ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 179/85 ( *1 )
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο και διαδικασία
Α — Κανονιστικό πλαίσιο
1.
Τα παρασκευαζόμενα στο εξωτερικό προϊόντα δεν μπορούν, δυνάμει της παραγράφου 52, τρίτο εδάφιο, σημείο 2, του νόμου περί οίνων (Weingesetz), να διατεθούν στο εμπόριο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εφόσον η παρουσίαση τους δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις αυτού του νόμου ή των κατ' εφαρμογή του κανονιστικών διατάξεων.
Η παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως περί των αφρωδών οίνων και των μετουσιωμένων αποσταγμάτων ( Schaumwein-Branntwein-Verordnung) της 15ης Ιουλίου 1971 είναι διατυπωμένη ως εξής:
« Μόνο οι αφρώδεις οίνοι και οι αεριούχοι αφρώδεις οίνοι καθώς και τα ημιαφρώδη ποτά που αναφέρονται στην παράγραφο 75, τέταρτο εδάφιο, του νόμου περί οίνων μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο σε φιάλες του κατά παράδοση τύπου Καμπανιας. Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση πωμάτων από φελλό σε σχήμα μανιταριού ή άλλων πωμάτων που ασφαλίζονται με ταινία, σύρμα, μεταλλικό πλέγμα ή με παρόμοιο τρόπο σε φιάλες διαφορετικές από εκείνες του τύπου Καμπανιας. »
2.
Στη Γαλλία παρασκευάζεται χυμός σταφυλιών που έχει υποστεί μερική ζύμωση με την επωνυμία « Pétillant de raisin » και πωλείται εμφιαλωμένος σε φιάλες, το σχήμα και οι διαστάσεις των οποίων ομοιάζουν προς εκείνες του τύπου Καμπανίας. Οι φιάλες αυτές σφραγίζονται με πώματα σε σχήμα μανιταριού και ασφαλίζονται με συρμάτινο πλέγμα.
3.
Οι προαναφερθείσες διατάξεις του νόμου περί οίνων και της κανονιστικής αποφάσεως περί των αφρωδών οίνων και των μετουσιωμένων αποσταγμάτων έχουν έτσι ως συνέπεια την απαγόρευση της εμπορίας του « Pétillant de raisins » στη γερμανική αγορά σε φιάλες του κατά παράδοση τύπου Καμπανιας που είναι σφραγισμένες με πώματα σε σχήμα μανιταριού και ασφαλίζονται με συρμάτινο πλέγμα.
Β — Διαδικασία
1.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επίδικη ρύθμιση είναι ικανή να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά την εισαγωγή από άλλα κράτη μέλη και ότι, κατά συνέπεια, συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή, ασυμβίβαστο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Ενώπιον της αδυναμίας επιτεύξεως συμφωνίας, η Επιτροπή κίνησε, με έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 1983, την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία κατά της καθής, λόγω δε της αρνητικής απάντησης της τελευταίας με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 1984, διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Με την απάντηση της 6ης Φεβρουαρίου 1985, η καθής εμμένει στην άρνηση της.
3.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Ιουνίου 1985.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε, πάντως, τους διαδίκους να απαντήσουν σε ορισμένες ερωτήσεις πριν από την προφορική διαδικασία.
Γ — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, απαγορεύοντας, βάσει της παραγράφου 52, τρίτο εδάφιο, σημείο 2, του νόμου περί οίνων και της παραγράφου 10 της κανονιστικής αποφάσεως περί των αφρωδών οίνων και των μετουσιωμένων αποσταγμάτων, την εμπορία ποτών, όπως το « Pétillant de raisins », με την παρουσίαση που το προϊόν αυτό παρασκευάζεται και διατίθεται κατά παράδοση στο εμπόριο στη χώρα καταγωγής του,
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
2.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα.
II — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επίδικες διατάξεις αντίκεινται προς το άρθρο 30 της Ευνθήκης ΕΟΚ
Στηριζόμενη κατ' ουσία στη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει απο τις αποφάσεις « Cassis de Dijon » της 20ης Φεβρουαρίου 1986 ( 120/78, Rec. 1979, σ. 649), Walter Rau, της 10ης Νοεμβρίου 1982 (261/81, Συλλογή 1982, σ. 3961 ) και Prantl της 13 ης Μαρτίου 1984 ( 16/83, Συλλογή 1984, σ. 1299 ), η άποψη της Επιτροπής μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
1. Ως προς την παρεμπόδιση του εμπορίου και τη χωρίς διάκριση εφαρμογή των επίδικων διατάξεων
—
Δεδομένου ότι οι προαναφερθείσες γερμανικές διατάξεις απαγορεύουν την πώληση του « Pétillant de raisins » στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπό την αρχική του παρουσίαση οι παραγωγοί του ποτού αυτού είναι υποχρεωμένοι για το λόγο αυτό να προβλέπουν ειδική παρουσίαση στη γερμανική αγορά που καθιστά δαπανηρότερη και δυσχερέστερη την εξαγωγή του προϊόντος τους. Επιπλέον, στερούνται του εμπορικού πλεονεκτήματος που συνίσταται στη χρησιμοποίηση μιας παρουσίασης που εφαρμόζεται κατά παράδοση στη χώρα καταγωγής.
—
Η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι συντρέχει διάκριση υπέρ των γερμανών παραγωγών του « Pétillant de raisins ». Αμφισβητεί απλώς την απαγόρευση στη γερμανική αγορά του εν λόγω ποτού υπό παρουσίαση που, στη χώρα καταγωγής του, δηλαδή τη Γαλλία, είναι ταυτόχρονα παραδοσιακή, χαρακτηριστική και νόμιμη. Πράγματι, εμπορικές ρυθμίσεις που ισχύουν αδιακρίτως μπορούν εντούτοις να είναι ασυμβίβαστες προς την απαγόρευση των μέτρων αποτελέσματος ισοδύναμου προς ποσοτικούς περιορισμούς που θέτει το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, όταν οι περιορισμοί αυτοί παρεμποδίζουν τις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές. Προς τούτο, αρκεί οι επίδικες ρυθμίσεις να είναι δυνητικά, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ικανές να παρεμποδίσουν τις εμπορικές ανταλλαγές. Δεν έχει αποφασιστική σημασία εν προκειμένω το αν συντρέχει ή όχι κατά τον υπό κρίση χρόνο συγκεκριμένο συμφέρον για εισαγωγές στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
—
Τέλος, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι ορισμένοι περιορισμοί, όσον αφορά την ελευθερία των ενδοκοινοτικών εμπορικών ανταλλαγών, πρέπει να γίνονται αποδεκτοί, εφόσον είναι απαραίτητοι για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών που αφορούν την προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα στον ανταγωνισμό. Αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
2. Ως προς το δυσανάλογο χαρακτήρα της επίδικης ρύθμισης
—
Η πλήρης απαγόρευση που επιβάλλει η εν λόγω ρύθμιση είναι δυσανάλογη, εφόσον δεν είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών και της προστασίας της εντιμότητας στις εμπορικές ανταλλαγές.
—
Πράγματι, με κατάλληλη επισήμανση της φιάλης και σαφή καθορισμό του περιεχομένου της είναι δυνατό να αποτραπεί οιαδήποτε σύγχυση του καταναλωτή και να καταστεί εφικτή η επίτευξη των προαναφερθέντων θεμιτών στόχων. Ως προς αυτό, ο χαρακτηρισμός « Pétillant de raisins » και οι συμπληρωματικές ενδείξεις που απαιτεί η κοινοτική ρύθμιση, ιδίως η ένδειξη του αλκοολικού τίτλου ( 3 % στην προκειμένη περίπτωση ) αποτρέπει οιαδήποτε σύγχυση και εξαπάτηση, όσον αφορά το περιεχόμενο της φιάλης, και επιτρέπει τη διασφάλιση της εντιμότητας στις εμπορικές ανταλλαγές. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, καίτοι επιβάλλεται η προστασία των καταναλωτών από ενδεχόμενες παρανοήσεις, ο μόνος κατάλληλος, αναγκαίος και επαρκής τρόπος αποφυγής τέτοιων παρανοήσεων, σε περίπτωση κατά την οποία προσφέρονται διάφορα προϊόντα σε πανομοιότυπες ή παρεμφερείς φιάλες ή συσκευασίες, συνίσταται στο να προβλέπονται διατάξεις ως προς την περιγραφή αυτών των προϊόντων και όχι στο να απαγορεύεται η χρησιμοποίηση των εν λόγω συσκευασιών.
—
Περαιτέρω, από καιρό τα κράτη μέλη της Κοινότητας παράγουν και εμπορεύονται όχι μόνο αφρώδεις οίνους αλλά και πολλά άλλα ποτά με την παρουσίαση που οι επίδικες γερμανικές διατάξεις περιγράφουν ως « φιάλη του κατά παράδοση τύπου Καμπανίας ». Τα άλλα, όμως, κράτη μέλη δεν έχουν χορηγήσει κανένα αποκλειστικό δικαίωμα στους παραγωγούς τους επί οιουδήποτε σχήματος φιάλης.
—
Εξάλλου, η ίδια η γερμανική ρύθμιση επιτρέπει τη χρησιμοποίηση της φιάλης του τύπου Καμπανίας όχι μόνο για τους αφρώδεις οίνους αλλά και για τα ημιαφρώδη ποτά, όπως οι αφρώδεις οίνοι που προέρχονται από φρούτα. Κατά συνέπεια, οιοσδήποτε επιχειρηματίας που εμφιαλώνει το « Pétillant de raisin » σε φιάλες παραδοσιακού σχήματος, χρησιμοποιώντας τον εν λόγω τύπο φιάλης και τρόπο σφραγίσματος, διαθέτει το ίδιο πρωτογενές δικαίωμα με τον παραγωγό του αφρώδους οίνου. Όπως ακριβώς και ο τελευταίος δικαιούται να επικαλείται τις εμπορικές συνήθειες και την παράδοση και να απαιτεί την αναγνώριση των νομίμων συμφερόντων του. Η απλή ενάσκηση των δικαιωμάτων του δεν συνιστά περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού ή απομιμήσεως αφρωδών οίνων.
—
Τέλος, η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984 (προαναφερθείσα υπόθεση 16/83, Prantl ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« υπό σύστημα κοινής αγοράς, η προστασία των καταναλωτών και η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών όσον αφορά την παρουσίαση των οίνων πρέπει να διασφαλίζονται με τον αμοιβαίο σεβασμό των νομίμων και παραδοσιακών συνηθειών που κρατούν στα διάφορα κράτη μέλη ».
Αν, συνεπώς, στη Γαλλία, χώρα η οποία φημίζεται για τους αφρώδεις οίνους της, είναι δυνατή η εμπορία ποτών όπως το επίδικο « Pétillant de raisins », με παρουσίαση παρόμοια με εκείνη των αφρωδών οίνων, υπό τον όρο να αναφέρεται με σαφήνεια το περιεχόμενό τους, το ίδιο πρέπει να ισχύει επίσης και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
3. Επί της υπό κατάρτιση κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την περιγραφή Kat την παρουσίαση των αφρωδών οίνων (που δημοσιεύτηκε στην ΕΕ C 120 της 5.5.1983, σ. 3 ) δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη που να προβλέπει ότι η κατά παράδοση φιάλη του τύπου Καμπανίας και το σφράγισμα με πώμα σχήματος μανιταριού επιτρέπεται μόνο για τους αφρώδεις οίνους. Στο πλαίσιο της συμφωνίας που επιτεύχθηκε επί του κειμένου αυτού στις 7 Οκτωβρίου 1985 από την ειδική επιτροπή γεωργίας, η γερμανική αντιπροσωπεία παραιτήθηκε από την αρχική της απαίτηση να συμπεριληφθεί στον κανονισμό απαγόρευση αντίστοιχη προς τις προαναφερθείσες διατάξεις που αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς και δεν ενέμεινε ως εκ τούτου πλέον στα επιχειρήματα της σχετικά με την προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα στις εμπορικές ανταλλαγές που είχε προβάλει για να δικαιολογήσει την εν λόγω απαίτηση.
Β — Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει εκ διαμέτρον αντίθετη άποψη
Η γερμανική κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι η επίδικη ρύθμιση είναι ικανή να αποτελέσει δυνητικώς εμπόδιο στις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές. Αφού, όμως, υπογραμμίζει προκαταρκτικά ότι το επίδικο προϊόν δεν αποτελεί επί του παρόντος αντικείμενο οιασδήποτε εισαγωγής ή αιτήσεως εισαγωγής στη γερμανική αγορά, το σύνολο της επιχειρηματολογίας της συνίσταται στο να καταδειχτεί ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που αφορούν τη συνδρομή των επιτακτικών αναγκών, όπως προβλέπονται με την απόφαση στην υπόθεση « Cassis de Dijon »:
1. Η επίδικη ρύθμιση ισχύει αδιακρίτως τόσο για τα εγχώρια όσο και για τα εισαγόμενα προϊόντα
Από την άποψη αυτή η εν λόγω ρύθμιση δεν έχει, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα υπόθεση Prantl, ούτε ως αντικείμενο ούτε ως συνέπεια την προστασία των εγχωρίων προϊόντων ή τη δυσμενή μεταχείριση των αλλοδαπών προϊόντων. Εξάλλου, γίνονται σημαντικές εισαγωγές αφρωδών οίνων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Πρέπει, επομένως, να εφαρμοστούν οι αρχές που συνήχθησαν με την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1982 (στην υπόθεση 220/81, Robertson, Συλλογή 1982, σ. 2349).
2. Η εν λόγω ρύθμιση είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της προστασίας τον καταναλωτή
—
Η παράγραφος 10 της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως θεσπίστηκε σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 46, παράγραφος 4, του νόμου περί οίνων εξουσιοδότηση. Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται ότι, για λόγους προστασίας από την παραπλάνηση για ορισμένα προϊόντα είναι δυνατόν να ρυθμίζονται κατ' αποκλειστικότητα ορισμένες περιγραφές, ενδείξεις, παρουσιάσεις, καθώς και το είδος και οι διατυπώσεις των περιγραφών, τέλος δε να προβλέπονται κατ' αποκλειστικότητα τα καθορισμένα σχήματα των σκευών. Η παράγραφος 10 της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως αποσκοπεί με τον τρόπο αυτό, και σύμφωνα με το στόχο που έθεσε ρητά ο νομοθέτης, στην προστασία του καταναλωτή από την εξαπάτηση και, κατά συνέπεια, στη διασφάλιση θεμιτού ανταγωνισμού. Επομένως συνάδει προς την έννοια της επιτακτικής ανάγκης που αναγνωρίζεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
—
Αυτό ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε ότι άλλα ποτά, πλην των αφρωδών οίνων, διατίθενται στο εμπόριο στην Κοινότητα υπό την επίδικη παρουσίαση ούτε ότι η παρουσίαση του « Pétillant de raisins », όπως έχει, ανταποκρίνεται, όπως συμβαίνει με τους αφρώδεις οίνους, στις εμπορικές συνήθειες και στη παράδοση.
—
Γεγονός είναι ότι το χαρακτηριστικό σχήμα της φιάλης τύπου Καμπανιας με τον παραδοσιακό της τρόπο σφραγίσεως αποτελούν την κατά παράδοση παρουσίαση των αφρωδών οίνων όχι μόνο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αλλ' επίσης και σε άλλα κράτη μέλη, όπως την Ιταλία και τη Γαλλία. Η παρουσίαση αυτή δημιουργεί ορισμένες « προσδοκίες » στον καταναλωτή. Η χρησιμοποίηση του τρόπου αυτού παρουσιάσεως για την εμπορία άλλου προϊόντος θα ήταν, συνεπώς, ικανή να οδηγήσει σε εσφαλμένες εντυπώσεις και να παραπλανήσει, να προκαλέσει δηλαδή εσφαλμένη γνώμη κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 355/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί των γενικών κανόνων για την περιγραφή και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 200). 'Ετσι, η αμφισβητούμενη γερμανική διάταξη δεν αποσκοπεί στο να απαγορεύσει την πρόσβαση στην αγορά, αλλ' έχει ως αποκλειστικό σκοπό τη ρύθμιση των λεπτομερειών παρουσιάσεως του προϊόντος, δεδομένου ότι η εισαγωγή παραμένει ελεύθερη υπό την επιφύλαξη μεταβολής του σχήματος της φιάλης και του τρόπου σφραγίσεώς της.
—
Άλλωστε, η εν λόγω γερμανική ρύθμιση συνάδει απολύτως προς τις διάφορες ισχύουσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και ιδίως προς το άρθρο 8 του κανονισμού 358/79 περί των αφρωδών οίνων των παραγομένων στην Κοινότητα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 231), προς την πρόταση κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με το χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αφρωδών οίνων (ΕΕ 1983, C 120, σ. 3 ), προς την οδηγία του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33 ), το άρθρο 2 της οποίας θέτει γενική απαγόρευση παραπλανήσεως, καθώς και προς την οδηγία του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση ( ΕΕ L 250, σ. 17 ), το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οποίας απαγορεύει οιαδήποτε διαφήμιση ( συμπεριλαμβανομένης της παρουσιάσεως ), ικανή να παραπλανήσει.
—
Η επίδικη ρύθμιση συνάδει περαιτέρω και προς τις διεθνείς συμβάσεις (ιδίως το άρθρο 10α της Σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας) και προς το σύνολο των γνωμοδοτήσεων και συστάσεων που έχουν εκδώσει οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί κύκλοι.
—
Κατ' αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, μια έστω και κατάλληλη επισήμανση δεν θα αρκούσε στην προκειμένη περίπτωση για να αποτρέψει τη σύγχυση στον καταναλωτή, ιδίως λόγω των αμφιβολιών που προκαλούνται από το σχήμα της φιάλης και του πώματος, καθώς και λόγω των γαλλικών περιγραφών, από τις οποίες μπορεί να εκληφθεί το προϊόν ως τύπου Καμπανίας, και οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές από την πλειονότητα των γερμανών καταναλωτών. Ακόμη και οι προβλεπόμενες με τον κανονισμό 355/79 πρόσθετες ενδείξεις, όπως επί παραδείγματι η ένδειξη του αλκοολικού τίτλου, δεν είναι αρκετές για να αποτρέψουν τη σύγχυση στον καταναλωτή. Πράγματι, ο εν λόγω χαρακτηριστικός τρόπος παρουσιάσεως είναι ριζωμένος στην αντίληψη του καταναλωτή λόγω μακράς παραδόσεως, όπως προκύπτει άλλωστε από δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1985 και αναλύεται και σχολιάζεται διεξοδικά στο υπόμνημα αντικρούσεως. Η επίδικη ρύθμιση είναι συνεπώς απολύτως αναγκαία και ενδεδειγμένη, σε καμία δε περίπτωση δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε τα όρια της επισήμανσης ως μέσου πληροφορήσεως των καταναλωτών στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε σχετικά με την πρόταση κανονισμού περί καθορισμού των γενικών κανόνων ως προς τον ορισμό, την περιγραφή και την παρουσίαση των οινοπνευματωδών ποτών [ COM( 82 ) 382 τελικό της 8ης Ιουνίου 1982].
3. Η επίδικη ρύθμιση είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί η προστασία της εντιμότητας στις εμπορικές συναλλαγές
—
Υποστηρίζεται ότι ένα προϊόν, όπως το « Pétillant de raisin », έχει μικρή πίεση που σε καμία περίπτωση δεν απαιτεί χρησιμοποίηση πώματος σε σχήμα μανιταριού που ασφαλίζεται με συρμάτινο πλέγμα, όπως απαιτείται για τον καμπανίτη οίνο και τον αφρώδη οίνο. Συνεπώς, δεν συντρέχει από τεχνική άποψη καμία αναγκαιότητα χρησιμοποιήσεως της εν λόγω φιάλης με παρόμοιο τρόπο σφραγίσεως. Όμως, η χρήση αυτής της φιάλης και αυτού του πώματος είναι σαφώς δαπανηρότερη από τη χρήση των συνήθων φιαλών που σφραγίζονται με οδοντωτά ή βιδωτά πώματα.
—
Κατά συνέπεια, είναι, πρώτον, εσφαλμένη η επιχειρηματολογία της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η αλλαγή της συσκευασίας προς εξαγωγή συνεπάγεται πρόσθετα έξοδα. Στην πραγματικότητα, η προσφορά του « Pétillant de raisin » με απλούστερη παρουσίαση είναι λιγότερο δαπανηρή, επιπλέον δε αποτρέπει την επιβάρυνση δυνάμει του γερμανικού νόμου σχετικά με τον ειδικό φόρο καταναλώσεως επί των αφρωδών οίνων. Συνεπάγεται, έτσι, σημαντικά πλεονεκτήματα για τον εισαγωγέα, όσον αφορά το κόστος.
—
Δεύτερον, από τα προηγηθέντα συνάγεται ότι η έλλειψη δισταγμού αναλήψεως αυτών των εξόδων, που δεν ανταποκρίνονται σε καμία τεχνικής ή οικονομικής φύσεως ανάγκη, αποδεικνύει σαφώς ότι η χρησιμοποίηση της κατά παράδοση παρουσιάσεως του αφρώδους οίνου, όσον αφορά την εμπορία του εν λόγω προϊόντος, δεν αποσκοπεί σε τίποτα άλλο παρά στην εκμετάλλευση της φήμης άλλου προϊόντος και, κατά συνέπεια, στην εφαρμογή αθέμιτης απομιμήσεως. Η πρακτική αυτή προσκρούει στο γερμανικό νόμο περί αθέμιτου ανταγωνισμού, ο οποίος πατάσσει « την εκμετάλλευση φήμης» και την αθέμιτη χρησιμοποίηση φήμης προϊόντων άλλου. Όπως, όμως, έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 2ας Μαρτίου 1982 (στην υπόθεση 6/81, Beele, Συλλογή 1982, σ. 707), εθνικές διατάξεις που απαγορεύουν την αθέμιτη απομίμηση για λόγους προστασίας των καταναλωτών και εντιμότητας στις εμπορικές ανταλλαγές συνάδουν, κατ' αρχήν, προς το κοινοτικό δίκαιο (βλέπε επίσης την απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1982 στην υπόθεση 144/81, Keurkoop, Συλλογή 1982, σ. 2853 ).
Κατά συνέπεια, « η αθέμιτη εκμετάλλευση φήμης » σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί απλώς και μόνο με σαφή επισήμανση.
4. Επί της υπό κατάρτιση κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι ουδέποτε δήλωσε ότι παραιτείται από το να περιληφθεί στο κοινοτικό δίκαιο απαγόρευση, αντίστοιχη προς εκείνη που συνάγεται από τις διατάξεις που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Απλώς αποδέχτηκε η εν λόγω ρύθμιση να μη περιλαμβάνεται πλέον στον κανονισμό του Συμβουλίου σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση των αφρωδών οίνων αλλά μόνο στη ρύθμιση σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση του ημιαφρώδους οίνου. Ως προς αυτό, τα μέλη του Συμβουλίου έχουν ήδη συμφωνήσει ως προς την ανάγκη κατάλληλης διαφοροποιήσεως μεταξύ της παρουσίασης των προϊόντων του τομέα των ημιαφρωδών οίνων και της παρουσίασης των προϊόντων του τομέα των αφρωδών οίνων. Η γερμανική κυβέρνηση διαβίβασε στις 4 Φεβρουαρίου 1986 προς το Δικαστήριο έγγραφο του Συμβουλίου της 17ης Οκτωβρίου 1985 σχετικά ιδίως με πρόταση κανονισμού περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων περιγραφής και παρουσιάσεως των αφρωδών και αεριούχων αφρωδών οίνων.
III — Απάντηση των διαδίκων στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο
Α — Ερωτήσεις προς την Επιτροπή
Πρώτη ερώτηση:
Το « Pétillant de raisin », η παρουσίαση του οποίου αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, εμπίπτει:
—
σε μία από τις δασμολογικές κλάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 337/79; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποια;
—
σε έναν από τους ορισμούς που περιέχονται στο παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποιον;
Απάντηση
—
Το « Pétillant de raisin » είναι μούστος σταφυλιών που έχει υποστεί μερική ζύμωση και έχει αλκοολικό τίτλο κατ' όγκο που δεν υπερβαίνει το 3 ο/ο. Τα προϊόντα αυτά υπάγονται στην κλάση 22.04 του κοινού δασμολογίου: « Μούστος σταφυλιών που έχει υποστεί μερική ζύμωση, έστω και αν η ζύμωση έχει ανασταλεί με άλλο τρόπο εκτός από αυτόν της προσθήκης αλκοόλης ». Σύμφωνα με την συμπληρωματική σημείωση 2 του κεφαλαίου 22 του κοινού δασμολογίου, για την εφαρμογή της κλάσης 22.04 θεωρείται ως « μούστος σταφυλιών που έχει υποστεί μερική ζύμωση » το προϊόν που προέρχεται από τη ζύμωση μούστου σταφυλιών και έχει αποκτημένο αλκοολικό τίτλο ανώτερο του 1 °/ο vol και κατώτερο των τριών πέμπτων του ολικού αλκοολικού κατ' όγκο τίτλου του.
—
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, περίπτωση β), του κανονισμού ΕΟΚ 337/79, τα προϊόντα της κλάσης 22.04 του κοινού δασμολογίου υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών στον αμπελοοινικό τομέα. Το « Pétillant de raisin » είναι ένα από τα προϊόντα, ο ορισμός των οποίων δίδεται στο παράρτημα ΙΙ, παράγραφος 3, του κανονισμού ΕΟΚ 337/79.
Λεύτερη ερώτηση:
Από ποια ημερομηνία το επονομαζόμενο « Pétillant de raisins » προϊόν παράγεται και διατίθεται στο εμπόριο υπό την επίδικη παρουσίαση (δηλαδή σε φιάλη του τύπου Καμπα-νίας και με πώμα σχήματος μανιταριού ασφαλισμένο με συρμάτινο πλέγμα);
Απάντηση
Η διαδικασία παρασκευής του « Pétillant de raisin » άρχισε το 1965 στην περιοχή Gaillac. Το προϊόν αυτό διατέθηκε εξαρχής στο εμπόριο σε φιάλες τύπου Καμπανιας, σφραγισμένες με πώμα σε σχήμα μανιταριού και με συρμάτινο πλέγμα.
Τρίτη ερώτηση:
Πώς είναι η συνολική παραγωγή αυτού του προϊόντος; Εξάγεται προς άλλα κράτη μέλη; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, προς ποια και κατά ποία αναλογία;
Απάντηση
Σύμφωνα με πληροφορίες που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή από τη « Fédération des exportateurs de vins et spiritueux en France » το 1985, 4 εκατομμύρια φιαλών διατέθηκαν στο εμπόριο, 300000 περίπου από τις οποίες εξήχθησαν προς κράτη μέλη, κυρίως το Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι εξαγωγές προσέκρουσαν, όσον αφορά ειδικότερα την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο που θεωρούνται ως σημαντικές δυνητικές αγορές, σε εμπόδια φορολογικής φύσεως.
Τέταρτη ερώτηση:
Η πίεση που υφίσταται σε φιάλη του « Pétillant de raisins » απαιτεί πώμα σχήματος μανιταριού ασφαλιζόμενο με συρμάτινο πλέγμα; Στο εν λόγω πώμα προστίθεται περίβλημα από μεταλλόχαρτο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των φιαλών τύπου Καμπανίας και των αφρωδών οίνων;
Απάντηση
Το « Pétillant de raisins » παρασκευάζεται υπό πίεση 2,5 bars. Η εν λόγω πίεση καθιστά αφεαυτής αναγκαίο ειδικό τρόπο σφραγίσεως σε θερμοκρασία 20° C Επιπλέον, οι μέθοδοι διακοπής της ζύμωσης που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της παρασκευής (παστερίωση ) αυξάνουν την πίεση μέχρι 6 ή 7 bars.
Πέμπτη ερώτηση:
Οι νομοθεσίες άλλων κρατών μελών περιλαμβάνουν περιορισμούς όσον αφορά τη χρησιμοποίηση της φιάλης του τύπου Καμπανιας μαζί με τον παραδοσιακό τρόπο σφραγίσεώς της;
Απάντηση
Νομοθετικός περιορισμός ως προς τη χρησιμοποίηση της φιάλης του τύπου Καμπανίας, παρόμοιος προς εκείνον που υφίσταται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υφίσταται μόνο στην Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία. Στη Γαλλία η φιάλη οίνου που αποκαλείται « Flûte ď Alsace » προστατεύεται κατ' ανάλογο τρόπο.
Έκτη ερώτηση:
Η Επιτροπή καλείται να προσκομίσει το έγγραφο COM( 82 ) 382 τελικό της 8ης Ιουνίου 1982, σχετικά με την πρόταση της κανονισμού περί του καθορισμού των γενικών κανόνων ως προς τον ορισμό, την περιγραφή και την παρουσίαση των οινοπνευματωδών ποτών.
Απάννηοη
Η Επιτροπή προσκόμισε αυτό το έγγραφο του οποίου το τμήμα « πρόταση κανονισμού » δημοσιεύτηκε στην ΕΕ C 189, σ. 7. Η Επιτροπή εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στο ότι, αν ληφθεί υπόψη το πεδίο εφαρμογής αυτής της προτάσεως, και όπως προκύπτει από την αιτιολογική της έκθεση, η αναφορά της γερμανικής κυβέρνησης στο σημείο που αναφέρεται στην ανεπάρκεια της επισήμανσης δεν είναι δυνατό να ισχύσει για τα περιστατικά που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Β — Ερωτήσεις προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
Πρώτη ερώτηοη:
Το « Pétillant de raisins », η παρουσίαση του οποίου αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, εμπίπτει:
—
σε μία από τις δασμολογικές κλάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 337/79; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποια;
—
σε έναν από τους ορισμούς που περιέχονται στο παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποιον;
Απάντηση
—
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι δεν διαθέτει πληροφορίες σχετικά με το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της δίκης. Πάντως, συγκρίνοντάς το κατ' αναλογία με άλλο προϊόν με την ίδια περιγραφή, θεωρεί ότι το εν λόγω « Pétillant de raisin » είναι δυνατό να υπάγεται στη δασμολογική κλάση 22.04.
—
Για τους ίδιους λόγους είναι αδύνατο να διαπιστωθεί αν το εν λόγω προϊόν συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί ως « μούστος σταφυλιών που έχει υποστεί μερική ζύμωση » κατά την έννοια της παραγράφου 3 του παραρτήματος II του κανονισμού 337/79.
Δεύτερη ερώτηση:
Η Επιτροπή προέβαλε επανειλημμένα το επιχείρημα ότι από αυτή την ίδια την επίδικη γερμανική ρύθμιση επιβεβαιώνεται ότι η κατάλληλη επισήμανση παρέχει στους καταναλωτές επαρκή πληροφόρηση, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγχυση. Πράγματι, η παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως επί των αφρωδών οίνων και των μετουσιωμένων αποσταγμάτων επιτρέπει την επίδικη παρουσίαση (δηλαδή φιάλη τύπου Καμπανίας και πώμα σε σχήμα μανιταριού που ασφαλίζεται με συρμάτινο πλέγμα ) όχι μόνο για τους αφρώδεις αλλά και για τους ημιαφρώδεις οίνους, όπως επί παραδείγματι οι αφρώδεις οίνοι από φρούτα.
Η γερμανική κυβέρνηση καλείται να απαντήσει σ' αυτό το επιχείρημα.
Απάννηση
Λόγω μακράς εμπορικής παραδόσεως, ο γερμανός καταναλωτής αναμένει μόνον οι αφρώδεις οίνοι να πωλούνται σε φιάλες τύπου Κα-μπανίας με πώμα σε σχήμα μανιταριού που στερεώνεται με σύρμα. Πάντως, η χαρακτηριστική αυτή παρουσίαση από άποψη σχήματος της φιάλης και τρόπου σφραγίσεως χρησιμοποιείται και στους αφρώδεις οίνους από σταφύλια ή από φρούτα. Η προβλεπόμενη από τις γερμανικές διατάξεις επισήμανση παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να διακρίνει μεταξύ των διάφορων ποικιλιών αφρώδους οίνου που προσφέρονται προς πώληση.
Υ. Galmot
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 4ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 179/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Peter Kalbe, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον Martin Seidel, επικουρούμενο από τον Ralf Vieregge, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Emile-Reuter,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύοντας, βάσει της παραγράφου 52, τρίτο εδάφιο, σημείο 2, του νόμου περί οίνων σε συνδυασμό με την παράγραφο 10, δεύτερο εδάφιο, της κανονιστικής αποφάσεως περί των αφρωδών οίνων και των μετουσιωμένων αποσταγμάτων την εμπορία ποτών, όπως το « Pétillant de raisins », με την παρουσίαση που το προϊόν αυτό παρασκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο κατά παράδοση στη χώρα καταγωγής του,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Y. Galmot, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, T. F. O'Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, Ο. Due, U. Everling, Κ. Bahlmann και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: P. Heim
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 16ης Σεπτεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Οκτωβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Ιουνίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, απαγορεύοντας, βάσει της παραγράφου 52, τρίτο εδάφιο, σημείο 2, του νόμου περί οίνων, σε συνδυασμό με την παράγραφο 10, δεύτερο εδάφιο, της κανονιστικής αποφάσεως περί των αφρωδών οίνων και των μετουσιωμένων αποσταγμάτων, την εμπορία ποτών, όπως το « Pétillant de raisins », υπό τη μορφή που το προϊόν αυτό παρασκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο κατά παράδοση στη χώρα καταγωγής του.
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται οι επίδικες γερμανικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, οι κοινοτικοί κανονισμοί που αφορούν την κοινή οργάνωση των αγορών στον αμπελοοινικό τομέα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
3
Το « Pétillant de raisins » είναι προϊόν που παρασκευάζεται στη Γαλλία από το 1956 με βάση χυμό σταφυλών που υπέστη μερική ζύμωση και διατίθεται σταθερά στο εμπόριο σε φιάλες παρεμφερούς σχήματος με εκείνο των φιαλών του κατά παράδοση τύπου Καμπανιας που σφραγίζονται με πώμα σχήματος μανιταριού ασφαλισμένο με συρμάτινο πλέγμα. Επειδή πρόκειται για μούστο σταφυλιών που έχουν υποστεί μερική ζύμωση, με κατ' όγκο αλκοολικό τίτλο που δεν υπερβαίνει τους τρεις βαθμούς, το εν λόγω προϊόν υπάγεται στην κλάση 22.04 του κοινού δασμολογίου και εμπίπτει, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς, και σύμφωνα με τον ορισμό που δίνεται σχετικά στο παράρτημα II, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, στην κοινή οργάνωση των αγορών στον αμπελοοινικό τομέα, ιδίως δε στις διατάξεις του κανονισμού 355/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979.
4
Είναι βέβαιο ότι οι επίδικες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις της γερμανικής ρύθμισης έχουν ως αποτέλεσμα την απαγόρευση της εμπορίας του « Pétillant de raisin » στη γερμανική αγορά σε φιάλες του κατά παράδοση τύπου Καμπανίας.
5
Η Επιτροπή υποστηρίζει κατ' ουσία ότι η επίδικη νομοθετική και κανονιστική ρύθμιση είναι ικανή να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη και ότι, κατά συνέπεια, συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου προς ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή, ασυμβίβαστο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης. Πράγματι, παρόλο που εφαρμόζονται αδιακρίτως τόσο στα εθνικά όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα, οι εν λόγω διατάξεις επιφέρουν περιορισμούς στις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές που δεν είναι απαραίτητοι για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών που αφορούν την προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές.
6
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ισχυρίζεται κατ' ουσία ότι οι επίδικες διατάξεις εφαρμόζονται αδιακρίτως τόσο στα εθνικά όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα και ότι είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση τόσο της προστασίας των καταναλωτών όσο και της εντιμότητας στις εμπορικές συναλλαγές.
7
Καταρχάς πρέπει να υπομνησθεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 13ης Μαρτίου 1984 ( στην υπόθεση 16/83, Prantl, Συλλογή 1984, σ. 1299) και όπως εξακολουθεί να συμβαίνει στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, ότι η κοινοτική ρύθμιση σε θέματα κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πλήρες σύστημα που περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες διατάξεις σχετικά με την παρουσίαση των οίνων, ιδίως όσον αφορά το σχήμα των φιαλών και την προστασία που ενδεχομένως εξασφαλίζεται με αυτό τον τρόπο. Πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνεται αποδεκτή η διατήρηση σε ισχύ των κανόνων που έχουν θεσπίσει τα κράτη μέλη εν προκειμένω, εφόσον δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 30 και επ. της Συνθήκης.
8
Ως προς το σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι οι επίδικες νομοθετικής και κανονιστικής φύσεως ρυθμίσεις είναι ικανές να παρεμποδίσουν τις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές, γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβήτησε η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Πράγματι, οι παραγωγοί του κράτους μέλους εξαγωγής που επιθυμούν να εμπορευτούν το « Pétillant de raisins » στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχουν την υποχρέωση να εμφιαλώνουν το εν λόγω προϊόν για αυτή τη συγκεκριμένη αγορά σε φιάλες διαφορετικές από εκείνες που χρησιμοποιούν τόσο στη χώρα καταγωγής όσο και στην αγορά άλλων κρατών μελών. Με τον τρόπο αυτό η εμπορία του καθίσταται δυσχερέστερη ή δαπανηρότερη.
9
Καταφαίνεται, επομένως, ότι η επίδικη νομοθετική και κανονιστική ρύθμιση συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό που απαγορεύει το άρθρο 30 της Συνθήκης.
10
Σύμφωνα, πάντως, με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που δεν υφίσταται πλήρης κοινή ρύθμιση ως προς τη συσκευασία των προϊόντων για τα οποία πρόκειται, τα εμπόδια στην ενδοκοινοτική ελεύθερη κυκλοφορία, τα οποία οφείλονται στις διαφορές των εθνικών ρυθμίσεων, πρέπει να γίνονται αποδεκτά, εφόσον η ρύθμιση αυτή, εφαρμοζόμενη αδιακρίτως τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα, δικαιολογείται ως απαραίτητη για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών που αφορούν ιδίως την προστασία του καταναλωτή και την εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές.
11
Επ' αυτού πρέπει να υπομνηστεί, όπως το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984 (στην προαναφερθείσα υπόθεση Prantl), ότι καταρχήν δεν δικαιολογείται η αμφισβήτηση νομοθετικών ή κανονιστικών μέτρων που προορίζονται να αποτρέψουν τη σύγχυση του καταναλωτή, όσον αφορά οίνους και προϊόντα διαφορετικής προελεύσεως και ποιότητας. Η μέριμνα αυτή είναι όλως ιδιαιτέρως σεβαστή σε έναν τομέα όπου οι παραδόσεις και οι ιδιομορφίες έχουν μεγάλη σημασία. Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι υπό σύστημα κοινής αγοράς η άμυνα των καταναλωτών και η εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές, όσον αφορά την παρουσίαση των οίνων και των προϊόντων που εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, πρέπει να διασφαλίζονται με τον αμοιβαίο σεβασμό των νόμιμων και παραδοσιακών συνηθειών που επικρατούν στα διάφορα κράτη μέλη.
12
Όσον αφορά το προβαλλόμενο από την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επιχείρημα που αντλείται από την προστασία των καταναλωτών, πρέπει να σημειωθεί ότι οι κοινοτικές διατάξεις σχετικά με την επισήμανση των οίνων και των προϊόντων που εμπίπτουν σ' αυτή την κοινή οργάνωση αγορών, ιδίως δε τα άρθρα 22 και 23 του κανονισμού 355/79, σχετικά με την περιγραφή και την επισήμανση άλλων προϊόντων εκτός από τους επιτραπέζιους οίνους και τους οίνους ν. q. ρ. r. d. ( οίνους ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές ), συνιστούν ιδιαίτερα λεπτομερή ρύθμιση, η οποία επιτρέπει να αποφεύγονται επίφοβες συγχύσεις. Από την άποψη αυτή η ένδειξη στην επισήμανση των φιαλών του « Pétillant de raisin » της ακριβούς φύσεως του εν λόγω προϊόντος και του κατ' όγκον αλκοολικού τίτλου του, κατώτερου από 3%, αρκεί για να προλαμβάνεται οιαδήποτε σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό.
13
Μολονότι η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προβάλλει περαιτέρω ότι η επίδικη νομοθετική και κανονιστική ρύθμιση συνάδει προς ορισμένους κοινοτικούς κανονισμούς και οδηγίες αλλά και προς διεθνείς συμβάσεις, αρκεί να τονιστεί ότι οι εν λόγω διατάξεις τους στο σύνολο έχουν εν πάση περιπτώσει ως αποκλειστικό σκοπό την απαγόρευση εξαπατήσεων ή παρουσιάσεων ικανών να παραπλανήσουν τους καταναλωτές. Δεν έχουν την έννοια ότι παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποδεσμεύονται από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και να προβλέπουν ορισμένους τύπους φιαλών ή ορισμένους τύπους παρουσιάσεως σε περιορισμένο αριθμό ποτών, ενώ η πληροφόρηση του καταναλωτή μπορεί ακριβώς να διασφαλιστεί κατά τον προσήκοντα τρόπο με κατάλληλη επισήμανση.
14
Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλεί η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας από την εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές, πρέπει να τονιστεί, όπως άλλωστε προκύπτει από τη δικογραφία και τη συζήτηση που διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι:
—
το « Pétillant de raisin » διετίθετο νόμιμα και συνεχώς, αφότου άρχισε να παράγεται το 1956, στη Γαλλία και σε άλλα κράτη μέλη υπό την αρχική του παρουσίαση που συνίστατο στην παραδοσιακή φιάλη τύπου Καμπανιας με το κλασικό σύστημα επιπωματίσεως. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι η παρουσίαση αυτή χρησιμοποιείται στη γερμανική αγορά προς το σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή προκειμένου να γίνει εκμετάλλευση της φήμης άλλων προϊόντων
—
από καιρό, άλλωστε, η παραδοσιακή φιάλη τύπου Καμπάνιας με το κλασικό σύστημα επιπωματίσεως χρησιμοποιείται στα κράτη μέλη για την εμφιάλωση όχι μόνο του καμπανίτη και των αφρωδών οίνων, αλλ' επίσης και ορισμένων άλλων ποτών, όπως ο μηλίτης ή ποτά που παρασκευάζονται από φρούτα, χωρίς πάντως από αυτό να απαιτούν οι παραγωγοί τους αποκλειστικό δικαίωμα επί του τύπου αυτού παρουσιάσεως και χωρίς να θίγεται η εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές
—
τέλος, η ίδια η γερμανική ρύθμιση επιτρέπει τη χρησιμοποίηση της παραδοσιακής φιάλης τύπου Καμπανίας, όσον αφορά την παρουσίαση όχι μόνο των αφρωδών οίνων αλλά και των ημιαφρωδών ποτών που προέρχονται από φρούτα ή από σαρκώδεις καρπούς.
15
Επομένως, και χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν η επίμαχη παρουσίαση προσφέρει πράγματι τεχνικά και οικονομικά πλεονεκτήματα στον παραγωγό του « Pétillant de raisin », η εμπορία του εν λόγω προϊόντος στη γερμανική αγορά σε φιάλες με τις οποίες διατίθεται σταθερώς και νομίμως στο εμπόριο αφότου τέθηκε σε κυκλοφορία προ τριακονταετίας πρέπει να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που συνδέονται με τον αμοιβαίο σεβασμό των νομίμων και παραδοσιακών συνηθειών που υφίστανται στα διάφορα κράτη μέλη.
16
Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
17
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας με τις διατάξεις της παραγράφου 52, τρίτο εδάφιο, σημείο 2, του νόμου περί οίνων, σε συνδυασμό με την παράγραφο 10, δεύτερο εδάφιο, της κανονιστικής αποφάσεως περί των αφρωδών οίνων και των μετουσιωμένων αποσταγμάτων την εμπορία ποτών, όπως το « Pétillant de raisin » με την παρουσίαση που το προϊόν αυτό παρασκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο κατά παράδοση στη χώρα καταγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Galmot
O'Higgins
Schockweiler
Due
Everling
Bahlmann
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Δεκεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο προεδρεύων
Υ. Galmot
πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy