Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1 . Υπάλληλοι - Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και καθεστώς λοιπού προσωπικού - Νομική φύση - Κανονισμός - Υποχρεώσεις των κρατών μελών - Τήρηση του συμπληρωματικού χαρακτήρα των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 189, παράγραφος 2 κανονισμός 259/68 του Συμβουλίου )
2 . Υπάλληλοι - Αποδοχές - Οικογενειακά επιδόματα - Αφαίρεση των επιδομάτων που καταβάλλονται βάσει εθνικού συστήματος - Εξαιρετική διάταξη - Εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως - Απαγόρευση - 'Εκταση εφαρμογής
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 62, 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2 καθεστώς λοιπού προσωπικού, άρθρο 20 )
Περίληψη
1 . Βάσει του άρθρου 189, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και το καθεστώς λοιπού προσωπικού, που έχουν θεσπιστεί με τον κανονισμό 259/68 του Συμβουλίου, έχουν γενική ισχύ, είναι δεσμευτικοί ως προς όλα τα μέρη τους και ισχύουν άμεσα σε κάθε κράτος μέλος . Επομένως, εκτός των αποτελεσμάτων που αναπτύσσουν στην εσωτερική τάξη της κοινοτικής διοικήσεως, συνεπάγονται επίσης υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη, καθόσον η σύμπραξή τους είναι αναγκαία για την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων .
Το ότι τα επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως έχουν έναντι των επιδομάτων ιδίας φύσεως που καταβάλλονται από άλλη πηγή συμπληρωματικό χαρακτήρα στηρίζεται σε διάταξη κανονισμού, δηλαδή στο άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, και επομένως δεσμεύει τα κράτη μέλη και δεν μπορεί να αγνοηθεί από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις .
2 . Βάσει του άρθρου 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τα οικογενειακά επιδόματα συνιστούν μέρος των αποδοχών που οι Κοινότητες οφείλουν να καταβάλλουν στους υπαλλήλους τους . Το άρθρο 67, παράγραφος 2, ορίζοντας ότι τα ιδίας φύσεως επιδόματα που καταβάλλονται από άλλη πηγή αφαιρούνται από τα επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 62 και επομένως δεν μπορεί να στερεί κάθε εννοίας την υποχρέωση των Κοινοτήτων να καταβάλλουν οικογενειακά επιδόματα στην περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος αναγνωρίζει δικαίωμα χορηγήσεως οικογενειακών επιδομάτων σε όλους όσους έχουν συντηρούμενα τέκνα, με μοναδικό κριτήριο ότι έχουν την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονή τους στο έδαφος του κράτους αυτού . Το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως εφαρμόζεται μόνο εφόσον στο εν λόγω κράτος μέλος ισχύουν για τη χορήγηση των επιδομάτων προϋποθέσεις ανάλογες προς αυτές που ισχύουν για τη χορήγηση των επιδομάτων βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
Για το λόγο αυτό, εφόσον ο δικαιούχος, σύζυγος μονίμου υπαλλήλου, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος, ή άλλου υπαλλήλου, εργάζεται ή εργάστηκε ως μισθωτός σε ένα κράτος μέλος, το άρθρο 67, παράγραφος 2, και οι άλλες αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του καθεστώτος λοιπού προσωπικού απαγορεύουν στο εν λόγω κράτος να του αρνηθεί την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται από τη νομοθεσία του, αντιτάσσοντάς του τη δυνατότητα να λάβει για το ίδιο τέκνο επιδόματα βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 189/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον κύριο νομικό σύμβουλό της Henri Etienne και από τη Marie Wolfcarius, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον Martin Seidel, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και από τον Manfred Zuleeg, καθηγητή στο Johann-Wolfgang-Goethe-Universitaet της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Emile Reuter,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και από το άρθρο 20 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Κ . Κακούρη και F . Schockweiler, προέδρους τμήματος, G . Bosco, T . Koopmans, U . Everling και J . C . Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : J . Mischo
γραμματέας : D . Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 20ής Νοεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιανουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιουνίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θέτοντας σε ισχύ το άρθρο 8, πρώτη παράγραφος, περίπτωση 4, του Bundeskindergeldgesetz ( ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων για συντηρούμενα τέκνα ), όπως διατυπώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1975, κατά το οποίο το επίδομα που οφείλεται βάσει της γερμανικής νομοθεσίας δεν χορηγείται για το τέκνο για το οποίο ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να λάβει παρεμφερείς παροχές από "διεθνείς ή υπερεθνικούς οργανισμούς", και θίγοντας κατ' αυτό τον τρόπο το συμπληρωματικό χαρακτήρα των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής : κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ) και από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής : καθεστώς λοιπού προσωπικού ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 67, παράγραφος 2, και από το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καθώς και από το άρθρο 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού .
2 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
3 Καταρχάς πρέπει να μνημονευτεί το περιεχόμενο των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου καθώς και το περιεχόμενο της διατάξεως του εθνικού δικαίου την οποία αμφισβητεί η Επιτροπή .
4 Το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει ως εξής :
"Οι υπάλληλοι που δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων, τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο, υποχρεούνται να δηλώσουν τα επιδόματα ιδίας φύσεως που λαμβάνουν ενδεχομένως από άλλη πηγή, προκειμένου αυτά τα τελευταία να αφαιρεθούν από εκείνα που καταβάλλονται δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του παραρτήματος VΙΙ ."
Τα αναφερόμενα στο εν λόγω άρθρο επιδόματα είναι το επίδομα στέγης, το επίδομα συντηρουμένων τέκνων και το σχολικό επίδομα .
5 Το άρθρο 68, παράγραφος 2, περιλαμβάνει έναν ταυτόσημο ως προς το περιεχόμενο κανόνα για τους υπαλλήλους που τελούν σε διαθεσιμότητα ή έχουν απομακρυνθεί προς το συμφέρον της υπηρεσίας, όπως και για τους υπαλλήλους που δικαιούνται την αποζημίωση που προβλέπεται στα άρθρα 34 και 42 του παλαιού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως της ΕΚΑΧ .
6 Ο κανόνας του άρθρου 67, παράγραφος 2, εφαρμόζεται κατ' αναλογία και επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων βάσει του άρθρου 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού .
7 Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται επίσης κατ' αναλογία επί των δικαιούχων συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου ή λόγω αναπηρίας ή συντάξεως επιζώντος καταβαλλόμενης από τις Κοινότητες, οι οποίοι έχουν δικαίωμα, βάσει του άρθρου 81 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, να λαμβάνουν τα αναφερόμενα στο άρθρο 67 οικογενειακά επιδόματα υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παράρτημα VΙΙ .
8 Ο Bundeskindergeldgesetz, όπως διαμορφώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1975, ορίζει στο άρθρο 1, περίπτωση 1, ότι "κάθε πρόσωπο που έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του εντός του εδαφικού πεδίου εφαρμογής του παρόντος νόμου δικαιούται οικογενειακά επιδόματα για τα τέκνα του" και στο άρθρο 8, πρώτη παράγραφος, προβλέπει ότι :
"Δεν χορηγείται οικογενειακό επίδομα για το τέκνο για το οποίο ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να λάβει, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, μία από τις ακόλουθες παροχές :
1 ) ...
2 ) ...
3 ) ...
4 ) παροχές που χορηγούνται για το τέκνο από διεθνείς ή υπερεθνικούς οργανισμούς και οι οποίες είναι παρεμφερείς προς το επίδομα τέκνου ."
Η εν λόγω διάταξη εισάγει παρέκκλιση από τον προαναφερθέντα γενικό κανόνα .
9 Η Επιτροπή αναφέρει ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως περιέχει διάταξη περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως οικογενειακών επιδομάτων, η οποία επαναλαμβάνεται στο άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και εφαρμόζεται κατ' αναλογία επί του λοιπού προσωπικού βάσει του άρθρου 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού . Ο εν λόγω κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως υποχρεώνει τους υπαλλήλους να δηλώνουν τα ιδίας φύσεως επιδόματα που λαμβάνουν από άλλη πηγή, προκειμένου τα τελευταία να αφαιρούνται από τα οφειλόμενα βάσει των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Ο κοινοτικός νομοθέτης, θεσπίζοντας το άρθρο 67, παράγραφος 2, θέλησε να προσδώσει συμπληρωματικό χαρακτήρα στα επιδόματα που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και από το καθεστώς λοιπού προσωπικού σε σχέση με τις ιδίας φύσεως παροχές που οφείλονται βάσει των διαφόρων εθνικών συστημάτων . Επομένως, με το εν λόγω άρθρο επιδιώκεται μεταξύ άλλων ο περιορισμός του δημοσιονομικού βάρους των Κοινοτήτων .
10 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η διάταξη περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που θέσπισε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν λαμβάνει υπόψη το συμπληρωματικό χαρακτήρα των παροχών που προβλέπονται από τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το δημοσιονομικό βάρος των Κοινοτήτων σ' αυτό τον τομέα .
11 'Οσον αφορά την έκταση των αιτημάτων της Επιτροπής, από το δικόγραφο της προσφυγής της προκύπτει ότι ζητεί κυρίως την πλήρη εφαρμογή του γενικού συστήματος οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπεται από τη γερμανική νομοθεσία επί των μονίμων υπαλλήλων, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντων, ή των άλλων υπαλλήλων των Κοινοτήτων που "διαμένουν ή κατοικούν" στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και κατά συνέπεια απαιτεί από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να καταβάλλει τα οικογενειακά επιδόματα για όλα τα τέκνα των εν λόγω μονίμων ή μη υπαλλήλων .
12 Η Επιτροπή, χωρίς να παραιτείται από το κύριο αίτημά της, ζητεί επικουρικώς να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποχρεούται, βάσει του άρθρου 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καθώς και βάσει των "γενικών αρχών" του εν λόγω κανονισμού να καταβάλλει τα οικογενειακά επιδόματα για τα τέκνα των οποίων ο ένας από τους γονείς είναι μόνιμος υπάλληλος, εν ενεργεία ή συνταξιούχος, ή άλλος υπάλληλος των Κοινοτήτων, ενώ ο άλλος γονέας ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στο γερμανικό έδαφος .
13 Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, και οι άλλες επίδικες διατάξεις είναι απλώς κανόνες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, οι οποίοι δεν έχουν κανένα απολύτως δεσμευτικό χαρακτήρα για τα κράτη μέλη και ότι τα κράτη μέλη έχουν πλήρη ελευθερία ως προς τη διαμόρφωση της νομοθεσίας τους περί κοινωνικών ασφαλίσεων .
14 Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και το καθεστώς λοιπού προσωπικού θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 01/01, σ . 108 ), και ότι βάσει του άρθρου 189, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ ο εν λόγω κανονισμός έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος . Επομένως, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο κυρίως με την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981 ( Επιτροπή κατά Βελγίου, 137/80, Συλλογή σ . 2393 ), ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και το καθεστώς λοιπού προσωπικού, εκτός των αποτελεσμάτων που αναπτύσσουν στην εσωτερική τάξη της κοινοτικής διοικήσεως, συνεπάγονται επίσης υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη, καθόσον η σύμπραξή τους είναι αναγκαία για την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων . Συνεπώς τίθεται το ερώτημα αν το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως συνεπάγεται για τα κράτη μέλη υποχρεώσεις τις οποίες οφείλουν να τηρούν .
15 Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικώς ότι τα επίμαχα στην υπό κρίση διαφορά οικογενειακά επιδόματα συνιστούν παροχές των οποίων η χορήγηση εξαρτάται από την οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου . Επομένως, ελλείψει ειδικών διατάξεων, η παράλληλη εφαρμογή του κοινοτικού και ενός εθνικού συστήματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε συγκρούσεις, υπό την έννοια ότι για την ίδια οικογενειακή κατάσταση θα παρεχόταν πλήρες επίδομα βάσει και των δύο συστημάτων . Σκοπός του άρθρου 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είναι ακριβώς η ρύθμιση αυτού του είδους των συγκρούσεων .
16 Πράγματι, αν οι εν λόγω συγκρούσεις ρυθμίζονταν με διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, θα ήταν δυνατό να επιλυθούν κατά τρόπο διαφορετικό, ανάλογα με το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εργάζεται ή διαμένει ο υπάλληλος ή ο σύζυγος του υπαλλήλου . Το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως παρέχει τη δυνατότητα ρυθμίσεως των συγκρούσεων μεταξύ του κοινοτικού συστήματος και των διαφόρων εθνικών συστημάτων, δεδομένου ότι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως οικογενειακά επιδόματα δεν καταβάλλονται στους δικαιούχους παρά μόνο καθόσον υπερβαίνουν το ποσό των παρεμφερών επιδομάτων που καταβάλλονται κατ' εφαρμογή του συστήματος που προβλέπεται από τη νομοθεσία κράτους μέλους . Επειδή ο συμπληρωματικός χαρακτήρας των επιδομάτων που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως στηρίζεται στο ίδιο το άρθρο 67, παράγραφος 2, δηλαδή σε μια διάταξη που περιλαμβάνεται σε κανονισμό που έχει θεσπιστεί σύμφωνα με το άρθρο 189, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, δεσμεύει τα κράτη μέλη και δεν μπορεί να αγνοηθεί από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις .
17 Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και από τις άλλες προαναφερθείσες διατάξεις, πρέπει ακόμη να διευκρινιστεί σε τι συνίστανται οι εν λόγω υποχρεώσεις .
18 Πρέπει να γίνει δεκτό σχετικώς ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, αποτελεί μέρος του γενικού συστήματος αποδοχών τις οποίες οι Κοινότητες οφείλουν να καταβάλλουν στους υπαλλήλους τους σύμφωνα με το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Πράγματι, κατά την εν λόγω διάταξη τα οικογενειακά επιδόματα περιλαμβάνονται στις αποδοχές που δικαιούνται οι ανωτέρω υπάλληλοι . 'Αλλωστε για το λόγο αυτό το άρθρο 67 έχει περιληφθεί στο πρώτο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου του τίτλου V του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο επιγράφεται "Αποδοχές ". Τα άρθρα 19 και 61 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού χαρακτηρίζουν επίσης ως αποδοχές τα οικογενειακά επιδόματα του λοιπού προσωπικού .
19 Το άρθρο 67, παράγραφος 2, ορίζοντας στο πλαίσιο του συστήματος αποδοχών ότι τα ιδίας φύσεως επιδόματα που καταβάλλονται από άλλη πηγή αφαιρούνται από τα επιδόματα που οφείλουν οι Κοινότητες, εισάγει εξαίρεση από το άρθρο 62 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και επομένως δεν πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς .
20 Ωστόσο, ακόμη και αν η εν λόγω διάταξη έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του δημοσιονομικού βάρους των Κοινοτήτων, δεν μπορεί να στερεί κάθε εννοίας την υποχρέωση των Κοινοτήτων να καταβάλλουν οικογενειακά επιδόματα στην περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος αναγνωρίζει δικαίωμα χορηγήσεως οικογενειακών επιδομάτων σε όλους όσους έχουν συντηρούμενα τέκνα, με μοναδικό κριτήριο ότι έχουν την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονή τους στο έδαφος του κράτους αυτού .
21 Πράγματι, η λύση στην οποία καταλήγει η ερμηνεία αυτή θα συνιστούσε προδήλως δυσμενή διάκριση, καθόσον θα υποχρέωνε τα κράτη μέλη που παρέχουν δικαίωμα λήψεως οικογενειακών επιδομάτων με μοναδικό κριτήριο την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή να καταβάλλουν τα εν λόγω επιδόματα για τα τέκνα όλων των μονίμων υπαλλήλων, εν ενεργεία ή συνταξιούχων, ή των άλλων υπαλλήλων των Κοινοτήτων που θα είχαν την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονή τους στο έδαφός τους, ενώ θα απήλλασσε από την εν λόγω υποχρέωση τα κράτη μέλη που χρηματοδοτούν την παροχή οικογενειακών επιδομάτων με ένα σύστημα εισφορών στο οποίο δεν υπάγεται το προσωπικό των Κοινοτήτων .
22 Η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει σιωπηρώς με την προσφυγή της ότι η εν λόγω λύση εισάγει δυσμενή διάκριση διότι, μολονότι αρχικά ισχυρίζεται ότι "αν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει υπέρ όσων κατοικούν σ' αυτό ένα γενικό σύστημα παροχών χρηματοδοτούμενο από το δημόσιο ταμείο, το εν λόγω σύστημα πρέπει να εφαρμόζεται και επί των υπαλλήλων της Κοινότητας που κατοικούν σ' αυτό το κράτος μέλος", ωστόσο ομολογεί ότι δεν απαιτεί από το κράτος αυτό να χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα την παροχή επιδομάτων για τα τέκνα των υπαλλήλων της Κοινότητας παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος του υπαλλήλου εργάζεται . Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικώς ότι, αν γινόταν δεκτή η προτεινόμενη λύση, η Επιτροπή θα ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόζει τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως με απόλυτη αυστηρότητα και δεν θα μπορούσε να προβαίνει σε περιορισμό του δημοσιονομικού βάρους που απορρέει για κάθε κράτος μέλος από το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και από τις ανάλογες διατάξεις .
23 Επιπλέον, η λύση που υποστηρίζει η Επιτροπή θα είχε ως συνέπεια να αντιστραφεί ο γενικός κανόνας του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά τον οποίο οι Κοινότητες υποχρεούνται να καταβάλλουν τις αποδοχές των υπαλλήλων τους και του λοιπού προσωπικού τους, και να αναχθούν σε γενικό κανόνα εξαιρετικές διατάξεις, όπως το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και οι άλλες ανάλογες διατάξεις, τουλάχιστον στην περίπτωση κατά την οποία η εσωτερική νομοθεσία κράτους μέλους παρέχει δικαίωμα χορηγήσεως οικογενειακών επιδομάτων με μοναδικό κριτήριο την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή .
24 Επομένως, βάσει των ανωτέρω σκέψεων, το κύριο αίτημα της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί .
25 Κατά συνέπεια πρέπει να εξεταστεί αν το επικουρικό αίτημα της Επιτροπής συμβιβάζεται με το άρθρο 67, παράγραφος 2, και τις άλλες επίμαχες διατάξεις .
26 Πρέπει να γίνει δεκτό σχετικώς ότι τα οικογενειακά επιδόματα, ως επιμέρους στοιχείο των αποδοχών, συνδέονται, κατά τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, με την ύπαρξη σχέσεως εργασίας ή γενικότερα με την άσκηση μισθωτής εργασίας .
27 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, εφαρμόζεται μόνο εφόσον για τη χορήγηση των επιδομάτων στο κράτος μέλος του οποίου η νομοθεσία παρέχει καταρχήν δικαίωμα λήψεως επιδομάτων από το κράτος για τέκνα για τα οποία μπορούν να χορηγηθούν επιδόματα και βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ισχύουν προϋποθέσεις ανάλογες προς αυτές που ισχύουν για τη χορήγηση των επιδομάτων βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
28 Επομένως, μόνο εφόσον ο σύζυγος του μονίμου υπαλλήλου, εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος, ή άλλου υπαλλήλου εργάζεται ή εργάστηκε ως μισθωτός σε κράτος μέλος, το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και οι άλλες αντίστοιχες διατάξεις απαγορεύουν στο εν λόγω κράτος να του αρνηθεί την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται από τη νομοθεσία του, αντιτάσσοντάς του τη δυνατότητα να λάβει για το ίδιο τέκνο επιδόματα βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
29 Βάσει της ανωτέρω ερμηνείας των άρθρων 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καθώς και του άρθρου 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, διαπιστώνεται ότι το επικουρικό αίτημα της Επιτροπής είναι βάσιμο .
30 Συνεπώς πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 67, παράγραφος 2, και από το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και από το άρθρο 20 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθόσον το άρθρο 8, παράγραφος 1, περίπτωση 4, του Bundeskindergeldgesetz, όπως διατυπώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1975, απαγορεύει την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων για συντηρούμενα τέκνα που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος, σύζυγος ενός εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος μονίμου υπαλλήλου ή άλλου υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εργάζεται ως μισθωτός στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα όμως με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα εν όλω ή εν μέρει σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων . Δεδομένου ότι η Επιτροπή νίκησε εν μέρει, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται :
1 ) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 67, παράγραφος 2, και από το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και από το άρθρο 20 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθόσον το άρθρο 8, παράγραφος 1, περίπτωση 4, του Bundeskindergeldgesetz, όπως διατυπώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1975, απαγορεύει την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων για συντηρούμενα τέκνα που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος, σύζυγος ενός εν ενεργεία ή συνταξιοδοτηθέντος μονίμου υπαλλήλου ή άλλου υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εργάζεται ως μισθωτός στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας .
2 ) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά .
3 ) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy