Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1 . Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Αντικείμενο της διαφοράς - Καθορίζεται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία - Μεταγενέστερη διεύρυνση - Δεν επιτρέπεται
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169 )
2 . Υπάλληλοι - Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και καθεστώς λοιπού προσωπικού - Νομική φύση - Κανονισμός - Υποχρεώσεις των κρατών μελών - Τήρηση του συμπληρωματικού χαρακτήρα των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 189, παράγραφος 2 κανονισμός 259/68 του Συμβουλίου )
3 . Υπάλληλοι - Αποδοχές - Οικογενειακά επιδόματα - Αφαίρεση των επιδομάτων που καταβάλλονται βάσει εθνικού συστήματος - Εξαιρετική διάταξη - Εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως - Απαγόρευση - 'Εκταση εφαρμογής
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 62, 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2 καθεστώς λοιπού προσωπικού, άρθρο 20 )
4 . Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Μεταβολή της εθνικής νομοθεσίας που επηρεάζει την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων - Προηγούμενη διαβούλευση με τα κοινοτικά όργανα
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 5 )
Περίληψη
1 . Το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης καθορίζεται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπει η διάταξη αυτή . Η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους λόγους και στους ίδιους ισχυρισμούς και επομένως η αιτίαση που δεν έχει διατυπωθεί στην αιτιολογημένη γνώμη δεν προβάλλεται παραδεκτώς κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου .
2 . Βάσει του άρθρου 189, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και το καθεστώς λοιπού προσωπικού, που έχουν θεσπιστεί με τον κανονισμό 259/68 του Συμβουλίου, έχουν γενική ισχύ, είναι δεσμευτικοί ως προς όλα τα μέρη τους και ισχύουν άμεσα σε κάθε κράτος μέλος . Επομένως, εκτός των αποτελεσμάτων που αναπτύσσουν στην εσωτερική τάξη της κοινοτικής διοικήσεως, συνεπάγονται επίσης υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη, καθόσον η σύμπραξή τους είναι αναγκαία για την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων .
Το ότι τα επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως έχουν έναντι των επιδομάτων ιδίας φύσεως που καταβάλλονται από άλλη πηγή συμπληρωματικό χαρακτήρα στηρίζεται σε διάταξη κανονισμού, δηλαδή στο άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, και επομένως δεσμεύει τα κράτη μέλη και δεν μπορεί να αγνοηθεί από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις .
3 . Βάσει του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τα οικογενειακά επιδόματα συνιστούν μέρος των αποδοχών που οι Κοινότητες οφείλουν να καταβάλλουν στους υπαλλήλους τους . Το άρθρο 67, παράγραφος 2, ορίζοντας ότι τα ιδίας φύσεως επιδόματα που καταβάλλονται από άλλη πηγή αφαιρούνται από τα επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 62 και επομένως δεν μπορεί να στερεί κάθε εννοίας την υποχρέωση των Κοινοτήτων να καταβάλλουν οικογενειακά επιδόματα σ' όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα κράτος μέλος αναγνωρίζει δικαίωμα χορηγήσεως οικογενειακών επιδομάτων για το τέκνο μονίμου υπαλλήλου, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος, ή άλλου υπαλλήλου των Κοινοτήτων . Το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως εφαρμόζεται μόνο εφόσον στο εν λόγω κράτος μέλος ισχύουν για τη χορήγηση των επιδομάτων προϋποθέσεις ανάλογες προς αυτές που ισχύουν για τη χορήγηση των επιδομάτων βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
Για το λόγο αυτό, εφόσον είτε ο σύζυγος του μονίμου υπαλλήλου, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος, ή άλλου υπαλλήλου εργάζεται ή εργάστηκε ως μισθωτός σε ένα κράτος μέλος είτε ο ίδιος ο υπάλληλος ασκεί εκτός των κοινοτικών οργάνων μισθωτή εργασία μερικής απασχολήσεως για την οποία έχει υπαχθεί στο εθνικό σύστημα οικογενειακών επιδομάτων, το άρθρο 67, παράγραφος 2, και οι άλλες αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του καθεστώτος λοιπού προσωπικού απαγορεύουν στο εν λόγω κράτος μέλος να ορίσει ότι τα οφειλόμενα βάσει της νομοθεσίας του οικογενειακά επιδόματα υφίστανται μείωση ισόποση προς τα ιδίας φύσεως επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως .
Αντίθετα το άρθρο 67, παράγραφος 2, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο σύζυγος του μονίμου υπαλλήλου, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος, ή άλλου υπαλλήλου ασκεί στο έδαφος κράτους μέλους ελεύθερο επάγγελμα, ακόμη και αν η εργασία αυτή συνεπάγεται την υπαγωγή του στο εθνικό σύστημα οικογενειακών επιδομάτων και για το λόγο αυτό του παρέχει καταρχήν δικαίωμα να λαμβάνει τα εν λόγω επιδόματα .
4 . Το καθήκον συνεργασίας που πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών της, βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης, απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις που επηρεάζουν την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και να μεταβάλλουν την πρακτική που παγίως ακολουθούσαν κατά το παρελθόν, χωρίς να διαβουλευθούν με τα οικεία όργανα .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 186/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, και τη Marie Wolfcarius, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον Robert Hoebaer, διευθυντή στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρα 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, από το άρθρο 20 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων, από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ και από τα άρθρα 15 και 19 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επειδή θέσπισε σύστημα εκπτώσεως των οικογενειακών επιδομάτων που οφείλονται βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων από τα καταβλητέα κατ' εφαρμογή της βελγικής νομοθεσίας οικογενειακά επιδόματα και επειδή διατήρησε σε ισχύ σύστημα οικογενειακών παροχών που θίγει το συμπληρωματικό χαρακτήρα των επιδομάτων που καταβάλλουν οι Κοινότητες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους : Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Y . Galmot και F . Schockweiler, προέδρους τμήματος, G . Bosco, T . Koopmans, U . Everling και R . Joliet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : J . Mischo
γραμματέας : D . Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 17ης Απριλίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαΐου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιουνίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, ορίζοντας ότι από τα οικογενειακά επιδόματα που οφείλονται βάσει της βελγικής νομοθεσίας εκπίπτεται το ποσό των οικογενειακών επιδομάτων που χορηγούνται βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής : κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ) ή βάσει του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής : καθεστώς λοιπού προσωπικού ), θίγοντας δε κατ' αυτό τον τρόπο το συμπληρωματικό χαρακτήρα των τελευταίων αυτών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, από το άρθρο 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ και από τα άρθρα 15 και 19 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής : πρωτόκολλο προνομίων και ασυλιών ).
2 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
3 Το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει ως εξής :
"Οι υπάλληλοι που δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων, τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο, υποχρεούνται να δηλώσουν τα επιδόματα ιδίας φύσεως που λαμβάνουν ενδεχομένως από άλλη πηγή, προκειμένου αυτά τα τελευταία να αφαιρεθούν από εκείνα που καταβάλλονται δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του παραρτήματος VΙΙ ."
Τα αναφερόμενα στο εν λόγω άρθρο επιδόματα είναι το επίδομα στέγης, το επίδομα συντηρουμένων τέκνων και το σχολικό επίδομα .
4 Το άρθρο 68, παράγραφος 2, περιλαμβάνει έναν ταυτόσημο ως προς το περιεχόμενο κανόνα για τους υπαλλήλους που τελούν σε διαθεσιμότητα ή έχουν απομακρυνθεί προς το συμφέρον της υπηρεσίας, όπως και για τους υπαλλήλους που δικαιούνται την αποζημίωση που προβλέπεται στα άρθρα 34 και 42 του παλαιού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως της ΕΚΑΧ .
5 Ο κανόνας του άρθρου 67, παράγραφος 2, εφαρμόζεται κατ' αναλογία και επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων βάσει του άρθρου 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού .
6 Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται επίσης κατ' αναλογία επί των δικαιούχων συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου ή λόγω αναπηρίας ή συντάξεως επιζώντος καταβαλλόμενης από τις Κοινότητες, οι οποίοι έχουν δικαίωμα, βάσει του άρθρου 81 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, να λαμβάνουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 67 οικογενειακά επιδόματα υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παράρτημα VΙΙ .
7 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, από την έναρξη ήδη της ισχύος του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του καθεστώτος λοιπού προσωπικού το Βασίλειο του Βελγίου δέχτηκε να καταβάλλει τα οφειλόμενα βάσει της εθνικής νομοθεσίας του οικογενειακά επιδόματα κατά προτεραιότητα σε σχέση προς τα αντίστοιχα επιδόματα που οφείλονταν βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ή του καθεστώτος λοιπού προσωπικού .
8 Εντούτοις, το βασιλικό διάταγμα 54 της 15ης Ιουλίου 1982 (( Moniteur belge ( Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βελγίου ) της 20.7.1982, σ . 8393 )), το οποίο τροποποίησε την προϊσχύουσα σχετική νομοθεσία ( άρθρο 60 του κωδικοποιημένου με το βασιλικό διάταγμα της 19ης Δεκεμβρίου 1939 κειμένου των νόμων περί οικογενειακών επιδομάτων των μισθωτών ), όρισε ότι στο εξής "το ποσό των οικογενειακών παροχών μειώνεται κατά το ποσό των ιδίας φύσεως παροχών που μπορούν να χορηγηθούν υπέρ δικαιουμένου τέκνου κατ' εφαρμογή αλλοδαπών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ή δυνάμει των κανόνων που ισχύουν για το προσωπικό ενός διεθνούς οργανισμού, ακόμη και αν δυνάμει των προαναφερθέντων κανόνων και διατάξεων η χορήγηση των εν λόγω παροχών χαρακτηρίζεται ως συμπληρωματική σε σχέση με τις οικογενειακές παροχές που χορηγούνται κατ' εφαρμογή των παρόντων νόμων ".
9 Το βασιλικό διάταγμα της 19ης Νοεμβρίου 1982 ( Moniteur belge της 17.12.1982, σ . 14773 ) τροποποίησε ανάλογα το άρθρο 29 του βασιλικού διατάγματος της 8ης Απριλίου 1976, περί του συστήματος οικογενειακών παροχών υπέρ των ελευθέρων επαγγελματιών .
10 Η Επιτροπή, επειδή έκρινε ότι τα βασιλικά διατάγματα της 15ης Ιουλίου και της 19ης Νοεμβρίου 1982 δεν συμβιβάζονταν προς τα άρθρα 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και προς το άρθρο 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, και επειδή τα εν λόγω διατάγματα τέθηκαν σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ και των άρθρων 15 και 19 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών, απηύθυνε στις 15 Φεβρουαρίου 1983 προς τη βελγική κυβέρνηση έγγραφη όχληση . Δεδομένου ότι η βελγική κυβέρνηση αμφισβήτησε την προσαπτόμενη παράβαση, η Επιτροπή τής απηύθυνε στις 29 Νοεμβρίου 1984 την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης . Κατόπιν των δηλώσεων της βελγικής κυβερνήσεως, με τις οποίες ενέμενε στην άποψή της, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την υπό κρίση προσφυγή .
11 Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Επιτροπή πρόβαλε τρεις αιτιάσεις, η πρώτη από τις οποίες στηρίζεται στην παράβαση των άρθρων 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του άρθρου 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, η δεύτερη στην παράβαση των άρθρων 15 και 19 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών καθώς και του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ και η τρίτη στην παράβαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων .
12 'Οπως ομολόγησε η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεώς της, η τρίτη από τις εν λόγω αιτιάσεις προβλήθηκε στο στάδιο της υπό κρίση προσφυγής και όχι κατά τη διαδικασία προ της ασκήσεως της προσφυγής .
13 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ( βλέπε κυρίως την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 166/82, Συλλογή σ . 459 ) ότι το αντικείμενο της προσφυγής κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης καθορίζεται από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπει η διάταξη αυτή και ότι η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους λόγους και στους ίδιους ισχυρισμούς . Επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας αιτίαση που δεν έχει διατυπωθεί στην αιτιολογημένη γνώμη .
14 Κατά συνέπεια, η τρίτη αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη .
Επί του καθορισμού των περιπτώσεων στις οποίες αναφέρεται η υπό κρίση υπόθεση
15 Προτού εξεταστούν οι άλλες αιτιάσεις που προβάλλει η Επιτροπή κατά του Βελγίου, πρέπει να τονιστεί ότι το σύστημα οικογενειακών παροχών που αποτελεί αντικείμενο των βασιλικών διαταγμάτων της 15ης Ιουλίου και της 19ης Νοεμβρίου 1982 παρέχει δικαίωμα λήψεως των παροχών αυτών μόνο σ' όσους είναι ασφαλισμένοι στο εν λόγω σύστημα, κυρίως λόγω της ασκήσεως μισθωτής δραστηριότητας ή ελεύθερου επαγγέλματος, και καταβάλλουν εισφορές προς το σκοπό αυτό .
16 Κατά συνέπεια, όπως διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή, η υπό κρίση υπόθεση αφορά στην πραγματικότητα μόνο την περίπτωση του μονίμου ή μη υπαλλήλου των Κοινοτήτων του οποίου ο σύζυγος ασκεί στο Βέλγιο μισθωτή δραστηριότητα ή ελεύθερο επάγγελμα και ο οποίος για το λόγο αυτό είναι ασφαλισμένος στο βελγικό σύστημα οικογενειακών επιδομάτων που περιγράφηκε ανωτέρω, καθώς και την περίπτωση του μονίμου ή μη υπαλλήλου που ασκεί ο ίδιος στο Βέλγιο, εκτός των κοινοτικών οργάνων, επαγγελματική δραστηριότητα μερικής απασχολήσεως, η οποία συνεπάγεται την ασφάλισή του στο εν λόγω σύστημα . Ειδικότερα, η Επιτροπήπροσάπτει στο Βέλγιο ότι εισήγαγε στη νομοθεσία του διατάξεις που στις προαναφερθείσες περιπτώσεις έχουν ως αποτέλεσμα να προσδίδεται στην καταβολή των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων συμπληρωματικός χαρακτήρας σε σχέση με τα επιδόματα της ίδιας μορφής που οφείλονται βάσει των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
17 Επομένως, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί μόνο επί των περιπτώσεων αυτών .
Επί της πρώτης αιτιάσεως, που στηρίζεται στην παράβαση των άρθρων 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του άρθρου 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού
18 Η Επιτροπή αναφέρει ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως περιέχει διάταξη περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως οικογενειακών επιδομάτων, η οποία επαναλαμβάνεται στο άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού βάσει του άρθρου 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού . Ο εν λόγω κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως υποχρεώνει τους υπαλλήλους να δηλώνουν τα ιδίας φύσεως επιδόματα που λαμβάνουν από άλλη πηγή, προκειμένου τα τελευταία να αφαιρούνται από τα οφειλόμενα βάσει των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Ο κοινοτικός νομοθέτης, θεσπίζοντας το άρθρο 67, παράγραφος 2, θέλησε να προσδώσει συμπληρωματικό χαρακτήρα στα επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και από το καθεστώς λοιπού προσωπικού σε σχέση με τις ιδίας φύσεως παροχές που οφείλονται βάσει των διαφόρων εθνικών συστημάτων . Επομένως, με το εν λόγω άρθρο επιδιώκεται μεταξύ άλλων ο περιορισμός του δημοσιονομικού βάρους των Κοινοτήτων .
19 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η διάταξη περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που θέσπισε το Βέλγιο δεν λαμβάνει υπόψη το συμπληρωματικό χαρακτήρα των παροχών που προβλέπονται από τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το δημοσιονομικό βάρος των Κοινοτήτων σ' αυτό τον τομέα .
20 Αντίθετα, η βελγική κυβέρνηση αμφισβητεί ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, έχει ως αντικείμενο την επιβολή κάποιας υποχρεώσεως στα κράτη μέλη . Κατά την εν λόγω κυβέρνηση πρόκειται για απλό κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, με τον οποίο επιδιώκεται να αποφευχθεί η διπλή καταβολή επιδομάτων ιδίας φύσεως στο ίδιο πρόσωπο, και επομένως για κανόνα της κοινοτικής διοικήσεως που έχει καθαρά εσωτερικό χαρακτήρα . Ο δε περιορισμός του δημοσιονομικού βάρους που προκύπτει για τις Κοινότητες από την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως συνιστά απλώς έμμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 67, παράγραφος 2, και όχι το σκοπό του .
21 Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και το καθεστώς λοιπού προσωπικού θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 01/01, σ . 108 ), και ότι βάσει του άρθρου 189, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ ο εν λόγω κανονισμός έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος . Επομένως, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο κυρίως με την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981 ( Επιτροπή κατά Βελγίου, 137/80, Συλλογή σ . 2393 ), ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και το καθεστώς λοιπού προσωπικού, εκτός των αποτελεσμάτων που αναπτύσσουν στην εσωτερική τάξη της κοινοτικής διοικήσεως, συνεπάγονται επίσης υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη καθόσον η σύμπραξή τους είναι αναγκαία για την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων . Συνεπώς τίθεται το ερώτημα αν το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως συνεπάγεται για τα κράτη μέλη υποχρεώσεις τις οποίες οφείλουν να τηρούν .
22 Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικώς ότι τα επίμαχα στην υπό κρίση διαφορά οικογενειακά επιδόματα συνιστούν παροχές των οποίων η χορήγηση εξαρτάται από την οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου . Επομένως, ελλείψει ειδικών διατάξεων, η παράλληλη εφαρμογή του κοινοτικού και ενός εθνικού συστήματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε συγκρούσεις, υπό την έννοια ότι για την ίδια οικογενειακή κατάσταση θα παρεχόταν πλήρες επίδομα βάσει και των δύο συστημάτων . Σκοπός του άρθρου 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είναι ακριβώς η ρύθμιση αυτού του είδους των συγκρούσεων .
23 Πράγματι, αν οι εν λόγω συγκρούσεις ρυθμίζονταν με διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, θα ήταν δυνατό να επιλυθούν κατά τρόπο διαφορετικό, ανάλογα με το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εργάζεται ή διαμένει ο υπάλληλος ή ο σύζυγος του υπαλλήλου . Το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως παρέχει τη δυνατότητα ρυθμίσεως των συγκρούσεων μεταξύ του κοινοτικού συστήματος και των διαφόρων εθνικών συστημάτων, δεδομένου ότι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως οικογενειακά επιδόματα δεν καταβάλλονται στους δικαιούχους παρά μόνο καθόσον υπερβαίνουν το ποσό των παρεμφερών επιδομάτων που καταβάλλονται κατ' εφαρμογή του συστήματος που προβλέπεται από τη νομοθεσία κράτους μέλους . Επειδή ο συμπληρωματικός χαρακτήρας των επιδομάτων που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως στηρίζεται στο ίδιο το άρθρο 67, παράγραφος 2, δηλαδή σε μια διάταξη που περιλαμβάνεται σε κανονισμό που έχει θεσπιστεί σύμφωνα με το άρθρο 189, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, δεσμεύει τα κράτη μέλη και δεν μπορεί να αγνοηθεί από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις .
24 Οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση βελγικές διατάξεις δεν λαμβάνουν υπόψη αυτό το συμπληρωματικό χαρακτήρα . Πράγματι, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 60 του κωδικοποιημένου κειμένου των νόμων περί οικογενειακών επιδομάτων των μισθωτών, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 15ης Ιουλίου 1982, προκύπτει ότι το ποσό των οικογενειακών παροχών που χορηγούνται βάσει των κανόνων που εφαρμόζονται επί του προσωπικού ενός διεθνούς οργανισμού πρέπει να αφαιρείται από το ποσό των ιδίας φύσεως βελγικών παροχών, "ακόμα και αν βάσει των προαναφερθέντων κανόνων και διατάξεων η χορήγηση των εν λόγω παροχών έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα σε σχέση προς τις οικογενειακές παροχές που χορηγούνται κατ' εφαρμογή των παρόντων νόμων ".
25 Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν το συμπληρωματικό χαρακτήρα των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και από το καθεστώς λοιπού προσωπικού, πρέπει ακόμα να διευκρινιστεί σε ποιες περιπτώσεις η τήρηση του συμπληρωματικού αυτού χαρακτήρα είναι επιβεβλημένη και έχει συνεπώς ως αποτέλεσμα τη δημιουργία υποχρεώσεων για τα κράτη μέλη .
26 Πρέπει να γίνει δεκτό σχετικώς ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, αποτελεί μέρος του γενικού συστήματος αποδοχών τις οποίες οφείλουν οι Κοινότητες να καταβάλλουν στους υπαλλήλους τους σύμφωνα με το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Πράγματι, κατά την εν λόγω διάταξη τα οικογενειακά επιδόματα περιλαμβάνονται στις αποδοχές που δικαιούνται οι ανωτέρω υπάλληλοι . 'Αλλωστε για το λόγο αυτό το άρθρο 67 έχει περιληφθεί στο πρώτο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου του τίτλου V του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο επιγράφεται "Αποδοχές ". Τα άρθρα 19 και 61 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού χαρακτηρίζουν επίσης ως αποδοχές τα οικογενειακά επιδόματα του λοιπού προσωπικού .
27 Το άρθρο 67, παράγραφος 2, ορίζοντας στο πλαίσιο του συστήματος αποδοχών ότι τα ιδίας φύσεως επιδόματα που καταβάλλονται από άλλη πηγή αφαιρούνται από τα επιδόματα που οφείλουν οι Κοινότητες, εισάγει εξαίρεση από το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και επομένως δεν πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς .
28 Ωστόσο, ακόμη και αν η εν λόγω διάταξη έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του δημοσιονομικού βάρους των Κοινοτήτων ως προς τα οικογενειακά επιδόματα, δεν μπορεί να στερεί κάθε εννοίας την υποχρέωση των Κοινοτήτων να καταβάλλουν το επίδομα σ' όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα κράτος μέλος αναγνωρίζει δικαίωμα χορηγήσεως οικογενειακών επιδομάτων για το τέκνο μονίμου υπαλλήλου, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος, ή άλλου υπαλλήλου των Κοινοτήτων .
29 Πρέπει να γίνει δεκτό σχετικώς ότι τα οικογενειακά επιδόματα, ως επιμέρους στοιχείο των αποδοχών, συνδέονται, κατά τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, με την ύπαρξη σχέσεως εργασίας ή γενικότερα με την άσκηση μισθωτής εργασίας .
30 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, εφαρμόζεται μόνο εφόσον για τη χορήγηση των επιδομάτων στο κράτος μέλος, του οποίου η νομοθεσία παρέχει καταρχήν δικαίωμα λήψεως επιδομάτων από το κράτος για τέκνα για τα οποία μπορούν να χορηγηθούν επιδόματα και βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ισχύουν προϋποθέσεις ανάλογες προς αυτές που ισχύουν για τη χορήγηση των επιδομάτων βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
31 Επομένως, μόνο εφόσον ο σύζυγος του μονίμου υπαλλήλου, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος, ή άλλου υπαλλήλου εργάζεται ή εργάστηκε ως μισθωτός σε κράτος μέλος, το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και οι άλλες αντίστοιχες διατάξεις απαγορεύουν στο εν λόγω κράτος να του αρνηθεί την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται από τη νομοθεσία του, αντιτάσσοντάς του τη δυνατότητα να λάβει για το ίδιο τέκνο επιδόματα βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
32 Ομοίως, το άρθρο 67, παράγραφος 2, και οι ανάλογες προς αυτό διατάξεις απαγορεύουν στο κράτος μέλος να αρνηθεί τη χορήγηση των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται από τη νομοθεσία του σε περιπτώσεις όπως οι αναφερόμενες στην προσφυγή της Επιτροπής, δηλαδή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ίδιος ο υπάλληλος ασκεί στο έδαφος του εν λόγω κράτους, εκτός των κοινοτικών οργάνων, μισθωτή εργασία μερικής απασχολήσεως και για το λόγο αυτό έχει υπαχθεί στο εθνικό σύστημα οικογενειακών επιδομάτων .
33 Αντίθετα το άρθρο 67, παράγραφος 2, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις, που επίσης αναφέρονται στην προσφυγή της Επιτροπής, κατά τις οποίες ο σύζυγος του υπαλλήλου ασκεί στο έδαφος κράτους μέλους ελεύθερο επάγγελμα, ακόμη και αν η εργασία αυτή συνεπάγεται την υπαγωγή του στο εθνικό σύστημα οικογενειακών επιδομάτων και για το λόγο αυτό του παρέχει καταρχήν δικαίωμα να λαμβάνει τα εν λόγω επιδόματα από το οικείο κράτος μέλος . Πράγματι, τα ιδίας φύσεως επιδόματα που κατά την προαναφερθείσα διάταξη πρέπει να αφαιρούνται από τα οικογενειακά επιδόματα που χορηγούνται βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και που επομένως απαλλάσσουν τα κοινοτικά όργανα από την υποχρέωση καταβολής των τελευταίων αυτών, είναι μόνο τα καταβαλλόμενα λόγω ασκήσεως μισθωτής εργασίας .
34 Επομένως πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, και οι ανάλογες προς αυτό διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του καθεστώτος λοιπού προσωπικού δεν επιβάλλουν υποχρεώσεις σε βάρος των κρατών μελών ως προς τα οικογενειακά επιδόματα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο σύζυγος του μονίμου υπαλλήλου, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος, ή άλλου υπαλλήλου των Κοινοτήτων ασκεί στο έδαφος κράτους μέλους ελεύθερο επάγγελμα .
35 Συμπερασματικώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Βασίλειο του Βελγίου, ορίζοντας ότι οι οφειλόμενες βάσει της βελγικής νομοθεσίας που αναφέρεται στην παρούσα υπόθεση οικογενειακές παροχές υφίστανται μείωση ισόποση προς τα ιδίας φύσεως επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, θίγοντας δε κατ' αυτό τον τρόπο το συμπληρωματικό χαρακτήρα των εν λόγω επιδομάτων στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είτε ο σύζυγος μονίμου υπαλλήλου, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος, ή άλλου υπαλλήλου των Κοινοτήτων εργάζεται ως μισθωτός στο έδαφος του Βελγίου είτε ο ίδιος ο μόνιμος υπάλληλος εργάζεται εκτός των κοινοτικών οργάνων ως μισθωτός μερικής απασχολήσεως με συνέπεια την υπαγωγή του στο εθνικό σύστημα οικογενειακών επιδομάτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και από το άρθρο 20 του προαναφερθέντος καθεστώτος λοιπού προσωπικού .
Επί της δευτέρας αιτιάσεως, που στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ και των άρθρων 15 και 19 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών
36 Με τη δεύτερη αιτίασή της η Επιτροπή προσάπτει στη βελγική κυβέρνηση ότι εξέδωσε τα βασιλικά διατάγματα της 15ης Ιουλίου και της 19ης Νοεμβρίου 1982 χωρίς να διαβουλευτεί με την ίδια .
37 Κατά την Επιτροπή, η υποχρέωση αυτή της βελγικής κυβερνήσεως απορρέει από το άρθρο 19 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών, κατά το οποίο "για την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου τα όργανα των Κοινοτήτων ενεργούν σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών ". Η Επιτροπή επικαλείται ακόμη το άρθρο 15 του ίδιου πρωτοκόλλου, κατά το οποίο "το Συμβούλιο καθορίζει ομοφώνως προτάσει της Επιτροπής το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων", καθώς και το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ .
38 Κατά την άποψη της βελγικής κυβερνήσεως καμιά από τις διατάξεις που επικαλείται η Επιτροπή δεν δημιουργεί υποχρέωση για τα κράτη μέλη όσον αφορά τη ρύθμιση της σωρεύσεως μεταξύ των οικογενειακών επιδομάτων που οφείλονται βάσει των διαφόρων εθνικών συστημάτων και των ανάλογων επιδομάτων που οφείλονται βάσει των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
39 Χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν τα άρθρα 15 και 19 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών επιβάλλουν στα κράτη μέλη υποχρεώσεις ως προς το ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν, όπως έπραξε το Βέλγιο στην προκειμένη περίπτωση, διατάξεις που επηρεάζουν την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και μεταβάλλουν την πρακτική που παγίως ακολουθούσαν κατά το παρελθόν, χωρίς να διαβουλευθούν με τα οικεία όργανα . Κατ' αυτό τον τρόπο η βελγική κυβέρνηση δεν εκπλήρωσε το καθήκον συνεργασίας που πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών της και παρέβη το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ .
40 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να διαβουλευθεί με την Επιτροπή ως προς τις διατάξεις που σκόπευε να θεσπίσει όσον αφορά τη σώρευση των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται από τη βελγική νομοθεσία με τα ιδίας φύσεως επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα όμως με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα εν όλω ή εν μέρει σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων . Δεδομένου ότι η Επιτροπή νίκησε εν μέρει, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται :
1 ) Το Βασίλειο του Βελγίου, ορίζοντας ότι οι οφειλόμενες βάσει της βελγικής νομοθεσίας που αναφέρεται στην παρούσα υπόθεση οικογενειακές παροχές υφίστανται μείωση ισόποση προς τα ιδίας φύσεως επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, θίγοντας δε κατ' αυτό τον τρόπο το συμπληρωματικό χαρακτήρα των εν λόγω επιδομάτων στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είτε ο σύζυγος μονίμου υπαλλήλου, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος, ή άλλου υπαλλήλου των Κοινοτήτων εργάζεται ως μισθωτός στο έδαφος του Βελγίου είτε ο ίδιος ο μόνιμος υπάλληλος εργάζεται εκτός των κοινοτικών οργάνων ως μισθωτός μερικής απασχολήσεως με συνέπεια την υπαγωγή του στο εθνικό σύστημα οικογενειακών επιδομάτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και από το άρθρο 20 του προαναφερθέντος καθεστώτος λοιπού προσωπικού .
2 ) Το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να διαβουλευθεί με την Επιτροπή ως προς τις διατάξεις που σκόπευε να θεσπίσει όσον αφορά τη σώρευση των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται από τη βελγική νομοθεσία με τα ιδίας φύσεως επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ .
3 ) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά .
4 ) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy