ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τέταρτο τμήμα )
της 24ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 150/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Chief Social Security Commissioner προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Jacqueline Drake
και
Chief Adjudication Officer,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, G. Bosco, T. F. O' Higgins και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: P. Heim
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Drake, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τον R. Smith, Solicitor, και κατά την προφορική διαδικασία από τον R. Drabble, Barrister,
—
ο Adjudication Officer, εκπροσωπούμενος από τον F. Jacobs, QC,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Currall, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 15ης Μαΐου 1985, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Μαΐου 1985, ο Chief Social Security Commissioner υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης' ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), για να κρίνει αν συμβιβάζεται προς την οδηγία αυτή μια διάταξη της εθνικής νομοθεσίας που ορίζει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδόματος φροντίδας αναπήρου.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μεταξύ της Drake και του Adjudication Officer και που αφορά την άρνηση του τελευταίου να χορηγήσει στην Drake το εν λόγω επίδομα φροντίδας ανάπηρου.
3
Η Drake, που είναι έγγαμη και ζει με το σύζυγο της, απασχολήθηκε επί σειρά ετών και μέχρι τα μέσα 1984 ως μισθωτή σε διάφορες εργασίες με πλήρες και με μειωμένο ωράριο. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, η μητέρα της, που έπασχε από βαριά αναπηρία και λάμβανε, για το λόγο αυτό, επίδομα βοηθού κατ' εφαρμογή του άρθρου 35 παράγραφος 1, του Social Security Act 1975, ήρθε να ζήσει μαζί της. Η Drake τότε εγκατέλειψε την εργασία της για να ασχοληθεί με τη μητέρα της.
4
Η βρετανική ρύθμιση περί παροχών αναπηρίας, που περιέχεται στον Social Security Act 1975, προβλέπει στο άρθρο 37, παράγραφος 1, την καταβολή επιδόματος φροντίδας αναπήρου, εφόσον: α) ο αιτών απασχολείται τακτικά και ουσιαστικά με τη φροντίδα προσώπου πάσχοντος από βαριά αναπηρία β) ο αιτών δεν έχει προσοδοφόρα απασχόληση γ ) ο πάσχων από βαριά αναπηρία είναι συγγενικό του πρόσωπο ή άλλο πρόσωπο που εμπίπτει στην περιγραφή του νόμου. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ως « πάσχοντα από βαριά αναπηρία » το πρόσωπο που μπορεί να λάβει επίδομα βοηθού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 35 του Social Security Act 1975, ή οποιαδήποτε άλλη παροχή που καταβάλλεται για τον ίδιο σκοπό. Κατά το άρθρο 37, παράγραφος 3, δεν χορηγείται επίδομα φροντίδας αναπήρου: σε πρόσωπα ηλικίας κάτω των 16 ετών ή που λαμβάνουν εκπαίδευση με πλήρες ωράριο' στην έγγαμη γυναίκα που ζει με το σύζυγο της ή την έγγαμη γυναίκα, της οποίας ο σύζυγος συνεισφέρει για τη συντήρηση της εβδομαδιαίο ποσό όχι κατώτερο από την εβδομαδιαία δόση του επιδόματος στη γυναίκα που συζεί με άνδρα χωρίς γάμο.
5
Στις 5 Φεβρουαρίου 1985, η Drake ζήτησε να της καταβληθεί το εν λόγω επίδομα λόγω των φροντίδων που παρέχει στην ανάπηρη μητέρα της. Ο Adjudication Officer που είναι αρμόδιος για τη χορήγηση της υπό κρίση παροχής παρατήρησε ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 3, στοιχείο α ), ψηφίο ( i ), του άρθρου 37 του Social Security Act 1975, η παροχή αυτή δεν οφείλεται στις έγγαμες γυναίκες που ζουν με το σύζυγο τους. Ωστόσο, για να επιταχύνει τη διαδικασία, διαβίβασε την αίτηση στο Social Security Appeal Tribunal.
6
Με απόφαση της 1ης Μαρτίου 1985, το επιληφθέν Tribunal έκρινε ότι ο κανόνας αυτός συνιστά διάκριση που βασίζεται στο φύλο, η οποία απαγορεύεται από την οδηγία 79/7. Ο Adjudication Officer άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Chief Social Security Commissioner. Ο Chief Social Security Commissioner σημειώνει στη Διάταξη παραπομπής ότι το μοναδικό επίμαχο ζήτημα μεταξύ των διαδίκων αφορά το άρθρο 37, παράγραφος 3, στοιχείο α), ψηφίο (i), του Social Security Act 1975, ενώ πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις από τις οποίες ο εν λόγω νόμος εξαρτά την κτήση του δικαιώματος επί επιδόματος φροντίδας αναπήρου.
7
Ο Chief Social Security Commissioner αναφέρει ακόμη, στη Διάταξη παραπομπής, ότι το άρθρο 37, παράγραφος 3, του νόμου ούτε καταργήθηκε ούτε τροποποιήθηκε μετά τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας 79/7, της οποίας είναι σκόπιμο να υπομνησθούν οι σχετικές διατάξεις.
8
Κατά το άρθρο 1, η οδηγία
« ... αποσκοπεί στην προοδευτική εφαρμογή, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και των άλλων στοιχείων κοινωνικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 3 της ΡΧης της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία καλείται στο εξής “ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ”».
Αφορά, κατά το άρθρο 2,
« ... τον ενεργό πληθυσμό, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξάρτητων εργαζομένων των εργαζομένων των οποίων η δραστηριότης έχει διακοπεί λόγω ασθενείας, ατυχήματος η μη ηθελημένης ανεργίας και επί των προσώπων που αναζητούν εργασία καθώς και επι των συνταξιούχων και των αναπήρων εργαζομένων ».
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3, η οδηγία εφαρμόζεται:
« α)
στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά των ακολούθων κίνδυνων:
—
ασθενείας,
—
αναπηρίας,
—
γήρατος,
—
εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθενείας,
—
ανεργίας·
β)
στις διατάξεις που αφορούν την κοινωνική πρόνοια κατά το μέτρο που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τα συστήματα που αναφέρονται στην περίπτωση α ) ».
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
« Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
—
το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
—
την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
—
τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών. »
9
Θεωρώντας ότι η ερμηνεία της οδηγίας του ήταν αναγκαία για να κρίνει τη διαφορά, ο Chief Social Security Commissioner ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Αν η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει την καταβολή παροχής (εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την κατοικία και άλλες ) σε πρόσωπο που δεν έχει προσοδοφόρα απασχόληση και ασχολείται τακτικά και ουσιαστικά με τη φροντίδα προσώπου, για το οποίο είναι καταβλητέα παροχή υπό την ιδιότητα του ως προσώπου που πάσχει από βαριά αναπηρία, λόγω του ότι το πρόσωπο αυτό χρειάζεται φροντίδα ή επιτήρηση, όπως ορίζεται κατά νόμο (και εφόσον το πρόσωπο αυτό συγκεντρώνει ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την κατοικία και άλλες), συνιστά η παροχή που καταβάλλεται στο^ πρώτο πρόσωπο προβλεπόμενο από το νόμο σύστημα ή μέρος προβλεπομένου από το νόμο συστήματος που εξασφαλίζει προστασία κατά της αναπηρίας και στο οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α ), της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ;
2)
Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, ο κανόνας κατά τον οποίο η έγγαμη γυναίκα δεν δικαιούται της παροχής αυτής, εάν συγκατοικεί με το σύζυγο της ή αν ο σύζυγος της συνεισφέρει για τη συντήρησης της ποσό που υπερβαίνει ορισμένο όριο, συνιστά διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, όταν οι έγγαμοι άνδρες δεν υπόκεινται σε αντίστοιχο κανόνα; »
10
Παρατηρήσεις κατέθεσαν η Drake, ο Adjudication Officer και η Επιτροπή.
Επί του πρώτου ερωτήματος
11
Με το πρώτο ερώτημα, ο Chief Social Security Commissioner ζητεί να πληροφορηθεί αν το δικαίωμα λήψεως παροχής του προσώπου το οποίο παρέχει φροντίδες σε ανάπηρο εμπίπτει σε προβλεπόμενο από το νόμο σύστημα προστασίας κατά του κινδύνου της αναπηρίας, ως προς το οποίο ισχύει η οδηγία 79/7, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α ), της ίδιας οδηγίας.
12
Η Drake και η Επιτροπή φρονούν ότι το πρώτο ερώτημα πρέπει να λάβει καταφατική απάντηση.
13
Η Drake υποστηρίζει, πρώτον, ότι η έκφραση « ενεργός πληθυσμός » που περιέχεται στο άρθρο 2 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει τα άτομα που έχουν εργαστεί, που επιθυμούν να ξαναρχίσουν να εργάζονται, που είναι μεν σε ηλικία που μπορούν να εργαστούν, κωλύονται όμως προσωρινώς, διότι πλήττονται από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο, ο οποίος καλύπτεται από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, πράγμα που συμβαίνει ακριβώς στην περίπτωση της. Φρονεί, κατά συνέπεια, ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία.
14
Η Drake ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α), της εν λόγω οδηγίας πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται σε κάθε παροχή που εμπίπτει σε κάποιο προβλεπόμενο από τον εθνικό νόμο σύστημα προστασίας κατά των κινδύνων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Υποστηρίζει ότι, στο Ηνωμένο Βασίλειο, το προβλεπόμενο από το νόμο σύστημα προστασίας κατά του κινδύνου αναπηρίας εκφράζεται με δύο παροχές, το επίδομα βοηθού, το οποίο καταβάλλεται στον ανάπηρο, και το επίδομα φροντίδας αναπήρου, το οποίο καταβάλλεται στο πρόσωπο το οποίο καταβάλλει τις φροντίδες. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, είναι αδύνατο να περιγραφεί το οικείο νομικό σύστημα χωρίς να περιγραφούν οι δύο παροχές.
15
Η Επιτροπή υποστηρίζει, καταρχάς, ότι ανήκει κάποιος στον ενεργό πληθυσμό κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας, όταν απασχολείται πράγματι, όταν είναι άνεργος ή σε αναζήτηση απασχολήσεως, ή πρώην εργαζόμενος ή συνταξιούχος εργαζόμενος, ή κωλύεται να εργαστεί λόγω ασθενείας ή αναπηρίας, είτε πρόκειται για ασθένεια δική του είτε για ασθένεια προσώπου στο οποίο παρέχει φροντίδες. Η Επιτροπή φρονεί ότι η Drake έπαυσε να εργάζεται λόγω αναπηρίας, έστω και αν η αναπηρία είναι της μητέρας της, και ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ότι ανήκει στον ενεργό πληθυσμό κατά την έννοια της οδηγίας.
16
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι η υπό κρίση παροχή καταβάλλεται σε τρίτο πρόσωπο και όχι απευθείας στον ανάπηρο δεν έχει ως αποτέλεσμα να εκφεόγει αυτή από το πεδίο που αντιστοιχεί στον κίνδυνο αναπηρίας, του οποίου το σύστημα καταλαμβάνεται από την οδηγία. Παρατηρεί ότι, αν γινόταν δεκτό ότι ο τρόπος καταβολής μιας παροχής μπορεί να αποβεί κρίσιμος για το αν έχει ή όχι εφαρμογή επ' αυτής η οδηγία, θα διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας.
17
Ο Adjudication Officer φρονεί, αντιθέτως, ότι το επίδομα φροντίδας αναπήρου δεν μπορεί, αυτό καθαυτό, να θεωρηθεί ότι εξασφαλίζει προστασία κατά του κινδύνου αναπηρίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α), της οδηγίας 79/7. Κατά την άποψη του, η διάταξη αυτή αφορά συστήματα που εξασφαλίζουν στα πρόσωπα προστασία κατά των κινδύνων που τα ίδια διατρέχουν και όχι, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του επιδόματος φροντίδας αναπήρου, κατά των κινδύνων που διατρέχει κάποιος τρίτος. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 2, το οποίο οριοθετεί τον κύκλο των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία, αναφέρεται αποκλειστικά στα πρόσωπα που πλήττονται άμεσα από ζημιογόνο περιστατικό και αποκλείει, κατά συνέπεια, από το πεδίο εφαρμογής της τα πλεονεκτήματα που ανάγονται σε άλλα πρόσωπα.
18
Ο Adjudication Officer παρατηρεί ακόμη ότι από το άρθρο 2 και από το προοίμιο της οδηγίας προκύπτει ότι οι παροχές στις οποίες αναφέρεται η οδηγία συνδέονται όλες με την εργασία. Το επίδικο επίδομα, το οποίο προορίζεται για πρόσωπα που δεν εργάζονται και βρίσκονται επομένως εκτός του ενεργού πληθυσμού, δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να θεωρείται ότι ανήκει στις παροχές αυτές.
19
Ο Adjudication Officer σημειώνει, τέλος, ότι η οδηγία 79/7, χωρίς βέβαια να συνιστά έναν καθολικής ισχύος κώδικα για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, συνιστά απλώς ένα πρώτο βήμα προς την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών στον εν λόγω τομέα. Ισχυρίζεται ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περιορίζεται στον ενεργό πληθυσμό, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2. Επομένως, αποζημιώσεις, σαν την υπό κρίση στην κύρια υπόθεση, εκφεύγουν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
20
Πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι, κατά την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 79/7, αυτή αποσκοπεί στην προοδευτικής εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
21
Κατά τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, η οδηγία 79/7 εφαρμόζεται στα προβλεπόμενα από το νόμο συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία, μεταξύ άλλων, κατά του κινδύνου αναπηρίας [ στοιχείο α ) ] και στις διατάξεις που αφορούν την κοινωνική πρόνοια, κατά το μέτρο που αποσκοπούν στη συμπλήρωση του συστήματος αναπηρίας [ στοιχείο β ) ]. Έτσι, για να εμπίπτει μια παροχή στο πεδίο εφαρμογής της υπό κρίση οδηγίας, πρέπει να συνιστά είτε το σύνολο ή μέρος συστήματος που προβλέπεται από το νόμο για την προστασία κατά ενός από τους κινδύνους που απαριθμούνται είτε μορφή παροχής κοινωνικής πρόνοιας που αποβλέπει στον ίδιο στόχο.
22
Κατά το άρθρο 2, η έννοια του « ενεργού πληθυσμού », η οποία προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ορίζεται ευρέως και συμπεριλαμβάνει « τους ανεξάρτητους εργαζομένους, τους εργαζομένους των οποίων η δραστηριότης έχει διακοπεί λόγω ασθενείας, ατυχήματος ή μη ηθελημένης ανεργίας και τα πρόσωπα που αναζητούν εργασία, καθώς και τους συνταξιούχους και τους αναπήρους εργαζομένους ». Η διάταξη αυτή στηρίζεται στην ιδέα ότι ένα πρόσωπο του οποίου η εργασία διακόπηκε από έναν από τους κινδύνους στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 3 ανήκει στον ενεργό πληθυσμό. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση της Drake, η οποία παραιτήθηκε από την εργασία της αποκλειστικά λόγω ενός από τους κινδύνους που απαριθμούνται από το άρθρο 3, ήτοι λόγω της αναπηρίας της μητέρας της. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι ανήκει στον ενεργό πληθυσμό κατά την έννοια της οδηγίας.
23
Πρέπει, εξάλλου, να παρατηρηθεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εξασφαλίζουν την προστασία από τις συνέπειες του κινδύνου αναπηρίας με διάφορους τρόπους. Πράγματι, ένα κράτος μέλος μπορεί, παραδείγματος χάρη, να προβλέπει, όπως εν προκειμένω το Ηνωμένο Βασίλειο, δύο χωριστά επιδόματα, από τα οποία το μεν ένα καταβάλλεται προσωπικά στον ανάπηρο, το δε άλλο στο πρόσωπο που παρέχει τις φροντίδες, ενώ άλλο κράτος μέλος μπορεί να καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα καταβάλλοντος μία παροχή που είναι πληρωτέα στον ανάπηρο, το ύψος όμως της οποίας ανέρχεται στο άθροισμα των δύο παροχών που προαναφέρθηκαν. Έτσι, για να εξασφαλιστεί ότι η προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 1 και εξειδικεύεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 79/7, θα υλοποιηθεί αρμονικά στο σύνολο της Κοινότητας, το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει κάθε παροχή η οποία ανήκει, υπό ευρεία έννοια, σε ένα από τα αναφερόμενα συστήματα που προβλέπονται από το νόμο ή σε διάταξη που αφορά την κοινωνική πρόνοια και που αποσκοπεί στη συμπλήρωση ή την υποκατάσταση ενός τέτοιου συστήματος.
24
Επιπλέον, η καταβολή της παροχής στο πρόσωπο που παρέχει τις φροντίδες δεν παύει να εξαρτάται από την ύπαρξη μιας καταστάσεως αναπηρίας, υπό την έννοια ότι, όπως δέχτηκε και ο Adjudication Officer κατά την προφορική διαδικασία, η ύπαρξη της αναπηρίας αποτελεί conditio sine qua non της χορήγησης της. Πρέπει εξάλλου να τονιστεί η προφανής οικονομική σχέση που συνδέει την παροχή αυτή προς τον ανάπηρο, δεδομένου ότι ο ανάπηρος αντλεί ωφέλεια από το γεγονός ότι το πρόσωπο που τον βοηθεί λαμβάνει ενίσχυση.
25
Επομένως, το γεγονός ότι μια παροχή που ανήκει σε προβλεπόμενο από το νόμο σύστημα αναπηρίας καταβάλλεται σε τρίτο και όχι απευθείας στον ανάπηρο δεν έχει ως αποτέλεσμα να εκφεύγει η παροχή αυτή από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7. Σε ενάντια περίπτωση, θα γινόταν δυνατό, όπως τόνισε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, να επιφέρονται διάφορες τυπικές μεταβολές στις υφιστάμενες παροχές που καλύπτονται από την οδηγία έτσι ώστε να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της.
26
Πρέπει, επομένως, στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε ο Chief Social Security Commissioner να δοθεί η απάντηση ότι μια παροχή που προβλέπεται από κράτος μέλος και καταβάλλεται σε πρόσωπο που παρέχει φροντίδες σε ανάπηρο εμπίπτει στο προβλεπόμενο από το νόμο σύστημα προστασίας κατά του κινδύνου αναπηρίας, ως προς το οποίο ισχύει η οδηγία 79/7, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α), της ίδιας οδηγίας.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
27
Εφόσον στο πρώτο ερώτημα δόθηκε καταφατική απάντηση, πρέπει να εξεταστεί το δεύτερο, το οποίο αναφέρεται στο ζήτημα αν συνιστά διάκριση που βασίζεται στο φύλο, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας 79/7, το γεγονός ότι μια διάταξη ορίζει ότι μια παροχή που εμπίπτει σε ένα από τα προβλεπόμενα από το νόμο συστήματα, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, δεν χορηγείται στην έγγαμη γυναίκα που κατοικεί με το σύζυγο της ή συντηρείται απ' αυτόν, ενώ χορηγείται, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, στον έγγαμο άνδρα.
28
Η Drake και η Επιτροπή, καθώς και ο Adjudication Officer, προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό.
29
Η Drake και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι ο αποκλεισμός των εγγάμων γυναικών από το δικαίωμα επί της παροχής αυτής, όταν οι έγγαμοι άνδρες που κατοικούν με τη γυναίκα τους δεν αποκλείονται, συνιστά σαφές παράδειγμα ευθείας διακρίσεως λόγω φύλου.
30
Ο ίδιος ο Adjudication Officer αναγνώρισε ότι η διάταξη που ρυθμίζει την επίδικη παροχή περιάγει σε μειονεκτική θέση ορισμένες κατηγορίες γυναικών (τις έγγαμες γυναίκες που ζουν με το σύζυγο τους και τις γυναίκες που συζούν χωρίς γάμο ), αποκλείοντας τες από τη δυνατότητα να λάβουν την εν λόγω παροχή.
31
Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 ορίζει ότι η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ιδίως όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τις προϋποθέσεις υπαγωγής στα συστήματα αυτά, συνεπάγεται την έλλειψη κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο.
32
Η διάταξη αυτή αποτελεί συγκεκριμένη έκφραση του σκοπού της οδηγίας, ο οποίος, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 1, συνίσταται στην εφαρμογή, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και μεταξύ ανδρών και γυναικών, μιας αρχής — της αρχής της ίσης μεταχείρισης — την οποία το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει θεμελιώδη.
33
Επομένως, μια εθνική διάταξη, σαν αυτή στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, βρίσκεται σε αντίθεση με τον προεκτεθέντα σκοπό της οδηγίας, ο οποίος επιβάλλει στα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 189 της Συνθήκης, επιτακτική υποχρέωση ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
34
Πρέπει, επομένως, στο δεύτερο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι συνιστά διάκριση που βασίζεται στο φύλο, απαγορευόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, το γεγονός ότι μία διάταξη ορίζει ότι μια παροχή που εμπίπτει σε ένα από τα προβλεπόμενα από το νόμο συστήματα, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, δεν χορηγείται στην έγγαμη γυναίκα που κατοικεί με το σύζυγο της ή συντηρείται απ' αυτόν, ενώ χορηγείται, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, στον έγγαμο άνδρα.
Επί των δικαστικών εξόδων
35
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 15ης Μαίου 1985, ο Chief Social Security Commissioner, αποφαίνεται:
1)
Μια παροχή που προβλέπεται από κράτος μέλος και καταβάλλεται ε πρόσωπο που παρέχει φροντίδες σε ανάπηρο εμπίπτει στο προβλεπόμενο από το νόμο σύστημα προστασίας κατά του κινδύνου αναπηρίας, ως προς το οποίο ισχύει η οδηγία 79/7, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α ), της ίδιας οδηγίας.
2)
Συνιστά διάκριση που βασίζεται στο φύλο, απαγορευόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7, το γεγονός ότι μία διάταξη ορίζει ότι μια παροχή που εμπίπτει σε ένα από τα προβλεπόμενα από το νόμο συστήματα, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, δεν χορηγείται στην έγγαμη γυναίκα που κατοικεί με το σύζυγο της ή συντηρείται απ' αυτόν, ενώ χορηγείται, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, στον έγγαμο άνδρα.
Bahlmann
Koopmans
Bosco
Ο' Higgins
Schockweiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Ιουνίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Κ. Bahlmann
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy