ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 148/85 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1.
Η αλευροποιία αποτελεί στη Γαλλία αντικείμενο επαγγελματικής κανονιστικής ρυθμίσεως που χαρακτηρίζεται από τη χορήγηση σε κάθε αλευρόμυλο ετήσιας ποσοστώσεως θραύσεως μαλακού σίτου, ο οποίος πρόκειται να μεταποιηθεί σε άλευρο που διατίθεται για την εγχώρια κατανάλωση από ανθρώπους. Η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση περιλαμβάνεται κυρίως στο διάταγμα της 24ης Απριλίου 1936, περί κωδικοποιήσεως των νομοθετικών κειμένων που αφορούν την οργάνωση και την προστασία της αγοράς σίτου, το οποίο τροποποιήθηκε κατ' επανάληψη.
Όταν τέθηκε σ' εφαρμογή η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση, χορηγήθηκε σε κάθε αλευρόμυλο μία ποσόστωση θραύσεως σίτου σύμφωνα με την τροποποιημένη απόφαση της 27ης Ιουνίου 1938 ως προς τις ποσοστώσεις των αλευρόμυλων και την επαγγελματική οργάνωση της αλευροβιομηχανίας, η οποία ορίζει ότι « ο αριθμός εκατολίτρων σίτου που επιτρέπεται να αλέθει ετησίως κάθε αλευρόμυλος για την εγχώρια κατανάλωση ισούται προς το μέσο όρο της μέγιστης πραγματικής ικανότητας θραύσεως (μη περιλαμβανομένου του σίτου που τελεί υπό καθεστώς προσωρινής εισδοχής) που διαπιστώθηκε κατά τα έτη 1927 έως 1935 και της ετήσιας ισχύος θραύσεως του αλευρόμυλου υπολογιζόμενης επί τριακοσίων ημερών κατ' έτος· ο τελευταίος αυτός παράγοντας αποτελεί σε κάθε περίπτωση το ανώτατο όριο της ποσοστώσεως ».
Η αύξηση της εν λόγω ικανότητας θραύσεως των αλευρόμυλων μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με τη συνένωση αλευρόμυλων είτε με την εξαγορά δικαιωμάτων αλέσεως (άρθρα 19 και 19β του διατάγματος της 24ης Απριλίου 1936 όπως τροποποιήθηκαν με τα διατάγματα 61-1033 της 11ης Σεπτεμβρίου 1961 και 77-1416 της 21ης Δεκεμβρίου 1977). Επομένως ένας αλευρόμυλος μπορεί να αυξήσει την ποσόστωσή του μέχρι του ορίου των 750000 εκατολίτρων συνενούμενος με άλλους αλευρόμυλους (χρησιμοποιώντας δηλαδή τις ποσοστώσεις και ενδεχομένως τον εξοπλισμό τους ), υπό την προϋπόθεση ότι καθένας από τους αλευρόμυλους έχει αλέσει 30% της ποσοστώσεως του κατά τα δύο έτη πριν από τη συνένωση και υπό την επιφύλαξη της μειώσεως κατά 5 ή 10 % της συνολικής ποσοστώσεως που προκύπτει από τη συνένωση ανάλογα με το αν πράγματι χρησιμοποιήθηκαν οι ποσοστώσεις. Εξάλλου η ποσόστωση είναι δυνατό να μετατραπεί εν μέρει ή καθ' ολοκληρίαν σε μεταβιβάσιμα δικαιώματα αλέσεως, τα οποία μπορούν να αποσυνδεθούν από τον αλευρόμυλο και να πωληθούν σε οποιοδήποτε αλευροποιό επιθυμεί να αυξήσει την ποσότητα που του επιτρέπεται να αλέθει. Η εν λόγω μετατροπή της ποσοστώσεως σε δικαιώματα αλέσεως είναι οριστική η μετατρεπόμενη ποσόστωση υφίσταται μείωση αντιστρόφως ανάλογη προς την ποσότητα σίτου που πράγματι άλεσε ο σχετικός αλευρόμυλος κατά τη διετή περίοδο αναφοράς.
Σε περίπτωση υπερβάσεως της ποσοστώσεως θραύσεως που ορίζει η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση] προβλέπεται πρόστιμο 100 έως 5000 FF ανά εκατόλιτρο παρανόμως αλεσμένου σίτου και δήμευση της ποσότητας που αλέστηκε παρανόμως.
2.
Σύμφωνα με δύο εκθέσεις που συνέταξε η Direction des services fiscaux (διεύθυνση φορολογικών υπηρεσιών) του Màcon στις 19 Σεπτεμβρίου 1983 και στις 11 Μαΐου 1984, η SA Minoterie Forest, που εδρεύει στο Moulin de Courreau, στο Bray του Cluny, ενώ το 1982 είχε δικαίωμα να αλέσει βάσει της ποσοστώσεως της 237985 εκατόλιτρα σίτου, αυτή άλεσε κατά το εν λόγω έτος 331779, υπερέβη δηλαδή την ποσόστωση της κατά 93794 εκατόλιτρα' το 1983, ενώ είχε την ίδια ποσόστωση άλεσε 371028 εκατόλιτρα, υπερέβη δηλαδή την ποσόστωση της κατά 133043 εκατόλιτρα.
Εξαιτίας αυτών των περιστατικών η SA Minoterie Forest και η πρόεδρος γενική διευθύντριά της Marie-Louise Forest, το γένος Sangoy, κλη-τεύθηκαν από την Direction générale des impôts ( γενική διεύθυνση φόρων ) ενώπιον του Tribunal de grande instance του Macon προκειμένου να καταδικαστούν στην καταβολή προστίμων βάσει της προαναφερθείσας κανονιστικής ρυθμίσεως και να διαταχθεί η δήμευση της επιπλέον ποσότητας που αλέστηκε παράνομα, η αξία της οποίας υπολογίζεται σε 11724250 FF και 14779746 FF αντίστοιχα.
3.
Οι κατηγορούμενες δεν αμφισβήτησαν τις υπερβάσεις της ποσοστώσεως, αλλ' αμφισβήτησαν το κύρος της επίδικης γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως προβάλλοντας κυρίως ότι είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ και προς τον κανονισμό 2727/25 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158).
Το Tribunal de grande instance του Màcon έκρινε ότι όσον αφορά τα γεωργικά προϊόντα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο κοινής οργανώσεως αγοράς, όπως ο σίτος, οι κανόνες ανταγωνισμού δεν έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 42 της Συνθήκης, παρά μόνο στην έκταση που ορίζει το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 40. Ωστόσο έκρινε, επικαλούμενο τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 1977 ( Van den Hazel, 111/76, Rec. σ. 901) και της 30ής Οκτωβρίου 1974 (Van Haaster, 190/73, Rec. σ. 1123 ), ότι τίθεται το ζήτημα αν η επίδικη εθνική κανονιστική ρύθμιση μπορεί να παρεκκλίνει ή να παραβλάψει την κοινή οργάνωση αγοράς ή ακόμη να επηρεάσει την ελευθερία του εμπορίου εντός της Κοινότητας και αν, από αυτή την άποψη, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
Κατά συνέπεια το Tribunal de grande instance του Macon με απόφαση της 17ης Απριλίου 1985 υπέβαλε στο Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση που έχει θεσπιστεί με το διάταγμα της 24ης Απριλίου 1936, όπως έχει τροποποιηθεί ιδίως από το διάταγμα 61-1033 της 11ης Σεπτεμβρίου 1961, με την οποία επιβάλλεται η ποσόστωση θραύσεως σίτου και περιορίζονται οι παραγωγικές ικανότητες των αλευροποιείων, πρέπει να κριθεί ως αντίθετη προς τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2727/75 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, ή και τις διατάξεις των άρθρων 30 έως 37 της Συνθήκης της Ρώμης; »
4.
Η απόφαση παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 1985.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Forest και η SA Minoterie Forest, εκπροσωπούμενες από το δικηγόρο Παρισίων Dominique Voillemot, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Régis de Gouttes και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Christine Berardis-Kayser, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και ανέθεσε την εκδίκαση της υπόθεσης στο πέμπτο τμήμα, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας. Ζήτησε δε από τη γαλλική κυβέρνηση και την Επιτροπή να απαντήσουν γραπτώς επί ορισμένων ερωτημάτων πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως.
II — Γραπτές παρατηρήσεις
1. Παρατηρήσεις της Forest και της SA Minoterie Forest
Οι κατηγορούμενες στην κύρια δίκη υποστηρίζουν, ως προς το οικονομικό πλαίσιο της υποθέσεως και της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως στη Γαλλία περί επιβολής ποσοστώσεων στους αλευρόμυλους, η οποία θεσπίστηκε για να βοηθήσει την τότε πλεονασματική αλευροβιομηχανία να εξέλθει από τη μεγάλη οικονομική κρίση, ότι η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση είναι προϊόν στενής συνεργασίας μεταξύ των δημοσίων αρχών και των επαγγελματιών αλευροποιών οι οποίοι έχουν συγκροτήσει, βάσει του άρθρου 20 του διατάγματος της 24ης Απριλίου 1936, μια επαγγελματική επιτροπή της αλευροποιίας. Η επιτροπή αυτή ασκεί σημαντική επίδραση στις αποφάσεις των δημοσίων αρχών.
Αρχικά, το 1936, η κανονιστική ρύθμιση αποκρυστάλλωσε την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι αλευρόμυλοι βιομηχανικού τύπου που αγόραζαν σίτο και πωλούσαν αλεσμένα προϊόντα, όπως η κατάσταση αυτή διαμορφώθηκε μεταξύ των ετών 1929 και 1936. Αντίθετα, οι μικροί αλευρόμυλοι, οι οποίοι κατά κανόνα εργάζονταν έναντι αμοιβής σε είδος και των οποίων η ικανότητα θραύσεως δεν υπερέβαινε τα 3000 εκατόλιτρα ετησίως, μπορούσαν να αλέσουν μέχρις αυτού του ορίου χωρίς ποσοτικό περιορισμό. Το 1953 το εν λόγω σύστημα έγινε ελαστικότερο χάρη στη θέσπιση της δυνατότητας μετατροπής της ποσοστώσεως σε εκχωρητά δικαιώματα αλέσεως. Το 1962 θεσπίστηκε η δυνατότητα εκμισθώσεως των δικαιωμάτων αλέσεως. Κατά συνέπεια δημιουργήθηκε μια αγορά με αντικείμενο την πώληση και την εκμίσθωση δικαιωμάτων αλέσεως: οι δυναμικές επιχειρήσεις αύξησαν την ικανότητα θραύσεως τους, ενώ άλλες αποκόμισαν ένα « περιστασιακό έσοδο » που προέκυψε από ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν πριν 25 έτη. Το 1977η δυνατότητα εκμισθώσεως δικαιωμάτων αλέσεως καταργήθηκε βαθμιαία, πράγμα που είχε επιβλαβείς συνέπειες για τις λιγότερο σημαντικές επιχειρήσεις που δεν μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγή τους παρά μόνο με τη μίσθωση δικαιωμάτων αλέσεως. Πράγματι, δεδομένου ότι η προσφορά δικαιωμάτων αλέσεως στην αγορά ήταν ανεπαρκής οι επιχειρήσεις αυτές αναγκάστηκαν είτε να υπερβούν την ποσόστωση τους είτε να ελαττώσουν την παραγωγή τους.
H διατήρηση του συστήματος των ποσοστώσεων δεν υπαγορεύεται από λόγους υγιούς οικονομικής πολιτικής, αλλά οφείλεται στην προσήλωση των επιχειρηματιών σ' ένα συντεχνιακό και προστατευτικό σύστημα. Η εν λόγω αναχρονιστική και επιβλαβής κανονιστική ρύθμιση εμποδίζει την ομαλή και αβίαστη προσαρμογή του τομέα στις οικονομικές ανάγκες. Στο πλαίσιο ενός τομέα που τελεί υπό αυτοδιαχείριση όπως η αλευροποιία η κανονιστική αυτή ρύθμιση οδηγεί σε εναρμονισμένη και καταχρηστική συμπεριφορά ορισμένων επιχειρήσεων.
Η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, αντίθετο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πρόκειται για περιορισμό της παραγωγής στο στάδιο της βιομηχανίας μεταποιήσεως που εφαρμόζεται ειδικά στους αλευροποιούς που έχουν αλευρόμυλους βιομηχανικού τύπου και αγοράζουν σίτο από τους γεωργούς. Οι ποσοστώσεις περιορίζουν τη δυνατότητα των αλευροποιών να αγοράζουν σίτο από την αγορά προκειμένου να τον αλέσουν και κατ' αυτό τον τρόπο επηρεάζουν άμεσα το εμπόριο των σιτηρών. Ο εν λόγω περιορισμός εφαρμόζεται σε όλα τα σιτηρά χωρίς διάκριση του τόπου παραγωγής τους, περιλαμβανομένων και των σιτηρών που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια επηρεάζει τις εισαγωγές σιτηρών στη Γαλλία χωρίς να θίγει τη δυνατότητα των αλευροποιών να εξαγάγουν την παραγωγή τους. Ο ποσοτικός περιορισμός της παραγωγής που επιβάλλει ένα κράτος στους παραγωγούς επηρεάζει κατ' ανάγκη το εμπόριο και συνεπώς, τουλάχιστον δυνητικά, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, λόγω περιορισμού της αγοράς πρώτων υλών αρχικά και κατόπιν λόγω περιστολής της προσφοράς. Το Δικαστήριο αναγνώρισε την εν λόγω αρχή με τις αποφάσεις του της 30ής Οκτωβρίου 1974 (Van Haaster, 190/73, Rec. σ. 1123) και της 18ης Μαΐου 1977 ( Van den Hazel, 111/76, Rec. σ. 901 ).
Η επίδικη κανονιστική ρύθμιση είναι ακόμη αννίΟετη προς τους κανόνες της κοινής οργα-νώοεως αγοράς και τις διατάξεις του κανονισμού 2727/75. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 2727/75 δεν περιέχει ρητούς κανόνες ως προς την ποσόστωση ή τον περιορισμό της παραγωγής των αλευρόμυλων, πρέπει να εξεταστεί αν τα κράτη μέλη διατηρούν επικουρική αρμοδιότητα για τη θέσπιση ενός τέτοιου συστήματος στο πλαίσιο τομέα που καλύπτεται από κοινή οργάνωση αγοράς. Από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1984 ( Jongeneel Kaas 237/82, Συλλογή σ. 483 ), της 22ας Ιουνίου 1979 ( Pigs and Bacon Commission κατά Mac Carren, 177/78, Rec. σ. 2161 ) και της 13ης Μαρτίου 1984 ( Prantl, 16/83, Συλλογή σ. 1299) μπορεί να συναχθεί η αρχή ότι υφίσταται επικουρική αρμοδιότητα για τη θέσπιση ή τη διατήρηση των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων εφόσον η κοινοτική νομοθεσία δεν έχει επιφυλάξει ρητά τη ρύθμιση του οικείου τομέα στην Κοινότητα και εφόσον η εν λόγω αρμοδιότητα δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνον ενόσω η εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν είναι αντίθετη προς τους κανόνες της Συνθήκης και τις αρχές της κοινής οργανώσεως αγοράς, δεν παρεμποδίζει την καλή λειτουργία της ανωτέρω οργανώσεως και επιδιώκει τον ίδιο σκοπό που επιδιώκει και εκείνη. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται στην εκδικαζόμενη υπόθεση.
Η υπό κρίση γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν συμβάλλει καθόλου στην υλοποίηση των σκοπών του άρθρου 39 της Συνθήκης: η επιβολή ποσοστώσεων δεν συμβάλλει ούτε στη βελτίωση της παραγωγικότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων ούτε στη βελτίωση του εισοδήματος των γεωργών ούτε στη διατήρηση της σταθερότητας της αγοράς. Το παρεμβατικό αυτό μέτρο που επιβάλλει έναν αυθαίρετο ποσοτικό περιορισμό στην ελευθερία παραγωγής των επιχειρήσεων αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη των δραστηριοτήτων, στο δυναμισμό των επιχειρήσεων και στην άριστη κατανομή των πόρων στο πλαίσιο ενός συστήματος που στηρίζεται στην ελεύθερη αγορά και στην ομαλή διεξαγωγή του ανταγωνισμού, ο οποίος αποτελεί βασικό στοιχείο της Συνθήκης ΕΟΚ. Ειδικότερα δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση επιδιώκει να εμποδίσει την απότομη εξαφάνιση των μικρών αλευρόμυλων: η πολιτική των επαγγελματικών ενώσεων, στις οποίες δεσπόζουν οι μεγάλες επιχειρήσεις, συνίσταται στην ενθάρρυνση της μεταβιβάσεως δικαιωμάτων αλέσεως από τους μικρούς αλευρόμυλους σε σημαντικότερες επιχειρήσεις, οι δε αριθμοί δείχνουν ότι δεν υπάρχει καθόλου κατάσταση υπερβολικής συγκεντρώσεως.
Ακολούθως η γαλλική κανονιστική ρύθμιση αντιβαίνει στις αρχές περί κοινής οργανώσεως αγοράς που απορρέουν από το άρθρο 40 της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της κοινής αγοράς και στην αρχή της ανοικτής αγοράς στην οποία μπορεί να εισέλθει ελεύθερα κάθε παραγωγός και την οποία δεν μπορούν να θίξουν τα κράτη μέλη (απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1978, Pigs Marketing Board, 83/78, Rec. σ. 2347· απόφαση της 26ης Ιουνίου 1979, Pigs and Bacon Commission, 177/78, Rec. σ. 216Γ απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1980, Vriend, 94/79, Rec. σ. 327 ). Τέλος, η γαλλική κανονιστική ρύθμιση αντίκειται στην απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών της Κοινότητας, που θεσπίζει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, επειδή θέτει τις γαλλικές επιχειρήσεις αλευροποιίας σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών και επειδή επιβάλλει διάκριση σε βάρος των πιο δυναμικών γάλλων αλευροποιών.
Οι ποσοστώσεις αντιβαίνουν επίσης στο καθεστώς τιμών που έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό 2727/75 κατά το οποίο οι επιχειρηματίες μπορούν να πωλούν και να αγοράζουν ελεύθερα σε τιμές που διαμορφώνονται ελεύθερα και των οποίων το ύψος επηρεάζεται μόνο από τις ενδεικτικές τιμές, τις τιμές παρεμβάσεως και τις ελάχιστες τιμές που καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο στο πλαίσιο των μηχανισμών παρεμβάσεως. Ο ποσοτικός περιορισμός της παραγωγής των αλευρόμυλων και η επίδρασή του επί της ζητήσεως σίτου θίγουν την εν λόγω ελευθερία προσφοράς και ζητήσεως στην αγορά σίτου. Πέραν αυτού, οι ποσοστώσεις θίγουν το εμπόριο τόσο με τα κράτη μέλη όσο και με τις τρίτες χώρες κατά παράβαση του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 2727/75.
Μολονότι το παραπέμπον δικαστήριο δεν ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του επί του προβλήματος αν συμβιβάζεται η επίδικη κανονιστική ρύθμιση με τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί επί της εφαρμογής των άρθρων 85, πρώτη παράγραφος, 90, πρώτη παράγραφος, καθώς και των άρθρων 3, στοιχείο στ ), και 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Αντίθετα προς τη γνώμη που φαίνεται να έχει σχηματίσει το εθνικό δικαστήριο βάσει του άρθρου 42 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι κανόνες ανταγωνισμού έχουν εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, βάσει του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35). Οι όροι της παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού δεν πληρούνται διότι για τα σιτηρά δεν υπάρχει εθνική οργάνωση αγοράς και επομένως οι ποσοστώσεις αντίκεινται στους σκοπούς που καθορίζει το άρθρο 39 της Συνθήκης. Βάσει του άρθρου 90, πρώτη παράγραφος της Συνθήκης ΕΟΚ, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρακάμψουν τους κανόνες ανταγωνισμού επικαλούμενα τη φαινομενικά αυτόνομη δράση επιχειρήσεων που τελούν υπό ιδιάζον καθεστώς και απολαύουν ειδικών προνομίων. Όλα τα κρατικά μέτρα που υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις να τηρούν στάση αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 85 και 86, καθώς και όλα τα μέτρα που ευνοούν ή επιτρέπουν χωρίς ωστόσο να επιβάλλουν την τήρηση στάσεως που αντίκειται στον ανταγωνισμό, αντιβαίνουν στο άρθρο 90. Αυτό συνάγεται επίσης από τα άρθρα 3, στοιχείο στ ), και 5 της Συνθήκης.
Η εξεταζόμενη γαλλική κανονιστική ρύθμιση συνεπάγεται την κατανομή της γαλλικής αγοράς μεταξύ των διαφόρων παραγωγών, ο καθένας από τους οποίους οικειοποιείται ένα μερίδιο της σχετικής αγοράς. Πρόκειται για περιορισμούς που αναφέρονται ρητά στα στοιχεία β ) και γ ) του άρθρου 85, πρώτη παράγραφος. Επιπλέον η εν λόγω ρύθμιση μπορεί να παροτρύνει όσους διαθέτουν ποσοστώσεις και δικαιώματα αλέσεως στο να τηρήσουν στάση που αντίκειται στον ανταγωνισμό ενθαρρύνοντας τη σύσταση συμπράξεων στο πλαίσιο της αλευροποιίας προκειμένου να καθοριστεί η εξέλιξη της διαρθρώσεως της παραγωγής και να ασκηθεί επιρροή επί της κατανομής των ποσοστώσεων και των δικαιωμάτων αλέσεως. Κατ' αυτό τον τρόπο επιχειρήσεις μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες προκειμένου να αρνηθούν την πώληση δικαιωμάτων αλέσεως που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί σε επιχειρήσεις που θα είχαν ανάγκη των δικαιωμάτων αυτών μετά την κατάργηση του συστήματος της εκμισθώσεως το 1983. Το CASIM είναι ένωση την οποία φαίνεται ότι συνέστησαν ορισμένοι επαγγελματίες αλευροποιοί προκειμένου να « παγώσουν » ένα σημαντικό τμήμα των διαθέσιμων δικαιωμάτων αλέσεως, επιφέροντας κατ' αυτό τον τρόπο σημαντική αύξηση της αξίας των δικαιωμάτων αυτών. Εξάλλου, βάσει του ισχύοντος συστήματος, οι επαγγελματίες αλευροποιοί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο κατά τη θέσπιση και την εφαρμογή των επιδίκων μέτρων, τα οποία είναι προϊόν συμφωνιών που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο επαγγελματικών ενώσεων. Το Δικαστήριο, με την απόφαση του της 30ής Ιανουαρίου 1985 ( Bureau national interprofessionnel du cognac, 123/83, Συλλογή 1985, σ. 391 ), έχει κρίνει παρόμοιο σύστημα ως ασυμβίβαστο προς το άρθρο 85, πρώτη παράγραφος.
Μέτρα όπως η επίδικη κανονιστική ρύθμιση επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών διότι μπορούν να παγιώσουν τη στεγανοποίηση του εθνικού εδάφους. Επιπλέον ένας αλευροποιός υπήκοος άλλου κράτους μέλους υποχρεούται να αποκτήσει δικαιώματα αλέσεως αν έχει την πρόθεση να διεισδύσει στη γαλλική αγορά στο στάδιο της παραγωγής και της εμπορίας. Ωστόσο το σύνολο των δικαιωμάτων αλέσεως και ο τρόπος κατανομής και εκμεταλλεύσεως τους δεν παρέχουν την εξασφάλιση ότι ο επιχειρηματίας αυτός θα μπορέσει να αποκτήσει τα απαιτούμενα δικαιώματα αλέσεως, πράγμα το οποίο συνιστά εμπόδιο στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
Συμπερασματικά, οι κατηγορούμενες στην κύρια δίκη θεωρούν ότι η επίδικη γαλλική κανονιστική ρύθμιση αντιβαίνει παράλληλα στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, στους κοινοτικούς κανόνες περί κοινής οργανώσεως αγοράς στο γεωργικό τομέα και ειδικότερα στον κανονισμό 2727/75, καθώς και στους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ, ιδίως στο άρθρο 85, πρώτη παράγραφος.
2. Παρατηρήσεις της κυβερωήοεως της Γαλλικής Δημοκρατίας
Η γαλλική κυβέρνηση περιγράφει καταρχάς τη γαλλική κανονιστική ρύθμιση ως προς τις ποσοστώσεις θραύσεως σίτου καθώς και την εφαρμογή της. Επισημαίνει ότι για τους αλευροποιούς που έχουν αυξήσει την πελατεία τους στην εσωτερική αγορά υπάρχουν πάντοτε επιπλέον ποσοστώσεις και δικαιώματα αλέσεως. Η μεταβίβαση δικαιωμάτων αλέσεως αποτελεί συνήθη και τετριμμένη πράξη. Το σύστημα δεν εμποδίζει την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής ή την επέκταση της δραστηριότητας των αλευρόμυλων, λόγω της υπάρξεως ποσοστώσεων που πλεονάζουν και του χαμηλού κόστους κτήσεως τους. Το 1984 οι ποσοστώσεις και τα δικαιώματα αλέσεως ανήλθαν συνολικά σε 55 εκατομμύρια εκατόλιτρα, ενώ η εγχώρια κατανάλωση ήταν μόνο 43 εκατομμύρια εκατόλιτρα. 'Εναντι συνολικής διαθέσιμης ποσότητας σίτου 313 εκατομμυρίων εκατολίτρων σίτου κατά το 1983/84 στη Γαλλία, η γαλλική αλευροποιία δεν χρησιμοποίησε παρά μόνο 14 %( δηλαδή 43 εκατομμύρια εκατόλιτρα ) για την εγχώρια αγορά και κατανάλωση από ανθρώπους, ενώ 18 εκατομμύρια εκατόλιτρα χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή αλεύρου προς εξαγωγή, 165 εκατομμύρια εκατόλιτρα για την εξαγωγή αυτούσιου σίτου και 45 εκατομμύρια εκατόλιτρα για ζωοτροφές. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το σύστημα είναι κοινωνικής και οικονομικής φύσεως διότι η ποσόστωση αποτελεί κεφάλαιο για την επιχείρηση και επιτρέπει τη βαθμιαία αναδιάρθρωση της υπό συνθήκες κρίσεως ως προς τη διάθεση των προϊόντων, οφειλόμενης στην ελάττωση της καταναλώσεως άρτου.
Το υπό κρίση σύστημα δεν επιβάλλει κατά κυριολεξία ποσοστώσεις στην παραγωγή δεδομένου ότι στην πραγματικότητα η παραγωγή δεν περιορίζεται ποσοτικά· και τούτο διότι το σύνολο των αδειών αλέσεως υπερκαλύπτει σαφώς τις ανάγκες της εγχώριας καταναλώσεως, ο δε αγοραστής επιτυγχάνει σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποσβέσει τα δικαιώματα αλέσεως. Επομένως πρόκειται για απλή ρύθμιση της ασκήσεως του επαγγέλματος του αλευροποιού και όχι για περιορισμό της παραγωγής προϊόντος που έχει υπαχθεί σε κοινή οργάνωση αγοράς.
Το καθεστώς τιμών και παρεμβάσεως της κοινής οργανώσεως αγοράς στον νομέα των σιτηρών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2727/75 αφορά μόνο τους σπόρους σιτηρών. Το άλευρο υπόκειται μόνο στο καθεστώς του εμπορίου με τρίτες χώρες, που περιλαμβάνει την υποχρέωση υποβολής πιστοποιητικού κατά την εισαγωγή και την εξαγωγή, καθώς και την επιβολή εισφοράς κατά την εισαγωγή και τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή. Ωστόσο, το γαλλικό σύστημα της επιβολής ποσοστώσεων στους αλευρόμυλους δεν επηρεάζει το εμπόριο αλεύρων που πρόκειται να διατεθούν σε τρίτες χώρες και πάντως δεν επηρεάζει περισσότερο απ' όσο επηρεάζει το εμπόριο αλεύρων που πρόκειται να διατεθούν σε κράτη μέλη, εφόσον αφορά μόνον την παραγωγή αλεύρου που διατίθεται για την εγχώρια κατανάλωση από ανθρώπους. Κατ' αντιδιαστολή προς την υπόθεση Van Haaster ( 190/73, απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974, Rec. σ. 1123), δεν υπάρχει περιορισμός της παραγωγής, αλλά μόνον ποσόστωση της παραγωγής αλεύρου που πρόκειται να διατεθεί στην εγχώρια κατανάλωση από ανθρώπους. Εξάλλου, η υπό κρίση υπόθεση δεν εμφανίζει καμία ομοιότητα με την υπόθεση Van den Hazel ( 111/76, απόφαση της 18ης Μαΐου 1977, Rec. σ. 901 ) στην οποία η έλλειψη κοινοτικών μέτρων παρεμβάσεως οφειλόταν σε συνειδητή επιλογή οικονομικής πολιτικής. Οι επίδικες ποσοστώσεις δεν έχουν επιπτώσεις επί του κοινοτικού καθεστώτος τιμών και παρεμβάσεων διότι οι επιτρεπόμενες ποσότητες υπερκαλύπτουν σαφώς τις ανάγκες της καταναλώσεως και συνεπώς δεν υπάρχει διαταραχή ως προς τη διάθεση του σίτου στην εγχώρια αγορά. Αλλ' ούτε και τοπικής ή χρονικής φύσεως διαταραχές υπάρχουν διότι τα δικαιώματα αλέσεως πωλούνται σε ολόκληρη την επικράτεια και οι αλευροποιοί μπορούν μέχρι τη λήξη του έτους να καλύψουν την υπέρβαση της ποσοστώσεώς τους. Τέλος, το καθεστώς του εμπορίου σίτου με τρίτες χώρες δεν βλάπτεται διότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν εμποδίζει την παρασκευή του « υπό ποσόστωση » αλεύρου από εισαγόμενο σίτο.
Το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν έχει εφαρμογή διότι δεν υφίσταται « εθνικό μονοπώλιο που να εμφανίζει εμπορικό χαρακτήρα ». Δεδομένου ότι η κανονιστική ρύθμιση δεν θεσπίζει κανέναν ποσοτικό περιορισμό ούτε επί των εισαγωγών ούτε επί των εξαγωγών τόσο ως προς το άλευρο όσο και ως προς το σίτο, δεν μπορεί να γίνει επίκληση κανενός αποτελέσματος έστω και έμμεσου ή δυνητικού κατά την έννοια των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης.
Συμπερασματικά, η γαλλική κυβέρνηση προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 2727/75 και τα άρθρα 30 έως 37 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν απαγορεύουν τη διατήρηση εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί επιβολής ποσοστώσεων στους αλευρόμυλους, εφόσον το εν λόγω σύστημα δεν συνεπάγεται περιορισμό της παραγωγής αλεύρου και δεν αφορά παρά μόνο το άλευρο που πρόκειται να διατεθεί στην εγχώρια κατανάλωση από ανθρώπους, χωρίς να επιδρά καθόλου επί των εισαγωγών ή των εξαγωγών.
3. Παρατηρήσείς της Επιτροπής
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άλευρο σίτου διέπεται από την κοινή οργάνωση αγοράς βάσει του πρώτου άρθρου [στοιχείο γ)] του κανονισμού 2727/75. Η εν λόγω οργάνωση στηρίζεται σ' ένα μηχανισμό τιμών και παρεμβάσεως για τα βασικά σιτηρά. Τίποτε σχετικό δεν ορίζεται για το άλευρο, για το οποίο προβλέπονται μόνον ορισμένα μέτρα ως προς το εμπόριο με τρίτες χώρες, όπως ο καθορισμός τιμής κατωφλίου, η υποβολή πιστοποιητικού εισαγωγής ή εξαγωγής, η είσπραξη εισφοράς κατά την εισαγωγή, η δυνατότητα επιστροφής κατά την εξαγωγή και η δυνατότητα εφαρμογής της ρήτρας διασφαλίσεως όταν το εμπόριο με τις τρίτες χώρες κινδυνεύει να θέσει σε κίνδυνο τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης.
Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση περί ποσοστώσεων δεν αφορά την εξαγωγή ή εισαγωγή αλεύρου, δεδομένου ότι εφαρμόζεται μόνο στο άλευρο που παρασκευάζεται για τις ανάγκες της εγχώριας καταναλώσεως από ανθρώπους. Συνεπώς το ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν μπορεί να επηρεαστεί κατά την έννοια των άρθρων 30 έως 34 της ΣννΟήκης πολύ περισσότερο που η Γαλλία είναι παραγωγός χώρα και επομένως κατ' εξοχήν εξαγωγός σιτηρών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή η γαλλική κανονιστική ρύθμιση, ακόμη και στο στάδιο του μαλακού σίτου, δηλαδή πριν την έναρξη της διαδικασίας παραγωγής, δεν έχει ούτε ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των αγορών για τα σιτηρά και επομένως την αύξηση των προς παρέμβαση αποθεμάτων επί ζημία της κοινής οργανώσεως αγοράς. Το σύνολο των δικαιωμάτων αλέσεως υπερκαλύπτει την εγχώρια κατανάλωση (ποσοστώσεις: 5,6 εκατομμύρια τόνοι' παραγωγή: 4,2 εκατομμύρια τόνοι). Επομένως οι ποσοστώσεις δεν ανακόπτουν την παραγωγή αλεύρου αλλ' επιχειρούν να την προσαρμόσουν στο επίπεδο της καταναλώσεως. 'Αλλωστε δεν αναφέρθηκε στην Επιτροπή κανένα πρόβλημα ως προς τον εφοδιασμό της αγοράς. Κάθε αλευροποιός έχει τη δυνατότητα να αγοράσει δικαιώματα αλέσεως από άλλους αλευροποιούς. Το τίμημα της αγοράς είναι επί του παρόντος 24 FF ανά εκατόλιτρο σίτου, ενώ η τιμή πωλήσεως του αλεύρου είναι 285 FF περίπου ανά εκατόλιτρο. Πρόκειται για αξία που υπόκειται σε ταχεία απόσβεση δεδομένου ότι η κτήση των δικαιωμάτων αλέσεως είναι οριστική. Κατά συνέπεια η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν είναι ασυμβίβαστη με την οργάνωση αγοράς.
Αλλ' ούτε και με τους στόχους τον άρθρον 39 της ΣννΟήκης είναι αντίθετη η ανωτέρω κανονιστική ρύθμιση. Πρόκειται για διαρθρωτικό μέτρο που αποσκοπεί να απορροφήσει τις πλεονάζουσες ικανότητες αλέσεως και να περιορίσει τη συγκέντρωση των αλευρόμυλων επιτρέποντας κυρίως τη διατήρηση μικρών αλευρόμυλων που βρίσκονται πιο κοντά στον παραγωγό και στον καταναλωτή.
Η νομοθεσία αυτή περί οργανώσεως σε εθνικό επίπεδο της επαγγελματικής αλευροποιίας δεν μπορεί να εξακολουθεί να ισχύει παρά μόνο ενόσω ο κανοτικός νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει μέτρα κοινά για όλα τα κράτη μέλη. Όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει με την απόφαση του της 7ης Φεβρουαρίου 1984 ( Jongeneel Kaas, 237/82, Συλλογή σ. 483 ) από τη σιωπή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Κοινότητα έχει αποφασίσει να επιβάλλει στα κράτη μέλη την τήρηση ενός συστήματος απόλυτης ελευθερίας κατά την παραγωγή. Πράγματι ουδέποτε υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο η πρόταση της Επιτροπής ως προς την εξυγίανση της αγοράς των προϊόντων που προκύπτουν από το άλεσμα των αρτοποιήσιμων σιτηρών ( JO αριθ. 124 της 24. 6.1967, σ. 2442 ). Επομένως δεν εμποδίζεται κράτος μέλος να διατηρήσει σε ισχύ εθνική νομοθεσία ως προς τη συστηματική αναδιάρθρωση της αλευροποιίας.
Συμπερασματικά, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 2727/75 και τα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν την ισχύ εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που αφορά την ικανότητα αλέσεως σίτου των αλευροποι-είων καθόσον η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση δεν επιδρά περιοριστικώς επί της παραγωγής σίτου, δεν επηρεάζει το εμπόριο αλεύρου μεταξύ κρατών μελών ή με τρίτες χώρες και δεν αντίκειται κατά τα λοιπά ( παραδείγματος χάρη λόγω υπερβολικής αυστηρότητας των κυρώσεων) στους σκοπούς που επιδιώκει η κοινή αγροτική πολιτική.
III — Απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο
1. Απαντήσεις της γαλλικής κυβερνήσεως
α) Επί τον άρθρου 2, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 26
Σύμφωνα με το άρθρο 42 της Συνθήκης ο κανονισμός 26 έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των προϋποθέσεων εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης στα γεωργικά προϊόντα. Κατά το άρθρο 1 οι εν λόγω κανόνες έχουν καταρχήν εφαρμογή. Η εφαρμογή τους αποκλείεται προκειμένου για συμφωνίες που αποτελούν μέρος ( εθνικής ) οργανώσεως αγοράς ή είναι αναγκαίες για την υλοποίηση των στόχων του άρθρου 39 της Συνθήκης.
Επειδή ωστόσο το επίδικο σύστημα των ποσοστώσεων προκύπτει από κανονιστική ρύθμιση δημοσίου δικαίου και όχι από σύμπραξη μεταξύ επιχειρήσεων δεν μπορεί να εξεταστεί αναλυτικά στο πλαίσιο του κανονισμού 26. Εξάλλου δεν επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ούτε περιστέλλει τον ανταγωνισμό διότι δεν περιορίζει την παραγωγή.
Βέβαια το σύστημα δεν αποτελεί μέρος εθνικής οργανώσεως αγοράς (η οποία δεν υπάρχει), είναι όμως αναγκαίο για την υλοποίηση των στόχων του άρθρου 39 της Συνθήκης. Η γαλλική κυβέρνηση εξηγεί σχετικά ότι ο σκοπός που επιδιώκει είναι η αναδιάρθρωση του τομέα της αλευροποιίας με την απορρόφηση της πλεονάζουσας ικανότητας παραγωγής τηρώντας τους οικονομικούς κανόνες. Το σύστημα είχε ως αποτέλεσμα τη διατήρηση πολλών μικρών και μεσαίων παραγωγικών μονάδων που είναι ισόρροπα κατανεμημένες στην επικράτεια, πράγμα που συμφωνεί με το άρθρο 39, πρώτη παράγραφος, στοιχείο α), προσαρμόζοντας παράλληλα την ικανότητα παραγωγής στη ζήτηση' ακόμη επέτρεψε την ανελλειπή τροφοδοσία του πληθυσμού.
β ) Επί της καταστάσεως του ανταγωνισμού στην αγορά μεταβιβάσεων δικαιωμάτων αλέσεως
Τα μεταβιβάσιμα « δικαιώματα αλέσεως » συνιστούν, υπό την παρούσα μορφή τους, ένα ευέλικτο σύστημα: η κατοχή των εν λόγω δικαιωμάτων δεν παρέχει καμία εγγύηση για την εξασφάλιση αναλόγου μεριδίου της αγοράς· όμως ο αλευροποιός μπορεί να καλύψει εκ των υστέρων, δηλαδή κατά τη λήξη του έτους, την επιπλέον ποσότητα που άλεσε αγοράζοντας δικαιώματα αλέσεως.
Οι μεταβιβάσεις δικαιωμάτων αλέσεως τελούνται με δικαιοπραξίες που συνάπτονται ελεύθερα μεταξύ των αλευροποιών και που πρέπει μόνο να γνωστοποιούνται στο Office national interprofessionnel des céréales για στατιστικούς σκοπούς. Τα στατιστικά στοιχεία ως προς την αγορά των δικαιωμάτων αλέσεως καταδεικνύουν ότι πρόκειται για μια αγορά ανοικτή, με έντονη δραστηριότητα και προσιτή στους πάντες. Η γαλλική κυβέρνηση δεν έλαβε γνώση περιπτώσεων « παρακρατήσεως δικαιωμάτων αλέσεως ». Πάντως, αν υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις και είναι αποτέλεσμα εναρμονισμένης πρακτικής πωλητών, στους παραπονουμένους εναπόκειται να ενεργήσουν βάσει του γαλλικού δικαίου ανταγωνισμού ή ενδεχομένως του άρθρου 85 της Συνθήκης.
H ιδιόμορφη κατάσταση της επιχειρήσεως Forest μπορεί να εξηγηθεί από τη συμμετοχή της σε όμιλο, τα μέλη του οποίου προσπαθούσαν να επιτύχουν την επαναφορά του συστήματος της εκμισθώσεως δικαιωμάτων αλέσεως, αρνούνταν δε να αγοράσουν δικαιώματα από μη μέλη του ομίλου ή προσπαθούσαν να τα αγοράσουν κάτω από την τιμή της αγοράς.
γ) Επί της πρακτικής αποτελεσματικότητας των κανόνων ανταγωνισμού
Όσον αφορά το ζήτημα αν κανονιστική ρύθμιση όπως η επίδικη μπορεί να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων ανταγωνισμού καθιστώντας δυνατή ή ευνοώντας τη σύναψη συμπράξεων μεταξύ αλευρο-παραγωγών προκειμένου να κατανείμουν την αγορά, η γαλλική κυβέρνηση τονίζει ότι το σύστημα προκύπτει από κανονιστική ρύθμιση δημοσίου δικαίου και δεν είναι αποτέλεσμα συμφωνιών που συνήφθησαν στο πλαίσιο επαγγελματικών ενώσεων. Οι κανόνες ανταγωνισμού αφορούν ενέργειες των επιχειρήσεων και όχι νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα των κρατών μελών. Η επίδικη κανονιστική ρύθμιση δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα το να καταστήσει δυνατές ή να ευνοήσει ενέργειες που απαγορεύονται από το άρθρο 85 της Συνθήκης. Αντίθετα το σύστημα των ποσοστώσεων έχει συμβάλει στη διατήρηση μιας διαρθρώσεως που είναι δυσμενής για τη σύσταση συμπράξεων, περισώζοντας ικανό αριθμό αλευρόμυλων.
2. Απαντήσεις της Επιτροπής
α) Επί του άρθρον 2, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 26
Η αξιολόγηση των όρων της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνει σε σχέση με τις συμπράξεις. Ωστόσο η επίδικη κανονιστική ρύθμιση δεν αφορά τις συμπράξεις. Οι μόνες συμφωνίες που προβλέπει, δηλαδή οι δικαιοπραξίες πωλήσεως δικαιωμάτων αλέσεως, δεδομένου ότι συνάπτονται έναντι τιμήματος που συμφωνείται ελεύθερα, δεν περιστέλλουν τον ανταγωνισμό αλλ' αντίθετα αμβλύνουν τους περιορισμούς που προκύπτουν από τη σύμφωνη με την κανονιστική ρύθμιση ποσόστωση της παραγωγής.
β ) Επί της καταστάσεως του ανταγωνισμού στην αγορά των δικαιωμάτων αλέσεως
Η Επιτροπή δεν έχει πληροφορίες για την ύπαρξη συμπράξεων ή καταχρηστικών ενεργειών στην αγορά.
Από νομική πλευρά, οι συμφωνίες μεταξύ αλευροποιών, που επιδιώκουν να περιορίσουν την ελευθερία ατομικής διαπραγματεύσεως μπορούν προφανώς να περιστείλουν τον ανταγωνισμό. Ομοίως το γεγονός ότι ένας αλευρόμυλος που βρίσκεται σε δεσπόζουσα θέση αρνείται να πωλήσει σε ορισμένους αγοραστές ή εφαρμόζει όρους που δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις μπορεί να είναι αντίθετο προς το άρθρο 86.
γ) Επί της πρακτικής αποτελεσματικότητας των κανόνων ανταγωνισμού
Κανονιστική ρύθμιση όπως η επίδικη δεν είναι αντίθετη προς την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων ανταγωνισμού. Τα άρθρα 85 και 86 απαγορεύουν ενέργειες επιχειρήσεων. Η υποχρέωση τηρήσεως της νομιμότητας επιβάλλει στα κράτη μέλη να τηρούν αρνητική στάση απέναντι στις ενέργειες αυτές' δεν μπορούν να δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς την απαγόρευση των ενεργειών αυτών και να προσπαθούν να αντιδράσουν στις κοινοτικές επιταγές επιβάλλοντας ή ενθαρρύνοντας απαγορευόμενες ενέργειες.
Στην εκδικαζόμενη υπόθεση καμία σύμπραξη δεν επιβάλλεται, εγκρίνεται ή ενθαρρύνεται· αντίθετα ενδεχόμενες συμπράξεις μεταξύ αγοραστών και πωλητών θα διετάρασσαν τη λειτουργικότητα της κανονιστικής ρυθμίσεως επί της οποίας κατά συνέπεια δεν θα ήταν δυνατό παρά να εφαρμοστούν αυστηρά οι ( εθνικοί ή κοινοτικοί ) κανόνες ανταγωνισμού.
Για να υπάρξει παραβίαση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των κανόνων ανταγωνισμού θα πρέπει μία κανονιστική ρύθμιση να καθιστά νομικά δυνατές ή νόμιμες απαγορευό-μενες ενέργειες ή να τις ενθαρρύνει. Δεν αρκεί να τις καθιστά υλικά δυνατές, όπως παραδείγματος χάρη στην εκδικαζόμενη υπόθεση, με τη δημιουργία αγοράς δικαιωμάτων αλέσεως στο πλαίσιο της οποίας μπορούν να συσταθούν συμπράξεις.
Η Επιτροπή διερωτάται κατόπιν αν το ερώτημα που υποβλήθηκε αναφέρεται στις πληροφορίες που μπορούν να συγκεντρώσουν οι ενδιαφερόμενοι στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής της αλευροποιίας σχετικά με τις συναλλαγές στην αγορά δικαιωμάτων αλέσεως και που ενδεχομένως αφορούν στοιχεία όπως οι τιμές ή τα μερίδια αγοράς. Η Επιτροπή δεν λαμβάνει θέση επ' αυτής της πλευράς του ζητήματος την οποία θεωρεί δυσαπόδεικτη διότι, κατά τις πληροφορίες της, η συμβουλευτική επιτροπή της αλευροποιίας συνέρχεται σε πολύ αραιά χρονικά διαστήματα, ούτε καν μία φορά το χρόνο, και δεν γίνεται ανταλλαγή τέτοιων πληροφοριών.
Πάντως η κανονιστική ρύθμιση αναπτύσσει τα αποτελέσματά της επί καθαρώς εθνικού επιπέδου και δεν πιθανολογείται ότι μπορεί να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
δ) Επί της υπάρξεως παρεμφερών συστημάτων σε άλλα κράτη μέλη
Στην Ισπανία και στο Βέλγιο υπάρχουν συστήματα δημοσίου δικαίου τα οποία μπορούν να θεωρηθούν, όπως και το γαλλικό σύστημα, ως εθνικά μέτρα για τη βαθμιαία προσαρμογή των δομών της αλευροβιομηχανίας σύμφωνα με κάποιο κριτήριο γεωγραφικής κατανομής, παρόμοιο δε σύστημα τελεί υπό μελέτη στην Ιταλία.
ε) Στατιστικές
Περαιτέρω η Επιτροπή παρουσίασε στατιστικά στοιχεία ως προς την παραγωγή σίτου και ως προς τις ενδοκοινοτικές εισαγωγές και εξαγωγές αλεύρου της Γαλλίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και των Κάτω Χωρών.
U. Everling
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 25ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 148/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de grande instance του Macon προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Direction générale des impôts, της Direction des services fiscaux του Saône-et-Loire,
και
Procureur de la Republique, αφενός,
και
Marie-Louise Forest, το γένος Sangoy,
και
SA Minoterie Forest που εδρεύει στο Moulin de Courreau, στο Bray του Cluny, αφετέρου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 έως 37 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158 ) σε σχέση με τη γαλλική κανονιστική ρύθμιση που θεσπίζει ποσοστώσεις θραύσεως σίτου και περιορίζει την παραγωγική ικανότητα των αλευροποιείων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα )
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, F. Schockweiler, U. Everling, R. Joliét και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Κ. Riechenberg, εκτελών καθήκοντα υπαλλήλου διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Marie-Louise Forest και η SA Minoterie Forest, εκπροσωπούμενες από το δικηγόρο Παρισίων D. Voillemot,
—
η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον R. de Gouttes κατά την έγγραφη διαδικασία και από τον R. Abraham κατά την προφορική διαδικασία
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C Berardis-Kayser κατά την έγγραφη διαδικασία και από την C. Berardis-Kayser και τον G. Marenco κατά την προφορική διαδικασία,
την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 24ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Οκτωβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με απόφαση της 17ης Απριλίου 1985 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Μαΐου 1985, το Tribunal de grande instance του Macon υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 έως 37 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158).
2
Το εν λόγω ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής δίωξης που άσκησε ο Procureur de la Republique ( εισαγγελέας ) κατόπιν αναφοράς της Direction générale des impôts ( γενικής διευθύνσεως φόρων ) κατά της Marie-Louise Forest και της ανώνυμης εταιρίας Minoterie Forest για παράβαση της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως που θεσπίζει ποσοστώσεις θραύσεως σίτου για τα αλευροποιεία.
3
Η σχετική γαλλική κανονιστική ρύθμιση, η οποία περιλαμβάνεται κυρίως σ' ένα διάταγμα της 24ης Απριλίου 1936 και σε μια υπουργική απόφαση της 27ης Ιουνίου 1938 που τροποποιήθηκαν στη συνέχεια, προβλέπει τη χορήγηση σε κάθε αλευρόμυλο ετήσιας ποσοστώσεως θραύσεως μαλακού σίτου ο οποίος πρόκειται να μεταποιηθεί σε άλευρο που διατίθεται για την εγχώρια κατανάλωση από ανθρώπους, βάσει της ετήσιας παραγωγής του αλευρόμυλου κατά τα έτη αναφοράς, δηλαδή από το 1927 έως το 1935. Η υπέρβαση της εν λόγω ποσοστώσεως τιμωρείται με πρόστιμο και δήμευση της ποσότητας που αλέστηκε παράνομα. Η ικανότητα θραύσεως του αλευρόμυλου που προκύπτει από την ανωτέρω ποσόστωση δεν μπορεί να αυξηθεί παρά μόνο υπό ορισμένες συγκεκριμένες προϋποθέσεις και κυρίως με την αγορά δικαιωμάτων αλέσεως. Τα εν λόγω μεταβιβάσιμα δικαιώματα αλέσεως είναι δυνατό να αποσυνδεθούν από τον αλευρόμυλο στον οποίο χορηγήθηκαν και να πωληθούν από έναν αλευροποιό σε οποιοδήποτε αλευροποιό επιθυμεί να αυξήσει την ποσότητα που του επιτρέπεται να αλέθει.
4
Κατά το 1983 και το 1984, η Minoterie Forest υπερέβη την ποσόστωση θραύσεως που της είχε χορηγηθεί χωρίς η υπέρβαση αυτή να καλύπτεται από την κτήση δικαιωμάτων αλέσεως. Η Forest προέβαλε ότι η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο και κυρίως προς το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ και την κοινή οργάνωση αγοράς των σιτηρών.
5
Επειδή το Tribunal de grande instance του Macon έκρινε ότι κατ' αυτό τον τρόπο τίθεται πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση που έχει θεσπιστεί με το διάταγμα της 24ης Απριλίου 1936, όπως έχει τροποποιηθεί ιδίως από το διάταγμα 61-1033 της 11ης Σεπτεμβρίου 1961, με την οποία επιβάλλεται η ποσόστωση θραύσεως σίτου και περιορίζονται οι παραγωγικές ικανότητες των αλευροποιείων, πρέπει να κριθεί ως αντίθετη προς τον κανονισμό 2727/75 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, ή και τις διατάξεις των άρθρων 30 έως 37 της Συνθήκης της Ρώμης; »
6
Το Δικαστήριο δεν μπορεί, κρίνοντας στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αποφανθεί επί του συμβιβαστού εθνικών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο. Ωστόσο μπορεί να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα κριτήρια ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου δίδοντας του κατ' αυτό τον τρόπο τη δυνατότητα να επιλύσει το νομικό πρόβλημα του οποίου έχει επιληφθεί.
7
Υπ' αυτή την έννοια το ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal de grande instance του Macon το αν ο κανονισμός 2727/75 του Συμβουλίου και τα άρθρα 30 έως 37 της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν την έννοια ότι αντίκεινται σε εθνικά μέτρα που θέτουν ποσοτικούς περιορισμούς στην ικανότητα θραύσεως των αλευρόμυλων όπως τα επίδικα ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου.
Ως προς την έκταση εφαρμογής της κοινής οργανώσεως αγοράς των σιτηρών
8
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο σκέλος αυτού του ερωτήματος πρέπει να εξεταστεί η λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών όπως προβλέπεται από τον προαναφερθέντα κανονισμό 2727/75. Όπως προκύπτει από το άρθρο 1 του κανονισμού 2727/75, η εν λόγω οργάνωση περιλαμβάνει ένα καθεστώς τιμών και συναλλαγών. Το άλευρο σίτου περιλαμβάνεται μεταξύ των προϊόντων που διέπει η κοινή οργάνωση.
9
Όσον αφορά το εμπόριο, ο κανονισμός 2727/75 προβλέπει ορισμένα μέτρα για τις εισαγωγές ή εξαγωγές από ή προς τρίτες χώρες, δηλαδή τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής ή εξαγωγής, την επιβολή εισφοράς, τη δυνατότητα χορηγήσεως επιστροφών και εφαρμογής ρητρών διασφαλίσεως. Η ποσόστωση της θραύσεως σίτου δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να παρεμποδίσει τη λειτουργία των εν λόγω μηχανισμών.
10
Ως προς το καθεστώς τιμών πρέπει να τονιστεί ότι ο κανονισμός 2727/75 δεν προβλέπει τον καθορισμό τιμών παρά μόνο για τα σιτηρά και όχι για τα άλευρα των οποίων η τιμή διαμορφώνεται βάσει της προσφοράς και της ζητήσεως στην εσωτερική αγορά της Κοινότητας. Επομένως αν και αληθεύει ότι το σύστημα των ποσοστώσεων θραύσεως σίτου δεν θίγει άμεσα την εφαρμογή του καθεστώτος τιμών του σίτου, ωστόσο η Forest προέβαλε ότι το επίδικο σύστημα δημιουργεί έμμεσα το αποτέλεσμα αυτό διότι ο περιορισμός της ικανότητας θραύσεως σίτου των αλευροποιών ελαττώνει τη ζήτηση σίτου.
11
Πρέπει να τονιστεί σχετικά ότι από τα στατιστικά στοιχεία που παρέθεσαν η γαλλική κυβέρνηση και η Επιτροπή και τα οποία δεν αμφισβήτησε η Forest προκύπτει ότι το σύνολο των δικαιωμάτων θραύσεως στο πλαίσιο του επιδίκου συστήματος ήταν πάντοτε καταφανώς μεγαλύτερο από την απαιτούμενη ποσότητα σίτου για την κάλυψη της καταναλώσεως από ανθρώπους εντός του οικείου κράτους μέλους. Επιπλέον, η επίδικη κανονιστική ρύθμιση δεν αφορά την παραγωγή σίτου που πρόκειται να εξαχθεί ή να διατεθεί ως ζωοτροφή. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το σύστημα των ποσοστώσεων θραύσεως σίτου δεν συνιστά περιορισμό της παραγωγής αλεύρου ούτε περιορίζει τις δυνατότητες διαθέσεως του σίτου. Συνεπώς κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το εξεταζόμενο σύστημα ασκεί κάποια επίδραση επί της διαμορφώσεως των τιμών του σίτου στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς.
12
Η Forest υποστήριξε επίσης ότι το εθνικό σύστημα των ποσοστώσεων θραύσεως σίτου για τον τομέα της αλευροποιίας είναι ασυμβίβαστο προς την κοινή οργάνωση αγοράς διότι αντίκειται στους σκοπούς και στις αρχές της κοινής γεωργικής πολιτικής που θέτει το άρθρο 39 της Συνθήκης και διότι τα κράτη μέλη δεν έχουν διατηρήσει καμιά επικουρική αρμοδιότητα σε τομείς που καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγοράς ώστε να θεσπίζουν μέτρα τα οποία η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν υπήγαγε στην αρμοδιότητά τους ούτε ρητά ούτε σιωπηρά.
13
Παρατηρείται σχετικά ότι ένα σύστημα ποσοστώσεων θραύσεως σίτου που αφορά αποκλειστικά την κατανάλωση από ανθρώπους εντός του οικείου κράτους μέλους και στο πλαίσιο του οποίου το σύνολο των ποσοστώσεων είναι στην πραγματικότητα σαφώς μεγαλύτερο από την απαιτούμενη ποσότητα για την κάλυψη της εν λόγω καταναλώσεως δεν αποτελεί παράγοντα περιορισμού της παραγωγής σίτου ούτε επηρεάζει δυσμενώς τη γεωργική παραγωγή. Κατά συνέπεια το εν λόγω εθνικό μέτρο καθαυτό δεν είναι αντίθετο προς τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής και τους σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Συνθήκη.
14
Όπως ήδη το Δικαστήριο έχει κρίνει με την απόφαση του της 7ης Φεβρουαρίου 1984 ( Jongeneel Kaas κατά Ολλανδικού Δημοσίου, 237/83, Συλλογή σ. 483) τα κράτη μέλη οφείλουν, εφόσον υπάρχει κανονισμός περί κοινής οργανώσεως αγοράς, να μη λαμβάνουν κανένα μέτρο που παρεκκλίνει από τη ρύθμιση αυτή ή μπορεί να τη βλάψει. Από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι από τη σιωπή και μόνο της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως δεν μπορεί πάντως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να λάβουν μέτρα στον τομέα αυτό. Αντίθετα, το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν ρύθμισε ειδικά τον τομέα της αλευροποιίας παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να λάβουν τα μέτρα που θεωρούν πρόσφορα για τη βελτίωση των δομών του εν λόγω τομέα τηρώντας τους μηχανισμούς και τις αρχές που διέπουν την κοινή οργάνωση αγοράς.
15
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι διατάξεις του κανονισμού 2727/75 δεν αντίκεινται στη θέσπιση εκ μέρους κράτους μέλους συστήματος ποσοστώσεων θραύσεως σίτου που αφορά αποκλειστικά την κατανάλωση από ανθρώπους εντός του οικείου κράτους μέλους και στο πλαίσιο του οποίου το σύνολο των ποσοστώσεων είναι στην πραγματικότητα σαφώς μεγαλύτερο από την απαιτούμενη ποσότητα για την κάλυψη της εν λόγω καταναλώσεως.
Ως προς την έκταση εφαρμογής των άρθρων 30 έως 37 της Συνθήκης
16
Αυτό το σκέλος του ερωτήματος αφορά κατ' ουσία την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης. Πράγματι το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν έχει εφαρμογή δεδομένου ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση δεν δημιουργεί κανένα εθνικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα. Ως προς το άρθρο 34, αρκεί η παρατήρηση ότι οι επίδικες ποσοστώσεις θραύσεως σίτου δεν εφαρμόζονται παρά μόνο στη μεταποίηση μαλακού σίτου σε άλευρο το οποίο δεν πρόκειται να εξαχθεί αλλά να διατεθεί στην εγχώρια κατανάλωση από ανθρώπους.
17
Όσον αφορά το ερώτημα αν η κανονιστική αυτή ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι το εξεταζόμενο σύστημα δεν θίγει τη δυνατότητα εισαγωγής αλεύρου προελεύσεως άλλων κρατών μελών που διατίθεται για κατανάλωση από ανθρώπους.
18
Ως προς τις επιπτώσεις που έχει αυτό το σύστημα, το οποίο εφαρμόζεται αδιακρίτως στη θραύση εγχωρίου σίτου και σίτου εισαγωγής, επί των προγενεστέρων σταδίων εμπορίας σίτου, η Forest κρίνει ότι θίγει το εμπόριο σιτηρών εφόσον, περιορίζοντας τη δυνατότητα των αλευροποιών να αγοράζουν σίτο για άλεσμα, μπορεί να προκαλέσει μείωση των εισαγωγών σίτου.
19
Πρέπει να επισημανθεί σχετικά ότι ακόμη κι αν ο περιορισμός της ποσότητας σίτου που επιτρέπεται να αλεστεί είναι δυνατό να εμποδίσει τους αλευροποιούς να αγοράσουν σίτο, κάθε αλευροποιός μπορεί ελεύθερα να προμηθεύεται μερικώς ή καθ' ολοκληρίαν σίτο εισαγωγής. Επομένως συνάγεται ότι το μέτρο αυτό της επιβολής ποσοστώσεων στο επίπεδο της παραγωγής αλεύρου δεν έχει στην πραγματικότητα σχέση με την εισαγωγή σίτου και δεν μπορεί να παρεμποδίσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
20
Κατά συνέπεια η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
21
Επομένως στο ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal de grande instance του Macon πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ούτε οι διατάξεις του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158 ), ούτε τα άρθρα 30 έως 37 της Συνθήκης ΕΟΚ αντίκεινται στη θέσπιση εκ μέρους κράτους μέλους συστήματος ποσοστώσεων θραύσεως σίτου για την αλευροποιία, το οποίο καταλαμβάνει μόνο την παρασκευή αλεύρου που προορίζεται για την εγχώρια κατανάλωση από ανθρώπους, το σύνολο δε των ποσοστώσεων που ισχύουν στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος υπερβαίνει στην πραγματικότητα καταφανώς την ποσότητα που απαιτείται για να καλυφθεί η εν λόγω κατανάλωση.
Επί των δικαστικών εξόδων
22
Τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η γαλλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 17ης Απριλίου 1985 το Tribunal de grande instance του Macon αποφαίνεται:
Ούτε οι διατάξεις του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158 ), ούτε τα άρθρα 30 έως 37 της Συνθήκης ΕΟΚ αντίκεινται στη θέσπιση εκ μέρους κράτους μέλους συστήματος ποσοστώσεων θραύσεως σίτου για την αλευροποιία, το οποίο καταλαμβάνει μόνο την παρασκευή αλεύρου που προορίζεται για την εγχώρια κατανάλωση από ανθρώπους, το σύνολο δε των ποσοστώσεων που ισχύουν στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος υπερβαίνει στην πραγματικότητα καταφανώς την ποσότητα που απαιτείται για να καλυφθεί η εν λόγω κατανάλωση.
Galmot
Schockweiler
Everling
Joliét
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
Υ. Galmot
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy