ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 10ης Ιουλίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 198/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation του Βελγίου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Fernand Carrοn, Αμβέρσα,
και
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 33 της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα )
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, R. Joliét, Υ. Galmot, F. Schockweiler και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Ρ. Heim
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
ο F. Carrοn, εκπροσωπούμενος από τον Adolf Houtekier, δικηγόρο στο Cour de cassation,
—
η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο του Wasser- und Schiffahrtsdirektion West και τον J. Steenbergen, δικηγόρο Βρυξελλών,
—
η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον R. Ν. Ricks, Treasury Solicitor,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Guido Berardis και Hendrik Van Lier, μέλη της νομικής της υπηρεσίας,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 14ης Ιουνίου 1985, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Ιουνίου 1985, το Cour de cassation του Βελγίου υπέβαλε, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( στο εξής: η Σύμβαση ), τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 33, δεύτερη παράγραφος, της Σύμβασης αυτής.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο αναιρέσεως που άσκησε o Carrоn κατά αποφάσεως της 14ης Ιουνίου 1983 με την οποία το Πρωτοδικείο της Αμβέρσας απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει κατά της απόφασης του ίδιου αυτού δικαστηρίου της 27ης Ιουλίου 1982.
3
Με την τελευταία αυτή απόφαση, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το Πρωτοδικείο της Αμβέρσας κήρυξε εκτελεστή στο Βέλγιο απόφαση της 9ης Μαρτίου 1982 με την οποία το Landgericht του Duisburg καταδίκασε τον Carrοn να καταβάλει ως αποζημίωση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ποσό 5240000 γερμανικών μάρκων.
4
Προς στήριξη της προσφυγής που άσκησε κατά της απόφασης αυτής περί περιαφής του εκτελεστήριου τύπου, o Carrón επικαλέστηκε την ακυρότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε λόγω του ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν είχε προβεί στην εκλογή κατοικίας με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο. Το Πρωτοδικείο της Αμβέρσας, με την απόφαση του της 14ης Μαρτίου 1983, στήριξε την απόρριψη της προσφυγής αυτής στο γεγονός ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 33, δεύτερη παράγραφος, της Σύμβασης είχαν πληρωθεί με την εκλογή κατοικίας κατά την επίδοση της απόφασης περί περιαφής του εκτελεστήριου τύπου.
5
Το Cour de cassation του Βελγίου αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Ο χρόνος και ο τρόπος εκλογής κατοικίας, τον οποίο προβλέπει το άρθρο 33, δεύτερη παράγραφος, της Σύμβασης των Βρυξελλών, διέπονται από το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως;
2)
Σε καταφατική απάντηση, η κύρωση διέπεται επίσης από το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πότε και κατά ποίο τρόπο πρέπει να γίνεται η εν λόγω εκλογή κατοικίας και ποία είναι η ενδεχόμενη κύρωση; »
Επί του πρώτου ερωτήματος
6
O Carrón και η Επιτροπή υπογραμμίζουν ότι η Σύμβαση αποβλέπει στην εφαρμογή ενιαίας διαδικασίας περιαφής του εκτελεστήριου τύπου σε όλα τα κράτη μέλη · έτσι, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως δεν μπορεί να εφαρμόσει τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες παρά μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η Σύμβαση ορίζει τούτο ρητώς. Εφόσον το άρθρο 33 της Σύμβασης δεν περιλαμβάνει παρόμοια διάταξη όσον αφορά το χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να γίνει η εκλογή κατοικίας, πρέπει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα να δοθεί απάντηση σε συνδυασμό με τους σκοπούς της διάταξης αυτής. Όμως, η εν λόγω διάταξη τείνει στο να καθιστά δυνατή την εκ μέρους του καθού η εκτέλεση άσκηση προσφυγής κατά της απόφασης περί περιαφής του εκτε-λεστήριου τόπου το συντομότερο δυνατό: επομένως, επιβάλλει να γίνεται η εκλογή κατοικίας, τουλάχιστον, πριν από την έκδοση της απόφασης περί περιαφής του εκτε-λεστήριου τύπου.
7
Αντιθέτως, οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρούν ότι, κατά το ίδιο το γράμμα του άρθρου 33 της Σύμβασης, οι λεπτομέρειες εκλογής κατοικίας καθορίζονται από το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως. Λαμβάνοντας υπόψη την ασάφεια της διάταξης αυτής όσον αφορά το χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να γίνεται η εν λόγω εκλογή κατοικίας, οι δύο κυβερνήσεις θεωρούν ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η εν λόγω εκλογή έχει σημασία για το διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση μόνο όταν αρχίζει η προθεσμία της προσφυγής που είναι δυνατό να ασκηθεί δυνάμει του άρθρου 36 της Σύμβασης κατά της απόφασης περί περιαφής του εκτελεστήριου τύπου, δηλαδή όταν πρέπει να του επιδοθεί η απόφαση αυτή.
8
Παρατηρείται ότι με τα άρθρα 31 μέχρι 49, η Σύμβαση θέσπισε κοινή διαδικασία περιαφής του εκτελεστήριου τύπου στα κράτη μέλη. Η διαδικασία αυτή, σε πρώτη φάση χωρίς κλήτευση του αντιδίκου, επιτρέπει στον αιτούντα, ο οποίος επιδιώκει την εκτέλεση αποφάσεως σε άλλο κράτος μέλος, να επιτύχει ταχεία εκτέλεση. Σε δεύτερη φάση που περιλαμβάνει κατ' αντιμωλία συζήτηση, εξασφαλίζει τα δικαιώματα του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση με τη θέσπιση διαδικασίας προσφυγής κατά της εν λόγω αποφάσεως. Στο σύστημα αυτό, η υποχρέωση για τον αιτούντα να προβεί στην εκλογή κατοικίας ή να διορίσει ειδικό αντίκλητο πρέπει να εξασφαλίζει στον αντίδικο, κατά του οποίου διατάχθηκε η εκτέλεση, τη δυνατότητα να ασκήσει την προσφυγή που προβλέπει η Σύμβαση, χωρίς να υποχρεούται να προβεί σε διατυπώσεις εκτός της περιφέρειας του δικαστηρίου της κατοικίας του. Καίτοι η Σύμβαση ορίζει τους στόχους αυτούς, των οποίων η πραγματοποίηση πρέπει να εξασφαλιστεί σε όλα τα κράτη μέλη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν ρυθμίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της διαδικασίας αυτής και αναφέρεται ρητά, σε πολλά σημεία, στο δίκαιο του κράτους εκτελέσεως.
9
Έτσι, κατά το άρθρο 33, παράγραφοι 1 και 2, της Σύμβασης, « η αίτηση υποβάλλεται κατά το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως. Ο αιτών οφείλει να προβεί σε εκλογή κατοικίας στην περιφέρεια του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται. Αν πάντως το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως δεν προβλέπει την εκλογή κατοικίας, ο αιτών διορίζει αντίκλητο ».
10
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως καθορίζει το σύνολο των λεπτομερειών υποβολής της αίτησης και ότι η εκλογή κατοικίας από τον αιτούντα περιλαμβάνεται στις λεπτομέρειες αυτές. Αν το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως δεν διασαφηνίζει τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να γίνεται η εκλογή κατοικίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, για να τηρηθούν οι στόχοι που θέτει η Σύμβαση, η διατύπωση αυτή πρέπει να εκπληρωθεί σε τέτοιο χρόνο ώστε η διαδικασία να μην καθυστερήσει καταχρηστικά και για να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση. Ο χρόνος αυτός τοποθετείται το αργότερο κατά την επίδοση της απόφασης περί περιαφής του εκτελεστήριου τύπου.
11
Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 33, δεύτερη παράγραφος, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει την έννοια ότι η υποχρέωση εκλογής κατοικίας, την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη, πρέπει να πραγματοποιείται κατά τον οριζόμενο από το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως τρόπο και, σε περίπτωση σιωπής του εν λόγω δικαίου ως προς το χρόνο πραγματοποιήσεως της διατυπώσεως, το αργότερο κατά την επίδοση της απόφασης περί περιαφής του εκτελεστήριου τύπου.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
12
O Carrón θεωρεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η υποχρέωση εκλογής κατοικίας πριν από την έκδοση της απόφασης περί περιαφής του εκτελεστήριου τύπου επιβάλλεται από το κοινοτικό δίκαιο, το ίδιο ισχύει και για την κύρωση της υποχρέωσης αυτής. Ενόψει της αυστηρής διατύπωσης του άρθρου 33, δεύτερη παράγραφος, και της υποχρέωσης για το επιληφθέν δικαστήριο να γνωστοποιήσει « αμελλητί » στον αιτούντα την εκδοθείσα απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 35 της Σύμβασης, η κύρωση αυτή δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η ακυρότητα της αίτησης.
13
Πρέπει να γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζουν οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι, κατά το μέτρο που η Σύμβαση δεν προβλέπει καμιά κύρωση της παράβασης των διατάξεων του άρθρου 33, η κύρωση αυτή πρέπει να καθοριστεί από το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως, όπως και οι άλλες διαδικαστικές λεπτομέρειες που προβλέπονται με τη διάταξη αυτή.
14
Πάντως, το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως οφείλει να σέβεται τους επιδιωκόμενους από τη Σύμβαση στόχους: επομένως, η προβλεπόμενη κύρωση δεν μπορεί να κλονίσει το κύρος της απόφασης περί περιαφής του εκτελεστήριου τύπου ούτε να επιτρέψει να θιγούν τα δικαιώματα του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση.
15
Επομένως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι συνέπειες που απορρέουν από την παράβαση των διατάξεων περί εκλογής κατοικίας ορίζονται, δυνάμει του άρθρου 33 της Σύμβασης, από το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των επιδιωκόμενων από τη Σύμβαση στόχων.
Επί του τρίτου ερωτήματος
16
Λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις που έχουν δοθεί στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, η απάντηση στο τρίτο ερώτημα παρέλκει.
Επί των δικαστικών εξόδων
17
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Cour de cassation του Βελγίου με Διάταξη της 14ης Ιουνίου 1985, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 33, δεύτερη παράγραφος, της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει την έννοια ότι η υποχρέωση εκλογής κατοικίας, την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη πρέπει να πραγματοποιείται κατά τον οριζόμενο από το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως τρόπο και, σε περίπτωση σιωπής του εν λόγω δικαίου ως προς το χρόνο πραγματοποιήσεως της διατυπώσεως αυτής, το αργότερο κατά την επίδοση της απόφασης περί περιαφής του εκτελεστήριου τύπου.
2)
Οι συνέπειες που απορρέουν από την παράβαση των διατάξεων περί εκλογής κατοικίας ορίζονται, δυνάμει του άρθρου 33 της Σύμβασης, από το δίκαιο του κράτους εκτελέσεως, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των επιδιωκόμενων από τη Σύμβαση στόχων.
Everling
Joliét
Galmot
Schockvveiler
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουλίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
U. Everling
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy