Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής επιδοτήσεων που εφαρμόζουν τρίτες χώρες - Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής - 'Εκταση του δικαστικού ελέγχου, τον οποίο ενδέχεται να προκαλέσουν οι επιχειρήσεις των οποίων απορρίφθηκε η αίτηση για μέτρα άμυνας
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου)
2. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής επιδοτήσεων που εφαρμόζουν τρίτες χώρες - Επιδότηση - 'Εννοια - Οικονομικό πλεονέκτημα παρεχόμενο μέσω επιβαρύνσεως του δημοσίου
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 3)
3. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής επιδοτήσεων που εφαρμόζουν τρίτες χώρες - Επιδοτήσεις που δεν δικαιολογούν την καθιέρωση αντισταθμιστικού δασμού - Εσωτερική επιδότηση που δεν αφορά συγκεκριμένο τομέα - Επιδότηση των εξαγωγών που ενισχύει την παραγωγική δυναμικότητα των επιχειρήσεων, αλλά παρέχεται για άλλο προϊόν από αυτό που προκάλεσε τη ζημία της κοινοτικής βιομηχανίας
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 3)
4. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά της πρακτικής επιδοτήσεων που εφαρμόζουν τρίτες χώρες - Εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας - Περάτωση της διαδικασίας - Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 9, παράγραφος 1, και άρθρο 12)
Περίληψη
1. Παρά το ότι ο κανονισμός 2176/84 παρέχει στην Επιτροπή διακριτική εξουσία σε σχέση με τη θέσπιση μέτρων άμυνας κατά της πρακτικής επιδοτήσεων που εφαρμόζουν τρίτες χώρες, το Δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει αν η Επιτροπή τήρησε τις διαδικαστικές εγγυήσεις που χορηγούν στους καταγγέλλοντες οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αν διέπραξε πρόδηλα σφάλματα κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι επήλθε αποτέλεσμα επιδοτήσεως ή αν υπεισήλθαν στην αιτιολογία της στοιχεία συνιστώντα κατάχρηση εξουσίας.
2. Η έννοια της επιδοτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2176/84 δεν ορίζεται ρητά ούτε στον κανονισμό αυτό ούτε σε άλλες πράξεις της Κοινότητας. Το παράρτημα πάντως του κανονισμού αυτού περιλαμβάνει έναν "ενδεικτικό κατάλογο" επιδοτήσεων κατά την εξαγωγή, τον οποίο μνημονεύει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Στην τελευταία παράγραφο του καταλόγου αυτού χαρακτηρίζεται ως επιδότηση των εξαγωγών κατά την έννοια του άρθρου ΧVΙ της ΓΣΔΕ (GΑΤΤ) "κάθε άλλη επιβάρυνση για το δημόσιο". Τόσο από το γράμμα της γενικής αυτής διατάξεως όσο και από τα άλλα παραδείγματα που αναφέρονται στον κατάλογο προκύπτει ότι η έννοια της επιδοτήσεως των εξαγωγών προϋποθέτει αναγκαστικά, κατά τον κοινοτικό νομοθέτη, την άμεση ή έμμεση χρηματική επιβάρυνση δημοσίων οργανισμών. Από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο αποκλείει ρητά το χαρακτηρισμό ως επιδοτήσεως της απαλλαγής των εμπορευμάτων από ορισμένους εξαγωγικούς φόρους και εξαγωγικές επιβαρύνσεις, προκύπτει ότι η έννοια της επιβαρύνσεως καλύπτει όχι μόνο την περίπτωση κατά την οποία το δημόσιο προβαίνει στην καταβολή χρηματικών ποσών, αλλά και την περίπτωση κατά την οποία παραιτείται από την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, καθιερώνοντας έτσι εξαιρέσεις από ένα φορολογικό κανόνα γενικής ισχύος.
Αυτή η έννοια της επιδοτήσεως, η οποία προϋποθέτει την παροχή οικονομικού πλεονεκτήματος μέσω επιβαρύνσεως του δημοσίου, δεν αντιφάσκει προς τις υποχρεώσεις που υπέχει η Κοινότητα από το διεθνές δίκαιο, και ιδίως από την ΓΣΔΕ (GΑΤΤ) και τις συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιό της.
3. Για να αποτελεί η επιδότηση εσωτερική επιδότηση για την οποία να δικαιολογούνται κοινοτικά μέτρα άμυνας κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 2176/84, πρέπει να αφορά συγκεκριμένο τομέα, δηλαδή να έχει σκοπό την παροχή πλεονεκτήματος σε ορισμένες μόνο επιχειρήσεις και επομένως να δημιουργεί στρέβλωση του ανταγωνισμού.
Για να αποτελεί η επιδότηση επιδότηση των εξαγωγών για την οποία να δικαιολογούνται κοινοτικά μέτρα άμυνας κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, πρέπει να ωφελεί το προϊόν του οποίου οι εισαγωγές προκαλούν ζημία στην κοινοτική βιομηχανία, ενώ είναι διαφορετική η περίπτωση κατά την οποία η επιδότηση χορηγείται μεν στις εξαγωγικές επιχειρήσεις του εν λόγω προϊόντος, αλλά λόγω της εξαγωγής άλλου προϊόντος, τους παρέχει δε οφέλη που αποκομίζουν στο πλαίσιο του συνόλου των δραστηριοτήτων τους.
4. Η Επιτροπή έχει μεν την υποχρέωση να διαπιστώνει αντικειμενικά τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ύπαρξη πρακτικής επιδοτήσεων και με τη ζημία που μπορεί να προκύψει σχετικά για τις επιχειρήσεις της Κοινότητας, διαθέτει όμως ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να αποφασίζει, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που έχει κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2176/84 να εκτιμά τα συμφέροντα της Κοινότητας, ότι τα μέτρα άμυνας θα ήταν άσκοπα και κατόπιν αυτού να περατώνει τη διαδικασία.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 188/85,
Ομοσπονδία Βιομηχανιών Ελαιοποιίας της ΕΟΚ (Fediol), rue de la Loi 74, Βρυξέλλες, παρισταμένη για του προέδρου της Billing και εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους D. Ehle, U. C. Feldmann, V. Schiller και H. Nehm, Mehlemer Strasse 13, 5000 Koeln 51, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο E. Arendt, 4, avenue Marie-Therese,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον P. Gilsdorf, νομικό της σύμβουλο, επικουρούμενο από το δικηγόρο H. J. Rabe, του δικηγορικού γραφείου Schoen & Pflueger, Αμβούργο/Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
και
Associacao brasileira das industrias de oleos vegetais (Abiove), εκπροσωπούμενης από τους δικηγόρους I. Van Bael και J. F. Bellis, avenue Louise 222, 1050 Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Elvinger & Hoss, 15, Cote d' Eich,
παρεμβαίνουσας,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της απόφασης 85/233 της Επιτροπής, της 16ης Απριλίου 1985, για την περάτωση της διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων που αφορά τις εισαγωγές σόγιας καταγωγής Βραζιλίας (ΕΕ L 106, σ. 19),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος και προεδρεύοντα, O. Due, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling, K. Bahlmann, Y. Galmot, Κ. Κακούρη, R. Joliet και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 13ης Οκτωβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιουνίου 1985 η Ομοσπονδία Βιομηχανιών Ελαιοποιίας της ΕΟΚ (στο εξής: Fediol) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 85/233 της Επιτροπής, της 16ης Απριλίου 1985, με την οποία η Επιτροπή περάτωσε τη διαδικασία αντεπιδοτήσεων που είχε κινηθεί κατόπιν της καταγγελίας της προσφεύγουσας σχετικά με τις εισαγωγές πιτών σόγιας από τη Βραζιλία για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 1983 (ΕΕ L 106, σ. 19).
2 Η καταγγελία της Fediol, που υποβλήθηκε με έγγραφο της 6ης Ιανουαρίου 1984, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 201, σ. 1), αφορούσε τις ακόλουθες πρακτικές: α) προτιμησιακή χρηματοδότηση των εισαγωγών σπόρων σόγιας, β) προτιμησιακή χρηματοδότηση των εξαγωγών μέσω ενός προγράμματος προωθήσεως των εξαγωγών, γ) επιβολή διαφορετικών φόρων στην εξαγωγή προϊόντων με βάση τη σόγια, δ) εμπόδια στην εξαγωγή σπόρων σόγιας, ε) προτιμησιακή χρηματοδότηση της αποθηκεύσεως των σπόρων σόγιας, στ) προτιμησιακή χρηματοδότηση των εξαγωγών ελαίου σόγιας, ζ) απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των κερδών που πραγματοποιούνται από τις εξαγωγές ελαίου σόγιας, η) προτιμησιακή χρηματοδότηση των εξαγωγών πιτών σόγιας, θ) φορολογικά πλεονεκτήματα για τις χρηματιστηριακές πράξεις με προθεσμία στις ξένες αγορές.
3 Με την ανωτέρω απόφαση της 16ης Απριλίου 1985 η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι δύο πρώτες από τις παραπάνω πρακτικές δεν είχαν εφαρμοστεί κατά την περίοδο που αφορούσε η έρευνα. 'Οσον αφορά τις πρακτικές που εκτίθενται ανωτέρω υπό τα στοιχεία γ), δ), ε), στ) και ζ), η Επιτροπή έκρινε ότι δεν είχαν το χαρακτήρα επιδοτήσεως των πιτών σόγιας. Τέλος, η Επιτροπή διαπίστωσε σε σχέση με τις δύο τελευταίες πρακτικές ((στοιχεία η) και θ) )) ότι αποτελούσαν επιδοτήσεις, έκρινε όμως ότι βάσει των συμφερόντων της Κοινότητας δεν θα ήταν δικαιολογημένη η καθιέρωση αντισταθμιστικών δασμών.
4 Η προσφεύγουσα βάλλει, πρώτον, κατά του τμήματος της αποφάσεως της 16ης Απριλίου 1985 που αφορά την άρνηση της Επιτροπής να χαρακτηρίσει ως επιδοτήσεις τις πρακτικές που εκτίθενται ανωτέρω υπό τα στοιχεία γ), δ), ε), στ) και ζ), και, δεύτερον, κατά του τμήματος της αποφάσεως αυτής στο οποίο η Επιτροπή κρίνει ότι οι δύο τελευταίες πρακτικές ((στοιχεία η) και θ) )) δεν δικαιολογούν, μολονότι αποτελούν επιδοτήσεις, την καθιέρωση αντισταθμιστικών δασμών.
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Ως προς τα όρια του δικαστικού ελέγχου
6 Ενόψει των παρατηρήσεων που διατύπωσαν η Επιτροπή και η παρεμβαίνουσα σχετικά με τα όρια που τίθενται ενδεχομένως στο δικαστικό έλεγχο της αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπρ συγκεκριμένα την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983 στην υπόθεση 191/82, Fediol κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2913) προκύπτει ότι, ακόμη και αν στο οικείο ζήτημα η Επιτροπή έχει διακριτική εξουσία, το Δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει αν η Επιτροπή τήρησε τις διαδικαστικές εγγυήσεις που χορηγούν στους καταγγέλλοντες οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αν διέπραξε πρόδηλα σφάλματα κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι επήλθε αποτέλεσμα επιδοτήσεως ή αν υπεισήλθαν στην αιτιολογία της στοιχεία συνιστώντα κατάχρηση εξουσίας.
7 Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι υπήρξε επιδότηση κατά την έννοια του κανονισμού 2176/84, καθώς και η ύπαρξη κοινοτικού συμφέροντος για την καθιέρωση αντισταθμιστικού δασμού.
Ως προς την πρακτική των διαφορετικών φόρων εξαγωγής των προϊόντων με βάση τη σόγια
8 Στην προσβαλλόμενη πράξη (σημείο 12) η Επιτροπή εκθέτει ότι κατά την περίοδο που κάλυψε η έρευνα οι συντελεστές του φόρου επί της διακινήσεως των εμπορευμάτων που ίσχυαν για την εξαγωγή των προϊόντων με βάση τη σόγια ανέρχονταν, κατά τη Fediol, σε 13% για τους σπόρους, σε 11,1% για τις πίτες και σε 8% για το έλαιο. Κατά τη Fediol, το σύστημα αυτό διαφορετικών φόρων έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της εξαγωγής σπόρων και την κατ' αυτό τον τρόπο εξασφάλιση του εφοδιασμού της βραζιλιανής βιομηχανίας με πρώτη ύλη σε χαμηλές τιμές. Το πλεονέκτημα αυτό από την άποψη της τιμής κόστους αποτελεί πλεονέκτημα κατά την εξαγωγή των πιτών σόγιας προς την Κοινότητα, στο οποίο προστίθεται το πλεονέκτημα που απορρέει για τις εξαγωγές λόγω της χαμηλότερης φορολογίας των πιτών σε σχέση με τους σπόρους. Η Επιτροπή αναγνωρίζει στην προσβαλλόμενη πράξη ότι τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στους ισχυρισμούς της Fediol είναι ακριβή.
9 Στην αιτιολογία όμως που αφορά το σημείο αυτό της προσβαλλόμενης πράξης αναφέρεται ότι "στο διεθνές εμπόριο η επιδότηση χαρακτηρίζεται ... επιβάρυνση του δημοσίου", "πράγμα που αποτελεί ... αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη οποιασδήποτε επιδότησης" και ότι "η έννοια της επιβάρυνσης ... περιλαμβάνει την παραίτηση των δημόσιων αρχών από φόρους ή άλλα τέλη που οφείλει ένας φορολογούμενος ...". Κατά την Επιτροπή όμως, εν προκειμένω δεν υπάρχει τέτοια επιβάρυνση και ειδικότερα δεν υπάρχει παραίτηση των βραζιλιανών δημόσιων αρχών από απαιτητές φορολογικές απαιτήσεις.
10 Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ο επίμαχος φόρος δεν είναι εξαγωγικός φόρος, αλλά ο βραζιλιανός φόρος κύκλου εργασιών (στο εξής: ΙCΜ), ο οποίος επιβάλλεται καταρχήν σε όλα τα στάδια της εμπορίας ή της μεταποιήσεως των προϊόντων στο βραζιλιανό έδαφος. Κατά γενικό κανόνα ο ΙCΜ δεν επιβάλλεται στις εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων. Κατά συνέπεια, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ΙCΜ που πλήττει τις πρώτες ύλες που περιέχονται στα εξαγόμενα αυτά προϊόντα. Κατ' εξαίρεση όμως από το γενικό κανόνα και κατόπιν παρεμβάσεως της Επιτροπής, η Βραζιλία δέχτηκε το 1977 να επιβάλει ΙCΜ ύψους 11 και 8% στην εξαγωγή των μεταποιημένων προϊόντων, και συγκεκριμένα στην εξαγωγή πιτών και ελαίου σόγιας αντίστοιχα. Κατά την Επιτροπή, το σύστημα του ΙCΜ αποτελεί φόρο γενικής ισχύος, ο οποίος επιβάλλεται στα προϊόντα σόγιας βάσει διαφορετικών συντελεστών. Από τη διαφορετική αυτή φορολογία δεν προκύπτει για τους σπόρους κανένα πλεονέκτημα που να μπορεί να θεωρηθεί ως επιδότηση κατά την έννοια του κανονισμού 2176/84, δεδομένου ότι εν πάση περιπτώσει δεν υφίσταται καμία επιβάρυνση του δημοσίου.
11 Κατά την προσφεύγουσα, η έννοια της επιδοτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2176/84 δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκη την ύπαρξη επιβαρύνσεως του δημοσίου, αλλά πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως: υπάρχει επιδότηση, εφόσον αποτέλεσμα του συνόλου των λαμβανόμενων μέτρων είναι η παροχή πλεονεκτημάτων σε όσους ωφελούνται από τα μέτρα αυτά.
12 Καταρχάς πρέπει να τονιστεί ότι η έννοια της επιδοτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2176/84 δεν ορίζεται ρητά ούτε στον κανονισμό αυτό ούτε σε άλλες πράξεις της Κοινότητας. Το παράρτημα πάντως του κανονισμού αυτού περιλαμβάνει έναν "ενδεικτικό κατάλογο" επιδοτήσεων κατά την εξαγωγή, τον οποίο μνημονεύει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Στην τελευταία παράγραφο του καταλόγου αυτού χαρακτηρίζεται ως επιδότηση των εξαγωγών κατά την έννοια του άρθρου ΧVΙ της ΓΣΔΕ (GΑΤΤ) "κάθε άλλη επιβάρυνση για το δημόσιο". Τόσο από το γράμμα της γενικής αυτής διατάξεως όσο και από τα άλλα παραδείγματα που αναφέρονται στον κατάλογο προκύπτει ότι η έννοια της επιδοτήσεως των εξαγωγών προϋποθέτει αναγκαστικά, κατά τον κοινοτικό νομοθέτη, την άμεση ή έμμεση χρηματική επιβάρυνση δημόσιων οργανισμών. Από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο αποκλείει ρητά το χαρακτηρισμό ως επιδοτήσεως της απαλλαγής των εμπορευμάτων από ορισμένους εξαγωγικούς φόρους και εξαγωγικές επιβαρύνσεις, προκύπτει ότι η έννοια της επιβαρύνσεως καλύπτει όχι μόνο την περίπτωση κατά την οποία το δημόσιο προβαίνει στην καταβολή χρηματικών ποσών, αλλά και την περίπτωση κατά την οποία παραιτείται από την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, καθιερώνοντας έτσι εξαιρέσεις από έναν φορολογικό κανόνα γενικής ισχύος.
13 Αυτή η έννοια της επιδοτήσεως δεν αντιφάσκει προς τις υποχρεώσεις που υπέχει η Κοινότητα από το διεθνές δίκαιο, και ιδίως από την ΓΣΔΕ και τις συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιό της. Σχετικά επιβάλλεται η παρατήρηση ότι μέχρι σήμερα ούτε η ΓΣΔΕ ούτε η Συμφωνία για την ερμηνεία και την εφαρμογή των άρθρων VΙ, ΧVΙ και ΧΧΙΙΙ της ΓΣΔΕ ορίζουν ρητά την έννοια της επιδοτήσεως και ότι ο προαναφερθείς κατάλογος επαναλαμβάνει κατά γράμμα τον "ενδεικτικό κατάλογο" του παραρτήματος της τελευταίας αυτής Συμφωνίας.
14 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η έννοια της επιδοτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2176/84 προϋποθέτει την παροχή οικονομικού πλεονεκτήματος μέσω επιβαρύνσεως του δημοσίου δεν ήταν ούτε εσφαλμένο ούτε αυθαίρετο.
Ως προς τα εμπόδια στην εξαγωγή των σπόρων σόγιας
15 Στο σημείο 13 της προσβαλλόμενης πράξης αναφέρεται ότι ο ενδεχόμενος περιορισμός της εξαγωγής σπόρων δεν αποτελεί επιδότηση των πιτών, επειδή δεν υπάρχει επιβάρυνση του δημοσίου.
16 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι για τις εξαγωγές σπόρων σόγιας υπάρχει στη Βραζιλία υποχρέωση δηλώσεως στο πλαίσιο ενός συστήματος ποσοστώσεων και κατ' αυτό τον τρόπο τίθενται προσκόμματα στις εξαγωγές αυτές. Κατά συνέπεια, η πρακτική αυτή έχει παρόμοια και παράλληλα αποτελέσματα με την πρακτική των διαφοροποιημένων φόρων.
17 Στο σημείο αυτό αρκεί η παρατήρηση ότι η προσφεύγουσα προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό θεωρώντας ότι μπορεί να υπάρχει επιδότηση ακόμη και αν δεν υπάρχει επιβάρυνση του δημοσίου. Δεδομένου ότι η άποψη αυτή ανασκευάστηκε ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς την προτιμησιακή χρηματοδότηση της αποθηκεύσεως των σπόρων σόγιας
18 Στο σημείο 7 της προσβαλλόμενης πράξης διαπιστώνεται ότι η βραζιλιανή κυβέρνηση, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την παρασκευή και κυρίως την αποθήκευση 27 βασικών γεωργικών προϊόντων, εφαρμόζει ένα πρόγραμμα δανείων που χορηγούνται με επιτόκιο 45%, το οποίο αποτελεί προτιμησιακό επιτόκιο, αφού είναι κατώτερο τόσο από το κόστος του χρήματος για το βραζιλιανό δημόσιο όσο και από το επιτόκιο που ισχύει στην αγορά. Δεδομένου ότι η πρακτική αυτή δεν αποτελεί άμεση επιδότηση των εξαγωγών, η προσβαλλόμενη πράξη εξετάζει αν αποτελεί εσωτερική επιδότηση.
19 Κατά την προσβαλλόμενη πράξη, η ύπαρξη εσωτερικής επιδοτήσεως προϋποθέτει ότι η κρατική παρέμβαση της οποίας είναι το αποτέλεσμα δεν έχει γενικό χαρακτήρα, αλλά έχει σκοπό την παροχή πλεονεκτήματος σε ορισμένες μόνο επιχειρήσεις και επομένως έχει ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Εν προκειμένω το πρόγραμμα των δανείων με προτιμησιακό επιτόκιο δεν αποβαίνει σε όφελος ειδικά του τομέα της σόγιας, αλλά καλύπτει 27 βασικά γεωργικά προϊόντα. Το πρόγραμμα αυτό, ακόμη και αν δεν καλύπτει ορισμένα βασικά γεωργικά προϊόντα, εντούτοις εφαρμόζεται γενικά, αφού όλα τα βασικά γεωργικά προϊόντα για την αποθήκευση των οποίων είναι αναγκαία ή δυνατή η χορήγηση ενισχύσεων μπορούν να ωφεληθούν από το πρόγραμμα αυτό.
20 Στο συλλογισμό αυτό που περιέχεται στην προσβαλλόμενη πράξη η προσφεύγουσα αντιτάσσει ότι η επίμαχη πρακτική έχει ειδικό χαρακτήρα, αφού ωφελεί κυρίως τις βιομηχανίες μεταποιήσεως των γεωργικών προϊόντων, και συγκεκριμένα στον τομέα της σόγιας. Η Επιτροπή, αρνούμενη να χαρακτηρίσει την πρακτική αυτή ως εσωτερική επιδότηση, παρέβη επομένως τα άρθρα 3 και 7 του κανονισμού 2176/84. Η Επιτροπή παρέλειψε επίσης να εξακριβώσει και να λάβει υπόψη ορισμένα ουσιώδη στοιχεία και διέπραξε πρόδηλα σφάλματα κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
21 Η Επιτροπή υποστηρίζει κυρίως ότι η επίμαχη πρακτική δεν αφορά "συγκεκριμένο τομέα", αφού ισχύει για όλα τα κυριότερα γεωργικά προϊόντα βάσεως (για 27 προϊόντα) και δεν αποβαίνει προς όφελος ειδικά των σπόρων σόγιας, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 31,9% της βασικής γεωργικής παραγωγής και απορροφούν το 31,7% της χρηματοδοτήσεως.
22 Η άποψη της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι σκοπός της προτιμησιακής χρηματοδοτήσεως εκ μέρους του βραζιλιανού δημοσίου είναι να ωφελήσει ειδικά ορισμένο τομέα της γεωργίας ή της βιομηχανίας τροφίμων. Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η επίμαχη χρηματοδότηση αποτελεί γενικό μέτρο που ισχύει για 27 γεωργικά προϊόντα βάσεως.
23 Ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Ως προς την προτιμησιακή χρηματοδότηση των εξαγωγών ελαίου σόγιας και την απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των κερδών που πραγματοποιούνται από τις εξαγωγές αυτές
24 Στο σημείο 10 της προσβαλλόμενης πράξης διαπιστώνεται ότι το 1983 οι βραζιλιανές εξαγωγικές εταιρίες χρηματοδοτούνταν για την εξαγωγή ορισμένων προϊόντων, μεταξύ των οποίων το έλαιο σόγιας, με επιτόκιο που κυμαινόταν μεταξύ 40 και 60%. Το επιτόκιο αυτό είναι προτιμησιακό, επειδή είναι χαμηλότερο από το κόστος του χρήματος για το βραζιλιανό δημόσιο και από τα επιτόκια που ίσχυαν στην αγορά. Το πλεονέκτημα πάντως αυτό καταργήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1984.
25 Κατά την προσβαλλόμενη πράξη, η προτιμησιακή αυτή χρηματοδότηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιδότηση των πιτών σόγιας, για το λόγο ότι αποσκοπεί στην προώθηση των εξαγωγών ελαίου σόγιας και χορηγείται ανάλογα με τις πράγματι εξαγόμενες ποσότητες ελαίου. Επιπλέον, η έρευνα δεν απέδειξε ότι η χρηματοδότηση αυτή μπορεί να επηρεάσει τις εξαγωγές πιτών σόγιας τελικά δε πρόκειται για έμμεσο επηρεασμό, ο οποίος είναι αδύνατο να αποδειχθεί.
26 Στην προσβαλλόμενη πράξη (σημείο 11) αναφέρεται περαιτέρω ότι είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί της Fediol ότι τα κέρδη που πραγματοποιούνται κατά την εξαγωγή ελαίου σόγιας απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος. Την ύπαρξη της πρακτικής αυτής επιβεβαίωσε άλλωστε και η βραζιλιανή κυβέρνηση. Η επίμαχη πάντως πρακτική δεν αποτελεί επιδότηση της εξαγωγής των πιτών, αλλά επιδότηση της εξαγωγής ελαίου σόγιας.
27 Η προσφεύγουσα κατηγορεί την Επιτροπή ότι παρέβη τα άρθρα 3 και 7 του κανονισμού 2176/84, επειδή δεν διερεύνησε τι ακριβώς αποτελέσματα έχουν για τις πίτες η επιδότηση και η απαλλαγή από το φόρο που ισχύουν για το έλαιο σόγιας. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ειδικότερα ότι οι βραζιλιανοί εξαγωγείς έχουν τη δυνατότητα να διοχετεύουν το όφελος που έχουν από την επιδότηση και τη φορολογική απαλλαγή σε σχέση με το έλαιο προς το συναφές προϊόν, δηλαδή τις πίτες (που εξάγονται κατά 80%, ενώ το έλαιο εξάγεται κατά 40%), οι οποίες επιδοτούνται κατ' αυτό τον τρόπο έμμεσα.
28 Στο σημείο αυτό αρκεί η διαπίστωση ότι το γεγονός ότι ο επιχειρηματίας αποκομίζει οφέλη στο πλαίσιο του συνόλου των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεώς του επωφελούμενος μεταξύ άλλων από το προτιμησιακό επιτόκιο των χρηματοδοτήσεων της εξαγωγής ελαίου σόγιας και από τη φορολογική απαλλαγή δεν σημαίνει ότι τα οφέλη αυτά αφορούν ειδικά τις πίτες. Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς τις δύο πρακτικές που αναγνωρίστηκαν ως επιδοτήσεις
29 Με την προσβαλλόμενη πράξη (σημεία 5 και 6) η Επιτροπή αναγνώρισε την ύπαρξη δύο επιδοτήσεων, που χορηγούνταν ως εξής: α) μέσω της προτιμησιακής χρηματοδοτήσεως των εξαγωγών πιτών σόγιας με την παροχή δανείων με προτιμησιακά επιτόκια ύψους 40% (60% από τις 10 Ιουνίου 1983), ενώ το κόστος του χρήματος για το δημόσιο ανερχόταν σε 156,6% και β) μέσω της παροχής φορολογικών πλεονεκτημάτων για τις χρηματιστηριακές πράξεις με προθεσμία των εξαγωγέων πιτών στις ξένες αγορές (πράξεις hedging). Η Επιτροπή υπολόγισε το ύψος της πρώτης επιδοτήσεως σε 7,66% και της δεύτερης σε 0,09% της αξίας fob των εξαγωγών πιτών (συνολικά 7,75%).
30 Με την προσβαλλόμενη πράξη η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι οι ευρωπαϊκές ελαιουργίες υπέστησαν σημαντική ζημία λόγω των χαμηλών τιμών των βραζιλιανών πιτών, οι οποίες είναι αποτέλεσμα των δύο ανωτέρω επιδοτήσεων.
31 Η Επιτροπή έκρινε εντούτοις ότι τα συμφέροντα της Κοινότητας δεν απαιτούσαν την επιβολή αντισταθμιστικών δασμών, επειδή το πρώτο πλεονέκτημα, που αντιπροσώπευε το σύνολο σχεδόν της επιδοτήσεως και επομένως και της ζημίας που είχε υποστεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία, καταργήθηκε, σε σχέση με τις πίτες σόγιας, στις 14 Σεπτεμβρίου 1983.
32 Κατά του τμήματος αυτού της προσβαλλόμενης πράξης η προσφεύγουσα προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ακυρώσεως.
33 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να περατώσει τη διαδικασία χωρίς να προτείνει μέτρα αντεπιδοτήσεων επικαλούμενη λόγους αναγόμενους στα "συμφέροντα της Κοινότητας". Εφόσον η ύπαρξη της επιδοτήσεως και της προκαλούμενης ζημίας έχει διαπιστωθεί οριστικά, τα συμφέροντα της Κοινότητας μπορούν να εξεταστούν και να ληφθούν υπόψη μόνο από το Συμβούλιο, στο πλαίσιο του άρθρου 12 του κανονισμού 2176/84, ενόψει της επιβολής οριστικών αντισταθμιστικών δασμών. Η Επιτροπή μπορεί και αυτή να εξετάσει τα "συμφέροντα της Κοινότητας", αλλά μόνο προκειμένου να επιβάλει προσωρινούς δασμούς, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 2176/84, και όχι για να περατώσει τη διαδικασία.
34 Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, αφού είχε δεχτεί η ίδια ότι ήταν αναγκαίο να καθιερωθούν αντισταθμιστικοί δασμοί και κατόπιν αυτού πρότεινε στο Συμβούλιο στις 4 Ιανουαρίου 1985 την καθιέρωση αντισταθμιστικού δασμού ύψους 7,27%, η επιβολή του οποίου ανεστάλη, δεν μπορούσε πλέον να αποσύρει την πρόταση αυτή και να εμποδίσει έτσι το Συμβούλιο να λάβει απόφαση επί του ζητήματος αυτού.
35 'Οσον αφορά τις εξουσίες της Επιτροπής, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι ο κανονισμός 2176/84 ορίζει στο άρθρο 9, παράγραφος 1, ότι η διαδικασία περατούται, "όταν, μετά από διαβούλευση, κανένα μέτρο άμυνας δεν αποδεικνύεται αναγκαίο και αν καμία αντίρρηση δεν έχει εκφρασθεί ως προς αυτό στα πλαίσια της συμβουλευτικής επιτροπής". Η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να περατώνει τη διαδικασία μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη επιδοτήσεως ή ζημίας, αλλά της δίνει την εξουσία να την περατώνει και σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες δεν παρίσταται αναγκαία η λήψη μέτρων άμυνας και επομένως και στις περιπτώσεις στις οποίες από την εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας προκύπτει ότι δεν είναι σκόπιμη η λήψη μέτρων άμυνας.
36 Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 9, παράγραφος 1, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στο Συμβούλιο εναπόκειται, κατά το άρθρο 12, να αποφασίσει, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, αν πρέπει να ληφθούν μέτρα άμυνας, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή έχει απλώς ως σκοπό να παράσχει στο Συμβούλιο και μόνο την εξουσία λήψεως της οριστικής αποφάσεως για τη θέσπιση μέτρων άμυνας και μάλιστα μόνο στην περίπτωση στην οποία η Επιτροπή έχει κρίνει αναγκαία τη θέσπιση των μέτρων αυτών και έχει υποβάλει σχετική πρόταση στο Συμβούλιο.
37 Εξάλλου, η Επιτροπή είναι ελεύθερη να αποσύρει ή να τροποποιήσει την πρότασή της, ενόσω το Συμβούλιο δεν έχει ακόμη αποφασίσει, εφόσον θεωρεί, κατόπιν νέας εκτιμήσεως των συμφερόντων της Κοινότητας, ότι η θέσπιση μέτρων άμυνας είναι περιττή.
38 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι κατά τα άρθρα 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ), και 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 2176/84 η διαπίστωση της υπάρξεως επιδοτήσεως και ζημίας της κοινοτικής βιομηχανίας αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο και δεν αναιρείται από τη μεταγενέστερη κατάργηση της επιδοτήσεως. Τα συμφέροντα της Κοινότητας ως κριτήριο για τη λήψη της αποφάσεως δεν μπορούν να νοηθούν τόσο ευρέως, ώστε να μη ληφθεί υπόψη η ύπαρξη πραγματικής ζημίας, η συνέχιση της χορηγήσεως της επιδοτήσεως και η πιθανότητα να καθιερωθεί και πάλι μετά την κατάργησή της.
39 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω τα συμπεράσματα της έρευνας αποδεικνύουν την ανάγκη θεσπίσεως μέτρων άμυνας κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2176/84 και ότι η έκδοση οποιασδήποτε άλλης αποφάσεως θα σήμαινε κατάχρηση εξουσίας, δεδομένου ότι η πρακτική της βραζιλιανής κυβερνήσεως συνίσταται στη συγκεκαλυμμένη και σωρευτική χορήγηση επιδοτήσεων, οι οποίες συνεχώς καταργούνται και στη συνέχεια χορηγούνται και πάλι υπό διάφορες μορφές.
40 Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η Επιτροπή έχει μεν την υποχρέωση να διαπιστώνει αντικειμενικά τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ύπαρξη πρακτικής επιδοτήσεων και με την ζημία που μπορεί να προκύψει σχετικά για τις επιχειρήσεις της Κοινότητας, διαθέτει όμως ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να προσδιορίζει, σε συνάρτηση με τα συμφέροντα της Κοινότητας, αν πρέπει να περατωθεί η διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2176/84 (βλέπε απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983, Fediol κατά Επιτροπής, όπ.π.).
41 Εν προκειμένω η Επιτροπή έκρινε ότι τα συμφέροντα της Κοινότητας δεν δικαιολογούσαν τη λήψη μέτρων άμυνας, δεδομένου ότι η βραζιλιανή κυβέρνηση είχε καταργήσει κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς την επίμαχη προτιμησιακή χρηματοδότηση, η οποία αντιπροσώπευε το σύνολο σχεδόν του ποσού της επιδοτήσεως που είχε προκαλέσει ζημία στον ενδιαφερόμενο κλάδο της κοινοτικής βιομηχανίας. Η εκτίμηση αυτή δεν υπερβαίνει τα όρια των εξουσιών που απονέμει στην Επιτροπή το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2176/84 και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
42 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί που προβάλλει η προσφεύγουσα σε σχέση με τις δύο επιδοτήσεις των οποίων διαπιστώθηκε η ύπαρξη.
43 Για όλους τους ανωτέρω λόγους πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των δικαστικών εξόδων της παρεμβαίνουσας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2)Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρεμβαίνουσας.
Full & Egal Universal Law Academy