ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 199/85 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
1.
Η οδηγία του Συμβουλίου 71/305, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7 και επ. ), που τέθηκε σε εφαρμογή στην Ιταλία με το νόμο 584 της 8ης Αυγούστου 1977, συντόνισε τις διαδικασίες ανάθεσης των δημοσίων έργων που εκτελούνται στα κράτη μέλη για λογαριασμό του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με βάση τις ακόλουθες αρχές: απαγόρευση των τεχνικών προδιαγραφών που έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διακρίσεων, επαρκή δημοσιότητα των διαγωνισμών και θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων συμμετοχής.
Η οδηγία, που εφαρμόζεται σε συμβάσεις έργων αξίας ίσης ή μεγαλύτερης του ενός εκατομμυρίου ευρωπαϊκών λογιστικών μονάδων, προβλέπει, στον τίτλο III, άρθρα 12 και επόμενα, μεταξύ άλλων, την τήρηση της προσήκουσας δημοσιότητας για τις προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών, η οποία να παρέχει σε όλους τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες της Κοινότητας τη δυνατότητα να πληροφορηθούν το διαγωνισμό και ενδεχομένως να συμμετάσχουν. Δυνάμει του άρθρου 12, οι προκηρύξεις πρέπει να αποστέλλονται στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που μεριμνά για τη δημοσίευση τους στην Επίσημη Εφημερίδα εντός 9ημερών από την ημερομηνία της αποστολής. Το άρθρο 15 προβλέπει τη δυνατότητα ταχείας διαδικασίας, η οποία συντομεύει από 9 σε 5ημέρες την προθεσμία δημοσίευσης που παρέχεται στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων και σε 12 και 10ημέρες τις προθεσμίες παραλαβής των αιτήσεων συμμετοχής ή των προσφορών αντίστοιχα.
Το άρθρο 9 της οδηγίας εξαιρεί μια σειρά περιπτώσεων από την εφαρμογή των διατάξεων της περί δημοσιότητας. Συγκεκριμένα τα στοιχεία β ) και δ ) προβλέπουν αποκλίσεις:
« όταν για τεχνικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους ή για λόγους σχετιζόμενους με την προστασία δικαιωμάτων αποκλειστικότητος τα έργα δύνανται να εκτελεσθούν μόνο από ορισμένο ανάδοχο » [ στοιχείο β ) ]
και
« κατά το απολύτως αναγκαίο μέτρο, όταν για λόγους κατεπείγοντος που προκύπτουν από γεγονότα μη δυνάμενα να προβλεφθούν από τις αναθέτουσες αρχές δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες που τάσσονται από άλλες διαδικασίες » [ στοιχείο δ ) ].
2.
Με απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 1979 το δημοτικό συμβούλιο του Μιλάνου ενέκρινε, προσδίδοντας της έτσι νομική ισχύ, την απόφαση 0251-0561 της 18ης Ιουλίου 1979 της διοικούσας επιτροπής της Azienda Municipale Netteza Urbana di Milano (AMNU - δημοτική επιχείρηση καθαριότητας της πόλης του Μιλάνου), με την οποία η επιχείρηση αυτή ανέθεσε απευθείας σε τρεις συμπράττουσες ιταλικές επιχειρήσεις την κατασκευή ενός εργοστασίου ανακυκλώσεως των αστικών στερεών απορριμμάτων αξίας 27 δισεκατομμυρίων λιρετών.
Η απευθείας ανάθεση απέκλειε τη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού για το έργο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως ορίζει η προαναφερθείσα οδηγία 71/305, και εμπόδιζε τη συμμετοχή άλλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων που ενδεχομένως ενδιαφέρονταν για το έργο.
3.
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής επέστησαν επανειλημμένα κατά τα έτη 1980 και 1981 την προσοχή των ιταλικών αρχών στο γεγονός ότι η ακολουθούμενη διαδικασία ανάθεσης δεν συμβιβαζόταν με τις διατάξεις της οδηγίας.
Οι ιταλικές αρχές ισχυρίστηκαν επί της ουσίας ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπό κατασκευή εγκατάστασης απαιτούσαν εργασίες, η εκτέλεση των οποίων από την κοινοπραξία των επιχειρήσεων στις οποίες έγινε η ανάθεση παρείχε μεγαλύτερα εχέγγυα αποτελεσματικότητας και καθιστούσε δυνατή μεγαλύτερη παραγωγή υλικών εξ ανακυκλώσεως από ό,τι οι εγκαταστάσεις που υπήρχαν την εποχή εκείνη στην Ευρώπη, και ότι για την κατασκευή αυτού του τύπου εγκαταστάσεων ήταν αναγκαία η αξιοποίηση των δικαιωμάτων αποκλειστικότητας των εν λόγω επιχειρήσεων. Ο δήμος του Μιλάνου ισχυρίστηκε επιπλέον ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαίρεσης του άρθρου 9, στοιχείο δ), της οδηγίας, δηλαδή « λόγοι κατεπείγοντος που προκύπτουν από γεγονότα μη δυνάμενα να προβλεφθούν » και ότι η εξαίρεση αυτή περιορίστηκε στο απολύτως αναγκαίο μέτρο.
4.
Η Επιτροπή θεωρώντας ότι οι πληροφορίες και οι διευκρινίσεις που είχαν δοθεί δεν ήταν ικανοποιητικές κίνησε, με έγγραφο της 1ης Αυγούστου 1983, τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, καλώντας τις ιταλικές αρχές να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του θέματος εντός δύο μηνών.
5.
Με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1983 η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ιταλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες διαβίβασε στην Επιτροπή ένα σημείωμα του δημάρχου Μιλάνου, με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου 1983, που περιείχε τις εν λόγω παρατηρήσεις. Στο έγγραφο αυτό ο δήμαρχος Μιλάνου αμφισβητούσε τις παρατηρήσεις της Επιτροπής και επέμενε στην εφαρμογή εν προκειμένω των αποκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 9, στοιχεία β ) και δ ), της οδηγίας 71/305.
Ως προς το άρθρο 9, στοιχείο β ), ο δήμαρχος υπογράμμισε ότι η τεχνική συμβουλευτική επιτροπή που ορίστηκε από τη δημοτική επιχείρηση AMNU κατέληξε στο συμπέρασμα όχι μόνο ότι η προτεινόμενη από τις τρεις ιταλικές επιχειρήσεις εγκατάσταση ήταν ανώτερη από τις υπάρχουσες στην Ευρώπη, αλλά και ότι για την κατασκευή αυτού του τύπου της εγκατάστασης ήταν αναγκαία η αξιοποίηση των δικαιωμάτων αποκλειστικότητας των επιχειρήσεων αυτών.
Ως προς το άρθρο 9, στοιχείο δ ), προσδιόρισε ότι τα τρία στοιχεία που δικαιολογούσαν την εφαρμογή της απόκλισης συνίσταντο στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
—
Γεγονός μη δννάμενο να προβλεφθεί: ατύχημα του Seveso και συνεπώς επείγουσα ανάγκη αντικατάστασης της συμπληρωματικής εγκατάστασης για την αποτέφρωση των απορριμμάτων, η κατασκευή της οποίας είχε μεν προγραμματιστεί αρχικά, αλλά ακολούθως αποδείχτηκε αδύνατο να εκτελεστεί λόγω της αρνητικής γνώμης που εξέφρασε η περιφέρεια της Λομβαρδίας όταν διαπιστώθηκε ότι ο κλίβανος αποτεφρώσεως εξέπεμπε διοξίνη.
—
Η κατεπείγουσα φύση του προβλήματος της διάθεσης των αστικών απορριμμάτων μετά το κλείσιμο ορισμένων τόπων εναποθέσεως απορριμμάτων, την αχρήστευση του ενός από τους δύο κλιβάνους αποτεφρώσεως και την περιορισμένη χρησιμοποίηση του άλλου.
—
Οι προβλεφθείσες εγκαταστάσεις περιορίζονταν στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, δηλαδή στην αντικατάσταση των δύο υφισταμένων και των δύο προγραμματισμένων κλιβάνων αποτεφρώσεως από μια νέα εγκατάσταση ανακυκλώσεως.
6.
Η Επιτροπή, επειδή δεν θεώρησε ικανοποιητικές τις παρατηρήσεις αυτές, εξέδωσε στις 13 Μαρτίου 1984 αιτιολογημένη γνώμη κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία καλούσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός 30ημερών από την κοινοποίηση. Η αιτιολογημένη γνώμη περιείχε την ακόλουθη διευκρίνιση:
« Ως αναγκαίο μέτρο νοείται ιδίως η εκ μέρους του δήμου του Μιλάνου ανάληψη εγγράφως της υποχρεώσεως να τηρεί στο μέλλον όλες τις διατάξεις της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ. »
7.
Σε συνέχεια της αιτιολογημένης γνώμης οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν ένα έγγραφο με το οποίο ο Υπουργός Εσωτερικών επιφόρτιζε το νομάρχη Μιλάνου να ζητήσει από την πόλη του Μιλάνου να φροντίζει στο μέλλον για την απόλυτη τήρηση της οδηγίας, καθώς και την έγγραφη δήλωση του δημάρχου του Μιλάνου της 19ης Μαρτίου 1984, με την οποία ο δήμαρχος:
« ... αν και πεπεισμένος ότι οι δημοτικές αρχές ενήργησαν νομίμως, όπως και σε κάθε άλλη περίσταση, εγκρίνοντας την απευθείας ανάθεση του έργου της κατασκευής του εργοστασίου ανακύκλωσης των αστικών απορριμμάτων,
δηλώνει
με την παρούσα, όπως ζητείται με την προαναφερθείσα αιτιολογημένη γνώμη, ότι ο δήμος του Μιλάνου θα ενεργεί και στο μέλλον σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, περιλαμβανομένων και όλων των διατάξεων της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ, τις οποίες θα τηρεί πλήρως τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς την ουσία ».
8.
Η Επιτροπή δεν έκρινε ικανοποιητική τη δήλωση του δημάρχου του Μιλάνου, υπογραμμίζοντας, αφενός μεν, τον προδήλως διφορούμενο χαρακτήρα του κειμένου, το οποίο, κατά τη γνώμη της, δεν παρείχε καμιά αποτελεσματική εγγύηση για το μέλλον και, αφετέρου, τις πληροφορίες που είχε, ότι ο δήμος του Μιλάνου είχε προβεί και σε άλλη ανάθεση για τον ίδιο τύπο έργου, χωρίς να τηρήσει, για μία ακόμη φορά, τις διατάξεις της οδηγίας 71/305.
9.
Ως εκ τούτου, με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουνίου 1985, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή δυνάμει του άρθρου 169, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
10.
Η γραπτή διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
11.
Στην απάντηση της η Επιτροπή εκθέτει ορισμένα νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληροφορήθηκε μετά την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως της ιταλικής κυβέρνησης: οι εργασίες κατασκευής του εργοστασίου ανακυκλώσεως που αποφασίστηκαν το 1979 δεν άρχισαν ποτέ. Το 1984 ο δήμος του Μιλάνου αποφάσισε την κατασκευή της επίμαχης εγκατάστασης στην περιφέρεια του Muggiano και η AMNU υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αίτηση χρηματοδοτήσεως, επί της οποίας ζητήθηκε από την Επιτροπή να δώσει τη γνώμη της' τότε έλαβε η Επιτροπή γνώση του γεγονότος που θεώρησε ως νέα παράβαση, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο πάντα για την ίδια εγκατάσταση.
Η Επιτροπή πληροφορήθηκε ακόμη ότι ενώπιον του Tribunale amministrativo της Λομβαρδίας εκκρεμεί προσφυγή κατά της απευθείας αναθέσεως το 1979 του έργου της εγκατάστασης το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Παρατηρεί ότι δεν αποκλείεται να υποβληθεί στην υπόθεση αυτή αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
Η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβήτησε τα νέα αυτά πραγματικά περιστατικά.
12.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε ωστόσο την ιταλική κυβέρνηση να απαντήσει εγγράφως σε ορισμένα ερωτήματα, όπως φαίνεται πιο κάτω στο σημείο IV.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο: αφού απορρίψει όλα τα άλλα αιτήματα
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, και ειδικότερα ο δήμος του Μιλάνου ως οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως, αποφασίζοντας να προβεί σε απευθείας ανάθεση του έργου της κατασκευής ενός εργοστασίου ανακυκλώσεως των αστικών στερεών απορριμμάτων και παραλείποντας έτσι τη δημοσίευση προκηρύξεως διαγωνισμού για το έργο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας 71/305, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
III — Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί τον παραόεκτον της προοιρνγής
1.
Η ιταλική κυβέρνηση, στο υπόμνημα αντικρούσεως της, προτείνει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής της Επιτροπής, την οποία στηρίζει στο γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές συμμορφώθηκαν με την αιτιολογημένη γνώμη.
Με την αιτιολογημένη γνώμη η Επιτροπή κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας 30ημερών. Μόλις της γνωστοποιήθηκε η γνώμη, η ιταλική κυβέρνηση πήρε τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για τη συμμόρφωση της μέσα στην προθεσμία που της έταξε η Επιτροπή. Ο δήμαρχος του Μιλάνου, συμμορφούμενος προς την πρόσκληση του Υπουργείου Εσωτερικών, προέβη στις 19 Απριλίου 1984 στη δήλωση με την οποία εγγυήθηκε επισήμως ότι οι διοικητικές ενέργειες του δήμου του Μιλάνου θα ήταν στο εξής σύμφωνες με τις διατάξεις της επίμαχης οδηγίας.
Η ιταλική κυβέρνηση αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής, κατά τα οποία:
α)
ο προφανώς διφορούμενος χαρακτήρας της δήλωσης του δημάρχου του Μιλάνου δεν παρέχει καμία πραγματική εγγύηση για το μέλλον
β)
η προηγούμενη άποψη επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, εκ των υστέρων ή παράλληλα με τις δηλώσεις αυτές, ο δήμος του Μιλάνου προέβη σε άλλη ανάθεση για τον ίδιο τύπο έργου, χωρίς να τηρήσει, για μία ακόμα φορά, τις διατάξεις της οδηγίας.
α)
Ως προς τον διφορούμενο χαρακτήρα της δήλωσης του δημάρχου του Μιλάνου, η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι από τη διατύπωση της δεν μπορεί να συναχθεί καμία αντίφαση που να καθιστά κενή περιεχομένου την παροχή της εγγύησης για το μέλλον. Πράγματι, με την έκφραση που εμφανίζεται στο προοίμιο της δήλωσης: « ... αν και πεπεισμένος ότι οι δημοτικές αρχές ενήργησαν νομίμως... », ο δήμαρχος του Μιλάνου, υποστηρίζοντας την αντικειμενική νομιμότητα της ενέργειας του, δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν αβάσιμη η αιτίαση που είχε διατυπωθεί στη γνώμη, αλλά περιορίστηκε να εκφράσει την υποκειμενική του κρίση, χωρίς πρόθεση αντιπαράθεσης με την άποψη που είχε εκφραστεί στη γνώμη. Κατά την ιταλική κυβέρνηση, το μόριο « pur » ( αν και), με το οποίο αρχίζει η φράση, δείχνει σαφώς και κατηγορηματικά ότι η βούληση του δήμου να δεχτεί την άποψη που διατυπωνόταν στην αιτιολογημένη γνώμη υπερίσχυε της πεποίθησης του δήμου. Επιπλέον, η γνώμη δεν ζητούσε επίσημη αναγνώριση της καταλογιζόμενης παράβασης, αλλά αποκλειστικά μια δήλωση που θα παρείχε ορισμένες εγγυήσεις ως προς τη μελλοντική τήρηση των διατάξεων της οδηγίας.
β)
Ως προς το δεύτερο λόγο που επικαλείται η Επιτροπή προς στήριξη της αιτιάσεως της ότι ο δήμος του Μιλάνου διέπραξε και μεταγενέστερα παράβαση συνάπτοντας μια άλλη σύμβαση έργου, η ιταλική κυβέρνηση κρίνει καταρχάς, στο υπόμνημα αντικρούσεως, ότι η Επιτροπή δεν μπορεί, χωρίς να έχει τηρήσει τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 169 της Συνθήκης, να επικαλεστεί προς στήριξη της άποψης της άλλη αιτίαση, την οποία θα έπρεπε να εξετάσει το Δικαστήριο στη συνέχεια δε, με την ανταπάντηση, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε διαπράχθηκε η φερόμενη ως δεύτερη παράβαση.
2.
Η Επιτροπή δεν συμφωνεί σε κανένα από αυτά τα δύο σημεία με την καθής.
α)
Ως προς τον διφορούμενο χαρακτήρα της δήλωσης του δημάρχου Μιλάνου, η Επιτροπή αρχίζει αιτιολογώντας το περιεχόμενο της δήλωσης αναλήψεως υποχρεώσεως, την οποία απαίτησε από την ιταλική κυβέρνηση με την αιτιολογημένη γνώμη της: η απαίτηση να αναλάβει ο δήμος του Μιλάνου την υποχρέωση να τηρεί στο μέλλον τις διατάξεις της οδηγίας οφειλόταν στο ότι η Επιτροπή θεωρούσε ότι κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αιτιολογημένης γνώμης θα είχαν περατωθεί οι εργασίες κατασκευής του εργοστασίου ανακύκλωσης, δεδομένου ότι τέσσερα χρόνια νωρίτερα, προκειμένου να δικαιολογήσει την απευθείας ανάθεση, ο δήμος είχε επικαλεστεί λόγους κατεπείγοντος, οπότε ήταν αδύνατο πλέον να ακυρωθεί η επίδικη δημοτική απόφαση ή να εμποδιστεί η υλοποίηση της. Ως εκ τούτου, το μόνο μέτρο που μπορούσε να ληφθεί ήταν η επίσημη ανάληψη υποχρεώσεως για το μέλλον.
Κατά την Επιτροπή, η ανάληψη υποχρεώσεως την οποία ζήτησε από την ιταλική κυβέρνηση προϋπέθετε αναγνώριση, τουλάχιστον σιωπηρή, της παράβασης της οδηγίας. Το στοιχείο όμως αυτό έλειπε τελείως από τη δήλωση του δημάρχου Μιλάνου, που, αντίθετα, χαρακτηριζόταν σαφώς από ενδόμυχη επιφύλαξη: στη δήλωση αναφέρεται, κατ' ουσία, ότι ο δήμος θα τηρεί και στο μέλλον, όπως και στο παρελθόν, τις κοινοτικές διατάξεις σε θέματα συμβάσεων δημοσίων έργων, πράγμα που σημαίνει ότι θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο, παραβιάζοντας τις διατάξεις της οδηγίας. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο δήμος του Μιλάνου, για να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, όχι μόνο έπρεπε να δεσμευτεί για το μέλλον, αλλά και να παραδεχτεί ότι ενήργησε εσφαλμένα και στο παρελθόν.
β)
Όσον αφορά τη μεταγενέστερη παράβαση της οδηγίας με την ανάθεση του έργου μιας νέας εγκατάστασης, η Επιτροπή παραδέχεται ότι οι πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση της μέσω της αιτήσεως για χρηματοδότηση που υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αφορούσαν την κατασκευή της ίδιας εγκατάστασης, για την οποία η σύμβαση είχε συναφθεί το 1979. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι την ευθύνη για την ανακρίβεια του πραγματικού αυτού γεγονότος έχει κατά ένα μέρος η Ιταλική Δημοκρατία, επειδή δεν απάντησε στα ερωτήματα που της απηύθυνε η Επιτροπή σχετικά με τη φερόμενη ως νέα παράβαση και σιώπησε στο υπόμνημα αντικρούσεως, όπου δεν περιέχεται καμία αντίκρουση των ισχυρισμών της Επιτροπής σχετικά με τη δεύτερη ανάθεση.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα νέα αυτά πραγματικά περιστατικά δεν πρέπει να εμποδίσουν την ομαλή εξέλιξη της παρούσας διαδικασίας.
Β — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των όιαοίκων επί της ουσίας
1.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ιταλική κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει χρήση των εξαιρέσεων των στοιχείων β) και δ) του άρθρου 9 της οδηγίας 71/305.
α)
Επί του άρθρον 9, στοιχείο β)
Η Επιτροπή δεν δέχεται τα επιχειρήματα που προβάλλει η ιταλική κυβέρνηση, κατά τα οποία, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του εργοστασίου που έπρεπε να κατασκευαστεί, η εκτέλεση του έργου δεν μπορούσε να ανατεθεί, κατά το χρόνο της αναθέσεως του, παρά μόνο στην κοινοπραξία των επιχειρήσεων στις οποίες έγινε η ανάθεση. Κατά το δήμο του Μιλάνου, μόνο η κοινοπραξία αυτή διέθετε τις ειδικευμένες γνώσεις και τα δικαιώματα αποκλειστικότητας που ήταν απαραίτητα για την κατασκευή ενός εργοστασίου τέτοιου είδους.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι κατά το χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως υπήρχαν στην Κοινότητα και άλλες επιχειρήσεις ικανές να κατασκευάσουν τέτοιο εργοστάσιο' ότι ο δήμος του Μιλάνου ουδέποτε έδωσε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα αποκλειστικότητας των επιχειρήσεων στις οποίες έγινε η ανάθεση, λόγω των οποίων αυτές μόνο μπορούσαν να κατασκευάσουν ένα τέτοιο εργοστάσιο και, τέλος, ότι ο δήμος του Μιλάνου δεν απέδειξε — μολονότι το βάρος αποδείξεως φέρει η δημόσια αρχή που επιθυμεί να εφαρμόσει την εξαίρεση του άρθρου 9, στοιχείο β ), της οδηγίας — το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις στις οποίες έγινε η ανάθεση ήταν, κατά την εποχή εκείνη, οι μόνες που μπορούσαν να κατασκευάσουν το επίμαχο εργοστάσιο.
β )
Επί του άρθρου 9, στοιχείο β)
Η Επιτροπή θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαίρεσης του άρθρου αυτού της οδηγίας: « λόγοι κατεπείγοντος που προκύπτουν από γεγονότα μη δυνάμενα να προβλεφθούν ». Κατά την Επιτροπή οι δηλώσεις του δήμου του Μιλάνου, ιδίως ότι από πολλά χρόνια προγραμμάτιζε την κατασκευή του εργοστασίου διάθεσης των αστικών απορριμμάτων, αντιφάσκουν προς την επίκληση των «λόγων κατεπείγοντος». Εξάλλου ούτε τα γεγονότα του Seveso ούτε η αρνητική γνώμη της περιφέρειας της Λομβαρδίας μπορούσαν να αποτελέσουν « γεγονότα μη δυνάμενα να προβλεφθούν », αφού δεν μετέβαλαν ουσιωδώς τις επιδιώξεις του δήμου, εκτός ίσως από τον τύπο και τα χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων. Τα γεγονότα των οποίων γίνεται επίκληση και τα οποία χαρακτηρίζονται ως «απρόβλεπτα» είχαν αντίθετα προβλεφθεί και ήταν γνωστά περισσότερο από ένα χρόνο πριν. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ακόμα στην απάντηση της ότι το γεγονός ότι οι εργασίες δεν άρχισαν επί πολλά χρόνια μετά την ανάθεση αποδεικνύει αναμφίβολα ότι δεν μπορεί να γίνεται με σοβαρότητα επίκληση του επείγοντος.
2.
Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί στο υπόμνημα αντικρούσεως ότι δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε σκόπιμο να υποβάλει παρατηρήσεις επί της ουσίας, έστω και επικουρικά σε σχέση με το πρωτεύον ζήτημα του παραδεκτού. Οι λόγοι που δημιούργησαν στο δήμο του Μιλάνου την πεποίθηση ότι νομίμως έκανε χρήση των δυνατοτήτων που παρέχονται από την οδηγία 71/305 εξετέθησαν διεξοδικά κατά τη διοικητική φάση.
IV — Απαντήσεις στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην ιταλική κυβέρνηση
Το Δικαστήριο κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση να του γνωστοποιήσει για ποιους λόγους το έργο που ανατέθηκε το 1979 δεν εκτελέστηκε στη συνέχεια και να το πληροφορήσει, όσον αφορά την προβλεπόμενη εγκατάσταση στο Muggiano, αν είναι η ίδια όπως η προβλεπόμενη με το σχέδιο του 1979, αν η κατασκευή της ανατέθηκε στις ίδιες επιχειρήσεις όπως το έργο του 1979 και σε ποια φάση βρίσκεται η κατασκευή της.
Η ιταλική κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 18ης Αυγούστου 1986 ότι η καθυστέρηση της εκτέλεσης του σχεδίου του 1979 οφείλεται στο ότι το Δεκέμβριο 1982 τέθηκε σε εφαρμογή νέα εσωτερική νομοθεσία για τη διάθεση των απορριμμάτων, σε εκτέλεση των σχετικών οδηγιών ΕΟΚ, πράγμα που επέβαλλε σημαντικές τροποποιήσεις στα σχέδια της εγκατάστασης που είχε ανατεθεί αρχικά.
Όσον αφορά την εγκατάσταση που πρόκειται να κατασκευαστεί στο Muggiano, η ιταλική κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι είναι η ίδια με αυτή της οποίας η κατασκευή ανατέθηκε το 1979 και ότι θα κατασκευαστεί από τους ίδιους εργολάβους. Οι δε εργασίες στην εγκατάσταση του Muggiano βρίσκονται σήμερα στο προκαταρκτικό στάδιο της κατασκευής.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 10ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 199/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Guido Berardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, επίσης μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, και ειδικότερα ο δήμος του Μιλάνου ως οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως, αποφασίζοντας να προβεί σε απευθείας ανάθεση του έργου της κατασκευής ενός εργοστασίου ανακυκλώσεως των αστικών στερεών απορριμμάτων και παραλείποντας έτσι τη δημοσίευση προκηρύξεως διαγωνισμού για το έργο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας 71/305, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. F. O'Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 6ης Νοεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουνίου 1985 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, και ειδικότερα ο δήμος του Μιλάνου ως οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως, αποφασίζοντας να αναθέσει απευθείας το έργο της κατασκευής ενός εργοστασίου ανακυκλώσεως των στερεών απορριμμάτων της πόλης και παραλείποντας έτσι τη δημοσίευση προκηρύξεως διαγωνισμού για το έργο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας 71/305 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί του συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7 ).
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Ι — Επί τοο παραδεκτού
3
Η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής. Υποστηρίζει ότι συμμορφώθηκε πλήρως προς την αιτιολογημένη γνώμη που εξέδωσε η Επιτροπή και ότι συνεπώς είναι απαράδεκτο η Επιτροπή να ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης.
4
Με την αιτιολογημένη γνώμη που εξέδωσε κατά τη διάρκεια της διοικητικής προδικασίας η Επιτροπή καλούσε την Ιταλική Δημοκρατία « να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την παρούσα αιτιολογημένη γνώμη εντός 30ημερών από την κοινοποίηση της παρούσας », προσδιορίζοντας στην τελευταία παράγραφο ότι « ως αναγκαίο μέτρο νοείται κυρίως η εκ μέρους του δήμου του Μιλάνου ανάληψη εγγράφως της υποχρεώσεως να τηρεί στο μέλλον όλες τις διατάξεις της οδηγίας 71/305 ».
5
Κατόπιν της εκδόσεως της αιτιολογημένης αυτής γνώμης, οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή αντίγραφο του εγγράφου με το οποίο ο Υπουργός Εσωτερικών ανέθετε στο νομάρχη Μιλάνου να ζητήσει από το δήμο Μιλάνου να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε στο μέλλον να τηρείται πλήρως η οδηγία, καθώς και έγγραφη δήλωση του δημάρχου του Μιλάνου, της 19ης Απριλίου 1984, με την οποία ο δήμαρχος:
« ... αν και πεπεισμένος ότι οι δημοτικές αρχές ενήργησαν νομίμως, όπως και σε κάθε άλλη περίσταση, εγκρίνοντας την απευθείας ανάθεση του επίμαχου έργου της κατασκευής του εργοστασίου ανακυκλώσεως των αστικών απορριμμάτων,
δηλώνει
με την παρούσα, όπως ζητείται μ£ την προαναφερθείσα αιτιολογημένη γνώμη, ότι ο δήμος του Μιλάνου θα ενεργεί και στο μέλλον σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, περιλαμβανομένων και όλων των διατάξεων της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ, τις οποίες θα τηρεί πλήρως, τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς την ουσία. »
6
Ακολούθως, όπως συνάγεται από το φάκελο της υποθέσεως, η εκτέλεση του σχεδιαζόμενου έργου της κατασκευής των εγκαταστάσεων, η ανάθεση του οποίου είχε αμφισβητηθεί με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, καθυστέρησε αρκετά και χρειάστηκε να υποστεί σημαντικές τροποποιήσεις. Δεν έγινε ωστόσο καμία ενέργεια προκειμένου να κινηθεί εκ νέου η διαδικασία ανάθεσης σύμφωνα με το περιεχόμενο της αιτιολογημένης γνώμης.
7
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το σύστημα που θεσπίζεται με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό να αποφεύγεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω της συμπεριφοράς κράτους μέλους, όταν το κράτος αυτό, αφού κινηθεί από την Επιτροπή η διαδικασία λόγω παραβάσεως, παραδέχεται τη διάπραξη της παράβασης για την οποία κατηγορείται και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την παύση της παραβάσεως εντός της προθεσμίας που του τάσσει η Επιτροπή.
8
Εν προκειμένω πρέπει να γίνει δεκτό, αφενός, ότι η δήλωση που υπογράφηκε από το δήμαρχο Μιλάνου θέτει υπό αμφισβήτηση την άποψη που εξέφρασε η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη ως προς την ύπαρξη παραβάσεως και, αφετέρου, ότι οι ιταλικές αρχές δεν έλαβαν κανένα πρακτικό μέτρο που να συνεπάγεται την αποδοχή αυτής της άποψης.
9
Υπ' αυτές τις περιστάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία συμμορφώθηκε προς την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και ότι, κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτη η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης. Άρα, η προσφυγή είναι παραδεκτή.
II — Επί της ουσίας
10
Παραπέμποντας στις παρατηρήσεις του δήμου Μιλάνου που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή κατά τη διοικητική προδικασία, η καθής επικαλέστηκε το άρθρο 9, στοιχεία β ) και δ ), της οδηγίας 71/305 για να δικαιολογήσει την απευθείας ανάθεση του επίμαχου έργου.
11
Κατά την καθής δηλαδή, προϋπόθεση για την κατασκευή του τύπου της προβλεπόμενης εγκατάστασης ήταν η αξιοποίηση των δικαιωμάτων αποκλειστικότητας των επιχειρήσεων στις οποίες έγινε η ανάθεση και, αφετέρου, κατόπιν ορισμένων γεγονότων, και κυρίως του ατυχήματος του Seveso, η κατασκευή της προβλεπόμενης εγκατάστασης ήταν εξαιρετικά επείγουσα.
12
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η οδηγία 71/305 έχει ως σκοπό να διευκολύνει την πραγματική υλοποίηση μέσα στην Κοινότητα της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σχετικά με τις συμβάσεις δημοσίων έργων. Για το σκοπό αυτό θεσπίζει κοινούς κανόνες, ιδίως επί θεμάτων δημοσιότητας και συμμετοχής, ώστε όλοι οι εργολήπτες της Κοινότητας να έχουν δυνατότητα συμμετοχής στις διαδικασίες για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων στα διάφορα κράτη μέλη.
13
Το άρθρο 9 της οδηγίας αυτής επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές να εξαιρούν τη σύναψη δημοσίων έργων από τις κοινοτικές διατάξεις, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου 10, σε μια σειρά περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων εκείνες που προβλέπονται στα στοιχεία β ) και δ ):
« όταν για τεχνικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους ή για λόγους σχετιζόμενους με την προστασία δικαιωμάτων αποκλειστικότητος τα έργα δύνανται να εκτελεστούν μόνο από ορισμένο ανάδοχο » [ στοιχείο β ) ] ·
και
« κατά το απολύτως αναγκαίο μέτρο, όταν για λόγους κατεπείγοντος που προκύπτουν από γεγονότα μη δυνάμενα να προβλεφθούν από τις αναθέτουσες αρχές δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες που τάσσονται από άλλες διαδικασίες » [ στοιχείο δ)]·
14
Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες επιτρέπουν αποκλίσεις από τους κανόνες που σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τη δυνατότητα ασκήσεως των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, το δε βάρος αποδείξεως του ότι συντρέχουν πράγματι οι έκτακτες περιστάσεις που δικαιολογούν την απόκλιση φέρει όποιος τις επικαλείται.
15
Εν προκειμένω δεν προσκομίστηκε κανένα πραγματικό στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι συνέτρεχαν οι περιστάσεις που δικαιολογούν τις αποκλίσεις που προβλέπονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις. Ως εκ τούτου η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή, χωρίς να υπάρχει ανάγκη έρευνας σε βάθος των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
16
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι, λόγω της απόφασης του δήμου του Μιλάνου να προβεί σε απευθείας ανάθεση του έργου της κατασκευής ενός εργοστασίου ανακυκλώσεως των αστικών στερεών απορριμμάτων και της παράλειψης του να δημοσιεύσει προκήρυξη διαγωνισμού για το έργο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας του Συμβουλίου 71/305, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων.
Επί των δικαστικών εξόδων
17
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα επειδή η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Λόγω της απόφασης του δήμου του Μιλάνου να προβεί σε απευθείας ανάθεση του έργου της κατασκευής ενός εργοστασίου ανακυκλώσεως των αστικών στερεών απορριμμάτων και της παράλειψης του να δημοσιεύσει προκήρυξη διαγωνισμού για το έργο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας του Συμβουλίου 71/305, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων.
2)
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
O'Higgins
Schockweiler
Koopmans
Bahlmann
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Μαρτίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy