ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 92/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Ο προσφεύγων εκθέτει ότι εργάστηκε ως διερμηνέας στην Επιτροπή (1973-1977), από την οποία αποχώρησε με το βαθμό LA 7, δεύτερο κλιμάκιο, προκειμένου να εργαστεί στη συνέχεια ( 1977-1980) ως ανεξάρτητος διερμηνέας (free-lance) για την Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και άλλους εργοδότες. Από το 1980, εργάζεται στο τμήμα διερμηνείας του Δικαστηρίου. Στις 20 Ιανουαρίου 1982 του προτάθηκε να συνάψει σύμβαση ορισμένου χρόνου στο βαθμό LA 7, τρίτο κλιμάκιο, την 3ποία αποδέχτηκε, δεδομένου εξάλλου ότι, ως προς το αίτημά του να καταταγεί στο βαθμό LA 6, ο προϊστάμενός του του διαβεβαίωσε ότι θα. μπορούσε να, καταταγεί στο βαθμό LA 6 ευθύς ως κενωθεί θέση του βαθμού αυτού. Στις 15 Οκτωβρίου 1983, ο προσφεύγων, ενόψει της κενής θέσης βαθμού LA 6 λόγω αποχωρήσεως ενός ολλανδού διερμηνέα, απηύθυνε προς το γραμματέα του Δικαστηρίου επιστολή ζητώντας την ανακατάταξη του στο βαθμό LA 6. Η επιστολή αυτή έμεινε αναπάντητη.
Στις 17 Νοεμβρίου 1983, δημοσιεύτηκε η ανακοίνωση κενής θέσεως C J 117/82 σχετικά με θέση διερμηνέα στο Δικαστήριο, της σταδιοδρομίας LA 7/LA 6, γαλλικής γλώσσας στην οποία αναφερόταν ότι « εκτός της περιπτώσεως μεταθέσεως υπαλλήλου με βαθμό LA 6, η θέση θα πληρωθεί στο βαθμό LA 7 ». Η ανακοίνωση αυτή περιλάμβανε, εκτός της προσκλήσεως προς τους υπαλλήλους της σταδο-δρομίας LA 6/LA 7 να υποβάλουν υποψηφιότητα, πρόσκληση « στους λοιπούς μόνιμους και μη μόνιμους υπαλλήλους » να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για τη θέση αυτή. Ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση υποψηφιότητας. Αυτή η ανακοίνωση κενής θέσεως αντικαταστάθηκε, στις 9 Ιανουαρίου 1984, από τη νέα ανακοίνωση CJ 117/82α, η οποία δεν περιείχε πλέον την προαναφερθείσα φράση. Στη συνέχεια, στις 19 Ιανουαρίου 1984, δημοσιεύτηκε η υπ' αριθ. CJ 117/82 προκήρυξη εσωτερικού διαγωνισμού. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων υπήρξε υποψήφιος και επιτυχών του διαγωνισμού αυτού, ειδοποιήθηκε με επιστολή του γραμματέα, της 24ης Μαΐου 1984, ότι διορίστηκε, στις 16 Μαΐου 1984, δόκιμος υπάλληλος από 1ης Ιουνίου 1984, στο βαθμό LA 7, τρίτο κλιμάκιο.
Στις 21 Ιουνίου 1984, ο προσφεύγων υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση ανακατατάξεως. Το περιεχόμενο της αίτησης του επαναλήφθηκε σε διοικητική ένσταση, που υπέβαλε στις 9 Αυγούστου 1984, βάσει του άρθρου 9.0, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και η οποία συμπληρώθηκε με υπόμνημα της 21ης Νοεμβρίου 1984. Στις 13 Δεκεμβρίου 1984, η αρμόδια επιτροπή εκδικάσεως ενστάσεων του Δικαστηρίου απέρριψε, με απόφαση που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 8 Ιανουαρίου 1985, την ένσταση αυτή. Ύστερα από την απόφαση αυτή, ο προσφεύγων άσκησε, στις 5 Απριλίου 1984, την υπό κρίση προσφυγή.
2.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχτηκε κανονικά.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και ύστερα από ακρόαση του εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
3.
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη
—
κατά συνέπεια, να ακυρώσει την απόφαση της αρμόδιας επιτροπής εκδικάσεως ενστάσεων του Δικαστηρίου περί απορρίψεως της ένστασης του προσφεύγοντος με την οποία ζητήθηκε, λόγω του διορισμού του ως δόκιμου υπαλλήλου, η κατάταξη του στο βαθμό LA 6, με αναγνώριση αρχαιότητας κλιμακίου στο βαθμό αυτό ίσης με εκείνη που αναγνωρίστηκε κατά το παρελθόν στους συναδέλφους του'
—
να καταδικάσει το καθού στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
4.
Το καθού ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, τουλάχιστον, ως αβάσιμη
—
να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας.
III — Λόγοι και κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού
5.
Το καθού υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι τυπικώς στρέφεται κατά της από 13 Δεκεμβρίου 1984 αποφάσεως της επιτροπής εκδικάσεως ενστάσεων, η οποία είναι απλώς επιβεβαιωτική της απόφασης του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 1984 περί διορισμού του προσφεύγοντος στο βαθμό LÁ 7 και διότι η επιβεβαιωτική προγενέστερης απόφασης πράξη δεν αποτελεί, κατά την έννοια του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, βλαπτική πράξη ( απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, υποθ. 227/82, Μούση ). Κατά το καθού, δεδομένου ότι πρόκειται για την πρώτη υπόθεση όπου απόφαση της ΑΔΑ (αρμόδιας για τους διορισμούς αρχή?) υποβλήθηκε στην αρμόδια επιτροπή εκδικάσεως ενστάσεων του Δικαστηρίου, η προσφυγή θα ήταν παραδεκτή μόνο στην περίπτωση που θα γινόταν δεκτό ότι πρόκειται περί συγγνωστής πλάνης του προσφεύγοντος.
6.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της προσφυγής, αντικείμενο της διαφοράς είναι η αμφισβήτηση της απόφασης της 16ης Μαΐου 1984. Δεδομένου ότι, στην πραγματικότητα, η προσφυγή στρέφεται κατά της αποφάσεως αυτής, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως (ένσταση: 9 Αυγούστου 1984 σιωπηρή απορριπτική απόφαση: 9 Δεκεμβρίου 1984ρητή απορριπτική απόφαση που επακολούθησε εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής: 13 Δεκεμβρίου 1984' κοινοποίηση στον προσφεύγοντα: 8 Ιανουαρίου 1985 προσφυγή: 5 Απριλίου 1985 ).
Ο προσφεύγων εξηγεί ότι η προσφυγή του στρέφεται « τυπικώς » κατά της αποφάσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1984, για τους εξής λόγους:
—
αφενός, θεώρησε ότι επρόκειτο περί γνώμης διατυπωθείσας επί της ενστάσεως του της οποίας θα επακολουθούσε απόφαση που θα ελάμβανε το Δικαστήριο ως ΑΔΑ, δεδομένου δε ότι τέτοια απόφαση, όντως, δεν ελήφθη, θεώρησε ότι η πράξη της 13ης Δεκεμβρίου 1984, τόσο λόγω της διατυπώσεως και της αιτιολογίας της όσο και λόγω της ονομασίας και της συνθέσεως της επιτροπής εκδικάσεως ενστάσεων, αποτελούσε κάτι περισσότερο από επιβεβαιωτική πράξη και είχε, ως εκ τούτου, αντικαταστήσει, σε κάποιο βαθμό, την απόφαση της 16ης Μαΐου 1984
—
αφετέρου, η πράξη της 16ης Μαΐου 1984 δεν είναι σαφής, ενώ, αντιθέτως, η απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984 είναι αιτιολογημένη, οπότε μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια το περιεχόμενό της, κατά τρόπο ώστε, σύμφωνα με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981, στην υπόθεση 145/80, Mascetti (Rec. σ. 1975), η απόφαση αυτή μπορεί να αποτελέσει, « τυπικώς », αντικείμενο της προσφυγής.
Τέλος, είναι σύνηθες στις δημοσιοϋπαλληλικές διαφορές να προσβάλλει ο προσφεύγων την απορριπτική απόφαση της ένστασης του, έστω και αν η απόφαση αυτή έχει απλώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα ( απόφαση της 29ης Μαρτίου 1984, υπόθ. 25/83, Α. Buick, Rec. σσ. 1723 και 1782, 11η και 12η σκέψη).
7.
Το καθού, με την ανταπάντηση του, εμμένει στο ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Μούση ( 11η σκέψη ), πρέπει να προσβάλλεται εμπροθέσμως και σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία η βλαπτική κατά την έννοια των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης πράξη.
Προσθέτει ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε, λογικώς, να θεωρήσει ότι η απόφαση της επιτροπής εκδικάσεως ενστάσεων του Δικαστηρίου αντικαθιστούσε την απόφαση της 16ης Μαΐου 1984, ενώ απλώς απέρριπτε την ένσταση του ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι θεώρησε την απόφαση της επιτροπής αυτής ως πράξη αντικαθιστώσα την απόφαση της 16ης Μαΐου 1984 και, ταυτόχρονα, ως πράξη περιέχουσα γνώμη προοριζόμενη να διαφωτίσει το Δικαστήριο ότι το επιχείρημα του προσφεύγοντος ο οποίος, αναφερόμενος στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 145/80, Mascetti, υποστηρίζει ότι η απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984 του επέτρεψε να εκτιμήσει με ακρίβεια το περιεχόμενο της απόφασης της 16ης Μαΐου 1984 δεν δικαιολογείται, αφενός, διότι η αιτιολογία της απόφασης αυτής είναι πλήρης ( αναφορά στις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, στην ανακοίνωση κενής θέσεως CJ 117/82, στην έκθεση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού και στην πρόταση του γραμματέα), και, αφετέρου, διότι ο προσφεύγων, υποβάλλοντας, βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ένσταση κατά της αποφάσεως της 16ης Μαΐου 1984, θεωρούσε πάντοτε την τελευταία ως βλαπτική.
Επί της ονσίας
Ο προσφεύγων προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως.
8.
Ο πρώτος λόγος στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι ορισμένοι από τους συναδέλφους του διερμηνείς δικαιολογούντες επαγγελματική πείρα το πολύ ισοδύναμη και, στις περισσότερες περιπτώσεις, κατώτερη της δικής του, οι οποίοι διορίστηκαν δόκιμοι υπάλληλοι την 1η Νοεμβρίου 1981, μονιμοποιήθηκαν στο Δικαστήριο την 1η Αυγούστου 1982 με το βαθμό LA 6. Δεδομένου ότι τα προσόντα και η επαγγελματική του πείρα είναι, τουλάχιστον, ισοδύναμα προς τα προσόντα ορισμένων από τους συναδέλφους του που διορίστηκαν το 1981, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι θα έπρεπε γι' αυτό να τύχει ίσης μεταχειρίσεως και να διοριστεί στο βαθμό LA 6, τη στιγμή που μια τέτοια θέση ήταν διαθέσιμη.
9.
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται στη μη τήρηση των όρων της προκήρυξης του διαγωνισμού.
Ο προσφεύγων φρονεί ότι, δεδομένου ότι η ΑΔΑ είχε απαλείψει, στη δεύτερη ανακοίνωση κενής θέσεως, τη φράση « εκτός της περιπτώσεως μεταθέσεως υπαλλήλου κατέχοντος βαθμό LA 6, η θέση θα πληρωθεί στο βαθμό LA 7 » που περιλαμβανόταν στην προηγούμενη ανακοίνωση κενής θέσεως, είχε τη δυνατότητα να πληρώσει τη θέση με διορισμό στο βαθμό LA 7 ή LA 6. Θεωρεί ότι, εφόσον διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα, αυτή η δυνατότητα της διοίκησης είχε μετατραπεί σε υποχρέωσή της να τον διορίσει στο βαθμό LA 6.
10.
Ο τρίτος λόγος που επικαλείται ο προσφεύγων συνίσταται στην προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Υποστηρίζει ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που μπορούσε να τρέφει όσον αφορά το διορισμό του στο βαθμό LA 6 δικαιολογείται από:
—
το γεγονός ότι ορισμένοι από τους συναδέλφους του διερμηνείς διορίστηκαν στο βαθμό LA6
—
τις σχετικές διαβεβαιώσεις του προϊσταμένου του
—
τη σιγή του γραμματέα μετά την επιστολή του της 15ης Οκτωβρίου 1983, με την οποία ζήτησε την κατάταξη του στο βαθμό LA 6
—
τα προσόντα και την επαγγελματική του πείρα που ήταν τουλάχιστον ισοδύναμα με αυτά των συναδέλφων του που είχαν διοριστεί στο βαθμό LA 6
—
την τροποποίηση που έγινε στη δεύτερη ανακοίνωση κενής θέσεως, έτσι ώστε να παρασχεθεί στην ΑΔΑ η δυνατότητα να προβεί σε διορισμό στο βαθμό LA 6.
11.
Ο τέταρτος επικαλούμενος λόγος αφορά την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.
O προσφεύγων υποστηρίζει ότι, καίτοι η διοίκηση δικαιούνταν να αναθεωρήσει την πολιτική της που συνίστατο στο να γίνονται οι διορισμοί, στο πλαίσιο του κλάδου LA, σε βαθμούς ανώτερους του εισαγωγικού, στην προκείμενη όμως περίπτωση:
—
αφενός, δεν απέδειξε ότι σκόπευε να ακολουθήσει εφεξής νέα πρακτική συνιστάμενη στο να διορίζονται οι προσλαμβανόμενοι διερμηνείς στον εισαγωγικό βαθμό και, αφετέρου, αρκετές φορές στη συνέχεια και μέχρι σήμερα, προέβη σε διορισμούς στο πλαίσιο του κλάδου LA σε βαθμούς ανώτερους του εισαγωγικού
—
η περίπτωση του, λαμβανομένων υπόψη των επαγγελματικών του προσόντων σε σύγκριση με τα προσόντα των συναδέλφων του που κατετάγησαν στο βαθμό LA 6, δεν προσφέρεται για αλλαγές πρακτικής
—
η διοίκηση δεν προέβη σε καμιά ενέργεια για να διαψεύσει τις προσδοκίες του όσον αφορά το διορισμό του στο βαθμό LA 6.
12.
Όσον αφορά το λόγο που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, το καθού υποστηρίζει ότι το 1981 οι διορισμοί στο βαθμό LA 6 ήταν αναγκαίοι, λόγω του ότι μόλις είχε συσταθεί η υπηρεσία διερμηνείας και οι διορισμοί γίνονταν προς συγκρότηση της, το δε δικαίωμα της διοίκησης να προβαίνει σε διορισμούς στο βαθμό αυτό στηριζόταν στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, το οποίο επιτρέπει παρέκκλιση από τον κανόνα περί διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό κατά το ήμισυ των νεοσυσταθεισών θέσεων.
13.
Όσον αφορά το λόγο περί μη τηρήσεως της προκηρύξεως του διαγωνισμού, το καθού υποστηρίζει ότι η τροποποίηση της προκήρυξης του διαγωνισμού απλώς του παρέχει την ευχέρεια, χωρίς να το υποχρεώνει, να προβαίνει σε διορισμούς στο βαθμό LA 6 και συνεπώς ο προσφεύγων δεν μπορούσε, βασίμως, να προσδοκά διορισμό στο βαθμό LA 6, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι επιτυχόντες διαγωνισμού διορίζονται στον εισαγωγικό βαθμό της σταδιοδρομίας τους. Συγκεκριμένα, υπογραμμίζει ότι τα προσόντα του προσφεύγοντος δεν μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, να ληφθούν υπόψη παρά μόνο για χορήγηση αρχαιότητας κλιμακίου.
14.
Ως προς το λόγο που στηρίζεται στην προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το καθού απαντά ότι:
—
από τις υφιστάμενες μεταξύ 1981 και 1984 «διαφορές καταστάσεων» ο προσφεύγων δεν ήταν δυνατό να πιστέψει ότι δικαιούνταν να διοριστεί στο βαθμό LA 6, για το λόγο ότι ορισμένοι από τους συναδέλφους του διερμηνείς είχαν διοριστεί στο βαθμό αυτό'
—
οι διαβεβαιώσεις που φέρονται ότι δόθηκαν στον προσφεύγοντα από τον προϊστάμενό του δεν προέρχονταν από την ΑΔΑ και δεν μπορούσαν να τη δεσμεύουν
—
το γεγονός ότι δεν δόθηκε απάντηση στην από 15 Οκτωβρίου 1983 επιστολή του, δεν παρείχε στον προσφεύγοντα το δικαίωμα να ερμηνεύσει τη σχετική σιγή ως ευνοϊκή ένδειξη
—
η τροποποίηση της ανακοίνωσης κενής θέσης δεν μπορούσε να ερμηνευτεί ως απο-δεικνύουσα πρόθεση της ΑΔΑ να προβαίνει σε διορισμούς με βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού, αφού, άλλωστε, δεν αναφερόταν ρητώς κάτι τέτοιο, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στις προκηρύξεις διαγωνισμών για διορισμούς γλωσσομαθών νομικών.
15.
Κατά του τέταρτου λόγου, που συνίσταται στην παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, το καθού αντιτείνει την ανάγκη της οργάνωσης της υπηρεσίας που πρυτάνευσε κατά τους διορισμούς του 1981. Παρατηρεί ότι, έστω και αν, καθ' υπόθεση, οι διορισμοί στο βαθμό LA 6 το 1981-1982, στους οποίους αναφέρεται ο προσφεύγων, δεν εντάσσονται στο πλαίσιο της ορθής εφαρμογής του άρθρου 31 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεν μπορεί να του προσαφθεί, στην περίπτωση αυτή, μομφή επειδή, χαρακτηρίζοντας την αλλαγή αυτή ως παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, δεν συνεχίζει πλέον μια αντικανονική πρακτική. Εξάλλου, το καθού παρατηρεί ότι, εφόσον ο προσφεύγων δεν μπορούσε, λογικώς, να πιστεύει ότι δικαιούνταν να διοριστεί στο βαθμό LA 6, δεν θεώρησε, κατά συνέπεια, αναγκαίο να διαψεύσει προσδοκίες που δεν μπορούσε να τρέφει ο προσφεύγων. Υπογραμμίζει ότι, κατά τα λοιπά, αυτό δεν θα άλλαζε την κατάσταση του διότι, το πολύ-πολύ, ο προσφεύγων δεν θα συμμετείχε στο διαγωνισμό, πράγμα που φαίνεται απίθανο, αν ληφθεί υπόψη ότι δεν αρνήθηκε, αν και είχε τη σχετική δυνατότητα, να διοριστεί στο βαθμό LA 7. Τέλος, υπογραμμίζει ότι, καίτοι η κατάργηση των διαφορών όσον αφορά την κατάταξη μπορεί να φαίνεται ιδεώδης, δεν είναι εφικτή λόγω των οφειλόμενων στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και τον προϋπολογισμό συγκυριών και θεωρεί ότι προέβη στους διορισμούς του 1981 και το διορισμό του προσφεύγοντος τηρώντας αυστηρώς τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 1986, αγόρευσαν ο προσφεύγων, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο G. Vandersanden και το καθού, εκπροσωπούμενο από τον F. Hubeau και το δικηγόρο Α. Vandencasteele.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 1982.
Κ. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 23ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 92/85,
Hamai, διερμηνέας στο τμήμα διερμηνείας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τον F. Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών, avenue des Klanwaerts 38, Β-1050 Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J. Biver, 8, rue Zithe, boîte postale 1107, L-1011 Λουξεμβούργο,
προσφεύγων,
κατά
Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον F. Hubeau, προϊστάμενο του τμήματος προσωπικού, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το γραφείο του τελευταίου, επικουρούμενο από το δικηγόρο Α. Vandencasteele, avenue Louise 341, Β-1050 Βρυξέλλες,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της επιτροπής εκδικάσεως ενστάσεων του Δικαστηρίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1984, περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος με την οποία ζητήθηκε, λόγω του διορισμού του ως δοκίμου υπαλλήλου, η κατάταξη του στο βαθμό LÁ 6 με αναγνώριση αρχαιότητας κλιμακίου στο βαθμό αυτό ίσης με εκείνη που αναγνωρίστηκε κατά το παρελθόν στους συναδέλφους του,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans και G. C Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 23ης Απριλίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Απριλίου 1985, ο Hamai, μόνιμος υπάλληλος με βαθμό LA 7 στο τμήμα διερμηνείας του Δικαστηρίου, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης της 13ης Δεκεμβρίου 1984, της επιτροπής εκδικάσεως ενστάσεων του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του ένσταση που είχε ως αντικείμενο την κατάταξη του στο βαθμό LA 6 με αναγνώριση αρχαιότητας κλιμακίου στο βαθμό αυτό.
2
Ο προσφεύγων εκθέτει ότι, αφού εργάστηκε ως διερμηνέας στην Επιτροπή από το 1973 μέχρι το 1977, αποχώρησε από το όργανο αυτό με βαθμό LA 7, δεύτερο κλιμάκιο, και συνέχισε να εργάζεται ως ανεξάρτητος διερμηνέας (free-lance) για τα όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και για άλλους εργοδότες, μέχρι το 1980, οπότε προσλήφθηκε ως ανεξάρτητος διερμηνέας (free-lance) στο Δικαστήριο. Στις 20 Ιανουαρίου 1982, συνήψε με το όργανο αυτό σύμβαση ορισμένου χρόνου ως έκτακτος υπάλληλος με βαθμό LA 7, τρίτο κλιμάκιο, και, ταυτόχρονα, ζήτησε να καταταγεί στο βαθμό LA 6. Στις 15 Οκτωβρίου 1983, ο Hamai απηύθυνε επιστολή στο γραμματέα του Δικαστηρίου, ζητώντας την κατάταξη του στο βαθμό LA 6, λαμβανομένου υπόψη ότι επρόκειτο να αποχωρήσει ένας από τους συναδέλφους του της ολλανδικής καμπίνας, ο οποίος κατείχε θέση του βαθμού αυτού. Η επιστολή αυτί] έμεινε αναπάντητη.
3
Στις 17 Νοεμβρίου 1983, δημοσιεύτηκε η ανακοίνωση κενής θέσεως CJ 117/82, σχετικά με κενή θέση διερμηνέα γαλλικής γλώσσας, στην οποία αναφερόταν ότι, εκτός της περιπτώσεως μεταθέσεως υπαλλήλου με βαθμό LA 6 « η θέση θα πληρωθεί με διορισμό στο βαθμό LA 7 ». Ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση υποψηφιότητας αλλά, στις 9 Ιανουαρίου 1984, η εν λόγω ανακοίνωση αντικαταστάθηκε από νέα, συγκεκριμένα την CJ 117/82α, η οποία, αντιθέτως, προέβλεπε ότι ο διορισμός θα γινόταν στους βαθμούς LA 7/LA 6. Κατόπιν της δημοσιεύσεως, στις 19 Ιανουαρίου 1984, της προκήρυξης του εσωτερικού διαγωνισμού CJ 117/82, βάσει τίτλων και εξετάσεων για θέση διερμηνέα γαλλικής γλώσσας όπου επίσης προβλεπόταν διορισμός στους βαθμούς LA 7/LA 6, ο προσφεύγων, μοναδικός υποψήφιος και επιτυχών του διαγωνισμού αυτού, ειδοποιήθηκε, με επιστολή του γραμματέα του Δικαστηρίου, της 24ης Μαΐου 1984, ότι, με απόφαση της 16ης Μαΐου 1984, είχε διοριστεί δόκιμος υπάλληλος από 1ης Ιουνίου 1984, στο βαθμό LA 7, τέταρτο κλιμάκιο.
4
Τέλος, ο προσφεύγων εκθέτει ότι, αφού απηύθυνε στην ΑΔΑ ( αρμόδια για τους διορισμούς αρχή), στις 21 Ιουνίου 1984, αίτηση ανακατατάξεως, υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στις 9 Αυγούστου 1984, διοικητική ένσταση με το ίδιο περιεχόμενο και συμπλήρωσε την αίτηση του με υπόμνημα της 21ης Νοεμβρίου 1984. Στις 13 Δεκεμβρίου 1984, η αρμόδια για τις ενστάσεις επιτροπή, η οποία έχει συσταθεί προς τούτο από το Δικαστήριο προκειμένου να ενεργεί αντί της ΑΔΑ, απέρριψε την ένσταση αυτή με απόφαση που κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 8 Ιανουαρίου 1985. Ύστερα από την απόφαση αυτή, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί του παραδεκτού
5
Το καθού υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά της από 13 Δεκεμβρίου 1984 αποφάσεως της επιτροπής εκδικάσεως ενστάσεων του Δικαστηρίου, η οποία είναι απλώς επιβεβαιωτική της απόφασης της ΑΔΑ της 16ης Μαΐου 1984 περί διορισμού και κατάταξης του προσφεύγοντος στο βαθμό LA 7 και, κατά συνέπεια, δεν συνιστά βλαπτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.
6
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, στην πραγματικότητα, με την προσφυγή του αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης της ΑΔΑ της 16ης Μαΐου 1984. Εξηγεί ότι: το ότι η προσφυγή στρέφεται ρητώς κατά της αποφάσεως της επιτροπής εκδικάσεως ενστάσεων της 13ης Δεκεμβρίου 1984, αυτό γίνεται διότι η τελευταία, αντίθετα προς την απόφαση της 16ης Μαΐου 1984 που στερούνταν σαφήνειας, είναι αιτιολογημένη, πράγμα που επιτρέπει να εκτιμηθεί με ακρίβεια το περιεχόμενό της, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1981 ( Mascetti, 145/80, Rec. σ. 1975 ), μόνο αυτή να μπορεί να αποτελέσει τυπικώς αντικείμενο προσφυγής. Ο προσφεύγων αναφέρει, επιπλέον, ότι, έχοντας αρχικά θεωρήσει ότι η πράξη της 13ης Δεκεμβρίου 1984 αποτελούσε απλώς γνώμη διατυπωθείσα σχετικά με την ένσταση του και ότι επρόκειτο να ακολουθηθεί από απόφαση της ΑΔΑ, θεώρησε στη συνέχεια, ελλείψει επελεύσεως τέτοιας απόφασης, ότι η πράξη της 13ης Δεκεμβρίου 1984 αποτελούσε, τόσο λόγω της διατυπώσεως και της αιτιολογίας της όσο και λόγω της ονομασίας και της συνθέσεως της αρχής από την οποία προερχόταν, κάτι περισσότερο από επιβεβαιωτική πράξη.
7
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, καίτοι η προσφυγή στρέφεται τυπικώς κατά της από 13ης Δεκεμβρίου 1984 αποφάσεως της επιτροπής εκδικάσεως ενστάσεων του Δικαστηρίου περί απορρίψεως της ενστάσεως του, από τους λόγους ακυρώσεως και τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στο δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει ότι η προσφυγή στρέφεται στην πραγματικότητα κατά της αποφάσεως της 16ης Μαΐου 1984, η οποία αποτελούσε το αντικείμενο της ενστάσεως, δηλαδή κατά της αποφάσεως με την οποία ο προσφεύγων διορίστηκε, από 1ης Ιουνίου 1984, διερμηνέας με βαθμό LA 7. Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσία.
Επί της ουσίας
Επί της μη τηρήσεως των όρων της προκηρύξεως του διαγωνισμού και της παραβιάσεως των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως
8
Καταρχάς, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η διοίκηση, διορίζοντας τον στο βαθμό LA 7, ενήργησε κατά παράβαση της προκήρυξης του διαγωνισμού. Θεωρεί ότι με την τροποποίηση της ανακοινώσεως κενής θέσεως CJ 117/82α, η ΑΔΑ είχε επιφυλαχτεί της δυνατότητας να τον διορίσει στο βαθμό LA 6 και ότι η δυνατότητα αυτή μετατράπηκε σε υποχρέωση εφόσον ο προσφεύγων διέθετε τα προσόντα και την επαγγελματική πείρα που απαιτούνταν για το διορισμό στο βαθμό αυτό. Εξάλλου, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι ο διορισμός του στο βαθμό LA 7 προσέβαλε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που δικαιούνταν να τρέφει: λόγω του ότι ορισμένοι από τους συναδέλφους του, των οποίων τα προσόντα και η επαγγελματική πείρα ήταν ισοδύναμα ή, ενίοτε, κατώτερα των δικών του, διορίστηκαν, το 1981, στο βαθμό LA 6 · λόγω του ότι η επιστολή του της 15ης Οκτωβρίου 1983 προς τον γραμματέα, με την οποία ζήτησε την ανακατάταξη του στο βαθμό LA 6, έμεινε αναπάντητη λόγω των διαβεβαιώσεων του προϊσταμένου του και, τέλος, λόγω του ότι η διοίκηση απέφυγε να διαλύσει τις προσδοκίες του. Τέλος, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η διοίκηση ενήργησε κατά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, κατά το μέτρο που δεν του υπέδειξε ότι σκόπευε εφεξής να ακολουθήσει νέα πρακτική συνιστάμενη στο να διορίζονται οι διερμηνείς αποκλειστικά στον εισαγωγικό βαθμό και κατά το μέτρο που η περίπτωση του, λαμβανομένων υπόψη των επαγγελματικών του προσόντων σε σύγκριση με τα προσόντα των συναδέλφων του που είχαν καταταγεί στο παρελθόν στο βαθμό LA 6, δεν προσφερόταν για μια τέτοια αλλαγή πρακτικής.
9
Η καθής διοίκηση υποστηρίζει ότι η τροποποίηση που επήλθε στη δεύτερη προκήρυξη του διαγωνισμού απλώς παρείχε στην ΑΔΑ την ευχέρεια να προβεί σε διορισμό στο βαθμό LA 6 και δεν αποτελούσε υποχρέωση. Εξάλλου, θεωρεί ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε, λογικώς, να τρέφει ελπίδες διορισμού του στο βαθμό LA 6, δεδομένου ότι οι τυχόν διαβεβαιώσεις του προϊσταμένου του δεν δέσμευαν την ίδια την ΑΔΑ, ότι η σιωπή της οποίας έτυχε η επιστολή του της 15ης Οκτωβρίου 1983 προς τον γραμματέα δεν μπορούσε να ερμηνευτεί ως εμφαίνουσα ευνοϊκή στάση έναντι του αιτήματός του και ότι οι διορισμοί συναδέλφων του προσφεύγοντος στο βαθμό LA 6, το 1981, δεν του επέτρεπαν να πιστεύει δικαιολογημένα ότι και ο ίδιος δικαιούνταν διορισμού στο βαθμό LA 6, δοθέντος οι διορισμοί αυτοί είχαν γίνει στο πλαίσιο διαφορετικής κατάστασης την οποία χαρακτήριζε το γεγονός ότι η υπηρεσία διερμηνείας βρισκόταν κατά την εποχή εκείνη στη φάση της συγκρότησης της. Τέλος, η κάθής διοίκηση θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να της προσαφθεί ότι άλλαξε την τακτική της όσον αφορά το βαθμό στον οποίο γίνονται οι διορισμοί, εφόσον η νέα, εν προκειμένω, τακτική είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του άρθρου 31 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
10
Πρέπει να σημειωθεί ότι η επελθούσα στη 'δεύτερη ανακοίνωση κενής θέσεως τροποποίηση όσον αφορά το βαθμό στον οποίο ίθα γινόταν ο διορισμός, η οποία επαναλήφθηκε στην προκήρυξη του ¡διαγωνισμού, δεν συνεπαγόταν για την ΑΔΑ την υποχρέωση να διορίσει τον προσφεύγοντα στο βαθμό LA 6. Εξάλλου, κανένα από τα περιστατικά στα οποία αναφέρεται ο προσφεύγων, για να δικαιολογήσει την εμπιστοσύνη που θεωρεί ότι μπορούσε να τρέφει δικαιολογημένα όσον αφορά το διορισμό του στο βαθμό LA 6, δεν αρκεί προς στοιχειοθέτηση της παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης'εμπιστοσύνης ή της χρηστής διοικήσεως. Κατά συνέπεια, οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει ο προσφεύγων ως προς όλα τα προαναφερθέντα σημεία πρέπει να απορριφθούν.
Επί της παραβιάοεως της αρχής ίοης μεταχειρίσεως
11
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι ορισμένοι από τους συναδέλφους του διερμηνείς διορίστηκαν δόκιμοι υπάλληλοι το Νοέμβριο του 1981 και μονιμοποιήθηκαν, τον Αύγουστο του 1982, στο βαθμό LA 6, παρόλο που τα προσόντα και η επαγγελματική πείρα που δικαιολογούσαν ήταν, το πολύ, ισοδύναμα και ενίοτε ¡κατώτερα των δικών του. Επικαλείται την έκθεση που συντάχτηκε :κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας του, σύμφωνα με την οποία οι γνώσεις του, η επαγγελματική του πείρα και η ποιότητα της εργασίας του ήταν ανώτερες ¡αυτών που αντιστοιχούσαν στο βαθμό που κατείχε καθώς και το ότι η επιτροπή εκδικάσεως συστάσεων δέχτηκε ότι η επαγγελματική του πείρα και οι ικανότητες του ήταν ισοδύναμες προς αυτές των συναδέλφων του που είχαν καταταγεί σε ανώτερο βαθμό. Υποστηρίζει ότι, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, θα έπρεπε \να (διοριστεί στο βαθμό LA 6, δεδομένου ότι ήταν διαθέσιμη στην υπηρεσία θέση του βαθμού αυτού.
12
Το καθού δεν αντικρούει τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι τα προσόντα του ήταν τουλάχιστον ισοδύναμα με τα προσόντα των συναδέλφων του. Ισχυρίζεται όμως ότι, το 1981, η πρακτική των διορισμών στο βαθμό LA 6 ήταν αναγκαία, λόγω του ότι μόλις είχε συσταθεί η υπηρεσία διερμηνείας και οι διορισμοί αυτοί έγιναν για να οργανωθεί η υπηρεσία αυτή, πράγμα που δεν συνέβαινε πλέον κατά το χρόνο διορισμού του προσφεύγοντος.
13
Αυτό το επιχείρημα του καθού δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, κατά το χρόνο του εν λόγω διαγωνισμού, μόνο ορισμένες από τις θέσεις που είχαν δημιουργηθεί για την οργάνωση της υπηρεσίας διερμηνείας είχαν πληρωθεί, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατά το χρονικό εκείνο σημείο η υπηρεσία δεν βρισκόταν πλέον στο στάδιο της οργανώσεως της. Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι το καθού θεωρούσε τότε ότι το στάδιο αυτό είχε παρέλθει και, κατά συνέπεια, είχε αποφασίσει γα μεταβάλει την πρακτική διορισμών στο βαθμό LA 6. Αντίθετα, φαίνεται ότι η πρόθεση της ΑΔΑ ήταν να διατηρήσει την πρακτική: αυτή, εφόσον υπήρχαν υποψήφιοι με προσόντα, όπως προκύπτει από το ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως CJ 117/82 αντικαταστάθηκε από την ανακοίνωση CJ 117/82α, με σκοπό, ακριβώς, μεταξύ άλλων, να προβλεφθεί ρητώς ότι ο προβλεπόμενος διορισμός μπορούσε να γίνει στο βαθμό LA 6, πράγμα που επαναλήφθηκε και στην επακολουθήσασα προκήρυξη διαγωνισμού. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων αποτελούσε μέλος της ομάδας που από το 1980 εξασφάλιζε τη διερμηνεία, έστω και αν δεν μπόρεσε να μετάσχει στο διαγωνισμό του 1981 για να μονιμοποιηθεί.
14
Υπό τις συνθήκες αυτές, η ΑΔΑ όφειλε, πράγματι, να κάνει χρήση της προβλεπόμενης από) το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης διακριτικής εξουσίας που διαθέτει όσον αφορώ το βαθμό διορισμού των επιτυχόντων του διαγωνισμού, τηρώντας την αναγνωριζόμενη από το άρθρο 5 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και τη νομολογία του Δικαστηρίου) αρχή της ίσης μεταχείρισης.
15
Όπως υποστηρίζει ο προσφεύγων, χωρίς να αντικρούεται από το καθού, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι τα προσόντα και η επαγγελματική πείρα των συναδέλφων του που διορίστηκαν, το 1981, στο βαθμό) LA 6 ήταν, το πολύ, ισοδύναμα προς τα δικά του. Κατά συνέπεια, η καθής διοίκηση, όφειλε: να διορίσει τον προσφεύγοντα στον ίδιο βαθμό' LA 6, στον οποίο είχαν προηγουμένως διοριστεί οι συνάδελφοί του.
16
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος και ότι η απόφαση της 16ης Μαΐου 1984 πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέτρο που ο προσφεύγων δεν διορίστηκε στο βαθμό LA 6.
Επί των δικαστικών εξόδων
17
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα.
18
Δεδομένου ότι το καθού ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τέταρτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση της 16ης Μαΐου 1984 της ΑΛΑ του Δικαστηρίου κατά το μέτρο που ο προσφεύγων δεν διορίστηκε στο βαθμό LA 6.
2)
Καταδικάζει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
Κακούρης
Koopmans
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Οκτωβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy