Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1 . Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Αμφισβήτηση της νομιμότητας κοινοτικής πράξης - Δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου - Προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά των εθνικών εκτελεστικών μέτρων που στηρίζεται στην έλλειψη νομιμότητας της κοινοτικής πράξης - Συντρέχουν
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος )
2 . Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Μεταβολή της πολιτικής του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαχείριση μιας κοινής οργάνωσης αγοράς - Κεκτημένο δικαίωμα των επιχειρηματιών στη διατήρηση παλαιοτέρων ωφελημάτων - Δεν υπάρχει - Θεμελιώδη δικαιώματα - Ελεύθερη άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων - Παραβίαση - Δεν υπάρχει
3 . Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Απόφαση της Επιτροπής περί μέτρων προωθήσεως των πωλήσεων στην αγορά του Δυτικού Βερολίνου - Στόχος - Σταθεροποίηση της αγοράς - Εξουσιοδότηση εκ μέρους του Συμβουλίου - Τήρηση - Αρχή της αναλογικότητας - Παραβίαση - Δεν υπάρχει
(( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ ) κανονισμός 1079/77 του Συμβουλίου, άρθρο 4 ))
4 . Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Εξουσιοδότηση της Επιτροπής για τη θέσπιση μέτρων προς διεύρυνση της αγοράς γαλακτοκομικών προϊόντων και διάθεση των πλεονασμάτων - 'Αρθρο 4 του κανονισμού του Συμβουλίου 1079/77 - Νόμιμη
( Κανονισμός 1079/77 του Συμβουλίου, άρθρο 4 )
Περίληψη
1 . Η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά αποφάσεως κοινοτικού οργάνου δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης δεν αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου προσφυγής κατά πράξεως εθνικής αρχής με την οποία εκτελείται η εν λόγω απόφαση, με τον ισχυρισμό ότι η τελευταία είναι παράνομη .
2 . Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να επικαλεστούν κεκτημένο δικαίωμα στη διατήρηση πλεονεκτήματος που αντλούν από κάποια οργάνωση αγοράς όπως υπάρχει σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο . Η αρχή αυτή ισχύει και για τις επιχειρήσεις που δεν υπάγονται στη συγκεκριμένη οργάνωση αγοράς . Αν το Συμβούλιο αλλάξει την πολιτική που ακολουθεί στον τομέα της τιμής του βουτύρου, οι παραγωγοί μαργαρίνης δεν μπορούν να επικαλεστούν προσβολή των αρχών της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, της γενικής ελευθερίας δράσεως και του ελεύθερου ανταγωνισμού και να ισχυριστούν ότι η μεταβολή αυτή παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματά τους .
Κατά μείζονα λόγο δεν παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματα η εκδιδόμενη βάσει εξουσιοδοτήσεως του Συμβουλίου απόφαση της Επιτροπής περί διοργανώσεως δοκιμαστικής επιχείρησης, περιορισμένων διαστάσεων και διάρκειας, με σκοπό την αποκόμιση στοιχείων όσον αφορά την αντίδραση των καταναλωτών στη μείωση της τιμής του βουτύρου, διά της εφαρμογής μέτρων προωθήσεως των πωλήσεων βουτύρου στην αγορά του Δυτικού Βερολίνου .
3 . Η από 25 Φεβρουαρίου 1985 απόφαση της Επιτροπής προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας περί των μέτρων προωθήσεως των πωλήσεων βουτύρου στην αγορά του Δυτικού Βερολίνου καλύπτεται από την εξουσιοδότηση που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 4 του κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση μέτρων προς διεύρυνση των αγορών γαλακτοκομικών προϊόντων εντός της Κοινότητας και ανεύρεση νέων δυνατοτήτων καταναλώσεως, άρα επιδιώκει το στόχο της σταθεροποιήσεως των αγορών που προβλέπει το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), της Συνθήκης .
Εξάλλου η απόφαση αυτή δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας διότι η επιστημονική μελέτη των αντιδράσεων της αγοράς στη μείωση της τιμής του βουτύρου, που είχε ως στόχο, πραγματοποιήθηκε υπό ικανοποιητικές συνθήκες, ιδίως οικονομικές, και επέτρεψε να συναχθούν χρήσιμα συμπεράσματα .
4 . Καίτοι η εξουσιοδότηση που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 4 του κανονισμού 1079 του Συμβουλίου να λαμβάνει μέτρα προς διεύρυνση της αγοράς γαλακτοκομικών προϊόντων και διάθεση των πλεονασμάτων έχει ευρεία διατύπωση, η διάταξη αυτή ανταποκρίνεται στην αρχή της νομιμότητας διότι, αφενός, οι εκτελεστικές εξουσίες τις οποίες μπορεί να αναθέτει το Συμβούλιο στην Επιτροπή είναι δυνατό να περιλαμβάνουν, στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως και δράσεως, αφετέρου δε, η φύση των προς θέσπιση μέτρων για την επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων δεν μπορούσε να προσδιοριστεί εκ των προτέρων .
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 133 έως 136/85,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
1 ). Walter Rau Lebensmittelwerke, εταιρίας γερμανικού δικαίου, με έδρα το Hilter,
2 ) Heinrich Hamker Lebensmittelwerke GmbH & Co . KG, εταιρίας γερμανικού δικαίου με έδρα το Bad Essen-Lintorf,
3 ) Westfaelisches Margarinewerk Wilhelm Lindemann KG, εταιρίας γερμανικού δικαίου με έδρα το Boende,
4 ) Union Deutsche Lebensmittelwerke GmbH, εταιρίας γερμανικού δικαίου, με έδρα το Αμβούργο,
προσφευγουσών στην κύρια δίκη,
και
Bundesanstalt foer landwirtschaftliche Marktordnung, οργανισμού δημοσίου δικαίου, Φραγκφούρτη επί του Μάιν, Adickesallee 40,
καθού στην κυρία δίκη,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς το κύρος της από 25 Φεβρουαρίου 1985 απόφασης της Επιτροπής σχετικά με τα μέτρα προωθήσεως των πωλήσεων βουτύρου στην αγορά του ( Δυτικού ) Βερολίνου (( C ( 85 ) 276 τελικό )) και ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 4 του κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 περί εισφοράς συνυπευθυνότητος και μέτρων προς διεύρυνση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/018, σ . 79 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Y . Galmot, Κ . Κακούρη και F . Schockweiler, προέδρους τμήματος, T . Koopmans, U . Everling, R . Joliet, J . C . Moitinho de Almeida και G . C . Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : C . O . Lenz
γραμματέας : K . Riechenberg, α.κ . υπαλλήλου διοικήσεως
αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν :
- οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης εκπροσωπούμενες από τον J . Goendisch, δικηγόρο Αμβούργου,
- το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον A . Sacchettini,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P . Karpenstein, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση όπως συμπληρώθηκε κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 4ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με τέσσερις Διατάξεις της 5ης Απριλίου 1985, το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διάφορα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τη συρροή εθνικών και κοινοτικών μέσων εννόμου προστασίας, το κύρος μιας απόφασης την οποία απηύθυνε η Επιτροπή στις 25 Φεβρουαρίου 1985 προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η οποία αφορά τα μέτρα προωθήσεως των πωλήσεων βουτύρου στην αγορά του ( Δυτικού ) Βερολίνου, καθώς και με την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 περί εισφοράς συνυπευθυνότητος και μέτρων προς διεύρυνση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/018, σ . 79 ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο της εκδικάσεως τεσσάρων προσφυγών που άσκησαν στις 28 Μαρτίου 1985 ορισμένες εταιρίες παραγωγής μαργαρίνης ενώπιον των γερμανικών διοικητικών δικαστηρίων ζητώντας να απαγορευθεί στον Bundesanstalt foer landwirtschaftliche Marktordnung ( στο εξής : ΒΑLΜ ), γεωργικό οργανισμό παρεμβάσεως, αρμόδιο για τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, να εφαρμόζει στο μέλον μέτρα όπως αυτά που προβλέπει η προαναφερθείσα απόφαση .
3 Η Επιτροπή έλαβε την απόφαση αυτή βάσει του άρθρου 4 του προαναφεθέντος κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου, που την εξουσιοδοτεί να θεσπίζει μέτρα προς διεύρυνση των αγορών γαλακτοκομικών προϊόντων .
4 Προκειμένου να μελετήσει τον τρόπο κατά τον οποίο αντιδρούν οι καταναλωτές στη μείωση της τιμής του βουτύρου, η Επιτροπή έδωσε με την απόφαση αυτή την εντολή να πραγματοποιηθεί στην αγορά του ( Δυτικού ) Βερολίνου και κατά την περίοδο από 15 Απριλίου μέχρι 30 Ιουνίου 1985 μια επιχείρηση προωθήσεως των πωλήσεων βουτύρου, το οριακό κόστος καθώς και την αποτελεσματικότητα της οποίας επρόκειτο να καταμετρήσει ένα ανεξάρτητο ινστιτούτο ερευνών . 900 τόνοι βουτύρου από τα δημόσια αποθέματα θα συσκευάζονταν σε πακέτα των 250 γραμμαρίων που θα έφεραν την ένδειξη "δωρεάν βούτυρο ΕΟΚ ". Στη συνέχεια τα πακέτα αυτά θα διετίθεντο στο εμπόριο το καθένα συσκευασμένο μαζί με ένα πακέτο βουτύρου αγοράς του ίδιου βάρους, η δε τιμή του διπλού αυτού πακέτου δεν θα υπερέβαινε την τιμή των 250 γραμμαρίων βουτύρου της αγοράς που ίσχυε κατά την περίοδο της εμπορίας . Προς το σκοπό αυτό ο ΒΑLΜ, θα διέθετε δωρεάν 900 τόνους βουτύρου από τα δημόσια αποθέματα σε εμπορικές επιχειρήσεις της επιλογής του οι οποίες θα ανελάμβαναν έναντι αυτού συμβατικώς την υποχρέωση να συσκευάσουν το βούτυρο αυτό και να το διαθέσουν μέσω λιανοπωλητών .
5 Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη, που πραγματοποιούν ένα μεγάλο μέρος των πωλήσεων μαργαρίνης στην αγορά του Βερολίνου, θεώρησαν ότι τα μέτρα αυτά ήταν ικανά να προκαλέσουν μεγάλη μείωση των πωλήσεων μαργαρίνης λόγω της μεγάλης δυνατότητας αμοιβαίας αντικατάστασης των δύο προϊόντων . Αρχικώς υπέβαλαν η καθεμιά αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν ζητώντας να απαγορευθεί προσωρινώς στον ΒΑLΜ να πραγματοποιήσει την εν λόγω επιχείρηση . Με Διατάξεις της 20ής Μαρτίου 1985 το Verwaltungsgericht έκανε δεκτές τις αιτήσεις αυτές . Κατόπιν εφέσεως εκ μέρους του ΒΑLΜ, το Hessischer Verwaltungsgerichtshof έκρινε ότι οι διαφορές υπάγονταν στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων δεδομένου ότι ο ΒΑLΜ μετέρχεται απλώς μέσα του ιδιωτικού δικαίου για την εκτέλεση της επιχειρήσεως και μεταρρύθμισε τις εν λόγω Διατάξεις με αποφάσεις της 11ης Απριλίου 1985 . Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η επιχείρηση από 6 Μαΐου 1985 .
6 Στο πλαίσιο των κυρίων προσφυγών που ασκήθηκαν ενώπιόν του στις 28 Μαρτίου 1985, το Verwaltungsgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο, με Διατάξεις της 15ης Απριλίου 1985, οκτώ προδικαστικά ερωτήματα .
7 Το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα αναφέρονται στη συρροή των εθνικών και των κοινοτικών μέσων παροχής εννόμου προστασίας . Το τρίτο ερώτημα αφορά την προστασία που παρέχουν ορισμένες αρχές του κοινοτικού δικαίου σε επιχειρήσεις από τις δυσμενείς γι' αυτές επιπτώσεις της βελτίωσης, λόγω κοινοτικών ενεργειών, της θέσης των ανταγωνιστών τους . Το τέταρτο ερώτημα αναφέρεται στο ζήτημα του συμβιβαστού της απόφασης της 25ης Φεβρουαρίου 1985 προς τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης . Με το πέμπτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατά ποιο τρόπο είναι δυνατό να περιοριστούν οι γενικές αρχές που αναφέρονται στο τρίτο ερώτημά του . Με το έκτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου καλύπτει την προαφερθείσα απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 . Το έβδομο ερώτημα αναφέρεται στο αν το εν λόγω άρθρο 4 είναι αρκούντως σαφές . Τέλος, το όγδοο ερώτημα αφορά το ζήτημα του συμβιβαστού της απόφασης της 25ης Φεβρουαρίου 1985 με την αρχή της αναλογικότητας .
8 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, το πλήρες κείμενο των ερωτημάτων, καθώς και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ .
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
9 Με το πρώτο ερώτημα το Verwaltungsgericht ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 183 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατ' αποφάσεως κοινοτικού οργάνου δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης αποκλείει, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, τη δυνατότητα ασκήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου προσφυγής κατά πράξεως εθνικής αρχής με την οποία εκτελείται η εν λόγω απόφαση, με τον ισχυρισμό ότι η τελευταία είναι παράνομη .
10 Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 183 της Συνθήκης προβλέπει ότι τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια για την εκδίκαση διαφορών στις οποίες η Κοινότητα είναι διάδικος εφόσον η Συνθήκη δεν προβλέπει αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου . Δεδομένου ότι, όπως παρατηρεί το ίδιο το εθνικό δικαστήριο στο σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής, στην κύρια δίκη αντιδικούν οι εταιρίες παραγωγής μαργαρίνης όχι με την Κοινότητα αλλά με τον αρμόδιο γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως, το εν λόγω άρθρο είναι άσχετο προς το ζήτημα που θέτει το πρώτο ερώτημα .
11 Πρέπει να σημειωθεί ότι καμιά διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν εμποδίζει την άσκηση προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά πράξεως με την οποία εφαρμόζεται απόφαση κοινοτικού οργάνου όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το εθνικό δίκαιο . Κατά την εκδίκαση προσφυγής αυτού του είδους και εφόσον η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από το κύρος της εν λόγω απόφασης, το εν λόγω εθνικό δικαστήριο μπορεί να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα χωρίς να εξετάζεται αν ο προσφεύγων στην κύρια δίκη έχει ή όχι τη δυνατότητα να προσβάλει απευθείας την απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου .
12 Επομένως στο πρώτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατ' αποφάσεως κοινοτικού οργάνου, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου προσφυγής κατά πράξεως εθνικής αρχής με την οποία εκτελείται η εν λόγω απόφαση, με τον ισχυρισμό ότι η τελευταία είναι παράνομη .
13 Με το δεύτερο ερώτημα το Verwaltungsgericht ερωτά αν θα ήταν παραδεκτή η ενδεχόμενη προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου των προσφευγουσών της κύριας δίκης κατ' αποφάσεως όπως η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 .
14 Το δεύτερο ερώτημα είναι άνευ αντικειμένου δεδομένου ότι το Verlwantungsgericht το υποβάλλει μόνο για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο .
Επί του τρίτου και του πέμπτου ερωτήματος
15 Με το τρίτο ερώτημα το Verwaltungsgericht ερωτά στην ουσία αν τα κοινοτικά μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της καταστάσεως ορισμένων επιχειρήσεων δημιουργώντας έτσι μειονεκτήματα για τους ανταγωνιστές τους αντιβαίνουν στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και συγκεκριμένα στις αρχές της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, της γενικής ελευθερίας δράσεως και της ελευθερίας του ανταγωνισμού .
16 Πρέπει να σημειωθεί ότι το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί από τόσο γενική σκοπιά αλλά πρέπει να τοποθετηθεί στο πλαίσιο της κύριας υπόθεσης . Ειδικότερα το ζήτημα είναι αν μια απόφαση όπως αυτή με την οποία η Επιτροπή διέταξε στις 25 Φεβρουαρίου 1985 την αμφισβητούμενη επιχείρηση αντιβαίνει στις παραπάνω αρχές καθόσον έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της κατάστασης των παραγωγών βουτύρου δημιουργώντας έτσι μειονεκτήματα για τους παραγωγούς μαργαρίνης .
17 Πρέπει να σημειωθεί σχετικώς ότι μετά το πέρας της επιχείρησης που διατάχτηκε με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 θα διεξαγόταν μελέτη του οριακού κόστους και της αποτελεσματικότητας της εφαρμοσθείσας μείωσης των τιμών . Οριακό κόστος είναι η οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται για την Κοινότητα η πώληση κάθε επιπλέον πακέτου βουτύρου αγοράς . Η αποτελεσματικότητα της επιχείρησης είναι η αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου αγοράς που επιτυγχάνεται χάρη στη μείωση της τιμής . Σκοπός της αμφισβητούμενης επιχείρησης ήταν λοιπόν να προσδιοριστεί κατά πόσο έπρεπε να μειωθεί η τιμή του βουτύρου προκειμένου να επιτευχθεί συγχρόνως η μεγαλύτερη δυνατή αύξηση της συνολικής κατανάλωσης και η μεγαλύτερη μείωση του κόστους του συστήματος παρεμβάσεως .
18 Αν το Συμβούλιο αποφάσιζε βάσει των αποτελεσμάτων της επιχείρησης να μειώσει την τιμή παρεμβάσεως του βουτύρου, οι παραγωγοί μαργαρίνης δεν θα μπορούσαν να διαμαρτυρηθούν για παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους . Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979 ( Eridania, 230/78, Slg . σ . 2749 ), οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να επικαλεστούν κεκτημένο δικαίωμα στη διατήρηση πλεονεκτήματος που αντλούν από κάποια οργάνωση αγοράς όπως υπάρχει σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο . Η αρχή αυτή ισχύει και για τις επιχειρήσεις που δεν υπάγονται στη συγκεκριμένη οργάνωση αγοράς . Η μεταβολή της πολιτικής του Συμβουλίου όσον αφορά τις τιμές δεν αποτελεί προσβολή των προβαλλόμενων θεμελιωδών δικαιωμάτων, αυτό δε ισχύει κατά μείζονα λόγο για την απόφαση με την οποία διατάσσεται η πραγματοποίηση δοκιμαστικής επιχείρησης προκειμένου να προσδιοριστεί η κατάλληλη πολιτική του Συμβουλίου . Παρέλκει επομένως να εξεταστεί αν, όπως παρατηρεί το εθνικό δικαστήριο, η απόφαση που διατάσσει την πραγματοποίηση της επιχείρησης αυτής έχει ως αποτέλεσμα ότι ωφελεί τους παραγωγούς βουτύρου .
19 Επομένως στο τρίτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι μια απόφαση όπως αυτή της 25ης Φεβρουαρίου 1985, με την οποία η Επιτροπή διέταξε την αμφισβητούμενη επιχείρηση, δεν θίγει τις αρχές της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, της γενικής ελευθερίας δράσεως και της ελευθερίας του ανταγωνισμού .
20 Με το πέμπτο ερώτημα το Verwaltungsgericht ερωτά αν για κάθε περιορισμό των γενικών αρχών που αναφέρονται στο τρίτο ερώτημα απαιτείται κανονισμός του Συμβουλίου ή εξουσιοδότηση εκ μέρους του οργάνου αυτού .
21 Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης στο τρίτο ερώτημα, το πέμπτο είναι άνευ αντικειμένου .
Επί του έκτου ερωτήματος
22 Με το έκτο ερώτημα το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 καλύπτεται από την εξουσιοδότηση που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου .
23 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού η Επιτροπή εξουσιοδείται να θεσπίζει μέτρα που αφορούν τη διεύρυνση των αγορών γαλακτοκομικών προϊόντων εντός της Κοινότητας καθώς και την ανεύρεση νέων δυνατοτήτων καταναλώσεως .
24 Πρέπει να σημειωθεί ότι στόχος της επίδικης επιχείρησης ήταν να προσδιοριστεί κατά πόσο έπρεπε να μειωθεί η τιμή του βουτύρου προκειμένου να επιτευχθεί συγχρόνως η μεγαλύτερη δυνατή αύξηση της συνολικής κατανάλωσης και η μεγαλύτερη δυνατή μείωση του κόστους του συστήματος παρεμβάσεως . Η επιχείρηση αφορούσε λοιπόν τα μέσα προς διεύρυνση της αγοράς βουτύρου εντός της Κοινότητας και συγχρόνως περιελάμβανε έρευνα για την αναζήτηση νέων δυνατοτήτων καταναλώσεως . 'Αρα ενέπιπτε στο πεδίο της αποστολής την οποία αναθέτει το Συμβούλιο στην Επιτροπή .
25 Επομένως η απάντηση στο έκτο ερώτημα είναι ότι η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 καλύπτεται από την εξουσιοδότηση που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου .
Επί του τετάρτου ερωτήματος
26 Το εθνικό δικαστήριο, εκτιμώντας ότι το Συμβούλιο δεν έχει εξουσία παρά μόνο για την πραγματοποίηση των στόχων της Συνθήκης και δεν μπορεί να μεταβιβάσει αρμοδιότητες στην Επιτροπή παρά μόνο για την εκτέλεση των κανόνων που έχει θεσπίσει προς τούτο, ερωτά με το τέταρτο ερώτημα αν η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 επιδιώκει την πραγματοποίηση κάποιου από τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης . Εκφράζει δε σχετικώς σοβαρές αμφιβολίες .
27 Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι ο προαναφερθείς κανονισμός 1079/77 του Συμβουλίου αποβλέπει στην αποκατάσταση μιας καλύτερης σχέσης μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως γαλακτοκομικών προϊόντων και επομένως στη σταθεροποίηση της αγοράς των προϊόντων αυτών . Η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 που εμπίπτει στον κανονισμό αυτό, όπως προκύπτει από την απάντηση στο έκτο ερώτημα, επιδιώκει το στόχο της σταθεροποιήσεως των αγορών που θέτει το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), της Συνθήκης .
28 Επομένως στο τέταρτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 επιδιώκει το στόχο της σταθεροποιήσεως των αγορών που θέτει το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), της Συνθήκης .
Επί του εβδόμου ερωτήματος
29 Με το έβδομο ερώτημα το Verwaltungsgericht ερωτά αν το άρθρο 4 προαναφερθέντος κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου ανταποκρίνεται στην αρχή της επαρκούς σαφήνειας που απορρέει από τις απαιτήσεις του κράτους δικαίου . Κατά το Verwaltungsgericht, η απαίτηση της επαρκούς σαφήνειας της βάσης νομιμοποιήσεως απορρέει από την αρχή της νομιμότητας την οποία αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο . Δυνάμει της αρχής αυτής η εξουσιοδότηση πρέπει να οριοθετείται επακριβώς ώστε να είναι δυνατό να προβλέπεται η δράση της δημόσιας αρχής . Αν όμως η απάντηση στο έκτο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου καλύπτει τα μέτρα του είδους αυτών που προβλέπει η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985, το Verwaltungsgericht φρονεί ότι η εξουσιοδότηση παρέχει στην Επιτροπή τέτοια ελευθερία δράσεως ώστε δεν είναι πλέον δυνατό να προβλεφθεί κατά ποια έννοια θα ενεργήσει αυτή . Επομένως, στην ουσία, το έβδομο ερώτημα αναφέρεται στο ζήτημα αν το άρθρο 4 του πραναφερθέντος κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου ανταποκρίνεται στην υποχρέωση της επαρκούς σαφήνειας που απορρέει από την αρχή της νομιμότητας .
30 Ο προαναφερθείς κανονισμός 1079/77 του Συμβουλίου θεσπίστηκε, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του, για να αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά πλεονάσματα που παρατηρούνται στην αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων . Ο επιδιωκόμενος σκοπός ήταν να αποκατασταθεί βαθμιαίως μια καλύτερη σχέση μεταξύ της παραγωγής και των αναγκών της αγοράς και να ελαττωθούν οι υψηλές δαπάνες που συνεπάγεται για την Κοινότητα η ύπαρξη μεγάλων πλεονασμάτων . Υπ' αυτές ακριβώς τις συνθήκες το Συμβούλιο ανέθεσε στην Επιτροπή να λάβει μέτρα προς διεύρυνση της αγοράς γαλακτοκομικών προϊόντων και διάθεση των πλεονασμάτων .
31 Η ευρεία διατύπωση της εν λόγω εξουσιοδότησης υπαγορεύθηκε από την ίδια τη φύση των πραγμάτων . Πράγματι η Επιτροπή, πριν λάβει τα μέτρα με τα οποία επιφορτίστηκε, όφειλε πρώτα να προσδιορίσει αυτά που θα ήταν κατάλληλα να συμβάλουν στην πραγματοποίηση των επιδιωκόμενων στόχων . Υπό τις συνθήκες αυτές το Συμβούλιο ήταν αδύνατο να προσδιορίσει με ακρίβεια τα εν λόγω μέτρα . Σημειωτέον εξάλλου ότι με την απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1975 ( Rey Soda, 23/75, Slg . σ . 1279 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι εκτελεστικές εξουσίες τις οποίες μπορεί να αναθέτει το Συμβούλιο στην Επιτροπή είναι δυνατό να περιλαμβάνουν, στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως και δράσεως .
32 Επομένως στο έβδομο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου ανταποκρίνεται στην αρχή της νομιμότητας .
Επί του ογδόου ερωτήματος
33 Με το όγδοο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας δεδομένου ότι η διεύρυνση των αγορών ή η ανεύρεση νέων δυνατοτήτων καταναλώσεως μπορούν να επιτευχθούν με μέτρα που επηρεάζουν λιγότερο τους μηχανισμούς της αγοράς .
34 Διευκρινίζοντας το ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι μια ρύθμιση που θίγει το θεμελιώδες δικαίωμα της άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων δεν δικαιολογείται παρά μόνο αν υπαγορεύεται από στόχους γενικού συμφέροντος τόσο επιτακτικούς ώστε να υπερτερούν έναντι του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος . Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι το στοιχείο αυτό ελλείπει εν προκειμένω . Συγκεκριμένα, αφενός, αν ο στόχος ήταν η ελάφρυνση των δημοσίων αποθεμάτων κατά 900 τόνους βουτύρου θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα που επηρεάζουν λιγότερο την κατάσταση των ανταγωνιστών, των οποίων προστατεύονται τα θεμελιώδη δικαιώματα . 'Ετσι η διάθεση των 900 τόνων βουτύρου παρεμβάσεως θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε μεγαλύτερη περίοδο ή ευρύτερο γεωγραφικό χώρο . Αφετέρου, αν ο στόχος ήταν η ανεύρεση νέων δυνατοτήτων καταναλώσεως, το εθνικό δικαστήριο αμφιβάλει κατά πόσον η επιχείρηση είναι ικανή να παράσχει χρήσιμα στοιχεία . 'Ενα μέτρο όμως που μπορεί να προσβάλλει θεμελιώδη δικαιώματα αλλά όχι και να συμβάλλει στην πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου στόχου δεν υπαγορεύεται ποτέ από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος .
35 Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο διερωτήθηκε ειδικότερα μήπως συντρέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας διότι ο στόχος της ελαφρύνσεως των δημοσίων αποθεμάτων κατά 900 τόνους βουτύρου μπορούσε να επιτευχθεί με μέσα που επηρεάζουν λιγότερο την κατάσταση των ανταγωνιστών και διότι ήταν αμφίβολο αν το ( Δυτικό ) Βερολίνο, ως δοκιμαστική αγορά, μπορούσε να παράσχει χρήσιμα στοιχεία .
36 Πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι, σύμφωνα με την απάντηση στο τρίτο ερώτημα, η επιχείρηση δεν είχε ως στόχο την ελάφρυνση των δημοσίων αποθεμάτων κατά 900 τόνους βουτύρου και δεν παραβίασε τις αρχές της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, της γενικής ελευθερίας δράσεως και της ελευθερίας του ανταγωνισμού .
37 Πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω ότι βάσει της επιχειρήσεως θα διεξαγόταν - και διεξήχθη - επιστημονική μελέτη, από την οποία η Επιτροπή άντλησε χρήσιμες πληροφορίες . Εξάλλου η Επιτροπή επέλεξε την αγορά του ( Δυτικού ) Βερολίνου λόγω του ότι είναι απομονωμένη γεωγραφικώς και παρέχει, καθότι περιορισμένων διαστάσεων, τη δυνατότητα πραγματοποίησης της επιχείρησης με σχετικά περιορισμένο κόστος . Με την επιλογή αυτή, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που της παρέσχε το Συμβούλιο με το άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 1079/77 .
38 Επομένως στο όγδοο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι από την εξέταση της απόφασης της 25ης Φεβρουαρίου 1985 δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει έναντι των προσφευγουσών στην κύρια δίκη το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διατάξεις της 15ης Απριλίου 1985 το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, αποφαίνεται :
1 ) Η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατ' αποφάσεως κοινοτικού οργάνου, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, προσφυγής κατά πράξεως εθνικής αρχής περί εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής, με τον ισχυρισμό ότι η απόφαση είναι παράνομη .
2 ) Μια απόφαση όπως αυτή της 25ης Φεβρουαρίου 1985, με την οποία η Επιτροπή διέταξε την αμφισβητούμενη επιχείρηση, δεν θίγει τις αρχές της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, της γενικής ελευθερίας δράσεως και της ελευθερίας ανταγωνισμού .
3 ) Η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 καλύπτεται από την εξουσιοδότηση που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 4 του κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου .
4 ) Η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 επιδιώκει το στόχο της σταθεροποιήσεως των αγορών που προβλέπει το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), της Συνθήκης .
5 ) Το άρθρο 4 του κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου ανταποκρίνεται στην αρχή της νομιμότητας .
6 ) Από την εξέταση της απόφασης της 25ης Φεβρουαρίου 1985 δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας .
Full & Egal Universal Law Academy