ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 124/85 ( *1 )
Ι — Ιστορικό
1. Το νομικό πλούσιο της υπόθεσης
Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή προσβάλλει τρεις νομικές πράξεις των ελληνικών αρχών που αφορούν την εισαγωγή νωπού κρέατος βοοειδών, ήτοι την αγορανομική διάταξη 56/83, και τις υπουργικές αποφάσεις Ε 6/1264 και Ε 6/1478 του έτους 1984. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εν λόγω πράξεις αντιβαίνουν προς τον κανονισμό 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, καθώς και προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
α) Η ελληνική κανονιστική ρύθμιση
Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της αγορανομικής διατάξεως 56/83 της 9ης Δεκεμβρίου 1983 ορίζει ότι
« η εισαγωγή νωπού κρέατος βοοειδών καθώς και η αγοραπωλησία νωπού κρέατος βοοειδών μεταξύ παραγωγών και παντός τρίτου (χονδρεμπόρου, λιανοπωλητή, κλπ. ) και η αγοραπωλησία εισαγομένου ή εγχώριου κρέατος βοοειδών μεταξύ χονδρεμπόρων και παντός τρίτου (λιανοπωλητή, ξενοδοχείων, εστιατορίων, κλπ.) διενεργείται αποκλειστικά και μόνο στις παρακάτω μορφές χονδρετεμαχίων με οστά, όπως αυτές προβλέπονται από το Π. Δ. 186/81 (ΦΕΚ 52/Λ/1981):
α)
ολόκληρα σφάγια ή ημιμόρια ή “ ισάριθμα ” τεταρτημόρια·
β)
κανονικά εμπρόσθια τεταρτημόρια με δέκα πλευρές·
γ)
κανονικά οπίσθια τεταρτημόρια με τρεις πλευρές. »
Η απόφαση Ε 6/1264 του Υπουργού Εμπορίου, της 8ης Μαρτίου 1984, ορίζει ότι η εισαγωγή νωπού κρέατος βοοειδών θα επιτρέπεται μόνο σε ολόκληρα σφάγια ή ημιμόρια αυτών. Επομένως, η εισαγωγή τεταρτημορίων δεν επιτρεπόταν πλέον.
Πάντως, η προαναφερόμενη απόφαση αντικαταστάθηκε από την απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου Ε 6/1478, της 16ης Μαρτίου 1984, δυνάμει της οποίας η εισαγωγή νωπού κρέατος βοοειδών σε τεταρτημόρια επιτρέπεται εφόσον αποτελούν τεμάχια ενός και του αυτού σφαγίου.
β) Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
Κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( Ε Ε ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72 ),
« απαγορεύονται στο εσωτερικό εμπόριο της Κοινότητος:
—
η είσπραξη κάθε δασμού ή φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος'
—
κάθε ποσοτικός περιορισμός ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων του πρωτοκόλλου περί του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου'
—
η προσφυγή στο άρθρο 44 της Συνθήκης. »
2. Η διαδικασία πον προηγήοηκε της ασκήσεως της προσφυγής
Μετά από πληθώρα καταγγελιών κατά της αγορανομικής διατάξεως 56/83, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης. Εξάλλου, έκρινε ότι η απόφαση Ε 6/1264 ισοδυναμούσε στην ουσία με αναστολή κάθε πράξεως εισαγωγής βοείου κρέατος στην Ελλάδα, δεδομένου ότι το μέσο μήκος ολοκλήρων σφαγίων και ημιμορίων είναι 2,40 έως 2,50 μέτρα, ενώ το ωφέλιμο ύψος των φορτηγών που τα μεταφέρουν δεν υπερβαίνει τα 2,10 μέτρα. Επίσης, θεώρησε ότι η απόφαση Ε 6/1478 δεν βελτίωνε ουσιαστικά την κατάσταση για τις εισαγωγές. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε στις 17 Απριλίου 1984 να κινήσει νέα διαδικασία δυνάμει του άρθρου 169. Η επιστολή οχλήσεως που αφορούσε την εν λόγω ελληνική κανονιστική ρύθμιση διαβιβάστηκε στην ελληνική κυβέρνηση στις 6 Ιουλίου 1984. Επειδή η επιστολή αυτη παρέμεινε αναπάντητη, η Επιτροπή εξέδωσε την αιτιολογημένη γνώμη της στις 30 Οκτωβρίου 1984.
Επειδή η από 4 Ιανουαρίου 1985 απάντηση της ελληνικής κυβερνήσεως στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη δεν κρίθηκε ικανοποιητική, η Επιτροπή κατέθεσε την παρούσα προσφυγή η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Απριλίου 1985.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αποφανθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επιτρέποντας τις εισαγωγές νωπού κρέατος βοοειδών μόνο σε ορισμένες μορφές κοπής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 805/68 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, καθώς και από τα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ,
2)
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η ελληνική κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής,
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, της αγορανομικής διάταξης αριθ. 56 καθώς και οι αποφάσεις του Υπουργού Εμπορίου αριθ. Ε 6/1264 και Ε 6/1478 είναι δυνατόν να παρεμποδίσουν άμεσα ή έμμεσα, στο παρόν ή στο μέλλον το ενδοκοινοτικό εμπόριο βοείου κρέατος και αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, που απαγορεύονται από το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( EE L 148 της 28. 6. 1968, σ. 24), που αποτελεί την εφαρμογή, στο συγκεκριμένο τομέα, της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων, η οποία καθιερώθηκε από τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Δυνάμει της αρχής αυτής, πρέπει οι οικονομικοί φορείς να μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα τις μορφές κοπής του βοείου κρέατος που αποτελούν αντικείμενο εμπορίου των κρατών μελών.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αλλά θεωρεί, πρώτον, ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση δεν παρεμποδίζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, δεύτερον, ότι εφαρμόζεται χωρίς διάκριση στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα και, τρίτον, δικαιολογείται από τον αγώνα κατά των αθέμιτων πρακτικών.
Επί των εμποδίων στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών
Η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι οι εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος καλύπτουν τουλάχιστον 50 % των αναγκών της ελληνικής αγοράς, ότι το 90 ο/ο των εισαγωγών αυτών προέρχεται από κράτη μέλη και ότι τα αμφισβητούμενα μέτρα δεν μπορούσαν εξ ορισμού και δεν είχαν πράγματι αρνητική επίδραση στη ροή των εισαγωγών του προϊόντος. Επειδή το βόειο κρέας αποτελεί βασικό προϊόν διατροφής, θα ήταν αδιανόητο για την Ελλάδα να εμποδίσει την εισαγωγή του. Εξάλλου, τίποτε δεν επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι αν δεν υπήρχε η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση, οι εισαγωγές βοείου κρέατος δεν θα εμποδίζονταν. Η ελληνική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ακόμη και ελλείψει της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως, ο όγκος των εισαγωγών θα μπορούσε να είναι χαμηλότερος.
Η Επιτροπή απαντά ότι τα στατιστικά στοιχεία επί του εμπορίου νωπού κρέατος βοοειδών, τα οποία δεν αμφισβητεί, δεν αίρουν το χαρακτηρισμό των επιδίκων μέτρων ως μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών. Το γεγονός ότι οι εισαγωγές αυξήθηκαν στον οικείο τομέα δεν αρκεί ώστε συγκεκριμένο μέτρο να αποβάλει το χαρακτήρα του ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσο-στικό περιορισμό, δεδομένου ότι και μέτρα που έστω και δυνητικά εμποδίζουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο υπόκεινται στον ως άνω χαρακτηρισμό. Είναι προφανές ότι χωρίς την επίδικη κανονιστική ρύθμιση το εμπόριο αυτό θα διενεργείτο ευκολότερα. Η πληθώρα των καταγγελιών που έλαβε η Επιτροπή συνιστούν ένδειξη για τα πραγματικά εμπόδια που παρεμβάλλονται στο ρεύμα των συναλλαγών στον τομέα του νωπού κρέατος βοοειδών.
Επί της χωρίς διάκριση εφαρμογής της κανονιστικής ρυθμίσεως
Η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι η αγορανομική διάταξη 56/83 καθώς και οι αποφάσεις του Υπουργείου Εμπορίου Ε 6/1264 και Ε 6/1478 αφορούν όλο το νωπό βόειο κρέας που διατίθεται στο εμπόριο στην Ελλάδα, τόσο εισαγόμενο όσο και εγχώριο. Επομένως, δεν υπάρχει δυσμενής διάκριση μεταξύ των δύο προϊόντων. Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η κανονιστική διάταξη, δηλαδή να εμποδίσει αποτελεσματικά τις αθέμιτες και παράνομες πρακτικές εγγυάται την απουσία κάθε δυσμενούς μεταχειρίσεως έναντι του εισαγόμενου κρέατος.
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο τα επίδικα μέτρα εφαρμόζονται αδιακρίτως σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα. Πράγματι, ενώ η αγορανομική διάταξη 56/83 αφορά και το εσωτερικό εμπόριο, οι αποφάσεις 1264 και 1478 του Υπουργείου Εμπορίου αφορούν μόνο τις εισαγωγές. Και αν όμως υποτεθεί πως τα μέτρα εφαρμόζονται αδιακρίτως, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί ότι η προστασία των καταναλωτών επιβάλλει περιορισμούς σαν τους επίδικους.
Επί της καταποΑεμήαεως των αθέμιτων πρακτικών
Η εΑλψική κυβέρνηοη εκθέτει, πρώτον, ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση αποβλέπει στο να εξαλείψει στον τομέα του νωπού βοείου κρέατος τις αθέμιτες πρακτικές που προκαλούσαν ανεξέλεγκτα αδικαιολόγητη συναλλαγματική εκροή και επιδρούσαν αρνητικά στην προστασία του καταναλωτή.
Πράγματι, η ελληνική διοίκηση διαπίστωσε κατά το έτος 1982 ότι οι έλληνες εισαγωγείς αγόραζαν μεμονωμένα τεμάχια νωπού βοείου κρέατος, διαφορετικής δασμολογικής κλάσεως, κυρίως ευγενή ενωμένα με ευτελή, τα οποία κοστολογούνταν ως ευγενή. Καίτοι οι ελληνικές αρχές, για να καταπολεμήσουν τις πρακτικές αυτές, κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να συλλέξουν πληροφορίες σχετικές με τις τιμές που διαμορφώνονταν στις αντιπροσωπευτικές αγορές του εξωτερικού, δεν κατέστη δυνατό να παρακολουθούνται πραγματικά οι τιμές που διαμορφώνονταν για τα συγκεκριμένα είδη κρεάτων. Παράλληλα, οι ελληνικές αρχές διαπίστωσαν ότι γινόταν συστηματική καταστρατήγηση των εθνικών διατάξεων περί εγκρίσεως συναλλάγματος και ότι την αδικαιολόγητη αύξηση της τιμής του νωπού βοείου κρέατος υφίστατο, συνεπώς, ο έλληνας καταναλωτής.
Για να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή, η ελληνική διοίκηση έκρινε ότι τα μόνα πρόσφορα μέτρα, αποτελεσματικά και απολύτως αναγκαία, ήταν τα επίδικα. Κάθε άλλο μέτρο για την καταπολέμηση των αθέμιτων αυτών πρακτικών θα ήταν ανεπαρκές.
Κατά τη γνώμη της ελληνικής κυβερνήσεως, οι διατάξεις του άρθρου 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68 και τα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης, πρέπει να εφαρμόζονται υπό το φως της εν λόγω πραγματικής και νομικής εθνικής καταστάσεως. Θεωρεί ότι από την εμπεριστατωμένη εξέταση των περιστατικών της υπόθεσης συνάγεται το συμπέρασμα ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να διευκολύνει τους επιχειρηματίες να το χρησιμοποιούν για την καταστρατήγηση των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων, οι οποίες δεν σκοπεύουν στη δυνητική ή πραγματική παρεμπόδιση της εφαρμογής του εν λόγω δικαίου.
Σχετικά, η ελληνική κυβέρνηση προσθέτει ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση αναμφισβήτητα εξουδετέρωσε κάθε τέχνασμα που θα μπορούσε να αποτρέψει τον έλεγχο του θεμιτού της ροής του χορηγούμενου συναλλάγματος για την εισαγωγή νωπού βοείου κρέατος και προτείνει οι καταγγελίες που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή να εκτιμηθούν, κυρίως, στο πλαίσιο αυτό.
Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση παρατηρεί ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αμφισβητεί στις ελληνικές αρχές το δικαίωμα να λαμβάνουν παρόμοια μέτρα τα οποία, προφανώς, αποβλέπουν αποκλειστικά στο να διασφαλίζεται ότι το εγκριθέν συνάλλαγμα δεν χρησιμοποιήθηκε για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο χορηγήθηκε. Ούτε και πρέπει να θεωρείται ότι όταν οι ελληνικές αρχές προσπαθούν να εξακριβώσουν αν το συνάλλαγμα χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό για τον οποίο χορηγήθηκε, η εξακρίβωση αυτή παρακωλύει τις εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος. Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 31ής Ιανουαρίου 1984 ( Luisi και Carbone, 286/82 και 26/83, Συλλογή, σ. 377).
Αντίθετα, η Επιτροπή, τονίζει, πρώτον, ότι δεν μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε δυσκολία ελέγχου των τιμών και προστασίας κατά της παράνομης διαρροής συναλλάγματος ως δικαιολογία μέτρων που περιορίζουν τις εισαγωγές. Αμφισβητεί ότι είναι αδύνατος ο έλεγχος της ταυτότητας του κρέατος και η ακρίβεια των ενδείξεων του τιμολογίου, που διενεργείται σε όλες τις χώρες, χωρίς την παρέμβαση μέτρων που εμποδίζουν τις συναλλαγές. Για τα εν λόγω νωπά κρέατα βοοειδών, οι ποσοτικοί περιορισμοί και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος επί των εισαγωγών έχουν καταργηθεί από της προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Κοινότητα, σύμφωνα με το άρθρο 65 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Εξάλλου, το άρθρο 106 της Συνθήκης ΕΟΚ ερμηνεύεται, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, ως εξασφάλιση της πραγματικής ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, επιτρέποντας όλες τις αναγκαίες για το σκοπό αυτό μεταφορές συναλλάγματος.
Όσον αφορά την αδυναμία συλλογής πληροφοριών σχετικά με τη διαμόρφωση των τιμών του νωπού βοείου κρέατος στο εξωτερικό, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι κανονισμοί περί νομισματικών εξισωτικών ποσών για τα κράτη μέλη αναφέρουν τιμές για όλες τις δασμολογικές διακρίσεις στις οποίες εμπίπτει το νωπό βόειο κρέας.
Τέλος, η Επιτροπή προσθέτει ότι ο περιστασιακός έλεγχος των εισαγόμενων παρτίδων νωπού βοείου κρέατος, συνοδευόμενος από πραγματικές χρηματικές και ποινικές κυρώσεις των παραβατών, θα αρκούσε — όπως σε όλα τα κράτη μέλη — προκειμένου να αρθεί ο κίνδυνος μαζικής παράνομης εξαγωγής συναλλάγματος. Πράγματι κατά την Επιτροπή, το ίδιο αποτέλεσμα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την επιβολή κανονιστικής ρυθμίσεως αντίθετης προς τις κοινοτικές διατάξεις που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Κ. Bahlmann
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 16ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 124/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ξενοφώντα Γιατα-γάνα, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Λουκά Στεφάνου, ειδικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Δ. Γιαννόπουλο, πρέσβη της Ελλάδος, Val-Sainte-Croix 177,
καθής,
η οποία έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επιτρέποντας τις εισαγωγές νωπού κρέατος βοοειδών μόνο σε ορισμένες μορφές κοπής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, καθώς και από τα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, T. F. O'Higgins, F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 3ης Ιουλίου 1986, κατά τη διάρκεια της οποίας η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε από τον Ξ. Γιαταγάνα και η καθής από τους Σ. Περάκη και Ε. Συμεωνίδου,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Απριλίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επιτρέποντας τις εισαγωγές νωπού κρέατος βοοειδών μόνο σε ορισμένες μορφές κοπής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72 επ. ), καθώς και από τα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Όσον αφορά τις επίμαχες διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας και τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα των διαδίκων το Δικαστήριο αναφέρεται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Τα εν λόγω στοιχεία της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο κατά το αναγκαίο για την κρίση του Δικαστηρίου μέτρο.
3
Όσον αφορά την εφαρμογή της επίμαχης κανονιστικής ρύθμισης στο εγχώριο και στο εισαγόμενο κρέας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αποφάσεις του Υπουργείου Εμπορίου Ε 6/1264 και Ε 6/1478 αναφέρονται αποκλειστικά στις εισαγωγές νωπού βοείου κρέατος. Παρόλον ότι η διατύπωση του πρώτου άρθρου της αγορανομικής διάταξης 56/83 αφορά συγχρόνως την εισαγωγή βοείου κρέατος και το εγχώριο βόειο κρέας, προκύπτει ωστόσο από τις επεξηγήσεις που παρέσχε η ελληνική κυβέρνηση, κατά τη διάρκεια της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η διάταξη δεν αφορά παρά τον έλεγχο, τη μεταφορά συναλλάγματος και την εξάλειψη δολίων πρακτικών των ελλήνων εισαγωγέων. Από αυτό έπεται ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση στο σύνολό της αφορά ειδικώς τα εισαγόμενα προϊόντα και εφαρμόζεται με διαφορετικές προϋποθέσεις στα εισαγόμενα και διαφορετικές στα εγχώρια προϊόντα.
4
Όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο στον τομέα του βοείου κρέατος, υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός 805/68, με το άρθρο 1, εγκαθιδρύει την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και απαγορεύει, με το άρθρο 22, παράγραφος 1, στο εσωτερικό εμπόριο της Κοινότητας κάθε ποσοτικό περιορισμό ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εφόσον η Κοινότητα έχει θεσπίσει κανονισμούς περί εγκαθιδρύσεως κοινής οργανώσεως αγοράς σε συγκεκριμένο τομέα, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε μέτρο που θα ήταν ικανό να παρεκκλίνει από την εν λόγω κοινή αγορά ή να τη θίξει. Τέλος, δυνάμει του άρθρου 65, παράγραφος 1, της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών ( ΕΕ L 291 της 19. 11. 1979, σ. 17) «το καθεστώς που εφαρμόζεται στην Κοινότητα... όσον αφορά τους ποσοτικούς περιορισμούς και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος εφαρμόζεται στην Ελλάδα από την 1η Ιανουαρίου 1981».
5
Υπ' αυτές τις συνθήκες πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση δεν συμβιβάζεται με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, εκτός αν δεν συνεπάγεται εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ή αν δικαιολογείται από λόγους αναφερόμενους στο άρθρο 36 της Συνθήκης.
6
Όσον αφορά το αποτέλεσμα των επίδικων μέτρων επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου, η ελληνική κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι αυτά δεν παρεμβάλλουν εμπόδια στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών μελών. Επικαλείται το ότι, από τότε που τα μέτρα τέθηκαν σε ισχύ, ο όγκος του νωπού βοείου κρέατος που εισήχθη από άλλα κράτη μέλη τουναντίον αυξήθηκε.
7
Θα πρέπει ωστόσο να υπομνηστεί σχετικά ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχτεί ότι τα μέτρα περιορίζουν πράγματι τις εισαγωγές των οικείων προϊόντων, αλλ' ότι αρκεί απλώς να είναι ικανά να επηρεάσουν τις εισαγωγές που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αν δεν υφίσταντο τα εν λόγω μέτρα ( αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1975, Επιτροπή κατά Γερμανίας, 12/74, Rec. σ. 181, και της 24ης Νοεμβρίου 1982, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, 249/81, Συλλογή 1982, σ. 4005 ). Οι πολυάριθμες καταγγελίες των ελλήνων επιχειρηματιών, στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή, αποδεικνύουν ότι, χωρίς τα εν λόγω μέτρα, το εμπόριο μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και λοιπών κρατών μελών θα διεξαγόταν ευχερέστερα και θα μπορούσε μάλιστα να αυξηθεί.
8
Το εν λόγω επιχείρημα της ελληνικής κυβέρνησης πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
9
Για να δικαιολογήσει την επίδικη κανονιστική ρύθμιση, η ελληνική κυβέρνηση προβάλλει ακολούθως την ανάγκη να ελέγχεται η μεταφορά συναλλάγματος και να καταπολεμηθούν δόλιες πρακτικές των ελλήνων εισαγωγέων. Πράγματι, οι έλληνες εισαγωγείς συχνά ανέμειξαν τεμάχια κρέατος κατώτερης ποιότητας με τεμάχια κρέατος ανώτερης ποιότητας ενώ δήλωσαν και τιμολόγησαν το σύνολο των τεμαχίων ως κρέας ανώτερης ποιότητας. Αυτές οι πρακτικές επέτρεψαν στους εισαγωγείς να μεταφέρουν περισσότερο συνάλλαγμα στο εξωτερικό απ' ό,τι ήταν αναγκαίο για την αγορά του κρέατος και συγχρόνως να πωλήσουν το κρέας στην Ελλάδα σε υπερβολικές τιμές, ζημιώνοντας τους καταναλωτές.
10
Ειδικότερα, η ελληνική κυβέρνηση προβάλλει τα εξής επιχειρήματα: πρώτον, χωρίς τα εν λόγω μέτρα, οι ελληνικές αρχές θα προσέκρουαν σε διοικητικές δυσχέρειες για να παρακολουθούν τη διαμόρφωση των τιμών των διαφόρων τεμαχίων κρέατος και να ελέγχουν τα διάφορα φορτία εμπορεύματος· δεύτερον, τα μέτρα είναι αναγκαία και πρόσφορα για την καταπολέμηση της λαθραίας εξαγωγής συναλλάγματος και, τρίτον, υπό γενικότερο πρίσμα και αναφερόμενη στην απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Ιανουαρίου 1984 ( Luisi και Carbone, 286/82 και 26/83, Συλλογή σ. 377), δεδομένου ότι τα μέτρα έχουν ως μόνο σκοπό να διασφαλίσουν ότι το συνάλλαγμα δεν θα χρησιμοποιηθεί για σκοπό άλλο εκτός από αυτό για τον οποίο χορηγήθηκε, δεν εντάσσονται στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Τα εν λόγω μέτρα είναι εξάλλου αναγκαία για την προστασία του έλληνα καταναλωτή.
11
Κανένα από αυτά τα επιχειρήματα δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
12
Ως προς το πρώτο επιχείρημα, πρέπει να λεχθεί ότι οι διοικητικές δυσχέρειες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
13
Ως προς το δεύτερο επιχείρημα, υπενθυμίζεται καταρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μία εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν δικαιούται να παρεκκλίνει από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων όταν οι επιδιωκόμενοι από την εν λόγω ρύθμιση στόχοι μπορούν να επιτευχθούν εξ ίσου αποτελεσματικά με μέτρα λιγότερο περιοριστικά, όπως με δειγματοληπτικό έλεγχο και κατάλληλες κυρώσεις.
14
Ως προς το τρίτο επιχείρημα, παρατηρείται ότι η προαναφερθείσα απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984, αφενός μεν, δέχεται ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 106 της Συνθήκης ελευθέρωση των πληρωμών υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιτρέπουν τις πληρωμές που αφορά η εν λόγω διάταξη, αφετέρου δε, διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη διατήρησαν την εξουσία να υποβάλλουν τη μεταφορά συναλλάγματος σε ελέγχους προς εξακρίβωση μήπως πρόκειται στην πραγματικότητα για κινήσεις κεφαλαίων μη ελευθερωθέντων, ιδίως δε για πράξη εκτός του τομέα της ανταλλαγής εμπορευμάτων ή υπηρεσιών. Η ίδια όμως απόφαση διαλαμβάνει ότι οι 15 εν λόγω έλεγχοι δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να καθιστούν κενές περιεχομένου τις αναγνωριζόμενες ελευθερίες. Από αυτό έπεται ότι μέτρα, τα οποία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, παρεμβάλλουν περισσότερο απ' ό,τι είναι αναγκαίο εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν μπορούν να ανήκουν στην εξουσία που τα κράτη μέλη διατηρούν κατά τον έλεγχο της μεταφοράς συναλλάγματος.
15
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επιτρέποντας τις εισαγωγές νωπού κρέατος βοοειδών μόνο σε ορισμένες μορφές κοπής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, καθώς και από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η καθής ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται:
1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, επιτρέποντας τις εισαγωγές νωπού κρέατος βοοειδών μόνο σε ορισμένες μορφές κοπής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, καθώς και από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
2)
Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Κακούρης
O'Higgins
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Bahlmann
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Δεκεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Κ. Κακούρης
προεδρεύων
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy