Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής επιδοτήσεων που εφαρμόζουν τρίτες χώρες - Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής - 'Εκταση του δικαστικού ελέγχου, τον οποίο ενδέχεται να προκαλέσουν οι επιχειρήσεις των οποίων απορρίφθηκε η αίτηση για μέτρα άμυνας
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου)
2. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής επιδοτήσεων που εφαρμόζουν τρίτες χώρες - Επιδότηση - 'Εννοια - Οικονομικό πλεονέκτημα παρεχόμενο μέσω επιβαρύνσεως του Δημοσίου
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 3)
Περίληψη
1. Παρά το ότι ο κανονισμός 2176/84 παρέχει στην Επιτροπή διακριτική εξουσία σε σχέση με τη θέσπιση μέτρων άμυνας κατά της πρακτικής επιδοτήσεων που εφαρμόζουν τρίτες χώρες, το Δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει αν η Επιτροπή τήρησε τις διαδικαστικές εγγυήσεις που χορηγούν στους καταγγέλλοντες οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αν διέπραξε πρόδηλα σφάλματα κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι επήλθε αποτέλεσμα επιδοτήσεως ή αν υπεισήλθαν στην αιτιολογία της στοιχεία συνιστώντα κατάχρηση εξουσίας.
2. Η έννοια της επιδοτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2176/84 δεν ορίζεται ρητά ούτε στον κανονισμό αυτό ούτε σε άλλες πράξεις της Κοινότητας. Το παράρτημα πάντως του κανονισμού αυτού περιλαμβάνει έναν "ενδεικτικό κατάλογο" επιδοτήσεων κατά την εξαγωγή, τον οποίο μνημονεύει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Στην τελευταία παράγραφο του καταλόγου αυτού χαρακτηρίζεται ως επιδότηση των εξαγωγών κατά την έννοια του άρθρου ΧVΙ της ΓΣΔΕ (GΑΤΤ) "κάθε άλλη επιβάρυνση για το δημόσιο". Τόσο από το γράμμα της γενικής αυτής διατάξεως όσο και από τα άλλα παραδείγματα που αναφέρονται στον κατάλογο προκύπτει ότι η έννοια της επιδοτήσεως των εξαγωγών προϋποθέτει αναγκαστικά, κατά τον κοινοτικό νομοθέτη, την άμεση ή έμμεση χρηματική επιβάρυνση δημοσίων οργανισμών. Από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο αποκλείει ρητά το χαρακτηρισμό ως επιδοτήσεως της απαλλαγής των εμπορευμάτων από ορισμένους εξαγωγικούς φόρους και εξαγωγικές επιβαρύνσεις, προκύπτει ότι η έννοια της επιβαρύνσεως καλύπτει όχι μόνο την περίπτωση κατά την οποία το δημόσιο προβαίνει στην καταβολή χρηματικών ποσών, αλλά και την περίπτωση κατά την οποία παραιτείται από την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, καθιερώνοντας έτσι εξαιρέσεις από ένα φορολογικό κανόνα γενικής ισχύος.
Αυτή η έννοια της επιδοτήσεως, η οποία προϋποθέτει την παροχή οικονομικού πλεονεκτήματος μέσω επιβαρύνσεως του δημοσίου, δεν αντιφάσκει προς τις υποχρεώσεις που υπέχει η Κοινότητα από το διεθνές δίκαιο, και ιδίως από την ΓΣΔΕ (GΑΤΤ) και τις συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιό της.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 187/85,
Ομοσπονδία Βιομηχανιών Ελαιοποιίας της ΕΟΚ (Fediol), rue de la Loi 74, Βρυξέλλες, παρισταμένη διά του προέδρου της Billing και εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους D. Ehle, U. C. Feldmann, V. Schiller και H. Nehm, Mehlemer Strasse 13, 5000 Koeln 51, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο E. Arendt, 4, avenue Marie-Therese,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Gilsdorf, νομικό της σύμβουλο, επικουρούμενο από το δικηγόρο H. J. Rabe, του δικηγορικού γραφείου Schoen & Pflueger, Αμβούργο/Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
και
Camara de la industria aceitera de la Republica argentina (Ciara), 25 de May 538, 4* P., 1002 Buenos Aires, εκπροσωπούμενης από τον Emmanuel de Cannart d' Hamale, δικηγόρο Βρυξελλών, ειδικό πληρεξούσιο του Frederick L. Lukoff, του δικηγορικού γραφείου Coudert Brothers, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ, γραφείο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J. Loesch, 8, rue Zithe, ΒΡ 1107, L-1011 Luxembourg,
παρεμβαίνουσας,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της απόφασης 85/239 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 1985, σχετικά με την περάτωση της διαδικασίας αντεπιδοτήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές πιτών σόγιας καταγωγής Αργεντινής (ΕΕ L 108, σ. 28),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος και προεδρεύοντα, O. Due, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling, K. Bahlmann, Y. Galmot, Κ. Κακούρη, R. Joliet και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 13ης Οκτωβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιουνίου 1985, η Ομοσπονδία Βιομηχανιών Ελαιοποιίας της ΕΟΚ (εφεξής: Fediol) άσκησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση 85/239 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 1985, με την οποία η Επιτροπή περάτωσε τη διαδικασία αντεπιδοτήσεων, που είχε κινηθεί κατόπιν καταγγελίας της προσφεύγουσας, σχετικά με τις εισαγωγές πιτών σόγιας καταγωγής Αργεντινής, για την περίοδο από 1η Οκτωβρίου 1982 έως 30 Σεπτεμβρίου 1983 (ΕΕ L 108, σ. 28).
2 Η καταγγελία της Fediol, που υποβλήθηκε με έγγραφο της 9ης Αυγούστου 1983, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 201, σ. 1), αναφερόταν στις ακόλουθες τέσσερις πρακτικές: α) προτιμησιακή χρηματοδότηση των εξαγωγών πιτών σόγιας β) επιστροφές δασμών καθώς και άμεσων και έμμεσων φόρων γ) διαφορικοί φόροι κατά την εξαγωγή των προϊόντων με βάση τη σόγια και δ) εμπόδια στην εξαγωγή σπόρων σόγιας.
3 Η Επιτροπή, με την προαναφερθείσα απόφαση της 18ης Απριλίου 1985, διαπίστωσε ότι οι δύο πρώτες πρακτικές δεν είχαν εφαρμοστεί κατά την περίοδο που κάλυπτε η έρευνα. 'Οσον αφορά τις δύο τελευταίες πρακτικές, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συνιστούσαν επιδοτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 2176/84.
4 Η προσφυγή βάλλει κατά της αποφάσεως αυτής της Επιτροπής, καθόσον περάτωσε τη διαδικασία αντεπιδοτήσεων σχετικά με τις δύο αυτές πρακτικές, δηλαδή τους φόρους και τους προτιμησιακούς δασμούς κατά την εξαγωγή των προϊόντων με βάση τη σόγια και τα εμπόδια στην εξαγωγή σπόρων σόγιας.
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της εκτάσεως του ελέγχου του Δικαστηρίου
6 Ενόψει των παρατηρήσεων που διατύπωσαν η Επιτροπή και η παρεμβαίνουσα σχετικά με τα όρια που τίθενται ενδεχομένως στο δικαστικό έλεγχο της αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε συγκεκριμένα την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983 στην υπόθεση 191/82, Fediol κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2913) προκύπτει ότι, ακόμη και στο οικείο ζήτημα η Επιτροπή έχει διακριτική εξουσία, το Δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει αν η Επιτροπή τήρησε τις διαδικαστικές εγγυήσεις που χορηγούν στους καταγγέλλοντες οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αν διέπραξε πρόδηλα σφάλματα κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι επήλθε αποτέλεσμα επιδοτήσεως ή αν υπεισήλθαν στην αιτιολογία της στοιχεία συνιστώντα κατάχρηση εξουσίας. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι υπήρχε επιδότηση κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 2176/84.
Επί των διαφορικών φόρων κατά την εξαγωγή των προϊόντων με βάση τη σόγια
7 Η Επιτροπή αναφέρει στην προσβαλλόμενη πράξη (σημείο 7) ότι η Fediol ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την απόφαση 8 της 5ης Ιουλίου 1982 του Υπουργείου Οικονομίας της Αργεντινής οι σπόροι σόγιας πλήττονται με φόρο 25% κατά την εξαγωγή και τα προϊόντα θρυμματισμού, μεταξύ των οποίων οι πίτες σόγιας, με φόρο 10% η διαφορική αυτή φορολογία έχει ως αποτέλεσμα, κατά τη Fediol, να περιορίζεται η εξαγωγή σπόρων και να εξασφαλίζεται με τον τρόπο αυτό ο εφοδιασμός της βιομηχανίας της Αργεντινής με πρώτη ύλη σε χαμηλή τιμή. Το πλεονέκτημα αυτό από την άποψη της τιμής κόστους συνιστά πλεονέκτημα κατά την εξαγωγή των πιτών σόγιας προς την Κοινότητα, στο οποίο προστίθεται το πλεονέκτημα από τη χαμηλότερη φορολογία τους σε σχέση με τους σπόρους.
8 Η Επιτροπή διαπίστωσε με την προσβαλλόμενη πράξη ότι η προαναφερθείσα απόφαση 8 εφαρμόστηκε πράγματι κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας και ότι οι διατάξεις της έχουν το περιεχόμενο που ισχυρίζεται η Fediol. Δέχεται ότι οι διατάξεις αυτές μπορούν να οδηγήσουν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού ή του εμπορίου. Η Επιτροπή διευκρινίζει σχετικά ότι έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η επιβολή ή κατάργηση από δημόσια αρχή ενός μειονεκτήματος που αφορά το εξωτερικό εμπόριο - κυρίως υπό τη μορφή φόρων ή περιορισμών των εξαγωγών - μπορεί να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό ή το εμπόριο για το εν λόγω προϊόν ή τα παράγωγα ή τα ενδιάμεσα προϊόντα.
9 Σύμφωνα όμως με την αιτιολογία που αφορά το σημείο αυτό της προσβαλλόμενης πράξης, "στο διεθνές εμπόριο, η επιδότηση χαρακτηρίζεται ... από οικονομική συνεισφορά των δημόσιων αρχών ..., επιβάρυνση του δημοσίου", η οποία συνιστά "αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη οποιασδήποτε επιδότησης", και "η έννοια της επιβάρυνσης ... περιλαμβάνει την παραίτηση των δημόσιων αρχών από φόρους ή άλλα τέλη που οφείλει ένας φορολογούμενος" στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν υφίσταται τέτοια επιβάρυνση και, ειδικότερα, δεν υπάρχει παραίτηση των δημόσιων αρχών της Αργεντινής από απαιτητά φορολογικά χρέη.
10 Κατά την προσφεύγουσα, η έννοια της επιδοτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2176/84 δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκη την ύπαρξη επιβαρύνσεως του δημοσίου, αλλά πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως: υπάρχει επιδότηση, εφόσον αποτέλεσμα του συνόλου των λαμβανομένων μέτρων είναι η παροχή πλεονεκτημάτων σε όσους ωφελούνται από τα μέτρα αυτά.
11 Καταρχάς πρέπει να τονιστεί ότι η έννοια της επιδοτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2176/84 δεν ορίζεται ρητά ούτε στον κανονισμό αυτό ούτε σε άλλες πράξεις της Κοινότητας. Το παράρτημα πάντως του κανονισμού αυτού περιλαμβάνει έναν "ενδεικτικό κατάλογο" επιδοτήσεων κατά την εξαγωγή, τον οποίο μνημονεύει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Στην τελευταία παράγραφο του καταλόγου αυτού χαρακτηρίζεται ως επιδότηση των εξαγωγών κατά την έννοια του άρθρου ΧVΙ ΓΣΔΕ (GΑΤΤ) "κάθε άλλη επιβάρυνση για το δημόσιο". Τόσο από το γράμμα της γενικής αυτής διατάξεως όσο και από τα άλλα παραδείγματα που αναφέρονται στον κατάλογο προκύπτει ότι η έννοια της επιδοτήσεως των εξαγωγών προϋποθέτει αναγκαστικά, κατά τον κοινοτικό νομοθέτη, την άμεση ή έμμεση χρηματική επιβάρυνση δημοσίων οργανισμών. Από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο αποκλείει ρητά το χαρακτηρισμό ως επιδοτήσεως της απαλλαγής των εμπορευμάτων από ορισμένους εξαγωγικούς φόρους και εξαγωγικές επιβαρύνσεις, προκύπτει ότι η έννοια της επιβαρύνσεως καλύπτει όχι μόνο την περίπτωση κατά την οποία το δημόσιο προβαίνει στην καταβολή χρηματικών ποσών, αλλά και την περίπτωση κατά την οποία παραιτείται από την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, καθιερώνοντας έτσι εξαιρέσεις από έναν φορολογικό κανόνα γενικής ισχύος.
12 Αυτή η έννοια της επιδοτήσεως δεν αντιφάσκει προς τις υποχρεώσεις που υπέχει η Κοινότητα από το διεθνές δίκαιο, και ιδίως από την ΓΣΔΕ και τις συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιό της. Σχετικά επιβάλλεται η παρατήρηση ότι μέχρι σήμερα ούτε η ΓΣΔΕ ούτε η Συμφωνία για την ερμηνεία και την εφαρμογή των άρθρων VΙ, ΧVΙ και ΧΧΙΙΙ της ΓΣΔΕ ορίζουν ρητά την έννοια της επιδοτήσεως και ότι ο προαναφερθείς κατάλογος επαναλαμβάνει κατά γράμμα τον "ενδεικτικό κατάλογο" του παραρτήματος της τελευταίας αυτής Συμφωνίας.
13 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η έννοια της επιδοτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2176/84 προϋποθέτει την παροχή οικονομικού πλεονεκτήματος μέσω επιβαρύνσεως του δημοσίου δεν ήταν ούτε εσφαλμένο ούτε αυθαίρετο.
14 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, ακολούθως, ότι ακόμα και αν το αργεντινό σύστημα διαφορικών φόρων δεν συνιστά επιδότηση κατά την εξαγωγή, μπορεί πάντως να χαρακτηριστεί ως εσωτερική επιδότηση των πιτών. Το σύστημα, επιτρέποντας τη μείωση του κόστους παραγωγής των πιτών σόγιας, οδηγεί σε μείωση της τιμής πωλήσεως και συνιστά έτσι εσωτερική επιδότηση. Οι εσωτερικές όμως επιδοτήσεις πρέπει να χαρακτηρίζονται ως επιδοτήσεις της παραγωγής, κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 2176/84, οι οποίες ισοδυναμούν με επιδοτήσεις των εξαγωγών, αν το χορηγούμενο οικονομικό πλεονέκτημα έχει ζημιογόνες συνέπειες για τον ομαλό ανταγωνισμό, επειδή ευνοεί μία επιχείρηση ή, κατά τομέα, μία ομάδα επιχειρήσεων. Στην παρούσα περίπτωση, οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται από το γεγονός ότι, με το σύστημα των διαφορικών φόρων κατά την εξαγωγή, ενθαρρύνεται τελικά η εξαγωγή πιτών προς την Κοινότητα σε μειωμένη τιμή.
15 Η Επιτροπή και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι εν πάση περιπτώσει λείπει εν προκειμένω το στοιχείο της οικονομικής συνεισφοράς του κράτους. Εξάλλου, ούτε ωφελείται ειδικά συγκεκριμένος τομέας, πράγμα συμφυές προς κάθε εσωτερική επιδότηση, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι το σύστημα φορολογίας εφαρμόζεται σε πολλά και διαφορετικά προϊόντα, που εμπίπτουν σε πολλά και διαφορετικά κεφάλαια της ονοματολογίας του δασμολογίου.
16 Τα επιχειρήματα της Επιτροπής και της παρεμβαίνουσας πρέπει να γίνουν δεκτά, επειδή η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι το αργεντινό δημόσιο, προκειμένου να ευνοήσει ειδικά τις πίτες σόγιας, στερήθηκε ένα έσοδο το οποίο κανονικά θα είχε πραγματοποιήσει σύμφωνα με το γενικό σύστημα φορολογίας.
17 Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επί των εμποδίων στην εξαγωγή σπόρων σόγιας
18 Στην προσβαλλόμενη πράξη (σημείο 8) αναφέρεται ότι ο ενδεχόμενος περιορισμός της εξαγωγής σπόρων δεν συνιστά επιδότηση των πιτών, επειδή δεν υπάρχει επιβάρυνση του δημοσίου.
19 Η προσφεύγουσα εκθέτει ότι τίθενται προσκόμματα στις εξαγωγές σπόρων σόγιας, επειδή για τις εξαγωγές αυτές ισχύει στην Αργεντινή ένα σύστημα αδειών, δηλώσεων στο πλαίσιο ποσοστώσεων και καταπτώσεως εγγυήσεων. Η πρακτική αυτή έχει παρεμφερείς και συγκλίνουσες συνέπειες όπως και η προαναφερθείσα πρακτική των διαφορικών φόρων.
20 Αρκεί να επισημανθεί σχετικά ότι η προσφεύγουσα, προβάλλοντας αυτό τον ισχυρισμό, λαμβάνει ως βάση το ότι, ακόμα και αν δεν υπάρχει επιβάρυνση για το δημόσιο, μπορεί να υφίσταται επιδότηση. Επειδή η άποψη αυτή ανασκευάστηκε πιο πάνω, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός αυτός.
21 Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί εξ ολοκλήρου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Ως προς τα δικαστικά έξοδα
22 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2)Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας.
Full & Egal Universal Law Academy