ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πέμπτο τμήμα )
της 1ης Ιουλίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 185/85,
Union sidérurgique du Nord et de l'Est de la France (Usinor) SA, με έδρα το Puteaux, 9-4, place de la Pyramide, la Défense, εκπροσωπούμενη από την Lise Funck-Brentano, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Marlyse Neuen-Kauffmann, 21, rue Philippe-II,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Rolf Wägenbaur, νομικό της σύμβουλο, και τον Maurice Guerrin, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της ατομικής απόφασης 5462 της 2ας Μαΐου 1985, με την οποία η Επιτροπή πάγωσε προσωρινά, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 7, της απόφασης 3716/83/ΕΚΑΧ, την επιστροφή μέρους της εγγύησης που είχε συστήσει για το δεύτερο τρίμηνο του 1985η επιχείρηση Usinor καθώς και την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 30/53 της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 1953, όπως τροποποιήθηκε τελικά από την απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ της 3ης Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184, σ. 7),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα )
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, R. Joliét, Υ. Galmot, F. Schockweiler και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαΐου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Ιουνίου 1985, η εταιρία Union sidérurgique du Nord et de l'Est de la France, SA (στο εξής: Usinor), με έδρα το Puteaux ( Γαλλία ), άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της ατομικής απόφασης 5462, της 2ας Μαΐου 1985, με την οποία η Επιτροπή πάγωσε προσωρινά, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 7, της απόφασης 3716/83/ΕΚΑΧ, την επιστροφή μέρους της εγγύησης που είχε συστήσει για το δεύτερο τρίμηνο του 1985η επιχείρηση Usinor καθώς και την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 30/53 της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 1953, περί των απαγορευμένων κατά το άρθρο 60, παράγραφος I, της Συνθήκης πρακτικών στην κοινή αγορά άνθρακος και χάλυβος, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1834/81 της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 1981 ( ΕΕ L 184, σ. 7).
Η προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση
2
Με την απόφαση 3716/83, της 23ης Δεκεμβρίου 1983, για τη θέσπιση συστήματος εγγυήσεων για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα καθώς και συστήματος ελέγχου των ελαχίστων τιμών ( ΕΕ L 373, σ. 5 ), η Επιτροπή θέσπισε σύστημα εγγυήσεων για ορισμένα προϊόντα που υπάγονται στο σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής, το οποίο σκοπεί να εξασφαλίσει την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν για τις επιχειρήσεις από το σύστημα των ελαχίστων τιμών. Μεταξύ άλλων, το άρθρο 2, παράγραφος 7, της εν λόγω απόφασης ορίζει ότι « σε περίπτωση που η Επιτροπή διαθέτει, για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο Ι, απαρχή απόδειξης για παράβαση των κανόνων... τιμών της Συνθήκης ΕΚΑΧ, και με την επιφύλαξη της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 36 ΕΚΑΧ, απευθύνει στην ενδιαφερόμενη επιχείv αιτιολογημένη απόφαση που παγώνει προσωρινά την επιστροφή ενός κατάλληλου ποσού και ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. »
3
Κατ' εφαρμογή της διάταξης αυτής, η Επιτροπή απηύθυνε στην Usinor, στις 2 Μαίου 1985, την ατομική απόφαση 5462 με την οποία πάγωσε προσωρινά ποσό 2745641 γαλλικών φράγκων από την εγγύηση που είχε συστήσει η εν λόγω επιχείρηση για το δεύτερο τρίμηνο του 1985. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, την αφορμή της απόφασης αυτής αποτέλεσε η εφαρμογή ορισμένων τιμών κατά το πρώτο τρίμηνο του 1984 από την εταιρία Strasburger Stahlkontor GmbH ( στο εξής: SSK ). Η εταιρία αυτή έχει αναλάβει, δυνάμει συμβάσεως που συνήφθη το 1969, την αποκλειστική διανομή στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, περιλαμβανομένου και του Δυτικού Βερολίνου, των προϊόντων της εταιρίας Laminoirs de Strasbourg SA ( στο εξής: Laminoirs ), θυγατρικής της Usinor.
4
Η Επιτροπή θεώρησε ότι διαθέτει αρχή αποδείξεως, κατά την έννοια της απόφασης 3716/83, για το ότι οι αμφισβητούμενες τιμές της SSK συνιστούν παράβαση των περί τιμών κανόνων της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Εκτιμώντας, αφενός, ότι η SSK είναι « οργάνωση πωλήσεων της Laminoirs de Strasbourg κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της απόφασης 30/53/ΕΚΑΧ, όπως τροποποιήθηκε τελικά από την απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ, της 3ης Ιουλίου 1981» και, αφετέρου, ότι «η Usinor κατέχει το 100 ο/ο του κεφαλαίου της Laminoirs de Strasbourg, η οποία δηλαδή ανήκει στην Usinor », η Επιτροπή έκρινε ότι πρέπει να δεσμευθεί η εγγύηση που είχε καταθέσει η Usinor μέχρι του ποσού των υποτιμολογήσεων που διαπιστώθηκαν, αυξημένου κατά το ήμισυ.
5
Η γενική απόφαση 30/53, της 2ας Μαΐου 1953, στην οποία παραπέμπουν οι αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης 5462, ορίζει τις πρακτικές που απαγορεύονται από το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η απόφαση αυτή, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1834/81, προβλέπει στο άρθρο 1, παράγραφος 2, ότι « εφόσον οι επιχειρήσεις της Κοινότητος διαθέτουν » ορισμένα προϊόντα στα οποία αναφέρεται η Συνθήκη ΕΚΑΧ « στο εσωτερικό της κοινής αγοράς μέσω οργανώσεων πωλήσεων, οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που απορρέουν από την απόφαση αυτή επεκτείνονται στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται από αυτές τις οργανώσεις πωλήσεων ». Ο όρος « οργάνωση πωλήσεων » ορίζεται στην ίδια παράγραφο και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ( τρίτο εδάφιο ):
« οι επιχειρήσεις διανομής που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από επιχείρηση παραγωγής κατά την έννοια της αποφάσεως αριθ. 24/54, στις περιπτώσεις που πραγματοποιούν “άμεσες πωλήσεις” προϊόντων της εν λόγω επιχειρήσεως παραγωγής.“ Άμεση πώληση ” υφίσταται όταν, στο πλαίσιο των συμβάσεων πωλήσεως που έχουν συναφθεί, αφενός, μεταξύ της επιχειρήσεως παραγωγής και της επιχειρήσεως διανομής και, αφετέρου, μεταξύ της επιχειρήσεως διανομής και του πελάτη της-αγοραστή προϊόντων, η αποστολή προϊόντων πραγματοποιείται άμεσα από την επιχείρηση παραγωγής στον πελάτη της επιχειρήσεως διανομής ή σύμφωνα με τις οδηγίες του πελάτη ».
6
Η γενική απόφαση 24/54 της 6ης Μαΐου 1954 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 13 ), στην οποία αναφέρεται η προαναφερθείσα διάταξη, έχει ως σκοπό την εφαρμογή του άρθρου 66, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ορίζει τα στοιχεία που συνιστούν τον έλεγχο επιχειρήσεως κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης της Συνθήκης. Στο άρθρο 1 ορίζει τα δικαιώματα ή τις συμβάσεις που συνιστούν τον έλεγχο επιχειρήσεως, μεταξύ των οποίων αναφέρονται ( σημείο 5 ) οι
« συμβάσεις σχετικές με το σύνολο ή σημαντικό μέρος των πηγών εφοδιασμού των αγορών μιας επιχειρήσεως, όταν αυτές οι συμβάσεις υπερβαίνουν σε ποσότητα ή διάρκεια τα συνήθη όρια σχετικών εμπορικών συμβάσεων »,
εφόσον τα στοιχεία αυτά « μόνα ή από κοινού με άλλα, και λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών ή νομικών συνθηκών, παρέχουν τη δυνατότητα καθορισμού της δράσεως μιας επιχειρήσεως στους τομείς της παραγωγής, των τιμών, των επενδύσεων, των πηγών εφοδιασμού, των πωλήσεων ή της κατανομής των κερδών ».
7
Η υπό κρίση προσφυγή προβάλλει ως λόγους ακυρώσεως της μεν ατομικής απόφασης 5462 την κατάχρηση εξουσίας και τη σχετική έλλειψη αιτιολογίας, του δε άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της γενικής απόφασης 30/53, όπως τροποποιήθηκε, την κατάχρηση εξουσίας. Η Επιτροπή αμφισβήτησε το παραδεκτό της προσφυγής, καθόσον στρέφεται κατά της απόφασης 30/53, και κατά συνέπεια πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα του παραδεκτού ως προς αυτό το κεφάλαιο της προσφυγής.
Επί του παραδεκτού του αιτήματος ακυρώσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της απόφασης 30/53
8
Η Επιτροπή επικαλείται το εκπρόθεσμο του αιτήματος ακυρώσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της απόφασης 30/53, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1834/81, διότι η προσφυγή δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του ενός μηνός από της δημοσιεύσεως της απόφασης 1834/81, που τάσσει το άρθρο 33, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
9
Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι η προσφυγή ασκήθηκε μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, υποστηρίζει όμως ότι υπάρχει άμεσος νομικός σύνδεσμος μεταξύ της ατομικής απόφασης 5462 και της γενικής απόφασης 30/53, βάσει της οποίας εκδόθηκε η πρώτη. Λόγω του συνδέσμου αυτού είναι δυνατό να προσβληθεί ως παράνομη η απόφαση 30/53 ανεξαρτήτως προθεσμίας.
10
Αρκεί να σημειωθεί σχετικώς ότι η τροποποιητική απόφαση 1834/81, με την οποία εισήχθη η προσβαλλόμενη διάταξη στη βασική απόφαση 30/53, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 4ης Ιουλίου 1981 ενώ η υπό κρίση προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Ιουνίου 1985. Άρα η προσφυγή είναι αναμφισβήτητα εκπρόθεσμη, σύμφωνα με το άρθρο 33, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθόσον στρέφεται κατά της επίδικης διάταξης της απόφασης 30/53, όπως τροποποιήθηκε.
11
Κατά συνέπεια, τα αιτήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, το Δικαστήριο όμως έχει την ευχέρεια να λάβει υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα ως ένσταση ελλείψεως νομιμότητας στο πλαίσιο του αιτήματος περί ακυρώσεως της ατομικής απόφασης 5462, το οποίο εξετάζεται στις επόμενες σκέψεις.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως της απόφασης 5462
12
Η προσφεύγουσα προβάλλει σχετικώς τρεις λόγους ακυρώσεως από τους οποίους ο πρώτος προβλήθηκε αρχικά στο πλαίσιο του προηγουμένου αιτήματος της προσφυγής.
13
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η ατομική απόφαση 5462 είναι παράνομη διότι είναι παράνομη η νομική βάση της, δηλαδή το άρθρο 1, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της γενικής απόφασης 30/53, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1834/81. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή παραπέμπει για τον ορισμό της οργανώσεως πωλήσεων στην έννοια του ελέγχου όπως απαντάται στην απόφαση 24/54, η οποία ορίζει τα στοιχεία που συνιστούν τον έλεγχο επιχειρήσεως αποκλειστικά σε σχέση με τις πράξεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και επομένως δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως αναφορά στο πλαίσιο κανονιστικής ρύθμισης η οποία θεσπίστηκε ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 60 της Συνθήκης, το οποίο αφορά τις απαγορευόμενες πρακτικές στον τομέα των τιμών. Η προσφεύγουσα φρονεί κατά συνέπεια ότι η απόφαση 1834/81 έπρεπε να θεσπιστεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 95 της εν λόγω Συνθήκης.
14
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί, δεύτερον, ότι η απόφαση 5462 συνιστά ορθή εφαρμογή της προαναφερθείσας γενικής απόφασης, δεδομένου ότι χαρακτηρίζει την SSK ως οργάνωση πωλήσεων της Laminoirs κατά την έννοια της ρύθμισης αυτής. Σχετικώς παρατηρεί ότι εν προκειμένω ελλείπουν τα δύο συστατικά στοιχεία της « οργάνωσης πωλήσεων », δηλαδή η πραγματοποίηση αμέσων πωλήσεων και η άσκηση ελέγχου από την επιχείρηση παραγωγής στην επιχείρηση διανομής. Το στοιχείο ότι δεν υπάρχουν άμεσες πωλήσεις προκύπτει ιδίως από το ότι οι παραγγελίες των προϊόντων Laminoirs διαβιβάζονται μέσω της SSK η οποία εκδίδει η ίδια τα τιμολόγια προς τους τελικούς πελάτες. Εξάλλου η Laminoirs δεν ασκεί έλεγχο επί της SSK κατά την έννοια της απόφασης 24/54, δεδομένου ότι η σύμβαση διανομής μεταξύ της Laminoirs και της SSK δεν υπερβαίνει ούτε σε ποσότητα ούτε σε διάρκεια τα συνήθη όρια των σχετικών εμπορικών συμβάσεων και δεν παρέχει στην Laminoirs τη δυνατότητα καθορισμού της δράσης της SSK δεδομένου ότι δεν υπάρχει συμμετοχή της μιας στο κεφάλαιο της 15
15
Τέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει σχετική έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης 5462. Η απόφαση δεν διευκρινίζει τα κριτήρια κατά τα οποία υπολογίστηκε το ποσό της δεσμευθείσας εγγύησης και ειδικότερα δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο το ποσό των υποτιμολογήσεων που διαπιστώθηκαν προσαυξήθηκε κατά 50 %.
16
Η Επιτροπή απαντά, όσον αφορά τη γενική απόφαση 30/53, ότι ναι μεν τα άρθρα 60 και 66 της Συνθήκης επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους και συνδέονται με διαφορετικές δικαστικές εγγυήσεις, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι μια ρύθμιση εφαρμογής του άρθρου 66, εν προκειμένω η απόφαση 24/54, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως αναφορά για τον ορισμό της οργάνωσης πωλήσεων ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 60. Αντιθέτως, επιβάλλεται ενιαίος ορισμός και προς το συμφέρον της ασφάλειας του δικαίου και για να αποφευχθούν οι αντιφάσεις στην εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, η απόφαση 30/53 όπως τροποποιήθηκε ευρίσκει επαρκές νομικό έρεισμα στο άρθρο 60 σε συνδυασμό με το άρθρο 63, παράγραφος 2, της Συνθήκης, επί των οποίων στηρίζεται.
17
Όσον αφορά την εφαρμογή της επίδικης γενικής ρύθμισης στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή εκθέτει τα διάφορα στοιχεία που, κατά την άποψή της, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η SSK είναι πράγματι η οργάνωση πωλήσεων της Laminoirs. Σχετικά με το ζήτημα των αμέσων πωλήσεων υπογραμμίζει ότι η SSK δεν διαθέτει αποθήκη προϊόντων και κατά συνέπεια τα προϊόντα Laminoirs αποστέλλονται απευθείας από τον παραγωγό στους τελικούς πελάτες. Η άσκηση ελέγχου από την Laminoirs επί της SSK. προκύπτει συγχρόνως από το σημαντικό ποσοστό 48% που αντιπροσωπεύουν τα προϊόντα Laminoirs στο συνολικό κύκλο εργασιών της SSK και από την εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια ισχύος, 18 ετών κατ' ελάχιστο όριο, της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής. Εξάλλου στη σύμβαση αυτή ορίζεται ότι η Laminoirs έχει το δικαίωμα να συνοδεύει τους υπαλλήλους της SSK, κατά τις επισκέψεις στους πελάτες, με δικούς της υπαλλήλους, ότι για τις παραγγελίες των πελατών της SSK εκδίδεται απόδειξη παραλαβής από την Laminoirs και ότι η SSK υποχρεούται να αποστέλλει στην Laminoirs διπλότυπο των τιμολογίων που αφορούν τα προϊόντα Laminoirs και να της υποβάλλει προς έγκριση τις εγκυκλίους που αποστέλλει στους πελάτες της. Οι ρήτρες αυτές επιτρέπουν στην Laminoirs να καθορίζει τη δράση της SSK.
18
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση 5462 είναι επαρκώς αιτιολογημένη διότι από το ίδιο το άρθρο 64 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, που επιτρέπει την επιβολή προστίμων μέχρι του διπλασίου της αξίας των αντικανονικών πωλήσεων, προκύπτει ότι το ποσό του προστίμου είναι εν προκειμένω εύλογο. Εφαρμόζοντας τη διάταξη αυτή η Επιτροπή προσαυξάνει το πρόστιμο κατά 50 ο/ο στις περιπτώσεις σοβαρής παράβασης κατά πάγια πρακτική.
19
Ενόψει αυτών των επιχειρημάτων, πρέπει να εξεταστεί, πρώτον, ο ισχυρισμός της σχετικής ελλείψεως αιτιολογίας της απόφασης 5462. Δεδομένου ότι ένα σημαντικό στοιχείο της απόφασης αυτής στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η SSK είναι η οργάνωση πωλήσεων της Laminoirs, στοιχείο από το οποίο εξαρτάται ο καταλογισμός στην Usinor των παραβάσεων που διέπραξε η SSK, πρέπει w ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως αν η απόφαση είναι αιτιολογημένη ως προς αυτό το σημείο.
20
Κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία των βλαπτικών αποφάσεων πρέπει να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας και να παρέχει στονενδιαφερό-μενο τις ενδείξεις που του είναι αναγκαίες για να γνωρίζει αν η απόφαση είναι βάσιμη ή όχι. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχει ενδεχομένως ο αποδέκτης να λάβει εξηγήσεις.
21
Από την εξέταση των αιτιολογικών σκέψεων της απόφασης 5462 προκύπτει ότι οι όροι αυτοί δεν πληρούνται εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, οι αιτιολογικές σκέψεις περιορίζονται, όσον αφορά το επίδικο σημείο, στη διαπίστωση ότι η SSK είναι η « οργάνωση πωλήσεων της Laminoirs de Strasbourg » κατά την έννοια της ρύθμισης που κρίνεται εφαρμοστέα. Δεν αναφέρουν πάντως τα στοιχεία που οδήγησαν την Επιτροπή σ' αυτό το συμπέρασμα και επομένως δεν παρέχουν κανένα πραγματικό ή νομικό στοιχείο ικανό να στηρίξει αυτή την άποψη. Η μέθοδος αυτή, που δεν είναι παρά απλή παραπομπή σε διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, δεν επιτρέπει στον αποδέκτη να οργανώσει την υπεράσπιση του ούτε στο Δικαστήριο να ασκήσει πλήρως το δικαστικό έλεγχο που του αναθέτει η Συνθήκη.
22
Η υποχρέωση παροχής διευκρινίσεων ήταν ακόμη περισσότερο επιβεβλημένη, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η SSK έχει συνάψει με την Laminoirs σύμβαση αποκλειστικής διανομής, οι συμβάσεις δε αυτού του είδους δεν δημιουργούν καταρχήν τόσο στενή σχέση εξαρτήσεως μεταξύ των μερών ώστε να μπορούν να χαρακτηριστούν ως στοιχείο ελέγχου επιχειρήσεως κατά την έννοια της απόφασης 24/54, που δίνει το σχετικό ορισμό ενόψει της εφαρμογής των κανόνων περί συγκεντρώσεως επιχειρήσεων. Έπρεπε λοιπόν να εκτίθενται σαφώς στις αιτιολογικές σκέψεις της επίδικης απόφασης οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή θεώρησε ότι οι ιδιαιτερότητες της υπόθεσης επέβαλαν διαφορετική εκτίμηση. Τα προεκτεθέντα επιχειρήματα των διαδίκων δείχνουν πράγματι ότι στο σημείο αυτό υπεισέρχονται περίπλοκα κριτήρια εκτιμήσεως.
23
Κατά συνέπεια, η απόφαση 5462 δεν πληροί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παρέλκει δε η εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλει η προσφεύγουσα.
Επί των δικαστικών εξόδων
24
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη καθόσον σκοπεί την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 30/53 της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 1953, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1834/81 της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 1981.
2)
Ακυρώνει την από 2 Μαΐου 1985 απόφαση 5462, με την οποία η Επιτροπή πάγωσε προσωρινά, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 7, της απόφασης 3716/83/ΕΚΑΧ, την επιστροφή μέρους της εγγύησης που είχε συστήσει για το δεύτερο τρίμηνο του 1985η επιχείρηση Usiner.
3)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Everting
Joliet
Galmot
Schockweiler
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Ιουλίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
U. Everting
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy