Metsae-Botnia AB, με έδρα το Kaskinen,
6) Metsaeliton Teollisuus Oy, με έδρα το Espoo,
7) Veitsuluoto Oy, ως έλκουσα δικαιώματα από την Oulu Oy, με έδρα το Oulu,
8) Oy Wilh, Schaumann AB, με έδρα το Ελσίνκι,
9) Sunila Osakeyhtioe, με έδρα το Sunila,
10) Veitsiluoto Oy, με έδρα το Kemi,
11) Finncell, με έδρα το Helsinki,
12) Enso-Gutzeit Oy, με έδρα το Ελσίνκι,
άπασες φινλανδικές εταιρίες, εκπροσωπούμενες από τον A. von Winterfeld, δικηγόρο Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο E. Arendt, 4, avenue Marie-Therese,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους νομικούς της συμβούλους A. McClellan και G. zur Hausen, και τον P. J. Kuyper, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενους από το δικηγόρο S. Boese του γραφείου Belmont European Community Law Office των Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
104/85,
Bowater Incorporated, με έδρα το Darien, του Connecticut, ΗΠΑ, εκπροσωπούμενη από τους D. Vaughan, QC, και D. F. Hall, Solicitor, του γραφείου Linklaters & Paines του Λονδίνου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο A. McClellan, και τους B. Clarke-Smith και P. J. Kuyper, μέλη της νομικής υπηρεσίας, επικουρούμενους απότον N. Forwood, barrister, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
114/85,
The Pulp, Paper and Paperboard Export Association, με έδρα τη Bethlehem (Πενσυλβανία, ΗΠΑ), ένωση των αμερικανικών επιχειρήσεων:
- The Chesapeake Corporation,
- Crown Zellerbach Corporation,
- Federal Paper Board Company Inc.,
- Georgia-Pacific Corporation,
- The Mead Corporation,
- Scott Paper Company, και
- Weyerhaeuser Company,
εκπροσωπούμενη από τους M. Waelbroeck και A. Vandencasteele, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο E. Arendt, 4, avenue Marie-Therese,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο A. McClellan και τους B. Clarke-Smith και P. J. Kuyper, μέλης της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενοι από τον N. Forwood, barrister, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέρος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από
την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον T. J. G. Pratt, Principal Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Sir Nicholas Lyell, QC, MP (the Solicitor General) και τον καθηγητή R. Higgins, QC,
παρεμβαίνουσα,
116/85,
St. Anne-Nackawic Pulp and Paper Company Ltd, με έδρα το Nackawic, (N. B. Canada), εκπροσωπούμενη από τον D. Voillemot, δικηγόρο στο cour d' appel του Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J. Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο A. Mcclellan και τους B. Clarke-Smith και P. J. Kuyper, μέλη της νομικής υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον M. Forwood, barrister, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
117/89,
International Pulp Sales Company, με έδρα τη Νέα Υόρκη, εκπροσωπούμενη από τους I. Van Bael και J. F. Bellis, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο A. McClellan, και τους B. Clarke-Smith και P. H. Kuyper, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον N. Forwood, barrister, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
125/85,
Westar Timber Ltd, Canada, εκπροσωπούμενη από τον C. Stanbrook (δικηγόρο Λονδίνου) του γραφείου Stanbrook & Hooper των Βρυξελλών, και από τον M. Siragusa (δικηγόρο Ρώμης) του γραφείου Cleary Gottlieb Steen & Hamilton, 123, rue de la Loi, Βρυξέλλες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο A. McClellan και τους K. Banks και P. J. Kuyper, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον N. Forwood, barrister, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από
την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον T. J. G. Pratt, Principal Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Sir Nicholas Lyell, QC, MP (the Solicitor General) και τον καθηγητή R. Higgins, QC,
παρεμβαίνουσα,
126/85,
Weldwood of Canada Ltd, Canada, εκπροσωπούμενη από τον Christopher Prout, Middle Temple, Barrister-at-law, και την Alice Robinson, Gray' s Inn, Barrister-at-law, εντεταλμένους από τον J. M. Cochran III, του γραφείου De Wilkie Farr & Callagher του Παρισιού, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο A. McClellan και τους P. J. Kuyper και K. Banks, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον N. Forwood, Barrister, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από
την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από τον T. J. G. Pratt, Principal Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Sir Nicholas Lyell, QC, MP (the Solicitor General) και τον καθηγητή R. Higgins, QC,
παρεμβαίνουσα,
127/85,
MacMillan Bloedel Ltd, Canada, εκπροσωπούμενη από τον C. Stanbrook (δικηγόρο Λονδίνου) του γραφείου Stanbrook & Hooper των Βρυξελλών και τον P. Sambuc του γραφείου Boden, Oppenhoff & Schneider, καθώς και από το γραφείο Cleary, Gottlieb Steen & Hamilton, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο A. McClellan και τους P. J. Kuyper και K. Banks, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον N. Forwood, Barrister, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από
την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον T. J. G. Pratt, Principal Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Sir Nicholas Lyell, QC, MP (the Solicitor General) και τον καθηγητή R. Higgins, QC,
παρεμβαίνουσα,
128/85,
Canadian Forest Products Ltd, Canada, εκπροσωπούμενης από τον C. Stanbrook (δικηγόρο Λονδίνου) του γραφείου Stanbrook & Hooper, των Βρυξελλών, και από τον M. Siragusa (δικηγόρο Ρώμης) του γραφείου Cleary, Gottlieb, Steen & Hamilton, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο A. McClellan και τους P. J. Kuyper και K. Banks, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον N. Forwood, Barrister, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από
την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον T. J. G. Pratt, Principal Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Sir Nicholas Lyell, QC, MP (the Solicitor General) και τον καθηγητή R. Higgins, QC,
παρεμβαίνουσα,
129/85,
British Columbia Forest Products Ltd, Canada, εκπροσωπούμενη από τον C. Stanbrook (δικηγόρο Λονδίνου) του γραφείου Stanbrook & Hooper των Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο A. McClellan και τους P. J. Kuyper και K. Banks, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον N. Forwood, Barrister, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από
την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον T. J. G. Pratt, Principal Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Sir Nicholas Lyell, QC, MP (the Solicitor General) και τον καθηγητή R. Higgins, QC,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (ΙV/29.725 - Χαρτοπολτός) (ΕΕ 1985, L 85, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco, O. Due, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling, K. Bahlmann, Y. Galmot, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet, T. F. O' Higgins και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη τη συμπληρωμένη έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 12ης Ιανουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου μεταξύ της 4ης και της 30ής Απριλίου 1985, ορισμένοι παραγωγοί χαρτοπολτού καθώς και δύο ενώσεις τους, όλων των οποίων η έδρα βρίσκεται εκτός Κοινότητας, άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως ΙV/29.725, της 19ης Δεκεμβρίου 1984 (ΕΕ 1985, L 85, σ. 1), με την οποία η Επιτροπή έκρινε ότι οι ανωτέρω είχαν διαπράξει διάφορες παραβάσεις του άρθρου 85 της Συνθήκης και τους επέβαλε πρόστιμα.
2 Οι παραβάσεις αυτές συνίσταντο σε συνεννόηση μεταξύ των εν λόγω παραγωγών όσον αφορά τις τιμές που ανακοινώνονται ανά τρίμηνο στους πελάτες που είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα και τις τιμές συναλλαγής που πράγματι εφαρμόστηκαν στους πελάτες αυτούς (άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως), σε υποδείξεις τιμών που έκανε στα μέλη της η Pulp Paper and Paperboard Export Association of the United States (στο εξής "ΚΕΑ", πρώην Kraft Export Association), η οποία αποτελεί ένωση ορισμένων παραγωγών εγκατεστημένων στις Ηνωμένες Πολιτείες (άρθρο 1, παράγραφος 3), και, στην περίπτωση της Fincell, κοινής οργανώσεως πωλήσεων δέκα παραγωγών εγκατεστημένων στη Φινλανδία, στην ανταλλαγή εξατομικευμένων πληροφοριών με ορισμένους άλλους παραγωγούς πολτού όσον αφορά τις τιμές στο πλαίσιο του κέντρου έρευνας και ενημερώσεως της ευρωπαϊκής βιομηχανίας πολτού και χάρτου, το οποίο διαχειρίζεται η ελβετική εταιρία ελέγχου και διαχειρίσεως Fides (άρθρο 1, παράγραφος 4).
3 Η Επιτροπή αναφέρει, στο σημείο 79 της επίδικης αποφάσεως, τους λόγους που δικαιολογούν, κατά τη γνωμη της, την αρμοδιότητα της Κοινότητας να εφαρμόσει το άρθρο 85 της Συνθήκης στην εν λόγω συνεννόηση. Σημειώνει, καταρχάς, ότι όλες οι επιχειρήσεις αποδέκτες της αποφάσεως είτε προέβαιναν σε απευθείας εξαγωγές προς αγοραστές εγκατεστημένους στην Κοινότητα είτε πραγματοποιούσαν τις συναλλαγές τους στο εσωτερικό της Κοινοτητας μέσω θυγατρικών εταιριών, υποκαταστημάτων, πρακτόρων ή άλλων γραφείων εγκατεστημένων στην Κοινότητα. Στη συνέχεια, τονίζει ότι η μεγάλη πλειονότητα των πωλήσεων που πραγματοποίησαν οι εν λόγω επιχειρήσεις προς την Κοινότητα ή εντός αυτής είχαν αποτελέσει αντικείμενο της επίδικης συνεννοήσεως. Επισημαίνει, τέλος, ότι η συνεννόηση αυτή επηρέασε τα δύο τρίτα των παραδόσεων και το 60 % της καταναλώσεως του εν λόγω προϊόντος στην Κοινότητα. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: "το αποτέλεσμα των συμφωνιών και των εναρμονισμένων πρακτικών επί των τιμών που ανακοινώθηκαν ή/και χρεώθηκαν στους πελάτες και επί των μεταπωλήσεων πολτού εντός της ΕΟΚ ήταν ... όχι μόνο σημαντικό αλλά και ηθελημένο, και αποτελούσε την άμεση και κύρια απόρροια των συμφωνιών και των εναρμονισμένων πρακτικών".
4 'Οσον αφορά, ειδικότερα, τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στη Φινλανδία και την ένωσή τους Fincell, η Επιτροπή διευκρινίζει, στο σημείο 80 της αποφάσεως, ότι η Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητας και της Φινλανδίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/005, σ. 214) δεν περιλαμβάνει "καμία διάταξη που να εμποδίζει την Επιτροπή να εφαρμόζει αμέσως το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ στις περιπτώσεις που επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών".
5 Πολλές προσφεύγουσες προέβαλαν λόγους ακυρώσεως αφορώντες το θέμα της αρμοδιότητας της Κοινότητας να εφαρμόσει στην περίπτωσή τους τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού. Στις 8 Ιουλίου 1987, το Δικαστήριο αποφάσισε να ακούσει, σε πρώτη φάση, τους διαδίκους επί των λόγων αυτών. Με Διάταξη της 16ης Δεκεμβρίου 1987, το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων προς διευκόλυνση της διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
6 'Οοι προσφεύγουσες που προέβαλαν λόγους σχετικούς με την αρμοδιότητα υποστηρίζουν, καταρχάς, ότι η Επιτροπή, εφαρμόζοντας τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης, προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση του κατά τόπον πεδίου εφαρμογής του άρθρου 85. Υπενθυμίζουν σχετικά ότι το Δικαστήριο, με τηναπόφαση της 14ης Ιουλίου 1972 (ΙCΙ κατά Επιτροπής, 48/69, Rec. 1972, σ. 619), δεν υιοθέτησε τη θεωρία των αποτελεσμάτων και κατέστησε σαφές ότι υπήρχε συμπεριφορά περιορίζουσα τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της κοινής αγοράς λόγω της δραστηριότητας των θυγατρικών εταιριών, δυναμένης να αποδοθεί στις μητρικές εταιρίες. Προσθέτουν ότι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η εφαρμογή σ' αυτές του άρθρου 85 βρίσκει έρεισμα στο κοινοτικό δίκαιο, η πράξη εφαρμογής τού κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευομένου κανόνα είναι αντίθετη προς το δημόσιο διεθνές δίκαιο, δεδομένου ότι το δίκαιο αυτό δεν επιτρέπει στην Κοινότητα να ρυθμίζει συμπεριφορές περιορίζουσες τον ανταγωνισμό οι οποίες έχουν υιοθετηθεί εκτός του εδάφους της απλώς και μόνο λόγω του οικονομικού αντικτύπου τους επί του εδάφους αυτού.
7 Οι προσφεύγουσες εταιρίες μέλη της ΚΕΑ υποστηρίζουν, επιπλέον, ότι η εφαρμογή αυτή αντίκειται στο δημόσιο διεθνές δίκαιο, καθότι παραβιάζει την αρχή της μη αναμίξεως στις εσωτερικές υποθέσεις. Υποστηρίζουν ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, η εφαρμογή του άρθρου 85 έβλαψε το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών που συνίσταται στην προαγωγή των εξαγωγικών δραστηριοτήτων των επιχειρήσεών τους, συμφέρον το οποίο αναγνωρίστηκε με το νόμο Webb-Pomerene του 1918, δυνάμει του οποίου οι εξαγωγικές ενώσεις, όπως η ΚΕΑ, εξαιρούνται από την εφαρμογή των αμερικανικών νόμων αντιτράστ.
8 Ορισμένες καναδικές προσφεύγουσες εταιρίες υποστήριξαν επίσης ότι η Κοινότητα, επιβάλλοντάς τους πρόστιμα και εξαρτώντας τη μείωση των προστίμων αυτών από την ανάληψη δεσμεύσεως όσον αφορά τη μελλοντική συμπεριφορά των εν λόγω προσφευγουσών, προσέβαλε την κυριαρχία του Καναδά καιπαραβίασε έτσι την αρχή της διεθνούς αβροφροσύνης (comitas gentium).
9 Οι φινλανδικές προσφεύγουσες εταιρίες θεωρούν ότι, εν πάση περιπτώσει, μόνο οι κανόνες ανταγωνισμού που περιέχονται στη Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητας και της Φινλανδίας μπορούν να εφαρμοστούν στη συμπεριφορά τους, αποκλειομένης της εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης, και ότι, κατά συνέπεια, η Κοινότητα όφειλε να ζητήσει τη γνώμη της Φινλανδίας για τα μέτρα που σχεδίαζε να λάβει σχετικά με την επίμαχη σύμπραξη, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 27 της εν λόγω Συμφωνίας.
10 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και η επιχειρηματολογία των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως του κατά τόπον πεδίου εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης και επί του κατά πόσον η απόφαση συμβιβάζεται με το δημόσιο διεθνές δίκαιο
α) 'Οσον αφορά τις κατ' ιδίαν επιχειρήσεις
11 'Οσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που συνίσταται στην παράβαση του ίδιου του άρθρου 85 της Συνθήκης, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει της διατάξεως αυτής, απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων που μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριομεταξύ των κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς.
12 Πρέπει, εν συνεχεία, να σημειωθεί ότι οι κύριες πηγές εφοδιασμού σε χαρτοπολτό βρίσκονται εκτός Κοινότητας, ήτοι στον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σουηδία και τη Φινλανδία και ότι, κατά συνέπεια, η αγορά έχει παγκόσμια διάσταση. Οταν παραγωγοί πολτού εγκατεστημένοι στις χώρες αυτές πραγματοποιούν απευθείας πωλήσεις σε αγοραστές εγκατεστημένους στην Κοινότητα και όταν ανταγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τις τιμές προκειμένου να επιτύχουν παραγγελίες εκ μέρους των πελατών αυτών, υπάρχει ανταγωνισμός εντός της κοινής αγοράς.
13 Από αυτό έπεται ότι όταν οι παραγωγοί αυτοί συνεννοούνται ως προς τις τιμές που θα συνομολογήσουν με τους πελάτες τους που είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα και εφαρμόζουν τα συμπεφωνημένα πωλώντας σε πράγματι συντονισμένες τιμές, μετέχουν σε εναρμονισμένη πρακτική που έχει ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, εφαρμόζοντας, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης σε επιχειρήσεις έχουσες την έδρα τους εκτός Κοινότητας, δεν προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση του κατά τόπον πεδίου εφαρμογής του άρθρου 85.
15 Προς στήριξη του λόγου ακυρώσεως που συνίσταται στο ότι η απόφαση αντιβαίνει στο δημόσιο διεθνές δίκαιο, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στην υπό κρίση περίπτωση στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στον οικονομικό αντίκτυπο, εντός της κοινής αγοράς, ορισμένων συμπεριφορών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και οι οποίες αποφασίστηκαν εκτός Κοινότητας.
16 Πρέπει να τονιστεί σχετικά ότι μια παράβαση του άρθρου 85, όπως η σύναψη συμφωνίας που έχει ως αποτέλεσμα τον περιροισμό του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, εμπεριέχει δύο στοιχεία συμπεριφοράς, ήτοι την κατάρτιση της συμφωνίας και την εκτέλεσή της. Η εξάρτηση της δυνατότητας εφαρμογής των απαγορεύσεων που θεσπίζει το δίκαιο του ανταγωνισμού από τον τόπο της καταρτίσεως της συμφωνίας θα είχε ως αποτέλεσμα να παρέχεται στις επιχειρήσεις ένα εύκολο μέσο παρακάμψεως των εν λόγω απαγορεύσεων. Καθοριστική σημασία έχει, επομένως, ο τόπος στον οποίο εφαρμόζεται η συμφωνία.
17 Στην υπό κρίση περίπτωση, οι παραγωγοί έθεσαν σε εφαρμογή τη συμφωνία ως προς τις τιμές εντός της κοινής αγοράς. Είναι αδιάφορο, ως προς το σημείο αυτό, αν έκαναν χρήση ή όχι θυγατρικών εταιριών, πρακτόρων, υποπρακτόρων ή υποκαταστημάτων εγκατεστημένων στην Κοινότητα για τη δημιουργία επαφών μεταξύ αυτών και των εγκατεστημένων στην Κοινότητα αγοραστών.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αρμοδιότητα της Κοινότητας να εφαρμόζει τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού σε τέτοιες συμπεριφορές καλύπτεται από την αρχή της εδαφικότητας, η οποία είναι γενικά αποδεκτή στο δημόσιο διεθνές δίκαιο.
19 'Οσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που συνίσταται στην παραβίαση της αρχής της μη επεμβάσεως, διευκρινίζεται ότι οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις μέλη της ΚΕΑ αναφέρονται σε έναν κανόνα κατά τον οποίο, όταν δύο κρατη έχουν αρμοδιότητα να θεσπίσουν ή να εφαρμόσουν ορισμένους κανόνες και οι κανόνες τους καταλήγουν να θέτουν ένα πρόσωπο ενώπιον δύο αντιφασκουσών επιταγών ως προς τη συμπεριφορά που θα πρέπει να υιοθετήσει, κάθε κράτος οφείλει να ασκεί την αρμοδιότητά του μετριοπαθώς. Από τον κανόνα αυτό οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Κοινότητα, εφαρμόζοντας το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού κατά παράβαση του κανόνα αυτού, παραβίασε την αρχή της μη επεμβάσεως.
20 Χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί κατά πόσον υφίσταται στο διεθνές δίκαιο ο κανόνας που επικαλούνται οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις, αρκεί η διαπίστωση ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Πράγματι, δεν υπάρχει, στην υπό κρίση περίπτωση, αντίφαση μεταξύ της συμπεριφοράς που επιτάσσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και της συμπεριφοράς που επιτάσσει η Κοινότητα, δεδομένου ότι ο νόμος Webb-Pomerene περιορίζεται στο να εξαιρεί από την εφαρμογή των αμερικανικών νόμων αντιτράστ τη σύναψη εξαγωγικών καρτέλ, χωρίς να επιβάλλει τη σύναψη τέτοιων συμφωνιών.
21 Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι οι αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών δεν διατύπωσαν αντιρρήσεις, στηριζόμενες σε ενδεχόμενη σύγκρουση αρμοδιότητας, όταν ζητήθηκε η γνώμη τους από την Επιτροπή σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου του ΟΟΣΑ της 25ης Οκτωβρίου 1979 (Πράξεις του Οργανισμού, τόμος 19, σ. 376) σχετικά με τη συνεργασία των κρατών μελών σε περίπτωση περιοριστικών εμπορικών πρακτικών επηρεαζουσών τις διεθνείς ανταλλαγές.
22 'Οσον αφορά το επιχείρημα περί μη τηρήσεως της αρχής της διεθνούς αβροφροσύνης (comitas gentium), αρκεί η παρατήρηση ότι το επιχείρημα αυτό θέτει ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση την αρμοδιότητα της Κοινότητας να εφαρμόζει τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού σε συμπεριφορές όπως αυτές που διαπιστώθηκαν στην υπό κρίση περίπτωση και ότι, ως τοιούτο, το επιχείρημα αυτό έχει ήδη απορριφθεί.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν αντιβαίνει ούτε στο άρθρο 85 της Συνθήκης ούτε στους κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου που επικαλούνται οι προσφεύγουσες.
β) 'Οσον αφορά την ένωση ΚΕΑ
24 Η ΚΕΑ, όπως προκύπτει από το καταστατικό της, αποτελεί μη κερδοσκοπική ένωση η οποία έχει ως σκοπό την προαγωγή των εμπορικών συμφερόντων των μελών της όσον αφορά την εξαγωγή των προϊόντων τους και ότι χρησιμεύει κυρίως ως κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών για τα μέλη της σχετικά με τις εξαγωγικές αγορές τους. Η ίδια η ΚΕΑ δεν ασκεί δραστηριότητα κατασκευής, πωλήσεως ή διανομής των προϊόντων.
25 Πρέπει, επίσης, να διευκρινιστεί ότι, στα πλαίσια της ΚΕΑ, έχουν συσταθεί διάφορες ομάδες, μεταξύ των οποίων ιδίως η ομάδα "χαρτοπολτού", για την κάλυψη των διαφόρων τομέων της βιομηχανίας πολτού και χάρτου. Δυνάμει του άρθρου 1 του εσωτερικού κανονισμού της ΚΕΑ, μόνος τρόπος για να μετάσχουν οι επιχειρήσεις στην ένωση αυτή είναι να γίνουν μέλη μιας από τις ομάδες που την απαρτίζουν. Από το άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού προκύπτει ότι οι ομάδες αυτές μπορούν να διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους με πλήρη ανεξαρτησία.
26 Σημειώνεται, τέλος, ότι, σύμφωνα με δήλωση αρχής της ομάδας "χαρτοπολτού", στην οποία αναφέρεται το σημείο 32 της αποφάσεως, τα μέλη της ομάδας μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες επί των τιμών κατά τη διάρκεια συσκέψεων τις οποίες πραγματοποιούν κατά διαστήματα, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε μέλος έχει εκ των προτέρων ενημερωθεί ότι θα διεξαχθεί συζήτηση επί των τιμών και εφόσον στην εν λόγω σύσκεψη υπάρχει απαρτία. Η ομόφωνη απόφαση των παρόντων μελών δεσμεύει και τα μέλη που απουσιάζουν κατά τη λήψη της αποφάσεως.
27 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι υποδείξεις τιμών από την ΚΕΑ δεν μπορούν να διακριθούν από τις συμφωνίες επί των τιμών, τις οποίες συνάπτουν οι επιχειρήσεις μέλη της ομάδας "χαρτοπολτού", και ότι η ΚΕΑ δεν διαδραμάτισε ίδιο ρόλο στην εφαρμογή των εν λόγω συμφωνιών.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί καθόσον αφορά την ΚΕΑ.
Επί της αποκλειστικής ή μη εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της Συμφωνίας Ελευθέρων Συναλλαγών μεταξύ Κοινότητας και Φινλανδίας
29 Πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον, όπως διατείνονται οι προσφεύγουσες εταιρίες, οι διατάξεις των άρθρων 23 και 27 της Συμφωνίας Ελευθέρων Συναλλαγών αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης στις σχέσεις μεταξύ Κοινότητας και Φινλανδίας.
30 Καταρχάς, υπενθυμίζεται σχετικά ότι, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Ελευθέρων Συναλλαγών, είναι ασυμβίβαστες προς την καλή λειτουργία της Συμφωνίας, κατά το μέτρο που μπορούν να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ Κοινότητας και Φινλανδίας, ιδίως οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 23, αν ένα συμβαλλόμενο μέρος κρίνει ότι μια δεδομένη πρακτική είναι ασυμβίβαστη προς την προαναφερθείσα διάταξη, μπορεί να λάβει τα κατάλληλα μέτρα κατά τη διαδικασία του άρθρου 27. Κατ' εφαρμογή της διαδικασίας αυτής, συμβουλεύεται το άλλο συμβαλλόμενο μέρος στο πλαίσιο μικτής επιτροπής, με στόχο την επίτευξη συμφωνίας ως προς τα μέτρα που σχεδιάζει να λάβει για να θέσει τέρμα στις καταγγελλόμενες πρακτικές. Αν δεν επέλθει συμφωνία, το ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει μέτρα διασφαλίσεως.
31 Πρέπει, επίσης, να παρατηρηθεί ότι οι διατάξεις των άρθρων 23 και 27 της Συμφωνίας Ελευθέρων Συναλλαγών προϋποθέτουν ότι τα συμβαλλόμενα μέρη διαθέτουν κανόνες που τους επιτρέπουν να επιβάλλουν κυρώσεις για συμπράξεις τις οποίες θεωρούν ως ασυμβίβαστες προς τη Συμφωνία.'Οσον αφορά την Κοινότητα, οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν παρά να είναι τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης. Επομένως, η Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών δεν αποκλείει την εφαρμογή των άρθρων αυτών.
32 Σημειώνεται, τέλος, ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, η Κοινότητα εφάρμοσε τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού στις φινλανδικές προσφεύγουσες επιχειρήσεις όχι διότι ήλθαν σε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά διότι έλαβαν μέρος σε μια ευρύτερη συνεννόηση με αμερικανικές, καναδικές και σουηδικές επιχειρήσεις, η οποία περιόρισε τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της Κοινότητας. Επομένως, οι συναλλαγές με τη Φινλανδία δεν ήταν οι μόνες που επηρεάστηκαν. Ενόψει της καταστάσεως αυτής, η προσφυγή στη μικτή επιτροπή δεν μπορούσε να οδηγήσει στη λήψη των κατάλληλων μέτρων.
33 Από τα ανωτέρω έπεται ότι ο λόγος ακυρώσεως που συνίσταται στην αποκλειστική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που περιέχονται στη Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών μεταξύ Κοινότητας και Φινλανδίας πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
προτού αποφανθεί οριστικώς επί του συνόλου των λόγω ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγουσες, αποφασίζει:
1) Απορρίπτει το λόγο ακυρώσεως που συνίσταται στην εσφαλμένη εκτίμηση του κατά τόπον πεδίου εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης και στο ασυμβίβαστο της αποφάσεως ΙV/29.725 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, προς το δημόσιο διεθνές δίκαιο.
2) Ακυρώνει την απόφαση ΙV/29.725 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, κατά το μέρος που αφορά την Pulp Paper and Paperboard Export Association of the United States.
3) Απορρίπτει το λόγο ακυρώσεως που συνίσταται στην αποκλειστική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που περιέχονται στη Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών μεταξύ Κοινότητα και Φινλανδίας.
4) Παραπέμπει την υπόθεση στο πέμπτο τμήμα προς εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
5) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy