ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 196/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Οι vins de liqueur και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι οίνοι υπάγονται στη Γαλλία σε φόρο καταναλώσεως, κατά γενικό κανόνα, 6795 FF ανά εκατόλιτρο αγνής αλκοόλης ( άρθρο 403-Ι-3° του γενικού φορολογικού κώδικα ). Ωστόσο, ορισμένοι απ' αυτούς τους οίνους υπάγονται σε ευνοϊκό σύστημα που συνίσταται στην επιβολή επί των ποσοτήτων αλκοόλης που προστίθενται για την παρασκευή τους φόρου 2545 FF ανά εκατόλιτρο αγνής αλκοόλης, ως φόρου καταναλώσεως (άρθρο 403-Ι-1° του γενικού φορολογικού κώδικα) στον οποίο προστίθεται φόρος κύκλου εργασιών 54,80 FF ανά εκατόλιτρο (άρθρο 438-1 του γενικού φορολογικού κώδικα ).
Το ευνοϊκό σύστημα εφαρμόζεται, όσον αφορά τα γαλλικά προϊόντα, στους « γλυκούς φυσικούς οίνους », ονομασία που επιφυλάσσεται στους « οίνους των οποίων η παραγωγή είναι παραδοσιακή και συνήθης » και οι οποίοι πρέπει να:
« —
παράγονται απευθείας από καλλιεργητές-παραγωγούς και αποκλειστικά από την ίδια την παραγωγή τους μοσχάτων σταφυλιών, grenache (είδος μαύρων σταφυλιών με μεγάλες ρώγες ), maccabèo ( άλλη ειδική ποικιλία σταφυλιών) ή malvoisie ( σταφύλια της Μονεμβασιάς ) · εντούτοις, γίνονται δεκτά σταφύλια παραγόμενα σε αμπέλια στα οποία καλλιεργούνται και άλλες ποικιλίες, υπό τον όρο να μη υπερβαίνουν, μαζί με τις άλλες ποικιλίες εκτός των προαναφερΟεισών τεσσάρων ποικιλιών, το 10 °/ο του συνολικού αριθμού των φυτών αμπέλου
—
παράγονται εντός του ορίου αποδόσεως 40 εκατολίτρων γλεύκους ανά εκτάριο· οποιαδήποτε υπέρβαση αυτού του ορίου συνεπάγεται, για το σύνολο του τρύγου, την απώλεια της ονομασίας « φυσικός γλυκός οίνος »
—
προέρχονται από γλεύκος του οποίου η αρχική φυσική ζάχαρη να ανέρχεται τουλάχιστον σε 252 γραμμάρια ανά λίτρο·
—
παρασκευάζονται, κατ' αποκλεισμό οποιασδήποτε άλλης μεθόδου, με την προσθήκη αλκοόλης όμοιας με αγνή αλκοόλη κατ' ελάχιστο όριο 5 ο/ο του όγκου του χρησιμοποιούμενου γλεύκους και κατ' ανώτατο όριο αυτό που είναι κατώτερο από τις ακόλουθες αναλογίες:
είτε 10 % του όγκου του χρησιμοποιούμενου γλεύκους,
ή 40 % της ολικής ανά όγκο του τελικού προϊόντος περιεκτικότητας σε αλκοόλη, εκπροσωπούμενης από το άθροισμα της πραγματικής περιεκτικότητας σε αλκοόλη και του ισοδύναμου της δύνη τικής περιεκτικότητας σε αλκοόλη υπολογιζόμενης βάσει του ότι 1 ο/ο αγνής αλκοόλης ανά όγκο αντιστοιχεί σε 17,5 γραμμάρια εναπομένουσας ζάχαρης ανά λίτρο·
...» (άρθρο 416 του γενικού φορολογικού κώδικα )
Το ευνοϊκό φορολογικό σύστημα αρχικά είχε εφαρμογή μόνο στη γαλλική παραγωγή, και γι' αυτό το λόγο η Επιτροπή είχε κινήσει το 1978 διαδικασία επί παραβάσει εναντίον της Γαλλικής Δημοκρατίας. Εντούτοις αυτή η διαδικασία τερματίστηκε όταν ο δημοσιονομικός νόμος του 1982 τροποποίησε το φορολογικό σύστημα με την εισαγωγή της διατάξεως του άρθρου 417α στο γενικό κώδικα φορολογίας. Λυτή η διάταξη επεκτείνει το εν λόγω καθεστώς στα εισαγόμενα προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών μελών εξομοιώνοντας, από φορολογική άποψη, προς τους γλυκούς φυσικούς οίνους που αφορά το άρθρο 416:
« τους vins de liqueur ποιότητος, τους παραγόμενους εντός καθορισμένων περιοχών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας των οποίων η παραγωγή είναι παραδοσιακή και συνήθης και οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση να έχουν υπαχθεί σε μηχανισμό ελέγχου παρέχοντα παρόμοιες εγγυήσεις με αυτές που απαιτούνται για τους φυσικούς γλυκείς οίνους όσον αφορά τους όρους παραγωγής και διαθέσεώς τους στο εμπόριο, εμφανίζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
(ακολουθεί η απαρίθμηση των ειδικών όρων στο άρθρο 416, στην οποία απαρίθμηση προσετέθη η ακόλουθη φράση )
—
να κυκλοφορούν με ειδικά συνοδευτικά έγγραφα » ( άρθρο 417α του γενικού φορολογικού κώδικα ).
Εντούτοις, αυτή η τελευταία φράση του προαναφερθέντος κειμένου, η σχετική με τα ειδικά συνοδευτικά έγγραφα, καταργήθηκε από το δημοσιονομικό νόμο του 1986.
2.
Θεωρώντας ότι η γαλλική νομοθεσία παραβίαζε το άρθρο 95 της Συνθήκης, καθόσον το άρθρο 417α του γενικού κώδικα φορολογίας εξαρτούσε τη χορήγηση ευνοϊκού συστήματος για τους vins de liqueur προελεύσεως άλλων κρατών μελών από προϋποθέσεις, των οποίων οι τρεις παρουσιάζουν περιοριστικό χαρακτήρα, ήτοι η απαίτηση οι εν λόγω οίνοι να προέρχονται από περιοχές των οποίων η παραγωγή είναι παραδοσιακή και συνήθης, να υπάγονται σε μηχανισμό ελέγχου παρέχοντα παρόμοιες εγγυήσεις και να κυκλοφορούν με ειδικά συνοδευτικά έγγραφα, η Επιτροπή, με έγγραφο της 21ης Ιουνίου 1983, κάλεσε τη γαλλική κυβέρνηση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των σημείων της υποτιθέμενης παραβάσεως.
Με έγγραφο της 6ης Σεπτεμβρίου 1983, η γαλλική κυβέρνηση διατύπωσε διάφορες παρατηρήσεις και προσκόμισε ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία για την άμυνά της.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 1984, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, αναφέρουσα τις αιτιάσεις που έγιναν δεκτές και καλώντας τη γαλλική Δημοκρατία να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας ενός μηνός.
Με έγγραφο της 2ας Νοεμβρίου 1984, η γαλλική κυβέρνηση παρέσχε συμπληρωματικές διευκρινίσεις επιμένοντας ότι η επίμαχη νομοθεσία ανταποκρινόταν σε όλες τις απαιτήσεις του άρθρου 95 της Συνθήκης. Ανέλαβε, ωστόσο, την υποχρέωση να τροποποιήσει τη διατύπωση του άρθρου 417α του γενικού κώδικα φορολογίας όσον αφορά την απαίτηση ειδικών συνοδευτικών εγγράφων.
3.
Η υπό κρίση προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Ιουνίου 1985.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίδων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας το σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας ορισμένων οίνων υπό την ονομασία « γλυκοί φυσικοί οίνοι » και vins de liqueur, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης'
—
να καταδικαστεί η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορριφθεί η προσφυγή της Επιτροπής'
—
να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
α )
Η Επιτροπή τονίζει ότι δεν αμφισβητεί την αρχή της εφαρμογής ευνοϊκού φορολογικού συστήματος στους γλυκούς φυσικούς οίνους εφόσον το ευεργέτημα αυτού του συστήματος επεκτάθηκε, με το δημοσιονομικό νόμο του 1982, σε ομοειδή προϊόντα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη. Θεωρεί, ωστόσο, ότι οι όροι τους οποίους τα εισαγόμενα προϊόντα πρέπει να πληρούν δυνάμει του άρθρου 417α ώστε να απολαύουν του εν λόγω συστήματος εμφανίζουν περιοριστικό χαρακτήρα που καθιστά πρακτικώς ανενεργό την εν λόγω επέκταση στα εισαγόμενα προϊόντα.
Σχετικώς, υποστήριξε καταρχάς, στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, ότι τρεις όροι του άρθρου 417α ήταν ασυμβίβαστοι προς τις απαιτήσεις του άρθρου 95 της Συνθήκης, ήτοι:
—
οι vins de liqueur, οι παραγόμενοι σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας πρέπει να προέρχονται από περιοχές των οποίων η παραγωγή είναι παραδοσιακή και συνήθης'
—
αυτοί οι οίνοι πρέπει να υπάγονται σε μηχανισμό ελέγχου παρέχοντα παρόμοιες εγγυήσεις με αυτές που απαιτούνται για τους « γλυκούς φυσικούς οίνους » όσον αφορά τους όρους παραγωγής και διαθέσεώς τους στο εμπόριο
—
πρέπει να κυκλοφορούν με ειδικά συνοδευτικά έγγραφα.
Λαμβάνοντας υπόψη την επελθούσα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, με το δημοσιονομικό νόμο του 1986, νομοθετική τροποποίηση, η Επιτροπή, στην απάντηση της, απέσυρε την τελευταία αιτίαση τη σχετική με τα ειδικά συνοδευτικά έγγραφα. Κατά συνέπεια, μόνο τα επιχειρήματα που αφορούν τις δύο παραμένουσες αιτιάσεις εκτίθενται κατωτέρω.
β )
Ως προς τον όρο « παραδοσιακή και συνήθης παραγωγή » ( πρώτη αιτίαση ), η Επιτροπή προσάπτει στη γαλλική νομοθεσία ότι εισήγαγε μη αντικειμενικό κριτήριο ορισμού που δεν επιτρέπει εφαρμογή χωρίς διακρίσεις.
Πράγματι, αυτός ο όρος δεν συντρέχει « συγκεκριμένα » παρά μόνο σε όφελος αποκλειστικό, ή σχεδόν αποκλειστικό, της εθνικής παραγωγής, εμποδίζει την πρόσβαση στη γαλλική αγορά κάθε νέας παραγωγής και δημιουργεί κατάσταση ανασφάλειας δικαίου καθόσον απονέμει στη γαλλική διοίκηση διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως ως « παραδοσιακής και συνήθους », της παραγωγής των άλλων κρατών μελών, που ήδη αναγνωρίζει σαν ομοειδή προς τους « γλυκούς φυσικούς οίνους ». 'Ετσι, ο εν λόγω όρος αποκρυσταλλώνει τις υφιστάμενες καταστάσεις αποκλείοντας από το ευεργέτημα του ευνοϊκού συστήματος κάθε νέα παραγωγή άλλων κρατών μελών.
Η Επιτροπή διευκρινίζει σχετικώς ότι δεν αμφισβητεί το δικαίωμα της γαλλικής κυβερνήσεως να θεσπίσει διαφοροποιημένο φορολογικό σύστημα για τους εθνικούς vins de liqueur. Εντούτοις, δυνάμει της αποφάσεως της 27ης Φεβρουαρίου 1980 ( Επιτροπή κατά Ιταλίας, 169/78, Rec. σ. 385 ), αυτή η δυνατότητα εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ευεργετήματα θα επεκτείνονται κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις στα εισαγόμενα προϊόντα που τελούν υπό τις αυτές προϋποθέσεις.
Η επίκληση κριτηρίων ποιότητας που συνδέονται με την ύπαρξη παραγωγής σε ορισμένες περιοχές δεν μπορεί να γίνει δεκτή για να δικαιολογήσει παρέκκλιση από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Αυτό προκύπτει από τις αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 1983 (Επιτροπή κατά Ιταλίας, 319/81, Συλλογή σ. 601 ) και της 7ης Μαΐου 1981 (Hansen, 153/80, Συλλογή σ. 1165 ). Με την πρώτη απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφαρμογή διαφοροποιημένου φορολογικού συστήματος σε συνάρτηση με το κριτήριο της ονομασίας καταγωγής ή προελεύσεως όσον αφορά τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα είναι αντίθετο προς το άρθρο 95 της Συνθήκης. Η δεύτερη απόφαση αποκλείει όροι συνδεόμενοι με τη γεωγραφική θέση μιας χώρας να προβάλλονται για να μη χορηγηθούν στα εισαγόμενα προϊόντα φορολογικά οφέλη επιφυλασσόμενα στα ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
Η Επιτροπή συμπεραίνει από τα προηγουμένως αναπτυσσόμενα ότι ο περιορισμός του ευνοϊκού συστήματος στα προϊόντα που προέρχονται από περιοχές της Κοινότητας όπου η παραγωγή είναι παραδοσιακή και συνήθης θίγει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ εγχωρίων και ομοειδών εισαγόμενων προϊόντων κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης.
γ)
Ως προς την απαίτηση υπάρξεως μηχανισμού ελέγχου ( δεύτερη αιτίαση ), η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από το ευεργέτημα της παραγωγής των κρατών μελών των οποίων η νομοθεσία δεν προβλέπει ανάλογο μηχανισμό. Αυτή η απαίτηση είναι αντίθετη προς τη νομολογία του Δικαστηρίου περί της οποίας οι αποφάσεις της 30ής Οκτωβρίου 1980 (Schneider-Import, 26/80, Rec. σ. 3469) και της 7ης Μαΐου 1981 ( Hansen, προαναφερθείσα ), κατά τις οποίες μια εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να επιβάλλει όρους εφαρμογής που προκύπτουν από αυτή τη νομοθεσία, και τους οποίους δεν μπορούν να συγκεντρώσουν οι παραγωγοί των κρατών μελών των οποίων η νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ανάλογες διατάξεις.
Η Επιτροπή αμφισβητεί σχετικώς ότι η υπαγωγή των εισαγόμενων προϊόντων στο ευνοϊκό σύστημα μπορεί να εξαρτάται από την κατάρτιση συμφωνίας διαπραγματευόμενης μεταξύ των αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών ή από την προϋπόθεση ότι παρέχονται πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τη φύση του προϊόντος. Εναπόκειται, τουναντίον, στο κράτος μέλος που θεσπίζει διαφοροποιημένο φορολογικό σύστημα να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε το σύστημα να εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλα τα ομοειδή προϊόντα της Κοινότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η καθής δεν τηρεί αυτή την επιταγή ζητώντας από τα κράτη μέλη που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν εξαγωγές προς αυτήν να διαπραγματευθούν τους όρους της υπαγωγής στο ευνοϊκό της σύστημα. Αυτό εμφανίζει την επέκταση του ευνοϊκού συστήματος ως παραχώρηση διαπραγματευόμενη μεταξύ των εθνικών διοικήσεων. Για παράδειγμα, αναφέρεται συμφωνία που καταρτίστηκε με τις ελληνικές αρχές περί της υπαγωγής στο ευνοϊκό σύστημα ορισμένων οίνων της Σάμου ( « συμφωνία Σάμος » ).
2.
α )
Η γαλλική κυβέρνηση εκθέτει καταρχάς το ιστορικό του φορολογικού συστήματος των γλυκών φυσικών οίνων. Αιτία της θεσπίσεως αυτής της νομοθεσίας είναι η ανάγκη να ληφθούν υπόψη τα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα της παραγωγού περιοχής, καθώς και η ιδιαιτερότητα και η ποιότητα των οίνων για τους οποίους πρόκειται. Το επίμαχο φορολογικό σύστημα διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο για την εξασφάλιση της οικονομικής επιβίωσης των μικρών αμπελουργών που δεν διαθέτουν εναλλακτική γεωργική δραστηριότητα, υφίστανται υψηλό κόστος παραγωγής και αντιμετωπίζουν αυξημένες δυσχέρειες διαθέσεως στο εμπόριο.
Κατά το κοινοτικό δίκαιο οι γλυκοί φυσικοί οίνοι κατατάσσονται στην κατηγορία των vins de liqueur και υπάγονται στον ορισμό αυτών των προϊόντων που δίδεται στο σημείο 12 του παραρτήματος II του κανονισμού 337/79 του Συμβουλίου της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112 και επ.). Υπάγονται επίσης στις διατάξεις του κανονισμού 338/79 του Συμβουλίου της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί καθορισμού ειδικών διατάξεων σχετικών με τους οίνους ποιότητος που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 159 και επ. ).
Η γαλλική κυβέρνηση υπενθυμίζει περαιτέρω τις μεγάλες γραμμές της νομολογίας του Δικαστηρίου, που κατά τη γνώμη της συνδέονται με την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς: στην απόφαση της 15ης Μαρτίου 1983 ( Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερθείσα), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιορίζει, στο παρόν στάδιο της εξελίξεως του, την ελευθερία των κρατών μελών να θεσπίζουν σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας για ορισμένα προϊόντα σε συνάρτηση με αντικειμενικά κριτήρια. Επιπλέον, στην απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978 ( Hansen & Balle, 148/77, Rec. σ. 1787), που επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980 ( Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερθείσα ), το Δικαστήριο αναγνώρισε τη νομιμότητα ορισμένων φορολογικών απαλλαγών και ελαφρύνσεων, υπό τον όρο τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση αυτών των δυνατοτήτων να επεκτείνουν το ευεργέτημα αδιακρίτως στα εισαγόμενα προϊόντα που τελούν υπό τις αυτές συνθήκες. Σχετικώς, το Δικαστήριο έλαβε ιδίως υπόψη την ανάγκη των κρατών μελών να διατηρήσουν παραγωγή ή επιχειρήσεις οι οποίες, χωρίς αυτά τα ειδικά φορολογικά πλεονεκτήματα, δεν θα ήταν πλέον αποδοτικές λόγω της αυξήσεως του κόστους παραγωγής. Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα φορολογικά κριτήρια δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να επιβάλλουν εκ των προτέρων στα εισαγόμενα προϊόντα τη βαρύτερη φορολογία, όταν μόνο αυτά τα προϊόντα ανταποκρίνονται στα κριτήρια της βαρύτερης φορολογίας ( προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Μαρτίου 1983, Επιτροπή κατά Ιταλίας).
β )
Όσον αφορά τον όρο « παραδοσιακή και συνήθης παραγωγή » ( πρώτη αιτίαση ), η γαλλική κυβέρνηση αμφισβητεί την υποτιθέμενη έλλειψη αντικειμενικότητας αυτού του κριτηρίου. Η έννοια της παραδόσεως και της συνήθειας έχει ταυτόχρονα ιστορική σημασία, ( αδιαχώριστη πανάρχαιη παραγωγή μιας αμπέλου και μιας γεωγραφικής ζώνης της οποίας η αρχαιότητα είναι πασίγνωστη ) και τεχνική σημασία ( παραγωγή σύμφωνη με οινολογικούς κανόνες και μεθόδους που « κωδικοποιούν » τις σταθερές και πιστές συνήθειες ).
Η αντικειμενικότητα μιας τέτοιας έννοιας είναι ακόμα πιο εμφανής δεδομένου ότι η έννοια της συνήθειας και της παράδοσης απαντάται επίσης στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. 'Ετσι, ο προαναφερθείς κανονισμός 338/79, επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ειδικούς κανόνες σχετικά με τους οίνους ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές ( vqprd ), « αφού ληφθούν υπόψη χρήσεις νόμιμες και συνεχείς» (άρθρο 19), και αναφέρεται στις « παραδοσιακές συνθήκες παραγωγής» (άρθρα 2 και 16). Παρόμοιοι όροι καθιερώθηκαν με τις διατάξεις των πράξεων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, που τροποποίησαν τον προαναφερθέντα κανονισμό 337/79 [ παράρτημα Ι, τμήμα XIV, « γεωργία », στοιχείο ε ), « οίνοι » ].
Η γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει σχετικά ότι μόνο η παραγωγή των άλλων κρατών μελών που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 417α του γενικού φορολογικού κώδικα μπορεί να θεωρηθεί ως ομοειδής με τους γαλλικούς γλυκούς φυσικούς οίνους, κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης. Πράγματι, οι γλυκοί φυσικοί οίνοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι vins de liqueur ποιότητας εμφανίζουν ειδικά χαρακτηριστικά παραγωγής ( συνέχεια των μεθόδων παραγωγής' ποιότητα της αμπέλου και του κλίματος σε καθορισμένες ζώνες παραγωγής ). Αυτό δεν συμβαίνει με την παραγωγή άλλων vins de liqueur που παρασκευάζονται από βιομηχάνους με μεθόδους που δεν εμφανίζουν τις ίδιες απαιτήσεις και με υλικά διαφόρων προελεύσεων. Επομένως, το ευνοϊκότερο φορολογικό σύστημα στο οποίο υπάγονται οι φυσικοί γλυκοί οίνοι αποβλέπει στο να αντισταθμίσει τις αυστηρότερες συνθήκες παραγωγής που βαρύνουν αυτούς τους οίνους και τους προς αυτούς εξομοιούμενους, έτσι ώστε να επιτρέπει τη διατήρηση παραγωγής ποιότητας που εμφανίζει για ορισμένες περιοχές της Κοινότητας ειδικό οικονομικό συμφέρον.
γ)
Ως προς την απαίτηση μηχανισμού ελέγχου (δεύτερη αιτίαση), η γαλλική κυβέρνηση θεωρεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, (αποφάσεις της 30ής Οκτωβρίου 1980, Schneider-Import, και της 7ης Μαΐου 1981, Hansen, προαναφερθείσες), τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτούν την εφαρμογή ευνοϊκού συστήματος που θεσπίζεται υπέρ της εγχώριας παραγωγής, σε εισαγόμενη παραγωγή από άλλα κράτη μέλη, από την τήρηση όρων θεωρούμενων παρομοίων προς τους απαιτούμενους για την εθνική παραγωγή, ακόμα και αν η νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο προέρχεται η εισαγόμενη παραγωγή δεν έχει θεσπίσει αντίστοιχη διάταξη. Το Δικαστήριο δέχτηκε εξάλλου τη νομιμότητα της απαιτήσεως προσκομίσεως αποδείξεων που να επιτρέπουν στο κράτος μέλος εισαγωγής να ελέγχει ότι η εισαγόμενη παραγωγή υπέρ της οποίας αναγνωρίζεται ευνοϊκό φορολογικό σύστημα πληροί πράγματι ταυτόσημους όρους ή τουλάχιστον όρους θεωρούμενους ισοδύναμους.
Συνεπώς, η γαλλική κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να απαιτεί όπως η παραγωγή άλλων κρατών μελών που εξομοιώνεται με τους γλυκούς φυσικούς οίνους υποβάλλεται σε έλεγχο, ο οποίος να είναι ο ίδιος ή ακόμα και ανάλογος με τον έλεγχο που ασκείται επί της γαλλικής παραγωγής, να είναι ισοδύναμος και να απαιτεί την προσκόμιση αποδείξεων ότι η εισαγόμενη παραγωγή υπέστη αυτό τον έλεγχο. Αυτό το συμπέρασμα επιβεβαιώνεται άλλωστε από το γεγονός ότι η ίδια η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν τον έλεγχο και την προστασία των vqprd.
Τέλος, η γαλλική κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη συμφωνίας καταρτισθείσας με την ελληνική διοίκηση σχετικά με το φορολογικό σύστημα του οίνου της Σάμου' οι σχετικές επαφές που πραγματοποιήθηκαν με τις ελληνικές αρχές είχαν απλώς ως αποτέλεσμα τη συλλογή πληροφοριών επιτρεπουσών να καθοριστεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι οριζόμενες από τη γαλλική νομοθεσία προϋποθέσεις.
IV — Απαντήσεις στα ερωτήματα του Δικαστηρίου
1.
Σε απάντηση ερωτήματος που έθεσε το Δικαστήριο, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, κατά την άποψη της, προέκυπτε από γαλλική οδηγία της 13ης Αυγούστου 1982 τη σχετική με το « φορολογικό σύστημα της αλκοόλης — ύψος φόρου — εισαγόμενοι vins de liqueur» ( Bulletin officiel de la direction générale des impôts αριθ. 142 της 13. 8. 1982), ότι είχε καταρτιστεί συμφωνία — τυπική ή όχι — μεταξύ γαλλικής και ελληνικής κυβερνήσεως για να επιτραπεί στους οίνους υπό την ονομασία « Σάμος — γλυκός φυσικός οίνος ποιότητας » να εξομοιωθούν με τους παραγόμενους στη Γαλλία γλυκούς φυσικούς οίνους υπό τους τιθέμενους στο άρθρο 416 του γενικού φορολογικού κώδικα όρους. Η εν λόγω διάταξη περιελάμβανε μεταξύ άλλων το ακόλουθο χωρίο:
« Κατόπιν αιτήσεως των ελληνικών αρχών και αφού κατέστη δυνατό από αυτές να συγκεντρωθούν όλα τα απαραίτητα πληροφοριακά στοιχεία, υπουργική απόφαση της 1ης Ιουνίου 1982..., διέταξε την προβλεπόμενη από το νόμο εξομοίωση υπέρ των οίνων ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές της Ελλάδος και απολαύουν της ονομασίας “ Σάμος — γλυκός φυσικός οίνος ποιότητας ”. »
Αυτό το κείμενο καταδεικνύει ότι η υπαγωγή του γλυκού φυσικού οίνου ποιότητας Σάμου στο προνομιακό φορολογικό σύστημα που εφαρμόζεται στη Γαλλία έγινε κατόπιν αιτήσεως των ελληνικών αρχών. Επομένως, πρόκειται περί συμφωνίας μεταξύ των δύο μερών, ακόμα και αν αυτή η συμφωνία δεν περιβλήθηκε τυπική μορφή με σύμβαση καταρτισθείσα μεταξύ των δύο κρατών μελών και δημοσιευθείσα στις αντίστοιχες επίσημες εφημερίδες τους.
Το αντάλλαγμα της Ελλάδας, για να επιτύχει την απόφαση εξομοιώσεως του γάλλου υπουργού, δόθηκε υπό τη μορφή προεδρικού διατάγματος, υπογραφέντος από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας στις 3 Μαρτίου 1982{Εφημερίδα νης Κυβερνήσεως της 18ης Μαρτίου 1982, σ. 236). Λυτό το διάταγμα ορίζει τις συνθήκες παραγωγής, ήτοι ιδίως ότι η απόδοση των αμπέλων για να χαρακτηριστεί σαν « οίνος της Σάμου » δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 800 λίτρα μούστου ή 1000 χγρ. σταφυλών ανά 1000 τετραγωνικά μέτρα και ότι ο εν λόγω οίνος πρέπει να καλλιεργείται σε ακριβώς καθορισμένες γεωγραφικές περιοχές. Το προεδρικό διάταγμα προβαίνει περαιτέρω σε διάκριση μεταξύ των οίνων των αποκαλούμενων « οίνοι φυσικώς γλυκοί », στους οποίους δεν επιτρέπεται η προσθήκη αιθυλικής αλκοόλης, και τριών άλλων κατηγοριών οίνων, ήτοι του « γλυκού φυσικού οίνου », του « γλυκού φυσικού οίνου ποιότητας » και του « γλυκού οίνου », στους οποίους η προσθήκη αλκοόλης για την παραγωγή επιτρέπεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
2.
Η γαλλική κυβέρνηση διευκρίνισε, όσον αφορά το « μηχανισμό ελέγχου » που αναφέρει το άρθρο 417α του γενικού φορολογικού κώδικα ότι οι vins de liqueur ποιότητας που παράγονται υπό τους προβλεπόμενους σ' αυτή τη διάταξη όρους, υπάγονται, όπως και οι γαλλικοί γλυκοί φυσικοί οίνοι, στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και, επομένως, υπάγονται στους ίδιους ελέγχους των οποίων η οργάνωση και οι λεπτομέρειες ασκήσεως ανήκουν στη δικαιοδοσία των κρατών μελών. Επί του φορολογικού πεδίου, όφειλαν επίσης να ανταποκρίνονται στους ίδιους κανόνες παραγωγής όπως και οι γαλλικοί γλυκοί φυσικοί οίνοι.
Δεδομένου ότι αυτοί οι όροι ελέγχονται αυστηρά στη Γαλλία, είναι δίκαιο να συμβαίνει το ίδιο και στα ενδιαφερόμενα άλλα κράτη μέλη, ώστε να αποφεύγεται διάκριση εις βάρος των γαλλικών προϊόντων. Προς το σκοπό αυτό,παρίσταται αναγκαία η λήψη συνόλου μέτρων στο κράτος μέλος εξαγωγής, ώστε οι διέποντες τα εν λόγω προϊόντα κανόνες να ορίζουν νομικό πλαίσιο που να ανταποκρίνεται στα κριτήρια του προαναφερθέντος άρθρου 417α και οι έλεγχοι για την τήρηση των εν λόγω κανόνων να είναι πραγματικοί. Εννοείται, εντούτοις, ότι κάθε κράτος μέλος παραμένει ελεύθερο να επιλέγει τις μεθόδους και την αρμόδια αρχή την επιφορτισμένη με την εφαρμογή τους.
Το άρθρο 417α του γενικού φορολογικού κώδικα δεν απαιτεί, επομένως, ο έλεγχος να είναι ο ίδιος ούτε καν ανάλογος προς τον ασκούμενο επί της γαλλικής παραγωγής, αλλά να είναι πραγματικός και να παρέχει εγγυήσεις της αυτής αξίας ώστε να επιφυλάσσεται στους οίνους η ίδια μεταχείριση.
Η απόδειξη της υπάρξεως του μηχανισμού ελέγχου μπορεί ευχερώς να προσκομιστεί από τον εισαγωγέα με πιστοποιητικό εκδιδόμενο από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εξαγωγής.
U. Everling
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 7ης Απριλίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 196/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο, Johannes Føns Buhl, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τους Gilbert Guillaume, Régis de Gouttes και Philippe Pouzoulet, με τόπο επιδόσεων την πρεσβεία της Γαλλίας στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας ορισμένων οίνων υπό την ονομασία « γλυκοί φυσικοί οίνοι » και vins de liqueur, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Y. Galmot και T. F. O'Higgins, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Ο. Due, U. Everling και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 18ης Νοεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Ιουνίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας ορισμένων οίνων υπό την ονομασία « γλυκοί φυσικοί οίνοι » και vins de liqueur, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
2
Μ' αυτή την προσφυγή, η Επιτροπή υποστηρίζει στην ουσία ότι οι διατάξεις του γενικού φορολογικού κώδικα περί φόρου καταναλώσεως και φόρου κύκλου εργασιών επί των vins de liqueur και των προς αυτούς εξομοιούμενων οίνων, δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 95 της Συνθήκης. Δυνάμει των εν λόγω διατάξεων, οι vins de liqueur και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι οίνοι υπάγονται, κατά γενικό κανόνα, σε φόρο καταναλώσεως 6795 FF ανά εκατόλιτρο αγνής αλκοόλης και σε φόρο κύκλου εργασιών 22 FF ανά εκατόλιτρο. Ωστόσο, το αντίστοιχο ύψος των εν λόγω φόρων είναι 2545 FF και 54,80 FF για ορισμένους από αυτούς τους οίνους, ήτοι για τους φυσικούς γλυκούς οίνους. Κατά την Επιτροπή, αυτό το σύστημα δημιουργεί διακρίσεις καθόσον εξαρτά την εφαρμογή της ευνοϊκότερης φορολογίας από προϋποθέσεις που είναι λιγότερο ευνοϊκές για τα εισαγόμενα από τα άλλα κράτη μέλη προϊόντα παρά για τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς η σχετική γαλλική νομοθεσία, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του κριτηρίου « παραδοσιακή και συνήθης παραγωγή »
4
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η απαγορευόμενη από το άρθρο 95 της Συνθήκης δυσμενής διάκριση προκύπτει από το γεγονός ότι η γαλλική νομοθεσία επιφυλάσσει το ευνοϊκό φορολογικό σύστημα μόνο στους vins de liqueur των οποίων η παραγωγή είναι « παραδοσιακή και συνήθης ». Αυτό το κριτήριο, παρόλον ότι επιφανειακά εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα από τα άλλα κράτη μέλη προϊόντα, δεν ισχύει παρά μόνο για τα εγχώρια προϊόντα. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, ο όρος « παραδοσιακή και συνήθης παραγωγή » δεν αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο, εφόσον αφήνει στη διοίκηση διακριτική εξουσία κατά την εφαρμογή του.
5
Η γαλλική κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως. Κατά την άποψη της, ο όρος « παραδοσιακή και συνήθης παραγωγή » έχει ταυτόχρονα ιστορική σημασία, που χαρακτηρίζεται από αδιαχώριστη πανάρχαια παραγωγή μιας αμπέλου, της οποίας η αρχαιότητα είναι πασίγνωστη, και τεχνική σημασία που χαρακτηρίζεται από οινολογικούς κανόνες και μεθόδους οι οποίοι κωδικοποιούν τις σταθερές και πιστές συνήθειες. Αυτός ο όρος απαντάται εξάλλου στην κοινοτική ρύθμιση στον τομέα της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς.
6
Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι δυνάμει πάγιας νομολογίας ( βλέπε, πρόσφατα, την απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Δανίας, 106/84, Συλλογή σ. 833 ), το κοινοτικό δίκαιο στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δεν περιορίζει την ελευθερία των κρατών μελών να θεσπίζουν σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας για ορισμένα προϊόντα έστω και ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων όπως η φύση των χρησιμοποιουμένων πρώτων υλών ή οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι παραγωγής. Τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο αν επιδιώκουν στόχους οικονομικής πολιτικής που και αυτοί συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις της Συνθήκης και του παράγωγου δικαίου και αν ο τρόπος εφαρμογής τους είναι τέτοιος ώστε να αποφεύγεται κάθε μορφή διακρίσεως άμεσης ή έμμεσης έναντι των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη ή προστασίας της ανταγωνιστικής εθνικής παραγωγής.
7
Ειδικότερα, το Δικαστήριο αναγνώρισε επανειλημμένα ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το άρθρο 95 της Συνθήκης δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να χορηγούν φορολογικά πλεονεκτήματα, υπό μορφή απαλλαγών ή μειώσεων των φόρων επί ορισμένων ειδών οινοπνευμάτων ή κατηγοριών παραγωγών, υπό την προϋπόθεση ότι παρόμοια ευνοϊκά συστήματα εκτείνονται, χωρίς διακρίσεις, στα εισαγόμενα προϊόντα που ανταποκρίνονται στις ίδιες συνθήκες παραγωγής όπως και τα ευνοούμενα εγχώρια προϊόντα.
8
Τα κριτήρια αυτά συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση.
9
Προκειμένου περί των σκοπών που επιδιώκει το αμφισβητούμενο φορολογικό σύστημα, η γαλλική κυβέρνηση επεξήγησε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι οι γλυκοί φυσικοί οίνοι παρασκευάζονται στις περιοχές που χαρακτηρίζονται από μικρή βροχόπτωση και από έδαφος σχετικώς άνυδρο στις οποίες, λόγω της υφιστάμενης δυσχέρειας για την καλλιέργεια άλλων γεωργικών προϊόντων, η τοπική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παραγωγή τους. Το φορολογικό σύστημα που εφαρμόζεται σ' αυτούς τους οίνους αποβλέπει, επομένως, στο να αντισταθμίσει τις μεγάλες δυσχέρειες παραγωγής που τους επιβαρύνουν ώστε να επιτρέψει τη διατήρηση ποιοτικής παραγωγής που εμφανίζει για ορισμένες περιοχές της Κοινότητας ειδικό οικονομικό συμφέρον. Τέτοιοι στόχοι οικονομικής πολιτικής πρέπει να θεωρείται ότι συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου.
10
Προκειμένου, εξάλλου, περί της επεκτάσεως του ευνοϊκού συστήματος στα εισαγόμενα προϊόντα, διαπιστώνεται ότι το κριτήριο « παραδοσιακή και συνήθης παραγωγή » αναφέρεται αδιακρίτως στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα. Κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύει ότι η εφαρμογή του καταλήγει στην πράξη στο να ευνοήσει τους οίνους γαλλικής καταγωγής εις βάρος των οίνων, που παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά, και κατάγονται από άλλα κράτη μέλη. Δεν έχει ιδίως αποδειχθεί ότι λόγω των φυσικών δεδομένων ή της δομής της παραγωγής, το φορολογικό πλεονέκτημα για το οποίο πρόκειται ευνοεί αποκλειστικά ή, τουλάχιστον ουσιαστικά, την εθνική παραγωγή. Προστίθεται ότι δεν μπορεί να θεωρείται ως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο εθνική κανονιστική ρύθμιση που καλύπτει αδιακρίτως τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα με τη μόνη αιτιολογία ότι κατά την εφαρμογή μπορεί να δημιουργήσει διακρίσεις, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι πράγματι εφαρμόζεται κατά τέτοιο τρόπο.
11
Κατά συνέπεια, η αιτίαση που στηρίζεται στο ότι το ευνοϊκό φορολογικό σύστημα εφαρμόζεται μόνο στους vins de liqueur των οποίων η παραγωγή είναι «παραδοσιακή και συνηθής » είναι απορριπτέα.
Επί της απαιτήσεως υπάρξεως μηχανισμού ελέγχου στο κράτος μέλος εξαγωγής
12
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 95 της Συνθήκης προκύπτει από το ότι οι εισαγόμενοι από άλλα κράτη οίνοι δεν απολαύουν του ευνοϊκού φορολογικού συστήματος παρά υπό την προϋπόθεση να έχουν υπαχθεί στο κράτος μέλος εξαγωγής σε μηχανισμό ελέγχου που να παρέχει παρόμοιες εγγυήσεις με αυτές που απαιτούνται για την παραγωγή φυσικών γαλλικών οίνων στη Γαλλία. Κατά την Επιτροπή, αυτή η απαίτηση έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείεται από αυτό το πλεονέκτημα η παραγωγή άλλων κρατών μελών που δεν προβλέπουν ανάλογο μηχανισμό ελέγχου, πράγμα που είναι αντίθετο προς την αρχή κατά την οποία μια εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να επιβάλλει όρους εφαρμογής τους οποίους δεν μπορούν να συγκεντρώνουν οι παραγωγοί άλλων κρατών μελών.
13
Η γαλλική κυβέρνηση αμφισβητεί τη γενική άποψη της Επιτροπής. Υποστηρίζει ότι το κράτος μέλος εισαγωγής έχει το δικαίωμα να απαιτεί την προσκόμιση αποδείξεων που να του επιτρέπουν να ελέγχει ότι η εισαγόμενη παραγωγή, η οποία είναι ικανή να υπαχθεί σε ευνοϊκό φορολογικό σύστημα, συγκεντρώνει πράγματι τις σχετικές προϋποθέσεις.
14
Κατά πάγια νομολογία (βλέπε απόφαση της 7ης Μαΐου 1981, Hansen, 153/80, Συλλογή σ. 1165) ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αρνηθεί στα προϊόντα προελεύσεως άλλου κράτους μέλους ένα φορολογικό πλεονέκτημα λόγω προϋποθέσεων που πηγάζουν από τη νομοθεσία του και τις οποίες δεν μπορούν να συγκεντρώσουν εισαγόμενα προϊόντα λόγω της γεωγραφικής τους θέσης ή της νομοθεσίας του κράτους παραγωγής. Αυτή η αρχή δεν μπορεί, ωστόσο, να εμποδίζει κράτος μέλος να υποβάλει τη χορήγηση φορολογικού πλεονεκτήματος, και στα εισαγόμενα προϊόντα, στην απόδειξη ότι οι όροι χορηγήσεως συντρέχουν, υπό την επιφύλαξη ότι οι απαιτήσεις προσκομίσεως αποδείξεως δεν είναι αυστηρότερες έναντι των εισαγόμενων προϊόντων από αυτές έναντι των ομοειδών εγχώριων προϊόντων και ότι δεν είναι δυσανάλογες σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ήτοι την εξάλειψη του κινδύνου απάτης.
15
Από τα ανωτέρω έπεται ότι το κράτος μέλος εισαγωγής είναι ελεύθερο να απαιτεί αποδεικτικά στοιχεία που να του επιτρέπουν να ελέγχει αν τα εισαγόμενα προϊόντα πράγματι ανταποκρίνονται στα κριτήρια που θέτει η εθνική του νομοθεσία. Αυτή η απόδειξη μπορεί να προσκομιστεί ιδίως με πιστοποιητικά προερχόμενα από τις αρμόδιες αρχές ή άλλες υπηρεσίες του κράτους μέλους προελεύσεως. Δεδομένου ότι ένα τέτοιο πιστοποιητικό δεν μπορεί να εκδοθεί παρά βάσει ελέγχου, η απαίτηση υπάρξεως μηχανισμού ελέγχου, που να παρέχει εγγυήσεις παρόμοιες με τις προβλεπόμενες από τη γαλλική νομοθεσία, μπορεί επίσης να επιβληθεί για τους εισαγόμενους από άλλα κράτη μέλη vins de liqueur, ως προϋπόθεση της υπαγωγής τους στο ευνοϊκό φορολογικό σύστημα.
16
Μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση πρέπει, ωστόσο, για να συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, να αφήνει στο κράτος μέλος προελεύσεως την επιλογή των μεθόδων και της επιφορτισμένης με την εφαρμογή των ελέγχων αρχής και δεν πρέπει να εξαρτά την αναγνώριση του ισοδυνάμου από την προϋπόθεση συμφωνίας διαπραγματευόμενης μεταξύ των ενδιαφερομένων εθνικών διοικήσεων.
17
Τα στοιχεία της δικογραφίας δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η επίμαχη γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν τηρεί αυτές τις επιταγές. Η Επιτροπή καταρχάς επισήμανε ότι οι γαλλικές αρχές είχαν αποφασίσει την εξομοίωση των οίνων υπό την ονομασία « Σάμος — γλυκός φυσικός οίνος ποιότητας » με τους γλυκούς φυσικούς οίνους γαλλικής καταγωγής δυνάμει συμφωνίας συναφθείσας με τις ελληνικές αρχές. Η γαλλική κυβέρνηση αμφισβήτησε, ωστόσο, την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας και διευκρίνισε ότι οι σχετικές επαφές που πραγματοποιήθηκαν με τις ελληνικές αρχές είχαν σαν μόνο σκοπό τη συλλογή των αναγκαίων πληροφοριών από τη γαλλική διοίκηση για να μπορέσει να ελέγξει αν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του φορολογικού πλεονεκτήματος συνέτρεχαν πράγματι στην προκειμένη περίπτωση. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να στηρίξει την αντίθετη άποψη της, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ύπαρξη της υποτιθέμενης συμφωνίας δεν έχει αποδειχθεί.
18
Κατά συνέπεια, η αιτίαση που στηρίζεται στο γεγονός ότι η υπαγωγή των εισαγόμενων από άλλα κράτη μέλη vins de liqueur στο ευνοϊκό φορολογικό σύστημα εξαρτάται από την προϋπόθεση της υπάρξεως μηχανισμού ελέγχου που να παρέχει ανάλογες εγγυήσεις είναι απορριπτέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττώμενος διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Galmot
O'Higgins
Bosco
Due
Everling
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Απριλίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy