ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 167 και 212/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς
Λαμβάνοντας υπόψη την παράταση της κατάστασης έκδηλης κρίσης στον ευρωπαϊκό τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, η Επιτροπή θέσπισε τέλος 1983-αρχές 1984 σειρά αποφάσεων που αποσκοπούσαν στην ενίσχυση του αποτελέσματος των μέτρων που είχαν ληφθεί προηγουμένως και συνιστούσαν κυρίως τον κώδικα των ενισχύσεων (απόφαση 2320/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 7ης Αυγούστου 1981 — ΕΕ L 228, σ. 14 ) και το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής (απόφαση 2177/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 1983 — ΕΕ L 208, σ. 1 ), και οι οποίες αποφάσεις τροποποιήθηκαν επανειλημμένα.
Η Επιτροπή έτσι θέσπισε, στις 23 Δεκεμβρίου 1983, την απόφαση 3715/83/ΕΚΑΧ για τον καθορισμό ελαχίστων τιμών για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα καθώς και σύστημα ελέγχου των ελαχίστων τιμών ( ΕΕ L 373, αντιστοίχως σσ. 1 και 5 ).
Η Επιτροπή θέσπισε, επίσης, στις 23 Δεκεμβρίου 1983, την απόφαση 3717/83/ΕΚΑΧ για την καθιέρωση, για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα και τους εμπόρους χάλυβα, πιστοποιητικού παραγωγής και συνοδευτικού εγγράφου των παραδόσεων ορισμένων προϊόντων ( ΕΕ L 373, σ. 9 ). Αυτή η απόφαση θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου για να εξασφαλίσει την επιτήρηση των παραδοσιακών ρευμάτων χάρις σε πλήρη και ακριβή απογραφή και τακτοποίηση των ρευμάτων των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Αυτό το σύστημα επιτηρήσεως συμπληρώθηκε με τη θέσπιση, στο πλαίσιο της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 31ης Ιανουαρίου 1984 για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 29, σ. 1 ), νέας αρχής συγκείμενης στην υποχρέωση της τηρήσεως των παραδοσιακών ρευμάτων των προϊόντων των κατηγοριών Ια ( φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως), Ιβ (λαμαρινών ψυχρής ελάσεως) και III (βαρέων μορφο-χαλύβων ).
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 9 της εν λόγω αποφάσεως καθώς και από τη γνώμη του Συμβουλίου:
« Η σταθερότητα των παραδοσιακών ρευμάτων των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα στην Κοινότητα αποτελεί ουσιώδες στοιχείο, το οποίο πρέπει να διατηρηθεί για να πραγματοποιηθεί η αναδιάρθρωση του τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα μέσα σε ανταγωνιστικό πλαίσιο συμβιβάσιμο με την αλληλεγγύη που επιβάλλεται από το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής. »
Κατά το άρθρο 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ που προαναφέρθηκε:
« 1)
Κάθε κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή όταν διαπιστώσει ότι, κατά τη διάρκεια ενός τριμήνου, οι παραδόσεις προϊόντων μιας από τις κατηγορίες Ια, Ιβ, II και III έχουν τροποποιηθεί σε σημαντικό βαθμό σε σχέση με τις συνηθισμένες παραδόσεις.
2)
Η καταγγελία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να υποβληθεί το αργότερο οκτώ εβδομάδες μετά το τέλος του σχετικού τριμήνου.
3)
Η Επιτροπή ελέγχει το βάσιμο της καταγγελίας αυτής στηριζόμενη στα μηνιαία στατιστικά στοιχεία που της διαβιβάζουν τα κράτη μέλη κατ' εφαρμογή της απόφασης 3717/83/ΕΚΑΧ. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές με αυτό περιστάσεις.
4)
Εφόσον η Επιτροπή θεωρήσει βάσιμη την καταγγελία, ζητάει τη γνώμη των ενδιαφερομένων κρατών μελών για το εν λόγω θέμα. Καλεί τις σχετικές επιχειρήσεις να αναλάβουν γραπτά την υποχρέωση να διορθώσουν, κατά το επόμενο τρίμηνο, τη διαφορά που σημειώθηκε στις συνηθισμένες παραδόσεις.
5)
Σε περίπτωση που μια επιχείρηση δεν αναλάβει την ανωτέρω υποχρέωση ή δεν την τηρήσει, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει, για το επόμενο τρίμηνο, το τμήμα της ποσόστωσης που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά από την επιχείρηση αυτή κατά ποσότητα ίση, κατ' ανώτατο όριο, με εκείνη που προκάλεσε την ανισορροπία στις συνηθισμένες παραδόσεις.
6)
Η Επιτροπή ενημερώνει τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην καταγγελία. »
Β — Γένεοη και εξέλιξη της διαφοράς
Σύμφωνα με το άρθρο 8 της αποφάσεως 3717/83/ΕΚΑΧ, που προαναφέρθηκε, οι αρμόδιες ιταλικές αρχές ανακοίνωσαν για τα τρία πρώτα τρίμηνα του έτους 1984 τα σχετικά με τις εισαγωγές, στην Ιταλία, των προϊόντων που αφορά αυτή η απόφαση στοιχεία (έγγραφα της 5ης Ιουνίου, 3ης Αυγούστου και 30ής Νοεμβρίου 1984, αντιστοίχως παραρτήματα 1, 2 και 3 της προσφυγής 212/85 ).
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν έτσι στην Επιτροπή οι κοινοτικές επιχειρήσεις πραγματοποίησαν διείσδυση στην ιταλική αγορά εις βάρος των ιταλών παραγωγών, των οποίων οι πωλήσεις στην ιταλική αγορά μειώθηκαν προοδευτικά. Για τα προϊόντα των κατηγοριών Ια και II, οι πωλήσεις των ιταλικών προϊόντων στην ιταλική αγορά, κατά την περίοδο αναφοράς, από 80,1 μειώθηκαν σε 67,6 ο/ο και για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιβ από 82,7 σε 74,4 ο/ο ( παράρτημα 12 της προσφυγής 167/85).
Επίσης, οι αρμόδιες ιταλικές αρχές ζήτησαν από την Επιτροπή, με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1984, να λάβει τα προβλεπόμενα από το άρθρο 15Β της προαναφερθείσας απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ μέτρα.
Σε έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 1984, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, επιβεβαιώνοντας τα διαβιβασθέντα από τις ιταλικές αρχές στοιχεία για τους εννέα πρώτους μήνες του έτους, απηύθυναν συνοπτικό πίνακα ανταλλαγών των εν λόγω προϊόντων μεταξύ των κρατών μελών και κάλεσαν τα τελευταία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους επί των περιπτώσεων σημαντικής υπερβάσεως των παραδόσεων ιταλικών προϊόντων στην αγορά των άλλων κρατών μελών, ήτοι επί των υπερβάσεων των ανωτέρων κατά 1 ο/ο σε σχέση με το συνηθισμένο όγκο.
Με έγγραφο της 21ης Ιανουαρίου 1985, οι ιταλικές αρχές ισχυρίσθηκαν ότι οι παραδόσεις των ιταλικών προϊόντων στην αγορά των άλλων κρατών μελών δεν υπερέβησαν τις προβλεπόμενες ποσότητες λαμβάνοντας υπόψη την προοδευτική αύξηση του όγκου των εισαγωγών προελεύσεως άλλων κρατών μελών, σε βάρος των ιταλών παραγωγών των προϊόντων των κατηγοριών Ια και Ιβ, οι ιταλικές αρχές ζήτησαν εκ νέου την άμεση εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 15Β της προαναφερθείσας απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής. Το αίτημα αυτό επαναλήφθηκε με έγγραφα της 25ης Φεβρουαρίου και 11ης Μαρτίου 1985 (παραρτήματα 7 και 8 της προσφυγής 212/85).
Με έγγραφο της 20ής Μαρτίου 1985 (παράρτημα 9, προσφυγή 212/85), οι υπηρεσίες της Επιτροπής, αφενός, αναγνώρισαν για μια ακόμα φορά την ακρίβεια των προσκομισθέντων από την Ιταλία στοιχείων, ιδίως την υπέρβαση του συνηθισμένου όγκου των εισαγωγών προελεύσεως Γαλλίας και Μπενελούξ, και, αφετέρου, ανέφεραν ότι κάλεσαν τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να γνωρίσουν τα αίτια αυτής της υπέρβασης.
Σε έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1985, ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής επισήμανε στον υπουργό βιομηχανίας της Ιταλικής Δημοκρατίας ( παράρτημα 2, προσφυγή 167/85 ) ότι, μετά το πέρας των διμερών διαβουλεύσεων με τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των καταγγελιών, το βάσιμο των οποίων εξακρίβωσε η Επιτροπή, η τελευταία κίνησε τις διαδικασίες που αντιστοιχούν στο είδος των διαπιστωθεισών παραβάσεων στον τομέα των τιμών και συνέχιζε επιπλέον τις αρξάμενες διαβουλεύσεις ώστε να κρίνει κατά περίπτωση τη σκοπιμότητα της συνεχίσεως της προβλεπόμενης από το άρθρο 15Β της προαναφερθείσας απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ διαδικασίας.
Με επιστολή της 18ης Φεβρουαρίου 1985 (παράρτημα 1, προσφυγή 167/85), η Assider ζήτησε από την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, να εφαρμόσει το σύνολο των διατάξεων του άρθρου 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ.
Με έγγραφο της 2ας Απριλίου 1985, ο ιταλός υπουργός βιομηχανίας κάλεσε την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, « να συμμορφωθεί προς όλες τις υποχρεώσεις που προβλέπει το άρθρο 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ ».
Με έγγραφο της 24ης Απριλίου 1985 (παράρτημα 3 της προσφυγής 167/85), ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής διαβίβασε προς την Assider το έγγραφο που είχε απευθύνει στον ιταλό υπουργό βιομηχανίας στις 22 Μαρτίου 1985.
Με έγγραφο της 2ας Μαΐου 1985, που απεύθυνε στον ιταλό υπουργό βιομηχανίας ( παράρτημα 12, προσφυγή 212/85), η Επιτροπή εξέθεσε, για μια ακόμη φορά, την περιγραφόμενη στο έγγραφο που του είχε απευθύνει στις 22 Μαρτίου 1985 άποψη.
Η Assider και η ιταλική κυβέρνηση άσκησαν, βάσει του άρθρου 35, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απόφασης περί αρνήσεως εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ. Οι
προσφυγές πρωτοκολλήθηκαν αντιστοίχως στις 31 Μαΐου και12 Ιουλίου 1985.
Με Διάταξη της 23ης Οκτωβρίου 1985, το Δικαστήριο διέταξε την ένωση των δύο αυτών προσφυγών προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση ενιαίας αποφάσεως.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 21 του οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 45 του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε να υποβάλει τρία ερωτήματα στην Επιτροπή καλώντας την να απαντήσει σ' αυτά πριν από τις 31 Οκτωβρίου 1986.
Η Επιτροπή απάντησε εντός των προθεσμιών.
Σύμφωνα με το άρθρο 54 του κανονισμού διαδικασίας, ο πρόεδρος όρισε την ημερομηνία ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας στη λήξη της προθεσμίας που έταξε στην Επιτροπή για να απαντήσει στα τεθέντα από το Δικαστήριο ερωτήματα.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Assider ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει, ή τουλάχιστον να κηρύξει παράνομη, τη σιωπηρή περί αρνήσεως απόφαση που προκύπτει από τη σιωπή που τηρήθηκε έναντι της αιτήσεως της Assider της 18ης Φεβρουαρίου 1985,
—
επικουρικώς, να ακυρώσει την ενδεχομένη απόφαση αρνήσεως που περιέχεται στο έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1985 του αντιπροέδρου της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
—
να διατάξει, ως μέσα αποδείξεως, την προσαγωγή, εφόσον είναι αναγκαίο, όλων των εγγράφων στα οποία εμφαίνονται οι παραδόσεις των προϊόντων που υπάγονται στο σύστημα των παραδοσιακών ρευμάτων, που πραγματοποιήθηκαν στην ιταλική αγορά καθολη τη διάρκεια του έτους 1984, κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου 1985, καθώς και οι διακυμάνσεις σε ποσοστό σε σχέση με την περίοδο αναφοράς,
—
να διατάξει, εν πάση περιπτώσει, την προσαγωγή όλων των προπαρασκευαστικών εργασιών της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ και, κυρίως, τα έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής τα σχετικά με τον έλεγχο και τη διατήρηση των παραδοσιακών ρευμάτων.
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει ή να κηρύξει παράνομη τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση που προκύπτει από τη σιωπή που τηρήθηκε έναντι της οχλήσεως της 2ας Απριλίου 1985, αριθ. 740342,
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορριφθεί το αίτημα ακυρώσεως της σιωπηρής απορριπτικής απόφασης,
—
να κηρυχθεί απαράδεκτη ή, επικουρικώς, να απορριφθεί το αίτημα ακυρώσεως της ρητής απορριπτικής αποφάσεως,
—
να καταδικαστούν οι προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραοεκτού
Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα αιτήματα της προσφυγής, με τα οποία ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απορριπτικής απόφασης, είναι παραδεκτά βάσει του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου που καθιέρωσαν η απόφαση της 23ης Απριλίου 1956, Groupement des industries sidérurgiques luxembourgeoises κατά Ανωτάτης Αρχής ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 7 και 9/54, Rec. σ. 55 ), η απόφαση της 15ης Ιουλίου 1960, Chambre syndicale de la sidérurgie de ľ Est de la France και λοιποί κατά Ανωτάτης Αρχής ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 24 και 34/58, Rec. σ. 575) και η απόφαση της 22ας Μαρτίου 1961, SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 42 και 49/59, Rec. σ. 101 ).
Τα επικουρικά αιτήματα της Assider περί ακυρώσεως ρητής απορριπτικής αποφάσεως είναι, αντιστρόφως, απαράδεκτα λαμβανομένης υπόψη της ανυπαρξίας μιας τέτοιας απόφασης. Σχετικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ούτε το έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1985 ούτε το έγγραφο της 24ης Απριλίου 1985 περιέχουν ρητή απόρριψη της αιτήσεως που είχαν υποβάλει οι προσφεύγουσες βάσει του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ' αναφέρουν απλώς τη φύση των μέτρων που ήδη είχαν ληφθεί και αναγγέλλουν την εις βάθος συνέχιση του ελέγχου ενόψει ενδεχομένων συμπληρωματικών ενεργειών.
Οι προσφεύγουσες δεν ανέπτυξαν το σημείο αυτό.
Επί της ουσίας
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο ισχυρισμούς που στηρίζονται αντιστοίχως:
—
στην παράβαση του άρθρου 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ και πολλών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ,
—
στην κατάχρηση εξουσίας.
Επί του πρώτου ισχυρισμού που στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ και πολλών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ
Η Assider και η ιταλικη κυβέρνηση θεωρούν ότι οι όροι της απονεμηθείσας στην Επιτροπή εξουσίας σαφώς ορίζονται στο άρθρο 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ, στο μέτρο που η παράγραφος 4 αυτής της διατάξεως προβλέπει ότι όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή θεωρήσει βάσιμη την καταγγελία « καλεί τις σχετικές επιχειρήσεις να αναλάβουν γραπτά την υποχρέωση να διορθώσουν, κατά το επόμενο τρίμηνο, τη διαφορά που σημειώθηκε στις συνηθισμένες παραδόσεις τους ».
Κατά τις προσφεύγουσες, από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει κανένα περιθώριο διακριτικής εξουσίας, αλλά ότι αντιθέτως έχει τη νόμιμη υποχρέωση να επεμβαίνει όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αναγνωρίζει ότι η υποβληθείσα από κράτος μέλος καταγγελία είναι βάσιμη.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή, επαναλαμβάνοντας, στις υπό κρίση υποθέσεις, τις παρατηρήσεις που είχε καταθέσει στο πλαίσιο της υποθέσεως Association des aciéries européennes indépendantes κατά Επιτροπής ( 45/84 R, Διάταξη της 28ης Μαρτίου 1984, Συλλογή σ. 1759 ) κατά τις οποίες το άρθρο 15Β έχει χαρακτήρα επικουρικό και συμπληρωματικό σε σχέση με τους άλλους τρόπους επεμβάσεως που προβλέπονται στον τομέα των τιμών και των ποσοστώσεων και όπου βεβαίωνε ότι η διαφορετική ερμηνεία αυτής της διατάξεως θα ήταν ασυμβίβαστη προς τους θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης ΕΟΚ προβάλλει, στην πράξη, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που δεν μπορεί να γίνει δεκτή κατά το μέτρο που η Επιτροπή είναι ο εκδότης της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ.
Οι προσφεύγουσες θεωρούν, επιπλέον, ότι η άποψη της Επιτροπής οδηγεί στο να γίνουν δεκτοί κανόνες απλού τύπου, χωρίς κανονιστικό αποτέλεσμα και χωρίς ίδια ειδική κύρωση. Αυτή η άποψη είναι, κατά συνέπεια, αντίθετη προς το άρθρο 5, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά το μέτρο που προκαλεί σοβαρή ανισορροπία μεταξύ εκείνου που τήρησε τον κανόνα και εκείνου που δεν συμμορφώθηκε προς αυτόν. Η εν λόγω άποψη αντιβαίνει εξάλλου προς το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεδομένου ότι η τροποποίηση των παραδοσιακών ρευμάτων και, συνεπώς, η παραβίαση της αρχής της αλληλεγγύης δεν διορθώνονται επί δικαίας βάσεως.
'Ετσι, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η Επιτροπή, μη λαμβάνουσα τα προβλεπόμενα μέτρα, προφανώς παρέβη το άρθρο 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ. Αυτή η παράβαση συνεπάγεται την παράβαση του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ βάσει του οποίου θεσπίστηκε η απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ καθώς και του άρθρου 5 της ίδιας Συνθήκης που καθιερώνει την υποχρέωση της διασφαλίσεως, μεταξύ άλλων, της διατηρήσεως και τηρήσεως κανονικών όρων ανταγωνισμού.
Η Assider επικαλείται, εξάλλου, την παράβαση του άρθρου 14, πρώτη παράγραφος, και του άρθρου 35, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ δυνάμει των οποίων η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή, στην προκειμένη περίπτωση, ρητώς ανακοίνωσε την απόφαση της διαβιβάζοντας στην Assider το έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1985 που είχε αποστείλει στον ιταλό υπουργό βιομηχανίας, η Assider ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απόφαση είναι παράνομη, όχι μόνο για τους προεκτεθέντες λόγους, αλλά επίσης λόγω ελλείψεως απολογίας κατά παράβαση του άρθρου 15, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Επιπλέον, αυτή η απόφαση περιλαμβάνει ανακριβείς και αντιφατικές βεβαιώσεις κατά το μέτρο που αναφέρει ότι τα κανονικά ρεύματα ανταλλαγών δεν είχαν τροποποιηθεί σοβαρά, ενώ η Επιτροπή είχε, προηγουμένως, δεχθεί το αντίθετο.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η οποία αναφέρεται στις παρατηρήσεις της επί της λειτουργίας του άρθρου 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ, που παρατέθηκαν στη Διάταξη 45/84 R που προαναφέρθηκε, η γραμματική ερμηνεία την οποία προτείνουν οι προσφεύγουσες δεν λαμβάνει υπόψη την επικουρική λειτουργία αυτής της διάταξης σε σχέση με το σύνολο των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεση της Επιτροπής για να της επιτρέπουν να επιτηρεί την τήρηση του κοινοτικού δικαίου.
Κατά την Επιτροπή, το προαναφερθέν άρθρο 15Β θεσπίστηκε ως εξαιρετική διάταξη, προοριζόμενη να αντιμετωπίσει εξαιρετική κατάσταση που απειλούσε την κοινή αγορά των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα. Αυτή η κατάσταση προέκυπτε από την απειλή ή τη διαπίστωση προοδευτικής διεισδύσεως στην αγορά ορισμένων κρατών μελών επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών που επιζητούσαν νέες αγορές διαθέσεως αφού είχαν επιτύχει να καλύψουν τις ζημίες του οικονομικού έτους με κρατικές ενισχύσεις ή, σε ενδεχομένη περίπτωση, που είχαν παραβιάσει την κοινοτική πειθαρχία στον τομέα των τιμών ή ποσοστώσεων.
Το άρθρο 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ θεσπίστηκε προς το σκοπό, αφενός, να αποφευχθεί ώστε τα κράτη μέλη να λάβουν μονομερή μέτρα αντιπερισπασμού και, αφετέρου, να ενισχυθεί το σύνολο των κοινοτικών μέσων, που είχαν απωλέσει το αποτρεπτικό τους αποτέλεσμα, με συμπληρωματικό μέσο ικανό να επιτύχει το επιζητούμενο αποτέλεσμα, κατά προτίμηση με την ύπαρξη του και μόνο. Το άρθρο 15Β αποτελεί έτσι τελευταίο όπλο το οποίο χρησιμοποιείται μετά την εξάντληση των παραδοσιακών μέσων επιβολής κυρώσεως έναντι των επιχειρήσεων.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προτεινόμενη από τις προσφεύγουσες ερμηνεία του άρθρου 15Β, η οποία τείνει στην αυτόματη εφαρμογή των διατάξεων εφόσον η καταγγελία κράτους μέλους κρίνεται βάσιμη, είναι αντίθετη προς τη Συνθήκη, καθόσον καθιστά τη διάταξη ασυμβίβαστη προς τις ίδιες τις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, η Συνθήκη ΕΚΑΧ είναι εκείνη που επιβάλλει να μη χρησιμοποιείται αυτή η Διάταξη παρά επικουρικώς.
Σχετικά με την υποτιθέμενη παράβαση διαφόρων διατάξεων της Συνθήκης, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η διαδικασία του άρθρου 15Β κινήθηκε πολύ πριν από τις οχλήσεις των προσφευγουσών και συνεχίζεται εντούτοις, οι προβλεπόμενες από αυτή τη διάταξη κυρώσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν παρά μόνο όταν η Επιτροπή θα έχει διαπιστώσει το σύνδεσμο μεταξύ της ανισορροπίας που παρατηρείται στις συνηθισμένες παραδόσεις και της συμπεριφοράς ορισμένων επιχειρήσεων της Κοινότητας και όταν οι προβλεπόμενες ειδικές για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις κυρώσεις αποδειχθούν αλυσιτελείς.
Ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην παράβαση των όρων της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ και διατάξεων της Συνθήκης δεν είναι, επομένως, βάσιμος.
Επί του δευτέρου ισχυρισμού περί καταχρήσεως εξουσίας
Η Assider και η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η εφαρμογή του συνόλου διορθωτικών μέτρων που προβλέπει το άρθρο 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ εξαρτάται από διακριτική εξουσία εκτιμήσεως, η ένδικη απόφαση οφείλεται σε κατάχρηση εξουσίας, δεδομένου ότι η κοινοτική αρχή επιδίωξε στόχο διαφορετικό από εκείνο που οδήγησε στη θέσπιση αυτού του κειμένου ή τουλάχιστον από εσφαλμένη ερμηνεία αυτής της Διατάξεως.
Η Assidei αναφέρεται στα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με τον υποτιθέμενο επικουρικό ή συμπληρωματικό χαρακτήρα των μέτρων σε σχέση με τους προβλεπόμενους παραδοσιακούς τρόπους παρεμβάσεως στον τομέα των τιμών και των ποσοστώσεων παραγωγής. Κατά την άποψη της Assidei, αυτή η στενή ερμηνεία του άρθρου 15Β στερείται ερείσματος και οδηγεί στο να στερήσει πρακτικού αποτελέσματος, και μάλλον καταργήσει στην πράξη, τον κανόνα δικαίου που έχει θέσει η εν λόγω διάταξη.
Κατά την άποψη των προσφευγουσών, το άρθρο 15Β πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζει η απόφαση της 1ης Ιουνίου 1961 (Gabriel Simon κατά Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπόθεση 15/60, Rec. σ. 223, 244) από όπου απορρέει ότι « ελλείψει προπαρασκευαστικών εργασιών που να εκφράζουν σαφώς την πρόθεση των συντακτών της διατάξεως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί παρά στο περιεχόμενο του κειμένου όπως έχει θεσπισθεί για να του δώσει την έννοια που απορρέει από τη γραμματική και λογική του ερμηνεία». Και η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία, που δεν βρίσκει έρεισμα ούτε σε άλλη διάταξη ούτε στις προπαρασκευαστικές εργασίες της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ, αντικρούεται τόσο από τη διατύπωση του άρθρου 15Β όσο και από το σημείο 9 του προοιμίου αυτής της αποφάσεως.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι παρόλον ότι η αρχή της διατηρήσεως των παραδοσιακών ρευμάτων αποτελεί, όπως και τα προβλεπόμενα μέτρα στον τομέα των τιμών και των ποσοστώσεων παραγωγής, μέσο καταπολεμήσεως της κρίσεως της κοινοτικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, πρόκειται ωστόσο περί ανεξάρτητου μέτρου, του οποίου την τήρηση διασφαλίζουν ειδικές κυρώσεις.
Η Assidei- θεωρεί ότι αυτή η αρχή, δεδομένου ότι συγκεκριμενοποιήθηκε με μέσο κανονιστικής ρυθμίσεως της έννομης κοινοτικής τάξης έχει γενική εφαρμογή δεν πρέπει, επομένως, να τίθεται πλέον ζήτημα ως προς τον πρόσφορο χαρακτήρα του, αλλά πρέπει να τηρείται ως τέτοιο μέσο με την εφαρμογή του συνόλου των προβλεπομένων διατάξεων και κυρώσεων. Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι η άρνηση, σιωπηρή ή ρητή, της καθής να εφαρμόσει το άρθρο 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ στο σύνολο της αποτελεί κατάχρηση εξουσίας, η οποία απορρέει από την πρόδηλη παραγνώριση του ουσιώδους στόχου και του πλαισίου εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.
Αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να ανατραπεί από την απλή περίπτωση ότι, όπως αναφέρει η Επιτροπή, η διαδικασία του άρθρου 15Β κινήθηκε ήδη και συνεχίζεται. Η ιταλική κυβέρνηση και η Assidei' δηλώνουν ότι απέδειξαν τη μη τήρηση των παραδοσιακών ρευμάτων επί περίοδο έξι εξαμήνων βάσει αριθμών τους οποίους δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή. Όμως, κανένα διορθωτικό μέτρο αυτής της κατάστασης δεν ελήφθη.
Η Επιτροπή αναφέρει καταρχάς ότι η ερμηνεία του άρθρου 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ ανταποκρίνεται στο πνεύμα αυτής της Διάταξης. Και αν ακόμα υποτεθεί ότι αυτή η ερμηνεία είναι εσφαλμένη, δεν πρόκειται περί καταχρήσεως εξουσίας, αλλά περί παραβιάσεως του νόμου.
Η Επιτροπή θεωρεί επιπλέον ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση ισχυρισμού στηριζόμενου σε κατάχρηση εξουσίας με την αιτιολογία ότι τα έγγραφα που απεύθυνε στην ιταλική κυβέρνηση και στην Assider παραμόρφωναν τα πραγματικά περιστατικά και περιείχαν αντιφάσεις.
Συνεπώς, ο δεύτερος ισχυρισμός κακώς προεβλήθη.
IV — Απαντήσεις στα υποβληθέντα από το Δικαστήριο ερωτήματα
Ερώτημα i
Τι νοείται με την τροποποίηση « σε σημαντικό βαθμό » των συνηθισμένων παραδόσεων που αναφέρεται στο άρθρο 15Β, πρώτη παράγραφος, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ;
Απάντηση
Η Επιτροπή θεωρεί ότι υφίσταται τροποποίηση σε σημαντικό βαθμό των συνηθισμένων παραδόσεων όταν, για μια δεδομένη κατηγορία προϊόντων, κράτος μέλος υπερβαίνει κατά 1 βαθμό το ποσοστό του συνηθισμένου μεριδίου της αγοράς που κατέχει σε άλλο κράτος μέλος.
Ερώτημα 2
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 15Β εμφανίζει χαρακτήρα επικουρικό και αποσκοπεί απλώς στην ενίσχυση του συνόλου του κανονιστικού μηχανισμού που έχει ως αντικείμενο την επιβολή κυρώσεων επί των επιχειρήσεων που υποπίπτουν σε παράβαση. 'Εχει, επομένως, η Επιτροπή την πρόθεση να απέχει συστηματικά από του να εφαρμόζει το άρθρο 15Β επί επιχειρήσεως η οποία, ταυτοχρόνως, τήρησε το σύνολο της κοινοτικής πειθαρχίας που έχει θεσπιστεί στον τομέα των τιμών, των ποσοστώσεων, του ανταγωνισμού και των κρατικών ενισχύσεων και αύξησε, σε σημαντικό βαθμό, τις παραδόσεις της προς άλλα κράτη μέλη;
Απάντηση
Η Επιτροπή θεωρεί ότι σ' αυτή εναπόκειται να εφαρμόσει και να ακολουθήσει την αναφερόμενη στο άρθρο 15Β διαδικασία, «πρέπει να απέχει συστηματικώς από το να εφαρμόζει το προβλεπόμενο στην παράγραφο 5 μέτρο (αυτής της διατάξεως), αν η εξέταση της καταστάσεως δεν αποκαλύπτει παραβίαση της κοινοτικής πειθαρχίας στους επισημανθέντες τομείς ».
Ερώτημα 3
Σε έγγραφο της 20ής Μαρτίου 1985 ( παράρτημα 9 της προσφυγής 212/85), οι υπηρεσίες της Επιτροπής αναγνώρισαν την ορθότητα των αριθμητικών δεδομένων που προσκόμισε η Ιταλία ( ιδίως σε έγγραφο της 11ης Μαρτίου 1985 του ιταλού υπουργού βιομηχανίας — παράρτημα 12, προσφυγή 167/85) επί της υπερβάσεως του συνηθισμένου όγκου ανταλλαγών εις βάρος των ιταλών παραγωγών κατά τη διάρκεια του έτους 1984.
Η Επιτροπή παρακαλείται να επισημάνει αν, σε ποιο μέτρο και κατά ποιο τρόπο διορθώθηκε η έτσι διευκρινισθείσα κατάσταση.
Απάντηση
Η Επιτροπή αναφέρει ότι διαπίστωσε, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κίνησε βάσει του άρθρου 15Β ότι έξι επιχειρήσεις είχαν παραβιάσει τους κοινοτικούς κανόνες περί τιμών. Επίσης εφάρμοσε σ' αυτές τις επιχειρήσεις τις κυρώσεις που προβλέπονται σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 60 της Συνθήκης κατά τον αναφερόμενο στον προσηρτημένο στην απάντηση της πίνακα.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο έλεγχος των δεδομένων του πρώτου τριμήνου που ακολούθησε την εφαρμογή αυτών των κυρώσεων ( τέταρτο τρίμηνο 1985) δεν επέτρεψε ακόμα τη διαπίστωση ότι διορθώθηκε η κατάσταση, δεδομένου ότι ο σχετικός έλεγχος δεν περατώθηκε ακόμη.
Η Επιτροπή αναφέρει, περαιτέρω, ότι θέσπισε, στις 27 Νοεμβρίου 1985, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου που δόθηκε με τη σύμφωνη ψήφο της Ιταλικής Δημοκρατίας, την απόφαση 3485/85/ΕΚΑΧ ( ΕΕ L 340, σ. 5 ). Αντιθέτως προς την απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ, αυτή είναι απόφαση που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1986 και δεν προβλέπει πλέον τη δυνατότητα μειώσεως των ποσοστώσεων. Η τροποποίηση του άρθρου 15Β, παράγραφος 5, εξηγείται από το γεγονός ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή έκριναν ότι η οξύτερη φάση της κρίσεως της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα είχε παρέλθει και ότι, κατά συνέπεια, ο λόγος υπάρξεως αυτής της διατάξεως, δηλαδή η ανάγκη διασφαλίσεως της επιβιώσεως της κοινής αγοράς, δεν υφίστατο πλέον. Η Επιτροπή τονίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 15Β, παράγραφος 5, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ δεν εφαρμόζεται πλέον μετά την 1η Ιανουαρίου 1986.
Η Επιτροπή αναφέρει, τέλος, ότι πρότεινε στο Συμβούλιο την κατάργηση του άρθρου 15Β στο σύνολό του από την 1η Ιανουαρίου 1987.
V — Προφορική διαδικασία
Η εταιρία Assidei, εκπροσωπούμενη από τον G. Greco, δικηγόρο, η Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Μ. Braguglia, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Campogrande και R. Wägenbaur, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους στη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1986.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 10ης Φεβρουαρίου 1987.
Υ. Galmot
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 9ης Απριλίου 1987 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 167 και 212/85,
Associazione industrie siderurgiche italiane (Assider), με έδρα το Μιλάνο, Piazza Valasca, 8, εκπροσωπούμενη και επικουρούμενη από τους δικηγόρους Cesare Grassetti και Guido Greco, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Nico Schaeffer, 12, avenue de la Porte-Neuve,
και
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της διπλωματικής υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Ivo Μ. Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων την πρεσβεία της Ιταλίας στο Λουξεμβούργο, 5, rue Marie-Adélaïde,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους νομικούς της συμβούλους, Rolf Wägenbaur και Gianluigi Campogrande, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση, βάσει του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή σιωπηρώς αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 29, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Υ. Galinot και Κ. Κακούρη, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, U. Everling, R. Joliét, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 16ης Δεκεμβρίου 1987,
αφού άκουσε τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας στη συνεδρίαση της 10ης Φεβρουαρίου 1985,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφα που πρωτοκολλήθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Μαΐου και 12 Ιουλίου 1985, η Assider και η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας άσκησαν, βάσει του άρθρου 35, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγές με τις οποίες ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή σιωπηρώς αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 29, σ. 1 ).
2
Η Assider ζήτησε, επικουρικώς, την ακύρωση της ρητής αποφάσεως περί μη εφαρμογής των διατάξεων του προαναφερθέντος άρθρου 15Β, που περιέχεται σε έγγραφο της Επιτροπής υπό ημερομηνία 22 Μαρτίου 1985.
3
Με έγγραφα που απεύθυνε στην Επιτροπή μεταξύ 30ής Νοεμβρίου 1984 και 25ης Φεβρουαρίου 1985, η ιταλική κυβέρνηση, αφενός, υπενθύμισε ότι οι παραδόσεις στην Ιταλία προϊόντων σιδήρου και χάλυβα, τα οποία αφορά η προαναφερθείσα απόφαση 234/34/ΕΚΑΧ, μεταβλήθηκαν για το σύνολο του έτους 1984 σε σημαντικό βαθμό σχετικά με τις συνηθισμένες παραδόσεις και, αφετέρου, ζήτησε από την Επιτροπή να εφαρμόσει τις διορθωτικές διατάξεις που προβλέπει το άρθρο 15Β της προαναφερθείσας απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ. Η Assider υπέβαλε την ίδια αίτηση με επιστολή της 18ης Φεβρουαρίου 1985.
4
Με έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1985, η Επιτροπή επισήμανε στην ιταλική κυβέρνηση ότι, αφού εξακρίβωσε το βάσιμο των καταγγελιών που κατέθεσε η τελευταία από τις 5 Ιουνίου 1984, και αφού διοργάνωσε διμερείς συναντήσεις με τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών, κίνησε ορισμένες διαδικασίες σχετικές με ορισμένες διαπιστωθείσες παραβάσεις στον τομέα των τιμών και ότι θα έκρινε κατά περίπτωση τη σκοπιμότητα κινήσεως της προβλεπόμενης, από το άρθρο 15Β της προαναφερθείσας απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ, διαδικασίας.
5
Με έγγραφο της 24ης Απριλίου 1985, η Επιτροπή διαβίβασε προς την Assider το πιο πάνω έγγραφο που είχε απευθύνει στην ιταλική κυβέρνηση στις 22 Μαρτίου 1985 και περιορίστηκε να προσθέσει ότι θα κρατούσε την Assider ενήμερη, στην περίπτωση που το αποτέλεσμα της διενεργούμενης έρευνας θα δικαιολογούσε άλλες ενέργειες της Επιτροπής, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 15Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ διαδικασίας.
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του παραδεκτού των επικουρικών αιτημάτων της Assider
7
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ούτε το έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1985 ούτε εκείνο της 24ης Απριλίου 1985 περιέχουν ρητή απόρριψη του αιτήματος που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες βάσει του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Τα επικουρικά αιτήματα της Assider, με τα οποία ζητείται η ακύρωση της υποτιθέμενης ρητής αποφάσεως περί αρνήσεως που περιέχεται στο έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1985, είναι, επομένως, απαράδεκτα.
8
Όπως προκύπτει από την ανωτέρω υπομνησθείσα διατύπωση του εγγράφου της 22ας Μαρτίου 1985, που διαβιβάστηκε στην Assider στις 24 Απριλίου 1985, το εν λόγω έγγραφο δεν αποτελεί ρητή απόφαση περί αρνήσεως της θέσεως σε κίνηση της διαδικασίας του προαναφερθέντος άρθρου 15 Β, αλλά ενημέρωση επί του σημείου στο οποίο βρίσκονταν οι αναληφθείσες ενέργειες προς το σκοπό λήψεως σχετικής αποφάσεως. Κατά συνέπεια, το έγγραφο, αυτό καθαυτό, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ρητή απόφαση ικανή να διακόψει την προβλεπόμενη από το άρθρο 35, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ προθεσμία και να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
9
Όπως προκύπτει από τα προεκτιθέμενα, τα επικουρικά αιτήματα της Assider ·, με τα οποία ζητείται η ακύρωση της περιεχόμενης στο έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1985 απόφασης είναι απαράδεκτα. Τουναντίον, πρέπει να εξεταστούν κατ' ουσία τα αιτήματα των προσφευγουσών με τα οποία ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απόφασης αρνήσεως που προκύπτει από τη σιωπή που τήρησε η Επιτροπή επί των αιτήσεων τους.
Επί της ουσίας
10
Παρατηρείται ότι, παρόλον ότι τα υποβληθέντα από τις προσφεύγουσες στην Επιτροπή αιτήματα απέβλεπαν στην εφαρμογή του άρθρου 15Β, χωρίς άλλη διευκρίνιση, της προαναφερθείσας απόφασης ΕΚΑΧ, προκύπτει τόσο από τις ίδιες τις προσφυγές, όσο και από τις ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήσεις ότι η Assidei', καθώς και η ιταλική κυβέρνηση, περιορίζονται στο να ζητήσουν την ακύρωση της σιωπηρής αρνήσεως της Επιτροπής να εφαρμόσει την παράγραφο 4 του άρθρου 15Β της εν λόγω αποφάσεως.
11
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο ισχυρισμούς για να στηρίξουν τα αιτήματα τους. Ο πρώτος στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 15Β, παράγραφος 4, της προαναφερθείσας απόφασης ΕΚΑΧ και διαφόρων διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Ο δεύτερος ισχυρισμός στηρίζεται στην κατάχρηση εξουσίας που προκύπτει από το ότι η Επιτροπή επεδίωξε στόχο διαφορετικό από το στόχο που οδήγησε στη θέσπιση του άρθρου 15Β.
12
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, πρώτον, ότι στο μέτρο που, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η καταγγελία της ιταλικής κυβέρνησης κρίθηκε βάσιμη, η Επιτροπή όφειλε να επέμβει αμελλητί και να καλέσει τις σχετικές επιχειρήσεις να αναλάβουν γραπτά την υποχρέωση να διορθώσουν τη διαφορά που σημειώθηκε στις συνηθισμένες παραδόσεις τους. Η παράβαση του άρθρου 15Β, παράγραφος 4, συνεπάγεται την παράβαση του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ βάσει του οποίου θεσπίστηκε η προαναφερθείσα απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ, καθώς και του άρθρου 5 της εν λόγω Συνθήκης που θεσπίζει την υποχρέωση εξασφαλίσεως ιδίως της διατηρήσεως κανονικών όρων ανταγωνισμού.
13
Παρατηρείται ότι, δυνάμει του άρθρου 15Β, παράγραφος 4, που προαναφέρθηκε, η Επιτροπή δεν επεμβαίνει παρά όταν κρίνει, βάσει της παραγράφου 1 αυτής της διατάξεως, βάσιμη την καταγγελία που έχει υποβάλει κράτος μέλος.
14
Όπως προκύπτει από τις ίδιες τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 15Β, η Επιτροπή, για να ελέγξει το βάσιμο της καταγγελίας κράτους μέλους, δεν πρέπει να αρκείται στην εκτίμηση των στατιστικών στοιχείων που της υποβάλλονται, αλλά οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη της « όλες τις σχετικές με αυτό περιστάσεις ». Διαθέτει έτσι περιθώριο εκτιμήσεως για να κρίνει αν η καταγγελία κράτους μέλους πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
15
Αντιστρόφως, όπως προκύπτει από τη διατύπωση της παραγράφου 4 του άρθρου 15 Β, στην περίπτωση που η Επιτροπή, κατόπιν του ελέγχου που διενήργησε, κρίνει βάσιμη την καταγγελία που της υποβλήθηκε, οφείλει να καλέσει τις σχετικές επιχειρήσεις να αναλάβουν την οριζόμενη από αυτές τις διατάξεις υποχρέωση. Σημειώνεται, αντιστρόφως, ότι η παράγραφος 5 του άρθρου 15Β αφήνει στην Επιτροπή μεγάλο περιθώριο εκτιμήσεως για να αποφασίσει μείωση των ποσοστώσεων έναντι της επιχειρήσεως που αρνείται να αναλάβει τέτοια υποχρέωση ή θα την παρέβαινε.
16
Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει από το έγγραφο της δικογραφίας ότι η Επιτροπή αναγνώρισε την ακρίβεια των στατιστικών που της υποβλήθηκαν από τις ιταλικές αρχές και το γεγονός ότι οι συνηθισμένες παραδόσεις είχαν τροποποιηθεί σε σημαντικό βαθμό κατά την έννοια του άρθρου 15Β, παράγραφος 1 διαπίστωσε ότι αυτές οι τροποποιήσεις, που έγιναν εις βάρος των ιταλών παραγωγών, δεν είχαν διορθωθεί από άλλες, ευνοϊκές γι' αυτούς, τροποποιήσεις- αναζητώντας τα αίτια αυτών των φαινομένων, τα απέδωσε όχι σε φυσικές διακυμάνσεις της αγοράς αλλά στην παραβίαση, από ορισμένους παραγωγούς, της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης περί των τιμών των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα τέλος, τον Οκτώβριο 1984, η Επιτροπή ζήτησε από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη τη γνώμη που απαιτεί το άρθρο 15Β, παράγραφος 4, στην περίπτωση που « θεωρήσει βάσιμη την καταγγελία ».
17
Γίνεται δεκτό, υπ' αυτές τις συνθήκες, ότι η καταγγελία της ιταλικής κυβερνήσεως κρίθηκε βάσιμη από την Επιτροπή, ήδη από το τέταρτο τρίμηνο 1984 και ότι, συνεπώς, η Επιτροπή όφειλε κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 Β, παράγραφος 4, να καλέσει τις υπεύθυνες επιχειρήσεις να αναλάβουν γραπτά την υποχρέωση να διορθώσουν τη διαφορά που σημειώθηκε στις συνηθισμένες παραδόσεις τους.
18
Για να δικαιολογήσει την αδράνειά της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είχε την υποχρέωση να ενεργήσει εντός ορισμένης προθεσμίας και ότι έκρινε αναγκαίο, πριν εφαρμόσει το άρθρο 15Β, παράγραφος 4, να γνωρίσει το αποτέλεσμα διαδικασιών επί παραβάσει της κανονιστικής ρυθμίσεως περί των τιμών των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα, που είχε κινήσει έναντι ορισμένων παραγωγών. Αυτός ο έλεγχος δεν είχε ακόμα περατωθεί το Δεκέμβριο 1986.
19
Αυτή η επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, το προβλεπόμενο από το άρθρο 15Β, παράγραφος 4, μέτρο δεν έχει το χαρακτήρα κυρώσεως και, επομένως, δεν εξαρτάται από τη διαπίστωση οποιασδήποτε παραβάσεως εκ μέρους των σχετικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, η διατύπωση του άρθρου 15Β καθιστά εμφανές ότι η θεσπιζόμενη από αυτό διαδικασία πρέπει να διεξάγεται με επιμέλεια και η παράγραφος 4 του εν λόγω άρθρου απαιτεί ακριβώς να πραγματοποιείται η αιτηθείσα ανάληψη υποχρεώσεων από τις σχετικές επιχειρήσεις κατά το τρίμηνο που ακολουθεί αμέσως το τρίμηνο κατά το οποίο η Επιτροπή κρίνει την καταγγελία βάσιμη. Η Επιτροπή όφειλε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να καλέσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να αναλάβουν την υποχρέωση να διορθώσουν, ήδη από το πρώτο τρίμηνο 1985, τη διαφορά που σημειώθηκε στις συνηθισμένες παραδόσεις τους.
20
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, χωρίς να υφίσταται ανάγκη να εξεταστεί ο δεύτερος ισχυρισμός των προσφευγουσών, η απόφαση της Επιτροπής, με την οποία σιωπηρώς αρνήθηκε να λάβει τα προβλεπόμενα από το άρθρο 15Β, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ μέτρα, παρέβη τις εν λόγω διατάξεις και πρέπει, συνεπώς, να ακυρωθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει τη σιωπηρή απόφαση της Επιτροπής περί αρνήσεως λήψεως των προβλεπόμενων από το άρθρο 15Β, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ μέτρων.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Galmot
Κακούρης
Bosco
Koopmans
Everling
Joliét
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στου Λουξεμβούργο στις 9 Απριλίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy