ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 160/85 ( *1 )
I — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Με απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1981 (στην υπόθεση 28/81, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1981, σ. 2577), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
« Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για την συμμόρφωση της με την οδηγία 74/561 του Συμβουλίου, της 12ης Νοεμβρίου 1974, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα εμπορευμάτων στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών (ΕΕ ειδ. έκδ. Ν 308, 07/001, σ. 231 ), παρέβη υποχρέωση που υπέχει εκ της Συνθήκης ΕΟΚ. »
Εξάλλου, με απόφαση που εξέδωσε την ίδια ημέρα στην υπόθεση 29/81 (Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1981, σ. 2585), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
« Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για την συμμόρφωση της με την οδηγία 74/562 του Συμβουλίου, της 12ης Νοεμβρίου 1974, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών (ΕΕ ειδ. έκδ. Ν 308, 07/001, σ. 236), παρέβη υποχρέωση που υπέχει εκ της Συνθήκης ΕΟΚ. »
Η Επιτροπή, συμπεραίνοντας από την έλλειψη ενημερώσεως της επί του θέματος ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε ακόμα προχωρήσει σε εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου, κίνησε, με έγγραφο της 28ης Νοεμβρίου 1983, την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία καλώντας την ιταλική κυβέρνηση να της διαβιβάσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας 2 μηνών από τη λήψη του εγγράφου οχλήσεως.
Με έγγραφο που συνέταξε στις 15 Φεβρουαρίου 1984 η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ιταλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η ιταλική κυβέρνηση γνωστοποίησε ότι η μεταφορά των δύο οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο αποτελούσε αντικείμενο νομοσχεδίου, το οποίο είχε υποβληθεί προς εξέταση στην επιτροπή μεταφορών της Γερουσίας της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Επειδή δεν έλαβε καμία πληροφορία για την ψήφιση του εν λόγω νομοσχεδίου από το ιταλικό κοινοβούλιο, η Επιτροπή εξέδωσε, με έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 1985, αιτιολογημένη γνώμη σύμφωνα με την οποία η ιταλική κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή δεν μερίμνησε για την εκτέλεση των αποφάσεων που εξέδωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις 28/81 και 29/81. Η Επιτροπή κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως της προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της.
Επειδή δεν δόθηκε συνέχεια στην αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στις 22 Μαΐου 1985.
Η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Μαΐου 1985.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Το Δικαστήριο πάντως κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση να το ενημερώσει ως προς το στάδιο των κοινοβουλευτικών εργασιών και την πιθανή ημερομηνία ψηφίσεως των νομοσχεδίων για τη μεταφορά των οδηγιών 74/561/ΕΟΚ και 74/562/ΕΟΚ του Συμβουλίου στην ιταλική έννομη τάξη.
Στις 3 Μαΐου 1986 η ιταλική κυβέρνηση απάντησε εγγράφως ότι δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την ημερομηνία ψηφίσεως των νομοσχεδίων για τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στην ιταλική έννομη τάξη. Επιφυλάχθηκε πάντως να ενημερώσει το Δικαστήριο σχετικά με κάθε νέο στοιχείο που θα ανέκυπτε.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να αναγνωρίσει ότι η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή, παρά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 1981 ( στις υποθέσεις 28/81 και 29/81 ), δεν έχει ακόμα μεταφέρει στην εσωτερική της έννομη τάξη την οδηγία 74/561/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα εμπορευμάτων στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών, καθώς και την οδηγία 74/562/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών
β)
να καταδικάσει την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα.
Η ιταλική κυβέρνηοη δεν προσδιόρισε τα αιτήματά της.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ και λόγω των προαναφερθεισών αποφάσεων της 10ης Νοεμβρίου 1981, να λάβει τα αναγκαία μέτρα, ώστε, μεταφέροντας στην εσωτερική της έννομη τάξη τις εν λόγω οδηγίες, να παύσει την παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη. Αρκετά έτη μετά την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων του Δικαστηρίου, η Ιταλική Δημοκρατία δεν θέσπισε κανένα μέτρο ώστε να συμμορφωθεί προς αυτές.
Η ιταλική κυβέρνηοη παρατηρεί ότι, όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας 74/561/ΕΟΚ στην ιταλική έννομη τάξη, οι σχετικές διατάξεις είχαν ενσωματωθεί σε σχέδιο νόμου, το οποίο προέβλεπε ουσιώδη τροποποίηση του νόμου 298 της 6ης Ιουνίου 1974 σχετικά με το καθεστώς της μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς. Η Βουλή είχε εγκρίνει το νομοσχέδιο κατά τη διάρκεια της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου, η λήξη της οποίας όμως δεν επέτρεψε την περάτωση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και την οριστική ψήφιση του νομοσχεδίου' το ίδιο νομοσχέδιο υποβλήθηκε στη νέα Βουλή, που εξακολουθεί να το εξετάζει ( Camera dei Deputati, ένατη βουλευτική περίοδος, έγγραφο υπ' αριθ. 1231 ).
Όσον αφορά την οδηγία 74/562/ΕΟΚ, η ιταλική κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι διατάξεις σχετικά με την μεταφορά της έχουν ενσωματωθεί σε ένα άλλο σχέδιο νόμου, το οποίο επίσης εξετάζεται από το Κοινοβούλιο ( Senato della Repubblica, ένατη βουλευτική περίοδος, έγγραφο υπ' αριθ. 344 ).
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ιταλικής κυβέρνησης, οι διατάξεις μεταφοράς των εν λόγω οδηγιών ενδέχεται να θεσπιστούν μέσα σε εύλογες προθεσμίες.
Με την απάντηση της η Επιτροπή θεωρεί αποδεδειγμένη την παράβαση και εκτιμά ότι, λόγω της διάρκειας των κοινοβουλευτικών εργασιών, δεν θα καταστεί δυνατό να παύσει σε σύντομο διάστημα.
IV — Προφορική διαδικασία
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Sergio Fabro, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 1986.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 1986.
Τ. F. Ο' Higgins
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 5ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 160/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Sergio Fabro, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή, παρά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 1981 (στις υποθέσεις 28/81 και 29/81, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1981, σσ. 2577 και 2585 αντίστοιχα ), δεν έχει ακόμη μεταφέρει στην εσωτερική της έννομη τάξη τις οδηγίες του Συμβουλίου 74/561/ΕΟΚ, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα εμπορευμάτων στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών, και 74/562/ΕΟΚ, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σσ. 231 και 236 αντίστοιχα),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Κ. Κακούρη, Τ. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn,
γραμματέας: P. Heim,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 9ης Ιουλίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Μαΐου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή δεν έχει ακόμη μεταφέρει στην εσωτερική της έννομη τάξη τις οδηγίες 74/561/ΕΟΚ και 74/562/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Νοεμβρίου 1974, από τις οποίες η μεν πρώτη αφορά την πρόσβαση στο επάγγελμα του μεταφορέα εμπορευμάτων στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών, η δε δεύτερη την πρόσβαση στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σσ. 231 και 236 αντίστοιχα), παρά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 1981 (στις υποθέσεις 28 και 29/81, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1981, σσ. 2577 και 2585 αντίστοιχα ).
2
Με την παραπάνω απόφαση του στην υπόθεση 28/81 το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
« Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για την συμμόρφωση της με την οδηγία 74/561 του Συμβουλίου, της 12ης Νοεμβρίου 1974, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα εμπορευμάτων στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών ( ΕΕ ειδ. έκδ. Ν 308, 07/001, σ. 231 ), παρέβη υποχρέωση που υπέχει εκ της Συνθήκης ΕΟΚ. »
3
Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υπόθεσης 29/81 το Δικαστήριο αποφάνθηκε με απόφαση που φέρει την ίδια ημερομηνία ως εξής:
« Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσης προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για τη συμμόρφωση της με την οδηγία 74/562 του Συμβουλίου, της12ης Νοεμβρίου 1974, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών ( ΕΕ ειδ. έκδ. Ν 308, 07/001, σ. 236 ), παρέβη υποχρέωση που υπέχει εκ της Συνθήκης ΕΟΚ. »
4
Το ιστορικό της διαφοράς καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων εκτίθενται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται παρακάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
5
Η Επιτροπή έκρινε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε προχωρήσει στην εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 1981 και, ύστερα από ανταλλαγή εγγράφων με την ιταλική κυβέρνηση, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αφού προηγουμένως έταξε προθεσμία στην Ιταλική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή εξέδωσε στις 4 Φεβρουαρίου 1985 αιτιολογημένη γνώμη. Επειδή καμία συνέχεια δεν δόθηκε στην εν λόγω γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
6
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε να λάβει, μετά την έκδοση των προαναφερθεισών αποφάσεων της 10ης Νοεμβρίου 1981, τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στην εσωτερική της έννομη τάξη, ώστε να παύσει η παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ. Αρκετά έτη μετά την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων του Δικαστηρίου, η Ιταλική Δημοκρατία δεν θέσπισε κανένα μέτρο για να συμμορφωθεί με αυτές.
7
Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Βουλή είχε εγκρίνει κατά την προηγούμενη βουλευτική περίοδο νομοσχέδιο που προέβλεπε τη μεταφορά της οδηγίας 74/561/ΕΟΚ, πλην όμως η λήξη της βουλευτικής περιόδου δεν επέτρεψε την περάτωση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και την οριστική ψήφιση του νομοσχεδίου. Σε ορισμένα όμως νομοσχέδια που τελούν ακόμη υπό συζήτηση στην παρούσα Βουλή έχουν ενσωματωθεί διατάξεις για τη μεταφορά των εν λόγω δύο οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη της Ιταλίας.
8
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να επικαλεστούν διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχουν δυνάμει του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες οδηγίες 74/561/ΕΟΚ και 74/562/ΕΟΚ, τα εθνικά μέτρα έπρεπε να είχαν θεσπιστεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1977. Με τις παραπάνω αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 1981, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από τη Συνθήκη, επειδή δεν είχε εκτελέσει τις οδηγίες εμπροθέσμως.
9
Η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε, βάσει του άρθρου 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, να λάβει τα μέτρα που συνεπαγόταν η εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου. Το άρθρο αυτό δεν ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ληφθούν τα εν λόγω μέτρα. Η εκτέλεση της αποφάσεως πρέπει πάντως να αρχίσει αμέσως και να περατωθεί το συντομότερο δυνατόν αυτό όμως δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι έχουν ήδη διαρρεύσει αρκετά έτη από την έκδοση των οικείων αποφάσεων.
10
Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή δεν έχει ακόμη λάβει τα αναγκαία μέτρα για να εκτελέσει τις οδηγίες 74/561/ΕΟΚ και 74/562/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Νοεμβρίου 1974, από τις οποίες η μεν πρώτη αφορά την πρόσβαση στο επάγγελμα του μεταφορέα εμπορευμάτων στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών, η δε δεύτερη την πρόσβαση στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σσ. 231 και 236 αντίστοιχα), παρά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 1981 ( στις υποθέσεις 28/81 και 29/81, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1981, σσ. 2577 και 2585 αντίστοιχα ).
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή δεν έχει ακόμη λάβει τα αναγκαία μέτρα για να εκτελέσει τις οδηγίες 74/561/ΕΟΚ και 74/562/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Νοεμβρίου 1974, από τις οποίες η μεν πρώτη αφορά την πρόσβαση στο επάγγελμα του μεταφορέα εμπορευμάτων στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών, η δε δεύτερη την πρόσβαση στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών, παρά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 1981 ( στις υποθέσεις 28/81 και 29/81, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1981, σσ. 2577 και 2585 αντίστοιχα ).
2)
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Κακούρης
Ο' Higgins
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Bahlmann
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy