ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 155/85 ( *1 )
Ι — Έκθεση των πραγματικών περιστατικών
Ο προσφεύγων, υπάλληλος των Ηνωμένων Εθνών στη Γενεύη, έγινε δεκτός να συμμετάσχει στις γραπτές δοκιμασίες του διαγωνισμού ΡΕ/27/Α του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Όπως εκθέτει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η ημερομηνία των εξετάσεων είχε καταρχάς καθοριστεί στις 28 και 29 Ιουνίου 1984 αλλά κατέστη αναγκαίο να μετατεθεί για να επιτραπεί σε πολλούς υποψηφίους, μεταξύ των οποίων και στον προσφεύγοντα, να συμμετάσχουν στις εξετάσεις διαγωνισμού της Επιτροπής που είχαν καθοριστεί στις ίδιες ημερομηνίες. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν διευκρινίζει αν οι ημερομηνίες αυτές της 28ης και 29ης Ιουνίου 1984 είχαν ανακοινωθεί στους υποψηφίους. Σε χρόνο κατά τον οποίο η οριστική ημερομηνία διεξαγωγής των εξετάσεων δεν ήταν ακόμη γνωστή, ο προσφεύγων ζήτησε να πληροφορηθεί τηλεφωνικώς την ημερομηνία αυτή από τη γραμματεία της εξεταστικής επιτροπής η οποία απάντησε ότι κατέβαλλε προσπάθεια να διοργανώσει τις εξετάσεις εν πάση περιπτώσει πριν από τις θερινές διακοπές και ότι όλοι οι υποψήφιοι θα ενημερώνονταν εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία.
Ο προσφεύγων αμφισβητεί σε δύο σημεία την παρουσίαση αυτή των περιστατικών. Αφενός, προσάπτει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι εμφανίζει ότι οι ημερομηνίες της 28ης και 29ης Ιουνίου 1984 ανακοινώθηκαν στον προσφεύγοντα, πράγμα το οποίο δεν συνέβη. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προσπαθεί να δημιουργήσει έτσι την εντύπωση ότι ο προσφεύγων έπρεπε να γνωρίζει ότι θα καθορίζονταν σύντομα νέες ημερομηνίες. Αφετέρου, η γραμματεία της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού δεν διευκρίνισε καθόλου, απαντώντας στην τηλεφωνική ερώτηση του προσφεύγοντος, ότι οι γραπτές δοκιμασίες θα διενεργούνταν πριν από τις θερινές διακοπές. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η μόνη απάντηση ήταν ότι θα καταβαλλόταν προσπάθεια να ειδοποιηθούν εγκαίρως όλοι οι υποψήφιοι, ελέχθη δε επιπλέον κατά λέξη: «δεν γνωρίζουμε ακόμη την ημερομηνία. »
Δεν αμφισβητείται ότι με έγγραφο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2ας Ιουλίου 1984, όλοι οι υποψήφιοι ενημερώθηκαν ότι οι γραπτές δοκιμασίες θα πραγματοποιούνταν στις 19 και 20 Ιουλίου 1984. Η πληροφορία αυτή περιήλθε στην κατοικία του προσφεύγοντος στις 5 Ιουλίου 1984.
Ο προσφεύγων εκθέτει ότι την ημερομηνία αυτή, απουσίαζε με άδεια τριών εβδομάδων. Όταν κατά την επιστροφή του έλαβε γνώση της ημερομηνίας που είχε καθοριστεί για τη διεξαγωγή των γραπτών δοκιμασιών, αυτές είχαν ήδη πραγματοποιθεί.
Στις 7 Αυγούστου 1984, ο προσφεύγων απηύθυνε τηλετύπημα στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με το οποίο διατύπωσε παράπονα για την εξαιρετικά σύντομη προθεσμία με την οποία ειδοποιήθηκε για την ημερομηνία διεξαγωγής των εξετάσεων. Η προθεσμία αυτή είναι εντελώς αντίθετη προς τις συνήθειες των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ήταν ανεπαρκής κατά μείζονα λόγο διότι επρόκειτο για την περίοδο των μεγάλων διακοπών. Ο προσφεύγων καλούσε τον πρόεδρο να ορίσει νέα ημερομηνία για να του επιτραπεί να υποβληθεί στις γραπτές δοκιμασίες και απειλούσε να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου και να ζητήσει ενδεχομένως αποζημίωση.
Με έγγραφο της 29ης Αυγούστου 1984, ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος να καθορίσει νέα ημερομηνία για τις γραπτές δοκιμασίες. Ο πρόεδρος δικαιολογούσε την απόφαση αυτή με το ότι δεν ήταν βέβαιο ότι ο προσφεύγων δεν είχε λάβει εν τω μεταξύ γνώση των θεμάτων του διαγωνισμού και ότι αν ετίΟεντο νέα θέματα, δεν ήταν βέβαιο ότι θα παρουσίαζαν την ίδια δυσκολία.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1984, ο προσφεύγων απηύθυνε νέο τηλετύπημα στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με το οποίο διαβεβαίωνε, επικαλούμενος την τιμή του, ότι δεν επιχείρησε ποτέ να λάβει γνώση των θεμάτων του διαγωνισμού και ότι δεν έλαβε πράγματι γνώση, επαναλάμβανε δε το αίτημα του να καθοριστεί νέα ημερομηνία για να υποβληθεί στις γραπτές δοκιμασίες.
Κατά τη συνεδρίαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1984, η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού έλαβε γνώση των δύο τηλετυπημάτων του προσφεύγοντος της 7ης Αυγούστου και της 3ης Σεπτεμβρίου 1984 και συμμερίστηκε την άποψη που διατύπωσε ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής στο έγγραφο της 29ης Αυγούστου 1984.
Στις 4 Οκτωβρίου 1984, ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής ενημέρωσε τον προσφεύγοντα σχετικά με την απόφαση αυτή και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν συνεπώς δυνατό να καθοριστεί νέα ημερομηνία για τις γραπτές δοκιμασίες.
Στις 31 Οκτωβρίου 1984, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 1984(259/84).
Στις 2 Νοεμβρίου 1984, ο προσφεύγων υπέβαλε στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ο κανονισμός).
Στις 2 Ιανουαρίου 1985, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, με την οποία ζητούσε την άδεια να συμμετάσχει στις εξετάσεις του διαγωνισμού ΡΕ/27/Α που διενεργούνταν κατά το χρόνο εκείνο ( 259/84 R ).
Με Διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 1985, το Δικαστήριο ( πρώτο τμήμα ) κήρυξε απαράδεκτες τόσο την προσφυγή επί της ουσίας όσο και την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, διότι η προσφυγή είχε ασκηθεί χωρίς να προηγηθεί απόφαση επί της ενστάσεως.
Μετά την εκπνοή της τετράμηνης προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού, η ένσταση της 2ας Νοεμβρίου 1984 απερρίφθη σιωπηρώς στις 2 Μαρτίου 1985.
Στις 22 Μαΐου 1985, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο ( πρώτο τμήμα ) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Ο ,τροσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση που έλαβε η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού ΡΕ/27/Α κατά τη συνεδρίαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1984,
—
να επιτρέψει στον προσφεύγοντα να υποβληθεί στις γραπτές δοκιμασίες του διαγωνισμού αυτού μετά την ημερομηνία που είχε καθοριστεί για τη διεξαγωγή τους,
—
να επιδικάσει στον προσφεύγοντα αποζημίωση ποσού που θα καθορίσει το Δικαστήριο, το οποίο να καλύπτει όμως τουλάχιστον τα έξοδα της διαδικασίας και την αμοιβή του δικηγόρου στα οποία υποβλήθηκε άσκοπα ο προσφεύγων,
—
να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει παραδεκτό αλλά αβάσιμο το πρώτο αίτημα,
—
να κηρύξει αβάσιμο το δεύτερο και το τρίτο αίτημα,
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί νου παραδεκτού
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φρονεί ότι το δεύτερο αίτημα είναι απαράδεκτο διότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να υποκατασταθεί στην εξεταστική επιτροπή, έστω και σε περίπτωση ακυρώσεως αποφάσεώς της.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το αίτημα αυτό είναι παραδεκτό αλλά το αναδιατυπώνει ως εξής στην απάντηση του: « Να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να επιτρέψει στον προσφεύγοντα να υποβληθεί στις γραπτές δοκιμασίες του διαγωνισμού του Κοινοβουλίου ΡΕ/27/Α μετά την ημερομηνία που είχε καθοριστεί για τη διεξαγωγή τους, λαμβάνοντας υπόψη την κρίση του Δικαστηρίου και κάνοντας δεκτές τις δηλώσεις στις οποίες προέβη ο προσφεύγων επικαλούμενος την τιμή του. »
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί επίσης απαράδεκτο το τρίτο αίτημα. Το Δικαστήριο επελήφθη προσφυγής δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού και αν η προσφυγή αυτή αποτύχει, κάθε άλλο αίτημα αποκλείεται.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το αίτημά του περί επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι παραδεκτό.
Β — Επί της ουσίας
1. Ανεπάρκεια της προθεσμίας προσκλήσεως συμμετοχής
Ο προσφεύγων προβάλλει ότι η προθεσμία των δύο εβδομάδων μεταξύ του χρόνου αφίξεως του εγγράφου που ανακοίνωνε την ημερομηνία των εξετάσεων και του χρόνου διεξαγωγής των εξετάσεων ήταν εντελώς ανεπαρκής. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι από τους 362 υποψηφίους που εκλήθησαν στις εξετάσεις 92 δεν συμμετέσχαν. Η προθεσμία ήταν κατά μείζονα λόγο απρόσφορη, διότι τα περιστατικά εκτυλίχθηκαν κατά τις θερινές διακοπές. Επιπλέον, όταν ο προσφεύγων ζήτησε τηλεφωνικώς πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία των εξετάσεων πριν από την αναχώρηση του για διακοπές, η γραμματεία της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού τον διαβεβαίωσε ότι οι ημερομηνίες αυτές θα του ανακοινώνονταν εγκαίρως, χωρίς να διευκρινίσει ότι οι εξετάσεις θα διενεργούνταν πριν από τις θερινές διακοπές. Ο προσφεύγων προτείνει να ακουστεί επί του σημείου αυτού η μαρτυρική κατάθεση του καθώς και οι καταθέσεις των μελών της γραμματείας της εξεταστικής επιτροπής. Εν πάση περιπτώσει, τέτοια πληροφορία ήταν εξαιρετικά ανακριβής για να είναι σε θέση ο προσφεύγων να συναγάγει συγκεκριμένα συμπεράσματα.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φρονεί ότι η επικρινόμενη προθεσμία ήταν απόλυτα επαρκής. Ελλείψει ειδικής διατάξεως του κανονισμού επί του σημείου αυτού, το Κοινοβούλιο αναφέρεται στο άρθρο 1 του παραρτήματος III του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο οι προκηρύξεις διαγωνισμών πρέπει να δημοσιεύονται τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων υποψηφιότητας. Από αυτό μπορεί να συναχθεί ότι η προθεσμία δύο εβδομάδων ήταν επαρκής υπό τις συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως, διότι οι υποψήφιοι έπρεπε απλώς να λάβουν τα μέτρα τους βάσει ημερομηνίας που γνώριζαν ότι ήταν επικείμενη. Ο προσφεύγων γνώριζε εξάλλου ότι η ημερομηνία αυτή θα καθοριζόταν πριν από τις θερινές διακοπές και έπρεπε να λάβει τα μέτρα του ανακοινώνοντας τη διεύθυνση των διακοπών του ή παρακολουθώντας την αλληλογραφία του. Επιπλέον, θα ήταν παράλογο να παραπονείται ο προσφεύγων για κατάσταση που οφείλεται στο γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θέλησε να επιτρέψει σε ορισμένους υποψηφίους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ίδιος ο προσφεύγων, να συμμετάσχουν στις εξετάσεις που διοργάνωνε η Επιτροπή κατά την ίδια ημερομηνία που είχε αρχικά προβλεφθεί για τις εξετάσεις του παρόντος διαγωνισμού. Όσον αφορά την απόδειξη διά μαρτύρων που προτείνει ο προσφεύγων, είναι απρόσφορη και πρέπει να απορριφθεί.
2. Παραβίαση τη; αρχή; τη; όικαιολονημένης εμπιοτοοίγης
Ο προοφείγων υποστηρίξει ότι η επικρινόμενη προθεσμία αντιβαίνει πλήρως προς την πρακτική που ακολουθούν τα όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και συνιστά επομένως παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Τα κοινοτικά όργανα ανακοινώνουν στους υποψηφίους την πιθανή ημερομηνία των εξετάσεων δύο τουλάχιστον μήνες προηγουμένως, προσθέτοντας ότι οι ακριβείς ημερομηνίες θα ανακοινωθούν εγκαίρως. Ο προσφεύγων προσκομίζει σχετικά έγγραφο της Επιτροπής της 27ης Απριλίου 1984 σχετικά με το διαγωνισμό του οργάνου αυτού στον οποίο μετέσχε ο προσφεύγων, από το οποίο προκύπτει ότι αυτή είναι η ακολουθούμενη πρακτική. Προσκομίζει επίσης δύο βεβαιώσεις, μία του Συμβουλίου και μία της Επιτροπής, που επιβεβαιώνουν ότι τα όργανα αυτά ειδοποιούν γενικά τους υποψηφίους σχετικά με την ημερομηνία των γραπτών εξετάσεων τέσσερις περίπου εβδομάδες προηγουμένως. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν αρκούντως πεπεισμένο ως προς την ύπαρξη της πρακτικής αυτής, ο προσφεύγων ζητεί να ακουστεί η μαρτυρική κατάθεση των υπαλλήλων του Συμβουλίου και της Επιτροπής που είναι επιφορτισμένοι με τη διαδικασία προσλήψεων.
Το Ενρω.ταϊκό Κοινοβούλιο φρονεί ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε επαρκή απόδειξη της γενικής πρακτικής την οποία επικαλείται. Τα προσκομισθέντα έγγραφα προέρχονται από δύο μόνον όργανα. Εξάλλου, τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς σε γενικό κανόνα, πράγμα που συνεπάγεται ότι ειδικές περιστάσεις μπορούν να δικαιολογήσουν σύντμηση της προθεσμίας αυτής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι τέτοιες ειδικές περιστάσεις συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση και με αυτό φαίνεται ότι αναφέρεται στην ανάγκη μεταβολής των ημερομηνιών που είχαν αρχικά προβλεφθεί για τη διεξαγωγή των εξετάσεων. Τέλος, η προθεσμία προσκλήσεως συμμετοχής δεν επικρίνεται διότι ο προσφεύγων δεν είχε το χρόνο να προετοιμαστεί αλλά διότι δεν έλαβε το έγγραφο προσκλήσεως συμμετοχής λόγω απουσίας του για προσωπικούς λογούς. Η αιτίαση αυτή στερείται επομένως ερείσματος και η προσφορά αποδείξεως διά μαρτύρων είναι απορριπτέα.
3. Παράνομος χαρακτήρας της χποφχοεως της εξεταστικης επιτροπής του διαγωνισμού της 21ης Σεπτέμβριού 1984
Ο προδφεύγων φρονεί ότι εφόσον η πρόσκληση συμμετοχής στο διαγωνισμό βαρύνεται με αντικανονικότητα, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής της 21ης Σεπτεμβρίου 1984 περί απορρίψεως του αιτήματός του να υποβληθεί στις εξετάσεις αυτές μετά την ημερομηνία που είχε καθοριστεί για τη διεξαγωγή τους είναι παράνομη. Ο προσφεύγων υπενθυμίζει ότι δήλωσε ενόρκως στις 3 Σεπτεμβρίου 1984 ότι δεν επιχείρησε ποτέ να λάβει γνώση των θεμάτων των εξετάσεων του διαγωνισμού και ότι δεν έλαβε πράγματι γνώση τους, δηλώνει δε ότι είναι διατεθειμένος να διαβεβαιώσει ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ότι εξακολουθεί να μην έχει λάβει γνώση των θεμάτων αυτών. Οι ποινικές και πειθαρχικές συνέπειες παρόμοιων δηλώσεων του είναι απόλυτα γνωστές. Τίποτε δεν εμποδίζει συνεπώς να επιτραπεί στον προσφεύγοντα να υποβληθεί στις εξετάσεις σε μεταγενέστερη ημερομηνία, δεδομένου ότι αυτός είναι ο μόνος πρόσφορος τρόπος αποκαταστάσεως των συνεπειών του πταίσματος στο οποίο υπέπεσε η εξεταστική επιτροπή κατά την αποστολή της επικρινόμενης προσκλήσεως συμμετοχής.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ορθά η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού αρνήθηκε νακαθορίσει νέα ημερομηνία για τις εξετάσεις και να θέσει στον προσφεύγοντα νέα θέματα. Το Δικαστήριο έκρινε πράγματι επανειλημμένα ότι τέτοια πρακτική αντίκειται προς την αρχή της ισότητας (απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1976, Prais κατά Συμβουλίου, 130/75, Rec. σ. 1589 απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, Detti κατά Δικαστηρίου, 144/82, Συλλογή σ. 2421 ). Αφετέρου, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου απαγορεύει να τεθούν στον προσφεύγοντα τα παλαιά θέματα του διαγωνισμού, παρά το ότι αυτός δήλωσε επικαλούμενος την τιμή του ότι δεν έλαβε γνώση των θεμάτων αυτών. Η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού της 21ης Σεπτεμβρίου 1984 ήταν συνεπώς νόμιμη.
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΨΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πρώτο τμήμα )
της 27ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 155/85,
Dieter Strack, υπάλληλος των Ηνωμένων Εθνών, κάτοικος Vulbens, Γαλλία, εκπροσωπούμενος από τους Schröder-Eising και Gumbert-Drafz, δικηγόρους Recklinghausen, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με αντίκλητους στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Biever και Schütz, 83, boulevard Grande-Duchesse-Charlotte,
προσφεύγων,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους H.-J. Opitz, γενικό γραμματέα και Μ. Peter, προϊστάμενο τμήματος, κατοίκους Λουξεμβούργου, επικουρούμενους από τον Α. Bonn, δικηγόρο Λουξεμβούργου και αντίκλητό του, 22, côte ď Eich,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως με την οποία η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού ΡΕ/27/Α αρνήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1984 να επιτρέψει στον προσφεύγοντα να υποβληθεί στις γραπτές δοκιμασίες του ανωτέρω διαγωνισμού μετά την ημερομηνία που είχε καθοριστεί γι' αυτές,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Ρ. Heim
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 24ης Σεπτεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Οκτωβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Μαΐου 1985, ο Dieter Strack, υπάλληλος των Ηνωμένων Εθνών, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του γενικού διαγωνισμού ΡΕ/27/Α που διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ( ΕΕ C 355 της 30.12.1983, σ. 16 ) να μην του επιτραπεί να υποβληθεί στις γραπτές δοκιμασίες του ανωτέρω διαγωνισμού μετά την ημερομηνία που είχε καθοριστεί για τη διεξαγωγή τους. Ο προσφεύγων ζητεί επίσης, ως αποκατάσταση της ζημίας που θεωρεί ότι υπέστη, να καταδικαστεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε να του επιτρέψει να υποβληθεί στις δοκιμασίες του διαγωνισμού μετά την ημερομηνία που είχε καθοριστεί γι' αυτές είτε, επικουρικά, να του καταβάλει αποζημίωση.
2
Όσον αφορά τα περιστατικά καθώς και τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, το Δικαστήριο παραπέμπει στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Κατωτέρω γίνεται χρήση των στοιχείων αυτών της δικογραφίας μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του Δικαστηρίου.
3
Με έγγραφο της 2ας Ιουλίου 1984 του προέδρου της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού, ο Strack εκλήθη να συμμετάσχει στις γραπτές δοκιμασίες του γενικού διαγωνισμού ΡΕ/27/Α στις 19 και 20 Ιουλίου 1984. Το έγγραφο αυτό έφθασε στην κατοικία του Strack στις 5 Ιουλίου 1984, ενώ αυτός απουσίαζε με άδεια τριών εβδομάδων. Όταν κατά την επιστροφή του έλαβε γνώση της ημερομηνίας που είχε καθοριστεί για τη διενέργεια των εξετάσεων, αυτές είχαν ήδη πραγματοποιηθεί.
4
O Strack ζήτησε τότε από τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να του επιτραπεί να υποβληθεί εκ των υστέρων στις δοκιμασίες αυτές, διαβεβαίωσε δε, επικαλούμενος την τιμή του, ότι δεν είχε λάβει γνώση των θεμάτων του διαγωνισμού.
5
Το αίτημα αυτό διαβιβάστηκε στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού, η οποία το απέρριψε με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1984 που κοινοποιήθηκε στον Strack στις 4 Οκτωβρίου 1984.
6
Προς υποστήριξη του αιτήματός του περί ακυρώσεως της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής, ο Strack προβάλλει ότι η προθεσμία των δύο εβδομάδων μεταξύ της προσκλήσεως του να συμμετάσχει στις εξετάσεις και της ημερομηνίας διεξαγωγής τους ήταν ανεπαρκής. Η ανεπάρκεια αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή τάσσουν συνήθως προθεσμία τεσσάρων εβδομάδων. Ο Strack υποστηρίζει ότι επαναπαύθηκε λαμβάνοντας υπόψη τη συνήθεια αυτή. Εν προκειμένω, η προθεσμία των δύο εβδομάδων ήταν ιδιαίτερα ανεπαρκής, διότι τοποθετούνταν χρονικά στην περίοδο των θερινών διακοπών. Κατά συνέπεια, η απόφαση με την οποία η εξεταστική επιτροπή αρνήθηκε να του επιτρέψει να υποβληθεί εκ των υστέρων στις γραπτές δοκιμασίες είναι παράνομη, κατά μείζονα λόγο διότι ο ενάγων είχε δηλώσει επικαλούμενος την τιμή του ότι δεν είχε λάβει γνώση των θεμάτων του διαγωνισμού.
7
Πρέπει να διαπιστωθεί ότι καμία διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων δεν υποχρεώνει τα όργανα να προβλέπουν συγκεκριμένη χρονική απόσταση μεταξύ της προσκλήσεως των υποψηφίων διαγωνισμού και της διενέργειας των εξετάσεων. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίζει απλώς ότι « για τους γενικούς διαγωνισμούς, η προκήρυξη διαγωνισμού πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων υποψηφιότητας και, κατά περίπτωση, δύο μήνες τουλάχιστον πριν από την ημερομηνία των εξετάσεων ». Δεδομένου ότι η εξέταση των υποψηφιοτήτων Kat η αποστολή των προσκλήσεων απαιτούν ορισμένο χρονικό διάστημα, από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι η πρόσκληση συμμετοχής που περιέρχεται σε υποψήφιο λιγότερο από ένα μήνα πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εξετάσεων δεν είναι αντικανονική. Όσον αφορά την πρακτική που ακολουθούν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, αυτή δεν μπορεί να δεσμεύσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατά μείζονα λόγο διότι από τις περιλαμβανόμενες στη δικογραφία βεβαιώσεις προκύπτει ότι τα δύο αυτά όργανα θεωρούν τα ίδια ως απλώς ενδεικτική την προθεσμία των τεσσάρων εβδομάδων την οποία τηρούν όσον αφορά την πρόσκληση συμμετοχής σε διαγωνισμό.
8
Αν και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν ήταν έτσι υποχρεωμένο να τηρήσει συγκεκριμένη προθεσμία όσον αφορά την πρόσκληση συμμετοχής, πρέπει πάντως να εξεταστεί ακόμη αν η προθεσμία που προβλέφθηκε εν προκειμένω ήταν εύλογη και ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της χρηστής διοικήσεως. Πρέπει να διαπιστωθεί ότι η προθεσμία δύο εβδομάδων δεν φαίνεται παράλογη υπό τις συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως, έστω και αν επρόκειτο για την περίοδο των θερινών διακοπών. Η πρόσκληση συμμετοχής στο διαγωνισμό έχει ως μόνη λειτουργία να επιτρέψει στους υποψηφίους να συμμετάσχουν στις εξετάσεις. Επίσης, η υποχρέωση επιμελείας την οποία υπέχει κάθε υποψήφιος σε διαγωνισμό επέβαλλε στον Strack να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ώστε η πρόσκληση συμμετοχής να φθάσει πράγματι στον τόπο διαμονής του ή να μπορεί να λάβει εγκαίρως γνώση της. Το γεγονός ότι ο Strack δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στις γραπτές δοκιμασίες του διαγωνισμού ΡΕ/27/Α οφείλεται στην παράλειψη του να λάβει τα ενδεδειγμένα προληπτικά μέτρα και όχι στη βραχύτητα της προθεσμίας της προσκλήσεως συμμετοχής.
9
Δεδομένου ότι δεν μπορούν να διατυπωθούν επικρίσεις κατά της προθεσμίας προσκλήσεως συμμετοχής που προέβλεψε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ορθά η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού αρνήθηκε να επιτρέψει στον Strack να υποβληθεί στις δοκιμασίες μετά την ημερομηνία που είχε καθοριστεί για τη διεξαγωγή τους. Το αίτημα ακυρώσεως της εξεταστικής επιτροπής είναι επομένως απορριπτέο.
10
Δεδομένου ότι τα αιτήματα περί αποκαταστάσεως της ζημίας στηρίζονται στους ίδιους λόγους και τα ίδια επιχειρήματα με αυτά που διατυπώθηκαν κατά του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, της οποίας διαπιστώνεται η νομιμότητα με την παρούσα απόφαση, τα εν λόγω αιτήματα, κι αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι παραδεκτά, είναι κατ' ανάγκη αβάσιμα. Κατά συνέπεια, τα αιτήματα αυτά είναι επίσης απορριπτέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα πάντως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών των προσώπων που εμπίπτουν στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε.
Schockweiler
Bosco
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
F. Schockweiler
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy