ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 143/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Ο κανονισμός 649/78 αποσκοπεί στη διευκόλυνση της εκποίησης του πλεονάζοντος βουτύρου υπό μορφή συμπυκνωμένου βουτύρου προοριζόμενου για μαγειρική χρήση, με την πώλησή του σε μειωμένη τιμή προς άμεση κατανάλωση, υπό προϋποθέσεις που να εξασφαλίζουν ότι το βούτυρο δεν θα εκτραπεί από τον προορισμό του και που να διατηρούν, σε όλα τα στάδια της εμπορίας, τη διαφοροποίηση μεταξύ αυτού του βουτύρου και των άλλων μορφών βουτύρου που κυκλοφορούν στην κοινοτική αγορά.
Για την επίτευξη των στόχων αυτών, ο κανονισμός 649/78 προβλέπει την πώληση σε μειωμένη τιμή του πλεονάζοντος βουτύρου που προέρχεται από δημόσια ή ιδιωτικά αποθέματα, σε ποσότητες ίσες ή μεγαλύτερες του ενός τόνου, για την οποία ο αγοραστής συνιστά ασφάλεια μεταποιήσεως ίση προς 145 ΛΜ ανά 100 χιλιόγραμμα ( kg ), με την υποχρέωση να συμπυκνώσει και να συσκευάσει το βούτυρο εντός τεσσάρων εβδομάδων από την παραλαβή του.
Ο αρμόδιος οργανισμός κάθε κράτους μέλους είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο της τήρησης των κανόνων ποιότητας του βουτύρου ( άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο ), το οποίο, από την έξοδό του από τα αποθέματα μέχρι την παραλαβή του από το λιανικό εμπόριο, υπόκειται σε τελωνειακό ή ισοδύναμο διοικητικό έλεγχο (άρθρο 6), για να αποφευχθεί η εκτροπή του βουτύρου από τον προορισμό του, καθώς και σε επιτόπιο έλεγχο που διενεργείται κατά τη μεταποίηση και τη συσκευασία του ( άρθρο 7 ).
Τέλος, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτηπερίπτωση, του κανονισμού 649/78, όπως ίσχυε κατά το χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, «το συμπυκνωμένο βούτυρο πρέπει: ... να διατίθεται στο εμπόριο εντός κυτίων των 250 το πολύ γραμμαρίων, η εμφάνιση των οποίων να διασφαλίζει τη διαφοροποίηση μεταξύ (της συσκευασίας) του συμπυκνωμένου βουτύρου και (της συσκευασίας) του συνήθους βουτύρου, και τα οποία να φέρουν στην άνω επιφάνεια με γράμματα... τουλάχιστον 5 χιλιοστομέτρων μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενδείξεις: “ Beurre concentré pour la cuisine ”, “ Butterschmalz ” ή “ Butterreinfett ”, “ Burro concentrato da cucina ” ... ( συμπυκνωμένο βούτυρο μαγειρικό ) ».
Η ασφάλεια μεταποιήσεως, την οποία συνιστά ο αγοραστής, ελευθερώνεται, πλην περιπτώσεων ανωτέρας βίας, μόνο για τις ποσότητες του βουτύρου που μεταποιήθηκε και συσκευάστηκε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του κανονισμού 649/78.
Κατ' εφαρμογή του κανονισμού αυτού, η εταιρία Nicolas Corman αγόρασε, βάσει πέντε συμβάσεων, από το Office belge de l'économie et de l'agriculture ( Βελγική Υπηρεσία Οικονομίας και Γεωργίας) (στο εξής: το OBE Α), μεταξύ 25ης Μαρτίου 1978 και 19ης Φεβρουαρίου 1979, 210 τόνους βουτύρου, καταβάλλοντας τη μειωμένη τιμή και συνιστώντας ασφάλειες μεταποιήσεως. Οι ασφάλειες που αναφέρονταν σε δύο απ' αυτές τις συμβάσεις, συνολικού ύψους 7633440 φράγκων, ελευθερώθηκαν από το ΟΒΕΑ το Σεπτέμβριο 1979. Αντιθέτως, οι ασφάλειες οι σχετικές με τις άλλες τρεις συμβάσεις, συνολικού ύψους 7097160 φράγκων, εισπράχτηκαν στις 8 Ιανουαρίου 1982 από το ΟΒΕΑ, το οποίο αρνήθηκε να τις ελευθερώσει, αφού οι υπηρεσίες της Επιτροπής του γνωστοποίησαν την άποψη τους, ότι δηλαδή η εταιρία Corman δεν είχε εφαρμόσει ορθώς τις προδιαγραφές του άρθρου 5 του κανονισμού 649/78. Η μη συμμόρφωση προς τις εν λόγω διατάξεις συνίστατο στο γεγονός ότι η εταιρία Corman αποτύπωσε, κατά τη συσκευασία του βουτύρου, τις υποχρεωτικές ενδείξεις πάνω σε κινητό φύλλο χαρτιού με μεταλλικό επίστρωμα, το οποίο τοποθέτησε ανάμεσα στο βούτυρο και στο διαφανές επικάλυμμα, με το οποίο κλείνει το κυτίο, ενώ οι ενδείξεις αυτές έπρεπε να αποτυπώνονται στην άνω επιφάνεια του επικαλύμματος.
Στις 22 Νοεμβρίου 1982, η Corman ενήγαγε το ΟΒΕΑ ενώπιον του Tribunal de première instance των Βρυξελλών, ζητώντας να καταδικαστεί στην καταβολή των ασφαλειών που είχαν καταπέσει υπέρ του εν λόγω οργανισμού στις 8 Ιανουαρίου 1982.
Από την άλλη πλευρά, το ΟΒΕΑ ζήτησε με ανταγωγή να καταδικαστεί η εταιρία Corman να του αποδώσει το ποσό των ασφαλειών που είχαν ελευθερωθεί, με την αιτιολογία ότι είχαν ελευθερωθεί κακώς το Σεπτέμβριο 1979.
Το Tribunal de première instance των Βρυξελλών έκρινε ότι η επίλυση της διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Corman και του ΟΒΕΑ θέτει ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78.
Με απόφαση της 8ης Μαΐου 1985, ανέβαλε, κατά συνέπεια, την έκδοση οριστικής αποφάσεως και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί του εξής ερωτήματος:
« Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 1978 έχει την έννοια ότι η συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου σε κυτία των 250 γραμμαρίων, που περιλαμβάνουν επικάλυμμα από διαφανές πλαστικό, διά μέσου του άνω μέρους του οποίου φαίνονται οι ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός, οι οποίες αποτυπώνονται επί φύλλου που είναι εφαρμοσμένο εσωτερικά πάνω στο ίδιο το βούτυρο, είναι απολύτως νόμιμη, αν ληφθεί υπόψη ο σκοπός της κανονιστικής ρύθμισης; »
2.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, δυνάμει του άρθρου 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η ενάγουσα στην κύρια δίκη SA Nicolas Corman et fils, εκπροσωπούμενη από τους Vandersanden και L. Defalque, δικηγόρους Βρυξελλών, το εναγόμενο στην κύρια δίκη, Office belge de l'économie et de l'agriculture, εκπροσωπούμενο από τον Fruy, δικηγόρο Βρυξελλών, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Di Sorasio, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο τέταρτο τμήμα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφασίστηκε να αρχίσει η προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Ωστόσο, κλήθηκε η Επιτροπή να παράσχει γραπτές παρατηρήσεις σχετικά με την πρακτική που ακολουθούν οι άλλες επιχειρήσεις στα διάφορα κράτη μέλη ως προς το ζήτημα που θέτει το εθνικό δικαστήριο.
Η Επιτροπή ικανοποίησε αυτό το αίτημα εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Η ενάγουσα και αντεναγομένη στην κύρια δίκη, εταιρία Corman et fils, παρατηρεί ότι η συσκευασία που χρησιμοποίησε αποτελούνταν από τρία στοιχεία:
—
το κύριο σώμα του κυτίου, από πλαστικό
—
ένα φύλλο χαρτιού, που εφαρμόζεται πάνω στο συμπυκνωμένο βούτυρο, και
—
ένα διαφανές πλαστικό επικάλυμμα που τοποθετείται πάνω από το κυτίο και το φύλλο χαρτιού,
και ότι οι ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός αποτυπώνονταν πάνω στο φύλλο χαρτιού που ήταν εφαρμοσμένο πάνω στο συμπυκνωμένο βούτυρο και μπορούσαν να διαβαστούν διά μέσου του διαφανούς πλαστικού επικαλύμματος που βρισκόταν πάνω στο κυτίο.
Διαβεβαιώνει ότι η πρακτική που ακολουθούσε έχει εγκριθεί από διάφορα υπουργεία και το ΟΒΕΑ χωρίς καμία επιφύλαξη και ότι η συσκευασία την οποία χρησιμοποίησε έχει πραγματοποιηθεί υπό τον κοινό έλεγχο του Office national du lait (Εθνικής Υπηρεσίας Γάλακτος ) και του ΟΒΕΑ, δεδομένου ότι για την κάθε συσκευασία έχει εκδοθεί πιστοποιητικό πιστότητας υπογραφόμενο από τους δύο αυτούς οργανισμούς.
Ως προς την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78, η ενάγουσα παρατηρεί ότι το ΟΒΕΑ, συμμεριζόμενο την άποψη του ΕΓΤΠΕ, υποστηρίζει ότι οι ενδείξεις που επιβάλλονται από τον κανονισμό πρέπει να αποτυπώνονται στην επάνω πλευρά του επικαλύμματος και ότι δεν αρκεί να είναι διαφανές το επικάλυμμα ώστε να καθιστά δυνατή την ανάγνωση των εν λόγω ενδείξεων, όταν βρίσκονται πάνω σε πλαστικό φύλλο εφαρμοσμένο πάνω στο συμπυκνωμένο βούτυρο.
Υποστηρίζει ότι με την ερμηνεία αυτή το ΟΒΕΑ προβάλλει μια αξίωση που δεν στηρίζεται στην οικεία κανονιστική ρύθμιση, διότι η τελευταία αναφέρεται στην « άνω επιφάνεια » της συσκευασίας του βουτύρου, στη μνεία δηλαδή που πρέπει να αποτυπώνεται σ' αυτή την όψη, καταρχήν δηλαδή πάνω στην ίδια τη συσκευασία και όχι πάνω στο επικάλυμμα που ενδεχομένως υπάρχει, και διότι ο ορισμός της λέξης « κυτίο » δεν υποδηλώνει κατ' ανάγκη τη χρήση επικαλύμματος.
Θεωρεί ότι μ' αυτό τον τρόπο, αν τοποθετείται επικάλυμμα στην άνω επιφάνεια της συσκευασίας του κυτίου, πράγμα που δεν απαγορεύεται, τηρείται η κανονιστική ρύθμιση και διαφυλάσσεται το συμφέρον των καταναλωτών, αρκεί οι προβλεπόμενες ενδείξεις να είναι απόλυτα ευανάγνωστες, πράγμα που δεν αμφισβητείται εν προκειμένω.
Σχετικά παρατηρεί ότι είναι αναμφισβήτητο ότι δεν έχει σημειωθεί καμία απάτη για οποιοδήποτε μέρος από το σύνολο των συμβάσεων που έχει συνάψει και ότι η συσκευασία που χρησιμοποίησε καθιστούσε δυσχερέστερη την ενδεχόμενη διάπραξη απάτης, διότι θα ήταν ευκολότερο να αντικατασταθεί ένα τυπωμένο επικάλυμμα με άλλο από το να επιχειρηθεί να αφαιρεθεί το φύλλο χαρτιού, με κίνδυνο να ρυπανθεί το συμπυκνωμένο βούτυρο, πάνω στο οποίο είναι εφαρμοσμένο το φύλλο αυτό.
Επιπλέον, θα χρειαζόταν πολύ μεγαλύτερος αριθμός ενεργειών για να διαπραχθεί απάτη στο σύστημα που εφαρμόζει αυτή από ό,τι θα χρειαζόταν στην περίπτωση μιας άλλης συσκευασίας, εφόσον θα έπρεπε να αφαιρεθεί το διαφανές επικάλυμμα, να αφαιρεθεί το εφαρμοσμένο φύλλο χαρτιού χωρίς να αλλοιωθεί το βούτυρο, να τοποθετηθεί πάνω σ' αυτό άλλο φύλλο και να ξανατοποθετηθεί πάνω στο κυτίο το διαφανές επικάλυμμα, εφόσον βέβαια δεν έχει υποστεί βλάβη από τους χειρισμούς αυτούς. Προκύπτει, άλλωστε, σαφώς από τις αιτιολογικές σκέψεις του ίδιου του κανονισμού ότι πρέπει να αποφεύγονται οι κίνδυνοι διαπράξεως απάτης με την εμπορία σε κυτία, δεδομένου ότι η όγδοη αιτιολογική σκέψη αναφέρει « ότι πρέπει να διασφαλισθεί, καθ' όλα τα στάδια εμπορίας, η διαφοροποίηση μεταξύ του βουτύρου που διατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και των λοιπών βουτύρων ότι προς το σκοπό αυτό, πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις σχετικά με τη σύσταση, τη διαφοροποίηση του συμπυκνωμένου βουτύρου ( από τα λοιπά βούτυρα και τη συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου ) σε μικρά κυτία». Καθίσταται επομένως σαφές ότι, εφόσον γίνεται η συσκευασία σε μικρά κυτία, δεν έχει σημασία αν η ένδειξη « συμπυκνωμένο βούτυρο » αποτυπώνεται πάνω σε χαρτί που μπορεί να αναγνωστεί διά μέσου διαφανούς επικαλύμματος ή πάνω στο ίδιο το επικάλυμμα.
Τέλος, κατά την εταιρία Corman, δεν προκύπτει καθόλου από το κείμενο της κανονιστικής ρύθμισης ότι οι υποχρεωτικές ενδείξεις πρέπει να αποτυπώνονται πάνω στο ίδιο το επικάλυμμα του κυτίου και όχι πάνω σε φύλλο χαρτιού εφαρμοσμένο στο συμπυκνωμένο βούτυρο και αναγνώσιμο διά μέσου διαφανούς επικαλύμματος.
Σχετικώς παρατηρεί ότι η αντίθετη άποψη θα οδηγούσε τελικά σε άτοπα αποτελέσματα, εφόσον, αν η συσκευασία εμφανιζόταν χωρίς το διαφανές επικάλυμμα αλλά μόνο με το εφαρμοσμένο πάνω στο βούτυρο αλουμινόχαρτο, η συσκευασία θα ήταν σύμφωνα προς τις επιθυμίες του ΕΓΤΠΕ, διότι το αλουμινόχαρτο θα επείχε θέση επικαλύμματος.
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, η εταιρία Corman προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο υποβαλλόμενο ερώτημα:
« Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι η συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου σε κυτία των 250 γραμμαρίων, που περιλαμβάνει ένα διαφανές πλαστικό επικάλυμμα, διά μέσου του άνω μέρους του οποίου εμφαίνονται οι ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός αποτυπωμένες επί φύλλου τοποθετημένου εσωτερικά πάνω στο ίδιο το βούτυρο, είναι απολύτως νόμιμη ενόψει της κανονιστικής ρυθμίσεως. »
2.
Το ΟΒΕΑ, εναγόμενο και αντενάγον στην κύρια δίκη, θεωρεί ότι κακώς η εταιρία Corman υποστηρίζει ότι η λέξη « να φέρουν » πρέπει να συνδεθεί συντακτικά με το υποκείμενο « βούτυρο » και όχι με το ουσιαστικό « κυτία » άλλωστε, το ολλανδικό και το γερμανικό κείμενο δεν αφήνουν επ' αυτού κανένα περιθώριο αμφιβολίας, χρησιμοποιώντας τις εκφράσεις « waarop op de bovenkant » και « auf der Oberseite der Verpackung ».
Το OBEA παρατηρεί ότι ναι μεν είναι ακριβές ότι το κυτίο, το οποίο ορίζεται στο λεξικό ως « μικρό δοχείο προς πόση χωρίς πόδια ή λαβή », δεν είναι υποχρεωτικό να φέρει επικάλυμμα, αλλά παραμένει ωστόσο γεγονός ότι, από τη στιγμή που γίνεται δεκτός αυτός ο τρόπος κλεισίματος, η άνω επιφάνεια του κυτίου είναι η εξωτερική όψη του επικαλύμματος, ούτως ώστε οι ενδείξεις που επιβάλλονται από τον κανονισμό να πρέπει να αποτυπώνονται πάνω σ' αυτή την όψη και όχι κάτω από απ' αυτή.
Κατά το ΟΒΕΑ, η αυστηρή ερμηνεία της επίμαχης διάταξης ανταποκρίνεται στη διττή μέριμνα, αφενός, να επιτευχθούν οι στόχοι που επιδιώκονται από την κανονιστική ρύθμιση και, αφετέρου, να διασφαλιστεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των επιχειρηματιών της Κοινότητας, χωρίς να μένουν περιθώρια νοθεύσεως του ομαλού ανταγωνισμού.
Φρονεί ότι η στενή αυτή ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, διότι ο σκοπός του κανονισμού 649/78, που έγκειται στη δημιουργία νέων δυνατοτήτων εκποιήσεως του βουτύρου με τη διευκόλυνση της μαγειρικής χρήσεως αυτού του προϊόντος στη θέση άλλων λιπαρών ουσιών, επιβάλλει να διαφοροποιείται αυτό το προϊόν, μέχρι το στάδιο της κατανάλωσης, ως προς τη συσκευασία του από άλλους τύπους βουτύρου που κυκλοφορούν στην αγορά των κρατών μελών, κατά τρόπο εύληπτο τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τα όργανα που είναι αρμόδια να ελέγχουν τη χρήση και τον προορισμό του βουτύρου.
Το ΟΒΕΑ φρονεί ότι η τεχνική που χρησιμοποίησε η εταιρία Corman είναι τέτοια που μπορεί να διευκολύνει την απάτη, διότι είναι λιγότερο δαπανηρό να αντικατασταθεί ή και να αφαιρεθεί εντελώς το παρένθετο φύλλο χαρτιού με μεταλλικό επίστρωμα από το να αντικατασταθεί το επικάλυμμα, με το οποίο κλείνει το κυτίο' επισημαίνει δε ότι η εταιρία Corman δεν αρνείται ότι πώλησε σε γερμανό χονδρέμπορο ορισμένη ποσότητα βουτύρου που είχε αγοράσει σε μειωμένη τιμή στο πλαίσιο του κανονισμού 649/78, αφού αντικατέστησε το αρχικό παρένθετο φύλλο με άλλο φύλλο χαρτιού με μεταλλικό επίστρωμα, που έφερε τις ενδείξεις που επιβάλλουν οι γερμανικές αρχές.
Τέλος, το ΟΒΕΑ αποκρούει τον ισχυρισμό ότι έχει εγκρίνει τον τύπο της συσκευασίας που χρησιμοποιεί η εταιρία Corman και υποστηρίζει ότι η τελευταία αναγκάστηκε να επιλέξει αυτή την τεχνική την οποία εφάρμοσε, διότι δεν είχε την τεχνική δυνατότητα να χρησιμοποιήσει άλλο τρόπο κλεισίματος.
Το ΟΒΕΑ προτείνει επομένως να δοθεί η εξής απάντηση στο υποβαλλόμενο ερώτημα:
« Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 1978 έχει την έννοια ότι η συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου σε κυτία των 250 γραμμαρίων, που περιλαμβάνει ένα διαφανές πλαστικό επικάλυμμα, διά μέσου του άνω μέρους του οποίου εμφαίνονται οι ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός αποτυπωμένες επί φύλλου τοποθετημένου εσωτερικά πάνω στο ίδιο το βούτυρο, δεν ανταποκρίνονται στις επιταγές της κανονιστικής ρύθμισης. »
3.
Η Επιτροπή εκθέτει καταρχάς ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και των επαφών μεταξύ των υπηρεσιών της και του ΟΒΕΑ, υποστήριξε την άποψη ότι το σύστημα συσκευασίας που χρησιμοποιούσε η επιχείρηση Corman ενείχε τον κίνδυνο της διαπράξεως απάτης και ότι, κατά την έγκριση, στις 8 Φεβρουαρίου 1984, των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που είχε υποβάλει το Βέλγιο για τα οικονομικά έτη 1978 και 1979, αρνήθηκε, σε σχέση με τις επίδικες συναλλαγές, την ανάληψη εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ των ελευθερώσεων των ασφαλειών που είχαν επιτραπεί κατ' εφαρμογή του κανονισμού 649/78.
Η Επιτροπή συνεχίζει τις παρατηρήσεις της εκθέτοντας τους στόχους του κανονισμού 649/78 και τα μέσα για την επίτευξη τους. Παρατηρεί ότι ο κανονισμός αυτός εντάσσεται στο πλαίσιο πολυάριθμων μέτρων που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της εκποίησης των γαλακτοκομικών προϊόντων και ειδικότερα του βουτύρου. Επιτρέπεται έτσι στα κράτη μέλη και για περιορισμένες ποσότητες τόσο να διαθέτουν στην αγορά πωλώντας σε μειωμένη τιμή βούτυρο που διατηρούν στα αποθέματα παρεμβάσεως, όσο και να χορηγούν ενίσχυση ισόποση προς την επιτρεπόμενη μείωση τιμής για το βούτυρο παρεμβάσεως, για το βούτυρο υπό ιδιωτική αποθεματοποίηση (άρθρα 1 έως 3).
Τονίζει ότι το οικονομικό πλεονέκτημα που παρέχεται μ' αυτό τον τρόπο πρέπει να μετα-κυλίεται μέχρι το στάδιο της λιανικής πωλήσεως (άρθρο 10), ώστε να προσπορίζει πράγματι όφελος στον καταναλωτή.
'Εχει επομένως σημασία, για την επίτευξη αυτών των στόχων, το βούτυρο που πωλείται σε μειωμένη τιμή να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλους προορισμούς.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο κανονισμός 649/78 περιέχει δύο τύπους διατάξεων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της ορθής χρήσης του επιδοτούμενου προϊόντος στο στάδιο της τελικής κατανάλωσης.
—
Πρώτον, τις διατάξεις που αφορούν την υποχρέωση συμπυκνώσεως του βουτύρου που αγοράζεται σε μειωμένη τιμή ή τυγχάνει της ενισχύσεως, με τη διαδικασία της τήξεως ( άρθρο 4, παράγραφος 1, και άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2), η οποία έχει ως αποτέλεσμα το προϊόν που προκύπτει να μην έχει πλέον, στη νέα του μορφή, τη χαρακτηριστική γεύση του βουτύρου, να αποκτά διαφορετική συνοχή από αυτή του βουτύρου και κρυσταλλική όψη, που το καθιστά ακατάλληλο προς κατανάλωση, αν δεν αναμιχθεί προηγούμενα με άλλα τρόφιμα.
—
Δεύτερον, τις διατάξεις που προβλέπουν, αφενός, ότι, κατά τις εργασίες της συμπυκνώσεως, ενσωματώνονται ιχνηθέτες που μπορούν εύκολα να εντοπισθούν με χημική ανάλυση ( άρθρο 5, παράγραφος 2 ) και ορίζουν, αφετέρου, ειδικούς όρους ως προς τη συσκευασία. Σχετικώς παρατηρεί' ότι το βούτυρο που εξάγεται από τα αποθέματα πρέπει αρχικά να παραμείνει στην αρχική του συσκευασία, η οποία να φέρει την ένδειξη « Beurre destiné à être transformé en beurre concentré [règlement ( CEE ) no 649/78 ] » - « βούτυρο προοριζόμενο να μεταποιηθεί σε συμπυκνωμένο βούτυρο ( κανονισμός ( ΕΟΚ ) 649/78 » -(άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2), ότι το συμπυκνωμένο βούτυρο πρέπει « να διατίθεται στο εμπόριο εντός κυτίων των 250 το πολύ γραμμαρίων» (τώρα 500 γραμμαρίων), κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, και ότι έτσι συσκευασμένο σε κυτία πρέπει να παραμείνει μέχρι το στάδιο της λιανικής πωλήσεως εντός συσκευασιών που φέρουν την ίδια ένδειξη με τα κυτία, συνοδευόμενη από τη μνεία του κανονισμού 649/78 (άρθρο 9, παράγραφος 3 ).
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η τήρηση του συνόλου των εν λόγω προϋποθέσεων εξασφαλίζεται ιδίως με επιτόπιους ελέγχους καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών μεταποιήσεως του βουτύρου σε συμπυκνωμένο βούτυρο και συσκευασίας του ίδιου προϊόντος σε κυτία (άρθρο 7) οι ίδιες αυτές εργασίες πρέπει να πραγματοποιηθούν εντός προθεσμίας 4 εβδομάδων από την παραλαβή του βουτύρου παρεμβάσεως ή από την παραλαβή της γνωστοποίησης λήψεως της αίτησης του συνάψαντος τη σύμβαση ιδιωτικής αποθεματοποιήσεως ( άρθρο 4 ).
Προσθέτει ότι μετά τη φάση της συσκευασίας ακολουθούν οι τελωνειακοί ή διοικητικοί έλεγχοι που καλύπτουν όλο το χρονικό διάστημα από την έξοδο από τα αποθέματα μέχρι την παραλαβή από το λιανικό εμπόριο ( άρθρο 6 ), επιβάλλεται δε σε κάθε κάτοχο του προϊόντος η υποχρέωση να τηρεί ειδικούς λογαριασμούς ( άρθρο 8 ).
Εκθέτει ότι η κύρωση σε περίπτωση μη τηρήσεως μιας από τις διατάξεις του κανονισμού συνίσταται:
—
στη μη καταβολή της ενίσχυσης για το βούτυρο ιδιωτικής αποθεματοποίησης ( άρθρο 3, παράγραφος 3 ), δεδομένου ότι για την είσπραξη της απαιτείται να προσκομιστεί η απόδειξη ότι τηρήθηκαν οι όροι του ελέγχου, μέχρι να διαπιστωθεί ότι το προϊόν κατέληξε στην προβλεπόμενη χρήση και/ή προορισμό [άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β ) ], πλην περιπτώσεων ανωτέρας βίας [άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο α ) ],
—
στην απώλεια της συσταθείσας ασφάλειας, όταν πρόκειται για βούτυρο παρεμβάσεως που πωλήθηκε σε μειωμένη τιμή ( άρθρο 2, παράγραφος 3 ).
Όσον αφορά την οικονομική επίπτωση της ρυθμίσεως που εκτέθηκε, η Επιτροπή αναφέρει ότι αυτή προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του εκτιμώμενου ύψους της τιμής πωλήσεως του συμπυκνωμένου βουτύρου που επιδοτείται (μέσω μειώσεως της τιμής ή ενισχύσεως) δυνάμει του κανονισμού 649/78, αφενός, και της εκτιμώμενης τιμής κόστους του ίδιου προϊόντος όταν παρασκευάζεται χωρίς ενίσχυση από βούτυρο της αγοράς, αφετέρου η διαφορά τιμής, αναλόγως του αν το προϊόν επιδοτείται ή όχι, ανέρχεται σε 207 περίπου ΕΝΜ/100 kg.
Η Επιτροπή θεωρεί επομένως ότι ένα τέτοιο πλεονέκτημα είναι υπεραρκετό για να έχουν οι επιχειρηματίες οικονομικό συμφέρον να χρησιμοποιούν το συμπυκνωμένο βούτυρο για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
Θεωρεί εξάλλου βέβαιο ότι οι προδιαγραφές του κανονισμού 649/78 ως προς τη συσκευασία συνιστούν ουσιώδες στοιχείο του μηχανισμού που αποσκοπεί στην αποφυγή της εκτροπής του συμπυκνωμένου βουτύρου προς σκοπούς άλλους από τους προβλεπόμενους. Φρονεί ότι από τη στιγμή που λήγει ο επιτόπιος έλεγχος, ο οποίος ισχύει για τις εργασίες της συμπύκνωσης και συσκευασίας, 'η υλική διαφοροποίηση του προϊόντος εξασφαλίζεται — πέρα από το διοικητικό και τελωνειακό έλεγχο — από την ειδική μορφή της συσκευασίας του. Κάθε παρέκκλιση από τις σχετικές προδιαγραφές του κανονισμού που θα μείωνε την επιδιωκόμενη εμφανή διαφοροποίηση πρέπει επομένως, κατά την Επιτροπή, να θεωρείται ότι αντιβαίνει προς την κοινοτική διάταξη και τον πρωταρχικό της στόχο, που είναι η αποφυγή της ανεπιθύμητης χρήσης του προϊόντος.
Ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υποβαλλόμενο ερώτημα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η συσκευασία που χρησιμοποιεί η εταιρία Corman δεν είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 5 του κανονισμού 649/78. Θεωρεί ότι το κείμενο αυτής της διάταξης είναι αρκετά σαφές, ώστε να προκύπτει από την ανάγνωσή του και μόνο ότι πράγματι η άνω επιφάνεια του κυτίου πρέπει να φέρει τις προβλεπόμενες ενδείξεις.
Φρονεί ότι, λόγω της συσκευασίας που χρησιμοποιεί η εταιρία Corman, ο ίδιος ο χαρακτηρισμός του προϊόντος που προκύπτει από την ένδειξη « συμπυκνωμένο βούτυρο μαγειρικό » θα μπορούσε να εξαφανιστεί εντελώς με μια απλή ενέργεια που συνίσταται στην αφαίρεση του φύλλου που είναι τοποθετημένο κάτω από το επικάλυμμα του κυτίου, δεδομένου ότι και στην περίπτωση ακόμη που, αν ληφθεί υπόψη το μέγεθος των συσκευασιών, μια τέτοια εργασία μπορεί να απαιτήσει πρόσθετο κόστος, το οικονομικό όφελος της επιδότησης είναι τέτοιο ώστε ο κίνδυνος να παραμένει υπαρκτός.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το Δικαστήριο, ιδίως σε περιπτώσεις αμφισβητήσεως εκ μέρους κρατών μελών των αποφάσεων σχετικών με την εκκαθάριση λογαριασμών, έχει παγίως δεχτεί την ανάγκη αυστηρής τηρήσεως του συνόλου των εφαρμοστέων κανονιστικών διατάξεων, χωρίς να εξετάζει την ενδεχόμενη αποτελεσματικότητα ή πρακτική χρησιμότητα μέτρων που είναι ανάλογα αλλά όχι τα ίδια με εκείνα που προβλέπονται από τις κοινοτικές διατάξεις ( απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981, υπόθεση 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 21, ειδικότερα σκέψεις 8 και 10, σσ. 34 και 35 ).
Προσθέτει ότι, οσάκις πρόκειται για ερμηνεία κανόνων κοινοτικού δικαίου που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδόματος στους επιχειρηματίες για κάποιο γεωργικό προϊόν στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης αγορών, το Δικαστήριο έχει τονίσει ιδιαίτερα την ανάγκη να ερμηνεύονται στενά οι διατάξεις αυτές, διότι η ανοχή κάποιων περιθωρίων εκτιμήσεως ως προς κάποιες από τις προϋποθέσεις που κανονικά επιβάλλονται θα ισοδυναμούσε με εύνοια προς ορισμένους επιχειρηματίες εις βάρος άλλων, δημιουργώντας έτσι στρέβλωση του ανταγωνισμού.
Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο έχει αποκρούσει σαφώς, με την προηγούμενη νομολογία του, την προσφυγή σε ευρεία ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων από ένα κράτος μέλος, η οποία ευνοεί τους δικούς του επιχειρηματίες, οι οποίοι υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις από ό,τι οι επιχειρηματίες άλλων κρατών μελών (αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 11/76, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 245, ειδικότερα σκέψη 9, σ. 279 της 19ης Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 18/76, Γερμανία κατά Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 343, ειδικότερα σκέψη 8, σ. 384).
Θεωρεί γενικότερα ότι η ευρεία ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων, και όταν ακόμη δεν περιορίζεται σε ένα κράτος μέλος, όταν καταλήγει στο να απαλλάσσει εκ των προτέρων ορισμένους επιχειρηματίες από την υποχρέωση τηρήσεως μιας οποιασδήποτε από τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, θα επέσυρε την ίδια αιτίαση περί άνισης μεταχειρίσεως. Φρονεί ότι, με επιφύλαξη ενδεχομένως προϋποθέσεων καθαρά τυπικών, η τήρηση των οποίων δεν θα συνεπαγόταν αισθητό κόστος ή φόρτο για το σύνολο των επιχειρηματιών, κάθε ελάφρυνση από τις υποχρεώσεις που βαρύνουν ορισμένους από αυτούς θα τους ευνοούσε ανεπίτρεπτα σε σύγκριση με εκείνους που επιδίδονται στον ίδιο τύπο συναλλαγών λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για να τηρήσουν πράγματι τις επιβαλλόμενες προϋποθέσεις.
Κατά την Επιτροπή, είναι σαφές εν προκειμένω ότι οι διατάξεις του κανονισμού 649/78 οι σχετικές με τη συσκευασία δεν έχουν τυπικό απλώς χαρακτήρα και ότι οι επιχειρήσεις που επιδίδονται σ' αυτές τις συναλλαγές οφείλουν να διαθέτουν τις αναγκαίες εγκαταστάσεις και τον αναγκαίο εξοπλισμό για να εξασφαλίζουν τη συσκευασία που προβλέπει ο κανονισμός.
Εξάλλου, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το Δικαστήριο έχει παγίως τονίσει ότι οι κοινοτικοί κανόνες που διέπουν τη χορήγηση επιδομάτων για τη χρήση γεωργικών προϊόντων, στο πλαίσιο κοινών οργανώσεων αγοράς, πρέπει να ερμηνεύονται σε συνάρτηση με τους στόχους που επιδιώκουν και ειδικότερα έτσι ώστε να εξασφαλίζουν μια χρήση του προϊόντος σύμφωνη προς την προβλεπόμενη. Αυτό έχει αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς μια άλλη διάταξη του προϊσχύσαντος κανονισμού 349/73, που αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 649/78 (απόφαση της 29ης Απριλίου 1982, Pommerehnke και άλλοι κατά Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 66 και 99/81, Συλλογή 1982, σ. 1363 ), διάταξη που — αντίθετα προς τη διάταξη του κανονισμού 649/78 - δεν ήταν απολύτως σαφής, κρίνοντας ότι οι προϋποθέσεις του κανονισμού πρέπει να ερμηνεύονται έτσι ώστε «να αποκλεισθεί κάθε δυνατότητα εκτροπής (του βουτύρου) από τον προβλεπόμενο προορισμό του» (σκέψη 14).
Κατά την Επιτροπή δε, η ερμηνεία την οποία προτείνει παρίσταται επιβεβλημένη, πολλώ μάλλον που στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως το επίμαχο κείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 είναι σαφές.
Η Επιτροπή προτείνει επομένως να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal de première instance των Βρυξελλών:
« Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 649/78 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι οι ενδείξεις που εμφαίνονται πάνω στο κυτίο που περιέχει συμπυκνωμένο βούτυρο πρέπει να αποτυπώνονται επί της άνω επιφάνειας του εν λόγω κυτίου και όχι επί φύλλου τοποθετημένου κάτω από το επικάλυμμα του κυτίου. »
III — Απάντηση της Επιτροπής στο αίτημα του Δικαστηρίου περί παροχής πληροφοριών
Η Επιτροπή αναφέρει, σχετικά με τις πωλήσεις συμπυκνωμένου βουτύρου που επιτράπηκαν και πραγματοποιήθηκαν στη Γαλλία, την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν στη διάθεση τους οι υπηρεσίες της, η υποχρεωτική ένδειξη που πρέπει να εμφαίνεται πάνω στα κυτία συμπυκνωμένου βουτύρου ( αντιστοίχως « Beurre concentré pour la cuisine » και « Butteroil for cooking » ) αποτυπωνόταν πράγματι πάνω στο επικάλυμμα των χρησιμοποιουμένων συσκευασιών, καθώς και στη μεγάλη πλάγια όψη τους στην περίπτωση των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου το συμπυκνωμένο βούτυρο διετίθετο στο εμπόριο σε παραλληλεπίπεδες «barquettes» των 250 γραμμαρίων. Στην Ιρλανδία, παρά τη ληφθείσα άδεια, δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία πώληση συμπυκνωμένου βουτύρου προς κατανάλωση.
Όσον αφορά το βούτυρο που πωλείται στη Γερμανία, χώρα στην οποία πραγματοποιείται ο κύριος όγκος των πωλήσεων συμπυκνωμένου βουτύρου, το μεγαλύτερο τμήμα της ποσότητας για την οποία είχε δοθεί άδεια μεταποιήθηκε και συσκευάστηκε, χωρίς να ανακύψουν δυσχέρειες σχετικά με τις προδιαγραφές που προβλέπει ο κανονισμός ως προς τη συσκευασία και την εμφάνιση του συμπυκνωμένου βουτύρου, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχουν στην κατοχή τους οι υπηρεσίες της Επιτροπής, που δείχνουν ότι η υποχρεωτική ένδειξη ( « Butterschmalz » ή « Butterreinfett » ) ήταν όντως αποτυπωμένη πάνω στο επικάλυμμα των συσκευασιών.
Σχετικά με το Βέλγιο, η Επιτροπή αναφέρει ότι ένα πολύ μικρό τμήμα των ποσοτήτων για τις οποίες είχε δοθεί άδεια μεταποιήθηκε και συσκευάστηκε στη χώρα αυτή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν ανακοινωθεί προφορικά από το ΟΒΕΑ στις υπηρεσίες της, πρόκειται για 200 περίπου τόνους βουτύρου που διατέθηκαν προς κατανάλωση από τρεις διαφορετικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και η SA Nicolas Corman. Η Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι δεν έχει στη διάθεσή της κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την πλήρη τήρηση των διατάξεων του κανονισμού σχετικά με τη συσκευασία εκ μέρους των δύο άλλων επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στο Βέλγιο.
Κ. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 8ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 143/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de première instance των Βρυξελλών προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
SA Nicolas Corman et fils
και
Office belge de l'économie et de l'agriculture ( OBEA ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1978, περί πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου παρεμβάσεως που προορίζεται για άμεση κατανάλωση υπό μορφή συμπυκνωμένου βουτύρου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/020, σ. 177 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans και G. G Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Ρ. Heim
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η ενάγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους G. Vandersanden και L. Defalque,
—
η εναγομένη στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Fruy,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την D. Sorasio, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όπως συμπληρώθηκε μετά την προφορική διαδικασία της 28ης Μαΐου 1986, και
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με απόφαση της 8ης Μαΐου που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Μαΐου 1985, το Tribunal de première instance των Βρυξελλών υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1978, περί πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου παρεμβάσεως που προορίζεται για άμεση κατανάλωση υπό μορφή συμπυκνωμένου βουτύρου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/020, σ. 177).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της SA Nicolas Corman et fils (στο εξής: Corman) και του Office belge de l'économie et de l'agriculture (στο εξής: OBEA), βελγικού οργανισμού παρεμβάσεως, σχετικά με την ελευθέρωση ορισμένων ποσών που αντιπροσώπευαν ασφάλειες μεταποιήσεως και συσκευασίας του βουτύρου παρεμβάσεως, συμφώνως προς τις διατάξεις του κανονισμού 649/78.
3
Ο κανονισμός 649/78 έχει ως σκοπό, όπως εξηγείται με τις αιτιολογικές του σκέψεις, να ευνοήσει την εκποίηση του βουτύρου παρεμβάσεως, θέτοντας στη διάθεση των καταναλωτών συμπυκνωμένο βούτυρο προοριζόμενο για μαγειρική χρήση, χωρίς όμως να μπορεί η εκποίηση αυτή να οδηγήσει σε εκτροπή από τον προβλεπόμενο προορισμό του βουτύρου, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει διαταραχές στην αγορά του.
4
Για να εξασφαλίζεται η διαφοροποίηση, σε όλα τα στάδια της εμπορίας, του εκποιούμενου βουτύρου παρεμβάσεως και των άλλων βουτύρων που κυκλοφορούν στην κοινοτική αγορά, ο κανονισμός 649/78 θεσπίζει, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση του αγοραστή να συμπυκνώνει και να συσκευάζει το βούτυρο, εντός τεσσάρων εβδομάδων από την παραλαβή, ακολουθώντας συγκεκριμένες προδιαγραφές. Ο αγοραστής οφείλει να συστήσει ασφάλεια που να εγγυάται την εκτέλεση της υποχρέωσης αυτής. Εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, η ασφάλεια αυτή ελευθερώνεται μόνο για τις ποσότητες βουτύρου που μεταποιήθηκε και συσκευάστηκε σύμφωνα με τον κανονισμό.
5
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78, όπως είχε κατά το χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, « το συμπυκνωμένο βούτυρο πρέπει να διατίθεται στο εμπόριο εντός κυτίων των 250 το πολύ γραμμαρίων, η εμφάνιση των οποίων να διασφαλίζει τη διαφοροποίηση μεταξύ ( της συσκευασίας ) του συμπυκνωμένου βουτύρου και ( της συσκευασίας ) του συνήθους βουτύρου, και τα οποία να φέρουν στην άνω επιφάνεια με γράμματα... τουλάχιστον 5 χιλιοστομέτρων μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενδείξεις: “ Beurre concentré pour la cuisine ”, “ Butterschmalz ” ή “ Butterreinfett ”, “ Burro concentrato da cucina ” ( συμπυκνωμένο βούτυρο μαγειρικό ) ».
6
Κατ' εφαρμογή του κανονισμού αυτού, η Corman αγόρασε, βάσει πέντε συμβάσεων, από το ΟΒΕΑ, μεταξύ 25ης Μαρτίου 1978 και 19ης Φεβρουαρίου 1979, 210 τόνους βουτύρου, καταβάλλοντας τη μειωμένη τιμή και συνιστώντας ασφάλειες μεταποιήσεως. Οι ασφάλειες που αναφέρονταν σε δύο από τις συμβάσεις αυτές ελευθερώθηκαν από το ΟΒΕΑ το Σεπτέμβριο 1979. Οι ασφάλειες οι σχετικές με τις άλλες τρεις συμβάσεις, αντιθέτως, εισπράχθηκαν στις 8 Ιανουαρίου 1982 από το ΟΒΕΑ, το οποίο αρνήθηκε να τις ελευθερώσει, αφού οι υπηρεσίες της Επιτροπής του γνωστοποίησαν ότι θεωρούσαν ότι η Corman δεν είχε εφαρμόσει ορθώς τις προδιαγραφές του προαναφερθέντος άρθρου 5, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρία περιέλαβε, κατά τη συσκευασία του βουτύρου, τις υποχρεωτικές ενδείξεις πάνω σε κινητό φύλλο χαρτιού με μεταλλικό επίστρωμα, το οποίο τοποθέτησε ανάμεσα στο βούτυρο και στο διαφανές επικάλυμμα, με το οποίο κλείνει το κυτίο, ενώ οι ενδείξεις αυτές έπρεπε να αποτυπώνονται στην άνω επιφάνεια του επικαλύμματος.
7
Στις 22 Νοεμβρίου 1982, η Corman ενήγαγε το ΟΒΕΑ ενώπιον του Tribunal de première instance των Βρυξελλών, ζητώντας να της καταβληθούν οι ασφάλειες που είχαν καταπέσει υπέρ του εν λόγω οργανισμού στις 8 Ιανουαρίου 1982. Το ΟΒΕΑ ζήτησε με ανταγωγή να καταδικαστεί η εταιρία Corman να του αποδώσει το ποσό των ασφαλειών που είχαν ελευθερωθεί, με την αιτιολογία ότι είχαν ελευθερωθεί κακώς.
8
Το Tribunal de première instance των Βρυξελλών έκρινε ότι η επίλυση της διαφοράς μεταξύ της Corman και του ΟΒΕΑ απαιτούσε την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78. Με απόφαση της 8ης Μαΐου 1985, ανέβαλε, κατά συνέπεια, την έκδοση οριστικής αποφάσεως και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί του εξής ερωτήματος:
«Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 1978 έχει την έννοια ότι η συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου σε κυτία των 250 γραμμαρίων, που περιλαμβάνουν επικάλυμμα από διαφανές πλαστικό, διά μέσου του άνω μέρους του οποίου φαίνονται οι ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός, οι οποίες αποτυπώνονται επί φύλλου που είναι εφαρμοσμένο εσωτερικά πάνω στο ίδιο το βούτυρο, είναι απολύτως νόμιμη, αν ληφθεί υπόψη ο σκοπός της κανονιστικής ρύθμισης; »
9
Η εταιρία Corman διευκρινίζει με τις παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η συσκευασία που χρησιμοποίησε αποτελούνταν από ένα πλαστικό κυτίο, από ένα φύλλο χαρτιού με μεταλλικό επίστρωμα εφαρμοσμένο επάνω στο συμπυκνωμένο βούτυρο και από ένα διαφανές πλαστικό επικάλυμμα που εφαρμόζεται πάνω από το κυτίο και το φύλλο χαρτιού και ότι οι ενδείξεις που υπήρχαν πάνω στο φύλλο χαρτιού σύμφωνα με τον κανονισμό μπορούσαν να αναγνωστούν διά μέσου του διαφανούς πλαστικού επικαλύμματος.
10
Η ενάγουσα φρονεί ότι, εφόσον τοποθετείται επικάλυμμα στην άνω επιφάνεια της συσκευασίας του κυτίου, πράγμα που δεν απαγορεύεται, και η κανονιστική ρύθμιση τηρείται και το συμφέρον των καταναλωτών διαφυλάσσεται, δεδομένου ότι οι ενδείξεις που επιβάλλονται από τον κανονισμό είναι απόλυτα ευανάγνωστες, πράγμα που δεν αμφισβητείται εν προκειμένω. Άλλωστε, η τεχνική που εφάρμοσε έχει εγκριθεί από το ΟΒΕΑ χωρίς καμιά επιφύλαξη, η δε συσκευασία την οποία χρησιμοποίησε έχει πραγματοποιηθεί υπό τον κοινό έλεγχο του Office national du lait ( Εθνικής Υπηρεσίας Γάλακτος ) και του ΟΒΕΑ, δεδομένου ότι για την κάθε συσκευασία έχει εκδοθεί πιστοποιητικό πιστότητας υπογραφόμενο από τους δύο οργανισμούς.
11
Η Corman υποστηρίζει ότι το ΟΒΕΑ, με την ερμηνεία κατά την οποία οι ενδείξεις που επιβάλλονται από τον κανονισμό πρέπει να περιλαμβάνονται στην άνω πλευρά του επικαλύμματος, προβάλλει αξίωση που δεν στηρίζεται στην οικεία κανονιστική ρύθμιση, αφενός, διότι η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στην « άνω επιφάνεια » της συσκευασίας του βουτύρου, δηλαδή στη μνεία που πρέπει να αποτυπώνεται πάνω σ' αυτή την όψη, άρα καταρχήν πάνω στην ίδια τη συσκευασία και όχι πάνω στο επικάλυμμα που ενδεχομένως υπάρχει, και, αφετέρου, διότι ο ορισμός της λέξης « κυτίο » δεν υποδηλώνει κατ' ανάγκη τη χρήση επικαλύμματος.
12
Τέλος, η Corman παρατηρεί ότι είναι αναμφισβήτητο ότι δεν έχει σημειωθεί καμία απάτη για οποιοδήποτε μέρος από το σύνολο των συμβάσεων που υπέγραψε και ότι η συσκευασία που χρησιμοποίησε καθιστούσε δυσχερέστερη την ενδεχόμενη διάπραξη απάτης, διότι θα ήταν ευκολότερο και λιγότερο δαπανηρό να αντικατασταθεί ένα τυπωμένο επικάλυμμα με άλλο από το να επιχειρηθεί να αφαιρεθεί το φύλλο χαρτιού, με κίνδυνο να ρυπανθεί το συμπυκνωμένο βούτυρο στο οποίο είναι εφαρμοσμένο το εν λόγω φύλλο, και να ξανατοποθετηθεί το επικάλυμμα.
13
Το ΟΒΕΑ υποστηρίζει ότι, στο κείμενο της επίμαχης διάταξης, η λέξη « να φέρουν » δεν αναφέρεται στο « βούτυρο » αλλά στα « κυτία », πράγμα που προκύπτει με ακόμα μεγαλύτερη σαφήνεια από το ολλανδικό και το γερμανικό κείμενο του κανονισμού. Εξάλλου, το ΟΒΕΑ φρονεί ότι ναι μεν το κυτίο δεν πρέπει υποχρεωτικά να είναι εφοδιασμένο με επικάλυμμα, από τη στιγμή όμως που γίνεται δεκτός αυτός ο τρόπος κλεισίματος, η άνω επιφάνεια του κυτίου είναι η εξωτερική όψη του επικαλύμματος, ούτως ώστε οι ενδείξεις που επιβάλλονται από τον κανονισμό να πρέπει να αποτυπώνονται στην επιφάνεια του επικαλύμματος.
14
Το ΟΒΕΑ θεωρεί ότι μόνο η αυστηρή ερμηνεία της επίμαχης διάταξης μπορεί να οδηγήσει στην επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται με την κοινοτική ρύθμιση και να εξασφαλίσει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας όλων των επιχειρηματιών της Κοινότητας διαφυλάσσοντας τον ομαλό ανταγωνισμό. Φρονεί ότι μια τέτοια στενή ερμηνεία δεν αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι ο στόχος που επιδιώκεται από τον κανονισμό αυτό είναι να είναι ευδιάκριτη η συσκευασία του υπό κρίση προϊόντος σε σχέση προς τους άλλους τύπους βουτύρου, τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τα όργανα που είναι αρμόδια να ελέγχουν αν η χρήση του είναι σύμφωνη προς τον προορισμό του.
15
Το ΟΒΕΑ φρονεί ότι η τεχνική που χρησιμοποίησε η εταιρία Corman είναι τέτοια που μπορεί να διευκολύνει την απάτη, διότι είναι λιγότερο δαπανηρό να αντικατασταθεί ή και να αφαιρεθεί εντελώς το παρένθετο φύλλο χαρτιού με μεταλλικό επίστρωμα από το να αντικατασταθεί το επικάλυμμα, με το οποίο κλείνει το κυτίο.
16
Η Επιτροπή θεωρεί βέβαιο ότι οι προδιαγραφές του κανονισμού 649/78 ως προς τη συσκευασία συνιστούν ουσιώδες στοιχείο του μηχανισμού που αποσκοπεί στην αποφυγή της εκτροπής του συμπυκνωμένου βουτύρου προς άλλους σκοπούς από τους προβλεπόμενους και φρονεί ότι κάθε παρέκκλιση από αυτές τις προδιαγραφές, που θα μείωνε την επιθυμητή εμφανή διαφοροποίηση, πρέπει να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε αντίθεση προς την κοινοτική διάταξη.
17
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η συσκευασία που χρησιμοποίησε η Corman δεν είναι σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου 5 του κανονισμού 649/78, διότι από την απλή ανάγνωση της εν λόγω διατάξεως μπορεί να συναχθεί ότι οι προβλεπόμενες ενδείξεις πρέπει να φέρονται ακριβώς στην άνω επιφάνεια του κυτίου. Φρονεί ότι, λόγω της συσκευασίας που επέλεξε η Corman, η μνεία « συμπυκνωμένο βούτυρο μαγειρικό » θα μπορούσε να εξαφανιστεί εντελώς με μια απλή ενέργεια που συνίσταται στην αφαίρεση του φύλλου που είναι τοποθετημένο κάτω από το επικάλυμμα του κυτίου και στην περίπτωση ακόμη που, αν ληφθεί υπόψη το μέγεθος των συσκευασιών, μα τέτοια εργασία μπορεί να απαιτήσει πρόσθετο κόστος, το οικονομικό όφελος είναι τέτοιο ώστε ο κίνδυνος απάτης να παραμένει υπαρκτός.
18
Η Επιτροπή επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου, που έχει δεχτεί, σε θέματα εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, την ανάγκη αυστηρής εφαρμογής των κανονιστικών διατάξεων, ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητα ή την πρακτική χρησιμότητα των χρησιμοποιούμενων μέτρων, που είναι ανάλογα αλλά όχι τα ίδια με τα μέτρα που προβλέπονται από τις κοινοτικές διατάξεις ( απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981, υπόθεση 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 21 ), και έχει αποκλείσει την ευρεία ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων όταν αυτή μπορεί να ευνοήσει τους επιχειρηματίες των άλλων κρατών μελών ( αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 11/76, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Rec. σ. 245, ιδίως σκέψη 9, σ. 279 και υπόθεση 18/76, Γερμανία κατά Επιτροπής, Rec. σ. 343, ιδίως σκέψη 8, σ. 384).
19
Πρέπει προεισαγωγικά να σημειωθεί ότι η ερμηνεία της υπό κρίση διατάξεως πρέπει να γίνει με γνώμονα το σκοπό που εκτίθεται στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 649/78, στην οποία αναφέρεται « ότι πρέπει να διασφαλισθεί, καθ' όλα τα στάδια εμπορίας, η διαφοροποίηση μεταξύ του βουτύρου που διατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και των λοιπών βουτύρων » και «ότι προς το σκοπό αυτό,πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις σχετικά με τη σύσταση, τη διαφοροποίηση του συμπυκνωμένου βουτύρου ( από τα λοιπά βούτυρα ) και τη συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου σε μικρά κυτία ».
20
Όπως προκύπτει από την έκφραση « κυτία... τα οποία να φέρουν στην άνω επιφάνεια ... » του άρθρου 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, όπως είχε το κείμενο που ίσχυε κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας διαφοράς, η συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου περιέχει κατ' ανάγκη μια άνω επιφάνεια, για να κλείνει το κυτίο, χωρίς ωστόσο να επιβάλλει ακριβώς αν το είδος του κλεισίματος θα είναι κάλυμμα, χαρτί με μεταλλικό επίστρωμα ή άλλο είδος κλεισίματος.
21
Με την έκφραση « άνω επιφάνεια » η επίμαχη διάταξη εννοεί την πλευρά της συσκευασίας που δεν είναι ούτε μία από τις πλάγιες πλευρές, ούτε η κάτω πλευρά, και τούτο για να είναι εμφανείς οι ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός τόσο χάριν της πληροφόρησης των καταναλωτών όσο και χάριν του ελέγχου. Εννοεί, λοιπόν, την όψη της συσκευασίας που είναι ορατή από πάνω.
22
Επομένως, με την έκφραση « άνω επιφάνεια » δεν πρέπει κατ' ανάγκη να νοείται η « εξωτερική όψη ». Κατά συνέπεια, ένας τρόπος κλεισίματος της συσκευασίας, όπως αυτός που περιγράφει το εθνικό δικαστήριο, που περιέχει ένα φύλλο χαρτιού με μεταλλικό επίστρωμα που φέρει τις ενδείξεις τις οποίες επιβάλλει ο κανονισμός, συνιστά την « άνω επιφάνεια » του κυτίου κατά την έννοια της διατάξεως, έστω και αν πάνω από το φύλλο αυτό τοποθετείται επικάλυμμα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι διαφανές και καθιστά απολύτως δυνατή την ανάγνωση των ενδείξεων που επιβάλλει ο κανονισμός. Στην περίπτωση αυτή, το γεγονός ότι η « εξωτερική » όψη της πλευράς όπου κλείνει το κυτίο ανήκει στο επικάλυμμα δεν έχει σημασία, από τη στιγμή που οπτικώς το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
23
Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι, και αν ακόμη γινόταν δεκτό ότι ο στόχος της προλήψεως της απάτης μέσω της υποχρεώσεως που επιβάλλεται από την επίμαχη διάταξη εμπίπτει στους στόχους της διάταξης αυτής, δεν αποδείχτηκε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία ότι μια συσκευασία, όπως η περιγραφόμενη από το εθνικό δικαστήριο, οδήγησε πράγματι στη διάπραξη απάτης ή ότι ήταν τέτοια που τη διευκόλυνε. Ορθώς, άλλωστε, παρατήρησε η Corman ότι οποιαδήποτε απόπειρα αφαιρέσεως του φύλλου με μεταλλικό επικάλυμμα, το οποίο χρησιμοποίησε, θα ενείχε κίνδυνο να ρυπανθεί το συμπυκνωμένο βούτυρο και ότι είναι επομένως ανακριβές να λέγεται ότι η συσκευασία που επιλέχθηκε προσφερόταν ευκολότερα στη διάπραξη απάτης από ό,τι η συσκευασία στην οποία θα έπρεπε να αντικατασταθεί το επικάλυμμα του κυτίου.
24
Πρέπει επομένως στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1978, έχει την έννοια ότι η συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου σε κυτία των 250 γραμμαρίων που περιλαμβάνει ένα διαφανές πλαστικό επικάλυμμα, διά μέσου του άνω μέρους του οποίου εμφαίνονται οι ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός αποτυπωμένες επί φύλλου τοποθετημένου εσωτερικά πάνω στο ίδιο το βούτυρο, είναι νόμιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 8ης Μαΐου 1985 το Tribunal de première instance των Βρυξελλών, αποφαίνεται:
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1978, έχει την έννοια ότι η συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου σε κυτία των 250 γραμμαρίων που περιλαμβάνει ένα διαφανές πλαστικό επικάλυμμα, διά μέσου του άνω μέρους του οποίου εμφαίνονται οι ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός αποτυπωμένες επί φύλλου τοποθετημένου εσωτερικά πάνω στο ίδιο το βούτυρο, είναι νόμιμη.
Κακούρης
Koopmans
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Οκτωβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy