ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 7ης Μαΐου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 131/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Gelsenkirchen προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Emir Gul
και
Regierungspräsident Düsseldorf,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τέταρτο τμήμα )
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, G. Bosco, T. F. O' Higgins και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α, Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
ο προσφεύγων στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από τον Albert Bleckmann, καθηγητή δημοσίου και δημοσίου διεθνούς δικαίου στο Wilhelms-Universität της Βεστφαλίας,
—
ο καθού στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από τον O. Piel, και
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Friedrich-Wilhelm Albrecht, επικουρούμενο από τον Bernd Schulte, του Max-Planck-Institut für ausländisches und internationales Sozialrecht, Μόναχο,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 28ης Μαρτίου 1985, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Απριλίου 1985, το Verwaltungsgericht Gelsenkirchen υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, σειρά προδικαστικών ερωτημάτων ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα δε των άρθρων 3 και 11 του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33 ).
2
Τα εν λόγω ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε ο Emir Gül, ιατρός κυπριακής ιθαγένειας, η σύζυγος του οποίου είναι βρετανίδα υπήκοος, κατά της αρνήσεως των γερμανικών αρχών, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση του Regierungspräsident του Düsseldorf, να του ανανεώσουν την άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος στο γερμανικό έδαφος.
3
Το 1976, μετά το πέρας των σπουδών του στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, ο Gül έλαβε την άδεια των γερμανικών αρχών να ασκεί προσωρινά το επάγγελμα του ιατρού στη Γερμανία ενόψει της κτήσεως της ειδικότητας του αναισθησιολόγου. Η άδεια αυτή, που ανανεώθηκε επανειλημμένα, χορηγούνταν υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος αναλάμβανε την υποχρέωση να επιστρέψει, μετά την περάτωση ή τη διακοπή της επιμόρφωσης του προς απόκτηση ειδικότητας στη Γερμανία, στη χώρα καταγωγής του ή σε άλλη αναπτυσσόμενη χώρα. Στις 25 Οκτωβρίου 1982, ο Gül απέκτησε την ειδικότητα του αναισθησιολόγου. Κατόπιν αιτήσεώς του, η άδεια ασκήσεως του επαγγέλματός του ως μισθωτού ιατρού παρατάθηκε για το έτος 1983 λόγω του ότι το νοσοκομείο στο οποίο εργαζόταν ως αναισθησιολόγος εξακολουθούσε να έχει ανάγκη των υπηρεσιών του, καθώς και λόγω του ότι η εγκυμοσύνη της συζύγου του περιέκλειε κινδύνους.
4
Το 1983, ο Gül, επικαλούμενος τη βρετανική ιθαγένεια της συζύγου του και των παιδιών που απέκτησαν από το γάμο τους, καθώς και τις επαγγελματικές δραστηριότητες της συζύγου του που ασκούσε στο γερμανικό έδαφος το επάγγελμα της κομμώτριας, ζήτησε να του χορηγηθεί μόνιμη άδεια. Κατά την άποψη του, έχει, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68, λόγω της ιδιότητας του ως « συζύγου... υπηκόου κράτους μέλους που ασκεί στην επικράτεια (στο έδαφος) ενός κράτους μέλους μισθωτή... δραστηριότητα », το δικαίωμα να ασκεί μισθωτές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.
5
Ο Regierungspräsident του Düsseldorf αρνήθηκε να χορηγήσει την αιτηθείσα μόνιμη άδεια με την αιτιολογία ότι, δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, αυτό ήταν δυνατό μόνο μετά τη χορήγηση εγκρίσεως για την άσκηση του επαγγέλματος του ιατρού ( « Approbation » ). Κατά δε το άρθρο 3 του ομοσπονδιακού διατάγματος περί του επαγγέλματος του ιατρού ( « Bundesärzteordnung 1977 » ), μόνο οι γερμανοί υπήκοοι, οι υπήκοοι των λοιπών κρατών μελών της Κοινότητας, καθώς και οι απάτριδες έχουν δικαίωμα να λάβουν την έγκριση αυτή, εφόσον πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της. Σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, υπήκοος τρίτης χώρας έχει τη δυνατότητα να λάβει την έγκριση. Πάντως, οι υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να ασκούν την ιατρική ύστερα από άδεια που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 10 του προαναφερθέντος ομοσπονδιακού διατάγματος ( « Erlaubnis » ). Πάντως, η άδεια αυτή, η χορήγηση της οποίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας αρχής, δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο για περιορισμένη περίοδο, συνήθως τεσσάρων ετών, και για μια ειδική θέση ή δραστηριότητα.
6
Στη συνέχεια ο Gül ζήτησε ανανέωση της άδειας του για δύο έτη, η αίτηση όμως αυτή απορρίφθηκε από τον Regierungspräsident, ο οποίος έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος χορηγήσεως της ανανέωσης σε αλλοδαπό ιατρό, έγγαμο με κοινοτικό υπήκοο. Πράγματι, δεν θα ήταν υπερβολικό να ζητηθεί από τον αιτούντα η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, για τον πρόσθετο λόγο ότι στη Γερμανία αυξάνει ο αριθμός των ανέργων ιατρών.
7
Ενώπιον του Verwaltungsgericht του Gelsenkirchen, που επελήφθη προσφυγής του Gül κατά της εν λόγω απορρίψεως, ο τελευταίος επικαλέστηκε το δικαίωμα ασκήσεως μισθωτής δραστηριότητας που του διασφαλίζουν οι διατάξεις του κοινοτικού κανονισμού σε θέματα ελεύθερης κυκλοφορίας, καθώς και η αρχή περί μη διακρίσεων. Πράγματι, η πρακτική των γερμανικών αρχών συνίσταται στη χορήγηση άδειας, κατά την έννοια του άρθρου 10 του ομοσπονδιακού διατάγματος, στους ιατρούς, υπηκόους τρίτης χώρας και έγγαμους με γερμανό υπήκοο, αλλά στη μη χορήγηση της σε ιατρό, υπήκοο τρίτης χώρας και έγγαμο με υπήκοο άλλου κράτους μέλους. Η πρακτική αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως εισάγουσα διάκριση εις βάρος του εν λόγω υπηκόου.
8
Το Verwaltungsgericht έκρινε ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του ομοσπονδιακού διατάγματος άδεια δεν μπορεί να χορηγηθεί στον προσφεύγοντα μόνο βάσει των εθνικών διατάξεων και ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από το αν ο προσφεύγων έχει το δικαίωμα να λάβει την εν λόγω άδεια δυνάμει του κοινοτικού δικαίου.
9
Προς επίλυση του ζητήματος αυτού, το Verwaltungsgericht ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως του, προκειμένου να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Μπορεί το δικαίωμα του υπαγόμενου στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33) υπηκόου τρίτου κράτους, να ασκεί οιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα στο σύνολο του εδάφους του συγκεκριμένου κράτους μέλους, να θεμελιώσει και δικαίωμα για τη χορήγηση ειδικής επαγγελματικής άδειας ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, όταν η εθνική νομοθεσία εξαρτά την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ( στην προκειμένη περίπτωση του ιατρού ) από διοικητική άδεια που χορηγείται σύμφωνα με συγκεκριμένες επαγγελματικές διατάξεις, εφόσον ο δικαιούχος πληροί τις λοιπές συναφείς προϋποθέσεις;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Ο κατά το άρθρο 11 του ανωτέρω κανονισμού δικαιούχος, υπήκοος τρίτης χώρας, μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, εδάφιο 1, πρώτη περίπτωση, του αναφερθέντος κανονισμού παρέχει στον κατά το άρθρο 11 του κανονισμού δικαιούχο, υπήκοο τρίτου κράτους, δικαίωμα να τυγχάνει ίσης μεταχειρίσεως με τους ημεδαπούς; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ποια είναι η νομική σημασία της διάταξης αυτής;
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1 μέχρι 3 :
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα εάν οι ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, καθώς και η ακολουθούμενη διοικητική πρακτική ως προς την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος δημιουργούν δυσμενή διάκριση εις βάρος των αλλοδαπών, αρκεί να εξεταστούν μόνο οι επί μέρους διατάξεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση [εν προκειμένω η παράγραφος 10 του Bundesärzteordnung (ομοσπονδιακό διάταγμα περί ιατρών), στο εξής: BÄO], όπως τροποποιήθηκε τελευταία στις 16 Αυγούστου 1977 (BGBl. Ι, σ. 1581 ), ή χρειάζεται σχετικά να γίνει συνολική εκτίμηση των συνδυασμένων αποτελεσμάτων όλων των εθνικών διατάξεων που ισχύουν για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού (εν προκειμένω, ιδίως οι συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 10 του BÄO, καθώς και του άρθρου 12 του θεμελιώδους νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας);
5)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1 μέχρι 3 :
Το δικαίωμα για ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς περιλαμβάνει και την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων του ιατρού ακόμη και όταν ο κατά το άρθρο 11 του προαναφερθέντος διατάγματος δικαιούχος, υπήκοος τρίτου κράτους, είναι μόνο κάτοχος άλλων τίτλων κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1, παράγραφος 5, και 6 της οδηγίας 75/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 209), βάσει του οποίου δικαιώματος το κράτος μέλος επιτρέπει, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, στους ίδιους του τους υπηκόους και στους υπηκόους όλων των άλλων κρατών μελών την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας του ιατρού;
6)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πέμπτο ερώτημα:
Μπορεί κράτος μέλος να αντιτάξει στον κατά το άρθρο 11 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1612/68 δικαιούχο, υπήκοο τρίτου κράτους, ο οποίος με βάση τα πτυχία ιατρικής που έλαβε σε τρίτο κράτος άσκησε επί εξαετία το επάγγελμα του ιατρού στο εν λόγω κράτος μέλος με την άδεια του τελευταίου και ο οποίος απέκτησε εκεί ειδικότητα ιατρού, ανταποκρινόμενη στις διατάξεις του άρθρου 2 της οδηγίας 75/363/ΕΟΚ, ότι δεν συγκεντρώνει τις προβλεπόμενες από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προϋποθέσεις για την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας του ιατρού; »
10
Παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Gül, ο Regierungspräsident του Düsseldorf και η Επιτροπή.
Επί του πρώτου ερωτήματος
11
Κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68, του οποίου ζητείται η ερμηνεία, ο σύζυγος και τα κάτω των 21 ετών τέκνα, ή αυτά που συντηρεί υπήκοος κράτους μέλους, ο οποίος ασκεί μισθωτή ή μη δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους, έχουν το δικαίωμα να αναλαμβάνουν οιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα στο σύνολο του εδάφους του κράτους αυτού, ακόμη κι αν δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους.
12
Κατά τον Regierungspräsident, η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι το δικαίωμα αναλήψεως μισθωτών δραστηριοτήτων, που αναγνωρίζεται στο σύζυγο του διακινούμενου εργαζομένου, δεν περιλαμβάνει τη δυνατότητα ασκήσεως συγκεκριμένου επαγγέλματος, το οποίο υπάγεται, όπως το ιατρικό επάγγελμα, σε ειδικές διατάξεις που διέπουν την ανάληψή του.
13
Αντίθετα, κατά τον Gül και την Επιτροπή, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68, το δικαίωμα του συζύγου να αναλαμβάνει, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του, μισθωτές δραστηριότητες, αφορά όλες τις μισθωτές δραστηριότητες· κατά συνέπεια, ο σύζυγος αυτός πρέπει να υπάγεται στις ίδιες διατάξεις περί αναλήψεως και ασκήσεως του επαγγέλματος που διέπουν τους ημεδαπούς.
14
Η άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτή. Το άρθρο 11 δεν αποκλείει καταρχάς καμία επαγγελματική μισθωτή δραστηριότητα από το πεδίο εφαρμογής του· εξάλλου, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως του στόχου του κανονισμού 1612/68, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας. Όπως αναφέρουν οι αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού, η ελεύθερη κυκλοφορία συνιστά « για τους εργαζομένους και τις οικογένειες τους » θεμελιώδες δικαίωμα ( τρίτη αιτιολογική σκέψη ), το οποίο απαιτεί την κατάργηση των εμποδίων στην κινητικότητα των εργαζομένων, ιδίως όσον αφορά « το δικαίωμα του εργαζομένου να συνοδεύεται από την οικογένεια του » και τις « προϋποθέσεις ενσωματώσεως της οικογενείας αυτής στη χώρα υποδοχής » ( πέμπτη αιτιολογική σκέψη ).
15
Προκειμένου να ασκήσει ελεγχόμενο επάγγελμα, όπως αυτό του ιατρού, ο σύζυγος διακινούμενου εργαζομένου που έχει την ιθαγένεια τρίτης χώρας, οφείλει να πληροί τη διπλή προϋπόθεση που συνίσταται στην κατοχή των προσόντων και πτυχίων που είναι αναγκαία για την εξάσκηση, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, του εν λόγω επαγγέλματος, καθώς και στην τήρηση των ειδικών διατάξεων που διέπουν την εξάσκηση του επαγγέλματος, προϋποθέσεις που πρέπει να είναι οι ίδιες με όσες επιβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής στους υπηκόους του. Όπως προκύπτει από το φάκελο, στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχουν και οι δύο προϋποθέσεις.
16
Συναφώς, ο Regierungspräsident ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και το δικαίωμα εγκαταστάσεως ενδέχεται να υποβάλλονται, δυνάμει των άρθρων 48 και 56 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε περιορισμούς, δικαιολογούμε-νους από λόγους δημόσιας υγείας· κατά μείζονα λόγο, οι περιορισμοί αυτοί ισχύουν για τους συζύγους υπηκόων κράτους μέλους που έχουν την ιθαγένεια τρίτης χώρας.
17
Το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο. Η δυνατότητα των κρατών μελών να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων για λόγους που άπτονται της δημόσιας υγείας δεν αποσκοπεί στο να εξαιρέσει τον τομέα της δημόσιας υγείας, ως οικονομικό τομέα, και όσον αφορά την ανάληψη εργασίας, από την εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης κυκλοφορίας, αλλά στο να παράσχει τη δυνατότητα απαγορεύσεως της εισόδου ή της παραμονής στο έδαφός του σε πρόσωπα, η είσοδος ή η παραμονή των οποίων στο εν λόγω έδαφος συνιστά αυτή καθαυτή κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
18
Όπως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις, το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 έχει την έννοια ότι το δικαίωμα του συζύγου του εργαζομένου, ο οποίος εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας, να ασκεί οιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα, περιλαμβάνει και το δικαίωμα ασκήσεως επαγγελμάτων που υπάγονται σε καθεστώς χορηγήσεως αδείας εκ μέρους της διοίκησης και διέπονται από ειδικές διατάξεις, όπως το επάγγελμα του ιατρού, εφόσον ο εν λόγω σύζυγος συγκεντρώνει τα επαγγελματικά προσόντα και είναι κάτοχος των διπλωμάτων που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
19
Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαιοδοτικό όργανο, ερωτά αν ο υπαγόμενος στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68, ο οποίος είναι υπήκοος τρίτης χώρας, μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού. Η σχετική διάταξη προβλέπει ότι, στο πλαίσιο του κανονισμού, δεν εφαρμόζονται οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ή η διοικητική πρακτική κράτους μέλους που περιορίζουν ή εξαρτούν τη ζήτηση και προσφορά εργασίας, καθώς και την ανάληψη και άσκηση της εκ μέρους αλλοδαπών, από προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται για τους ημεδαπούς.
20
Πρέπει καταρχάς να υπογραμμιστεί, όπως ορθά έπραξε η Επιτροπή, ότι τα δικαιώματα που τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού 1612/68 αναγνωρίζουν στο σύζυγο του διακινούμενου εργαζομένου συνδέονται με τα δικαιώματα του τελευταίου που απορρέουν από το άρθρο 48 της Συνθήκης και το άρθρο 1 και επόμενα του κανονισμού. Στο βαθμό που ο σύζυγος μπορεί να επικαλεστεί τα παράγωγα αυτά δικαιώματα, τα οποία περιλαμβάνουν περαιτέρω το δικαίωμα ασκήσεως μισθωτών δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 11, οι εν λόγω δραστηριότητες πρέπει να ασκούνται υπό τις αυτές προϋποθέσεις, υπό τις οποίες ασκεί τις δικές του ο εργαζόμενος, ο οποίος έχει το δικαίωμα για ελεύθερη κυκλοφορία. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού επιβάλλει ακόμη στις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής την υποχρέωση να επιφυλάσσουν στον εν λόγω σύζυγο μεταχείριση μη εισάγουσα δυσμενή διάκριση. Η « εθνική » μεταχείριση που απολαμβάνουν συναφώς οι εργαζόμενοι των κρατών μελών επεκτείνεται με τον τρόπο αυτό και στους συζύγους τους.
21
Στο δεύτερο ερώτημα πρέπει επομένως να δοθεί η απάντηση ότι, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του, ο υπαγόμενος στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68 μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού αυτού.
Επί του τρίτου ερωτήματος
22
Στο ερώτημα αυτό, το οποίο αφορά τη μεταχείριση από απόψεως εσωτερικής έννομης τάξης του υπαγομένου στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68 υπηκόου τρίτης χώρας, η απάντηση ανευρίσκεται ήδη στις προηγηθείσες σκέψεις. Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος να δοθεί συναφώς χωριστή απάντηση.
Επί του τέταρτου ερωτήματος
23
Με το τέταρτο ερώτημα, το εθνικό δικαιοδοτικό όργανο ζητεί να πληροφορηθεί ποια είναι η ακριβής σημασία της ίσης μεταχείρισης που επιδιώκεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1612/68. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το ερώτημα αυτό στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί από το άρθρο 177 της Συνθήκης, καθόσον αφορά τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στις διατάξεις της εθνικής έννομης τάξης, στην προκειμένη δε περίπτωση του άρθρου 10 του ομοσπονδιακού διατάγματος περί του επαγγέλματος του ιατρού ( Bundesärzteordnung ). Ειδικότερα, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς τον τύπο που πρέπει να περιβάλλεται η αναγνώριση εκ μέρους των εθνικών αρχών του δικαιώματος του συζύγου ενός διακινούμενου εργαζομένου να ασκεί μισθωτές δραστηριότητες για τις οποίες διαθέτει τα αναγκαία επαγγελματικά προσόντα.
24
Στο βαθμό που με το τέταρτο ερώτημα επιδιώκεται να δοθεί απάντηση στο αν, προκειμένου να διευκρινιστεί κατά πόσο συντρέχει μεταχείριση εισάγουσα δυσμενή διάκριση, αρκεί η μόνη εξέταση των νομοθετικής φύσεως διατάξεων ή αν αντίθετα πρέπει να στηρίζεται κανείς στις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις καθώς και στη διοικητική πρακτική, τόσο από τους στόχους του κανονισμού όσο και από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 3 προκύπτει ότι πρέπει να θεωρηθεί ως ορθή η τελευταία από τις δύο εναλλακτικές λύσεις.
25
Πράγματι, για να είναι δυνατή η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, σύμφωνα με τα όσα αναφέρουν οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1612/68, απαιτείται να εξασφαλιστεί « πραγματικά και νομικά », η ισότητα μεταχειρίσεως ( πέμπτη αιτιολογική σκέψη ). Υπό το πρίσμα αυτό, το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεων που εισάγουν δυσμενή διάκριση, καθώς και « της διοικητικής πρακτικής » που εξαρτούν την ανάληψη εργασίας από προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται για τους ημεδαπούς. Επιπλέον, η ίδια η έννοια της ίσης μεταχείρισης προϋποθέτει όχι μόνο ότι ισχύουν για τους ημεδαπούς και τους αλλοδαπούς οι αυτές νομοθετικής φύσεως διατάξεις, αλλ' επιπλέον ότι οι τελευταίες εφαρμόζονται στις δύο αυτές κατηγορίες προσώπων με τον ίδιο τρόπο.
26
Πρέπει λοιπόν στο τέταρτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1612/68 ίση μεταχείριση συνίσταται στην υπαγωγή των διεπόμενων από τη ρύθμιση αυτή προσώπων στις αυτές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις με εκείνες που ισχύουν για τους ημεδαπούς, καθώς και στην εφαρμογή της αυτής διοικητικής πρακτικής.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
27
Το πέμπτο ερώτημα αφορά την επίπτωση επί των δικαιωμάτων του συζύγου διακινούμενου εργαζομένου, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει το επάγγελμα του μισθωτού ιατρού, που έχει η οδηγία 75/363 του Συμβουλίου, τς 16ης Ιουνίου 1975, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 209). Η σχετική οδηγία δεν αποσκοπεί στη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών, αλλά στη διευκόλυνση της ενάσκησης των εν λόγω ελευθεριών με την αναγνώριση της κατάρτισης και των άλλων προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για την έγκριση και την προσωρινή άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του ιατρού.
28
Έχει ήδη γίνει δεκτό πιο πάνω ότι ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους ή ο σύζυγός του, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει το επάγγελμα του ιατρού σε άλλο κράτος μέλος, οφείλει να κατέχει τα προσόντα και τα απαιτούμενα συναφώς από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους πτυχία, προκειμένου να αναλάβει τη δραστηριότητα αυτή. Συναφώς, ολίγο ενδιαφέρει αν η αναγνώριση των προσόντων και πτυχίων χωρεί μόνο βάσει της εθνικής νομοθεσίας ή θεμελιώνεται σε οδηγία του Συμβουλίου ή σε συμφωνία μεταξύ του κράτους μέλους υποδοχής και τρίτης χώρας.
29
Όσον αφορά ειδικότερα την οδηγία 75/363, παρατηρείται ότι ο υπαγόμενος στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68 σύζυγος εργαζομένου σε κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί την ίση μεταχείριση που του διασφαλίζει ο κανονισμός, προκειμένου να επιτύχει την αναγνώριση των προσόντων και πτυχίων υπό τους αυτούς όρους που προβλέπονται για εργαζόμενο, υπήκοο κράτους μέλους.
30
Πρέπει επομένως να δοθεί η απάντηση ότι ο υπαγόμενος στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68 σύζυγος εργαζομένου σε κράτος μέλος δικαιούται να τυγχάνει της ίδιας μεταχείρισης με εκείνη των ημεδαπών όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων μισθωτού ιατρού, ανεξάρτητα από το αν το δικαίωμα αυτό θεμελιώνεται μόνο στη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής ή στις διατάξεις της οδηγίας 75/363.
Επί του έκτου ερωτήματος
31
Δεδομένου ότι το έκτο ερώτημα υποβλήθηκε μόνο σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως επί του πέμπτου, δεν συντρέχει λόγος να δοθεί απάντηση σ' αυτό.
Επί των δικαστικών εξόδων
32
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Verwaltungsgericht Gelsenkirchen με Διάταξη της 28ης Μαρτίου 1985, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 έχει την έννοια ότι το δικαίωμα του συζύγου του εργαζομένου, ο οποίος εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας, να ασκεί οιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα, περιλαμβάνει και το δικαίωμα ασκήσεως επαγγελμάτων που υπάγονται σε καθεστώς χορηγήσεως αδείας εκ μέρους της διοίκησης και διέπονται από ειδικές διατάξεις, όπως το επάγγελμα του ιατρού, εφόσον ο εν λόγω σύζυγος συγκεντρώνει τα επαγγελματικά προσόντα και είναι κάτοχος των διπλωμάτων που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού από τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής.
2)
Ανεξάρτητα από την ιθαγένει του, ο υπαγόμενος στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68, μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού αυτού.
3)
Η προβλεπόμενη από το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1612/68 ίση μεταχείριση συνίσταται στην υπαγωγή των διεπόμενων από τη ρύθμιση αυτή προσώπων στις αυτές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις με εκείνες που ισχύουν για τους ημεδαπούς, καθώς και στην εφαρμογή της αυτής διοικητικής πρακτικής.
4)
Ο υπαγόμενος στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68 σύζυγος εργαζομένου σε κράτος μέλος δικαιούται να τυγχάνει της ίδιας μεταχείρισης με εκείνη των ημεδαπών, όσον αφορά την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων μισθωτού ιατρού, ανεξάρτητα από το αν το δικαίωμα αυτό θεμελιώνεται μόνο στη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής ή στις διατάξεις της οδηγίας 75/363/ΕΟΚ.
Bahlmann
Koopmans
Bosco
Ο' Higgins
Schockweiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Μαΐου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Κ. Bahlmann
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy