Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Εκτέλεση μέσω "τεχνικών κανόνων" που στερούνται νομικής αξίας - Δεν επιτρέπεται
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 189, εδάφιο 3 οδηγία του Συμβουλίου 67/548, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 79/831 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση 208/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους C . Bail και J . Grunwald, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ . Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης από τον Seidel, Ministerialrat, και τον P . Rohland, Oberregierungsrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, επικουρούμενο από το δικηγόρο D . Knopp, Heumarkt 14, D-5000 Koeln 1, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Emile-Reuter, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν εξέδωσε τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/831/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 1979, με την οποία τροποποιήθηκε για έκτη φορά η οδηγία 67/548/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικινδύνων ουσιών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G . Bosco, O . Due και G . G . Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T . Koopmans, K . Bahlmann, Κ . Κακούρη, R . Joliet και F . Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : J . L . da Cruz Vilaca
γραμματέας : D . Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 11ης Φεβρουαρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Απριλίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Ιουλίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν εξέδωσε όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/831 του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 1979, με την οποία τροποποιήθηκε για έκτη φορά η οδηγία 67/548 περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικινδύνων ουσιών ( ΕΕ ειδ . έκδ . 13/009, σ . 13 ).
2 Η Επιτροπή, θεωρεί ότι τα μέτρα που ελήφθησαν και συγκεκριμένα ο γερμανικός νόμος περί χημικών προϊόντων, της 16ης Σεπτεμβρίου 1980 ( Chemikaliengesetz, BGBl . I, σ . 1718 ), καθώς και η κανονιστική απόφαση περί επικινδύνων ουσιών χρησιμοποιούμενων στην παραγωγή και τη βιομηχανία ( στο εξής : απόφαση περί βιομηχανικών ουσιών ), της 11ης Φεβρουαρίου 1982 ( Verordnung oeber gefaehrliche Arbeitsstoffe, BGBl . σ . 144 ), δεν διασφαλίζουν την ικανοποιητική μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική νομοθεσία .
3 Μετά από τις παρατηρήσεις της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ιδίως τον ισχυρισμό της ότι η κανονιστική απόφαση περί επικινδύνων ουσιών, της 18ης Δεκεμβρίου 1985, που εκδόθηκε εν τω μεταξύ, έλαβε πλήρως υπόψη τις απόψεις που διατύπωσε η Επιτροπή επί των επιδίκων σημείων, η Επιτροπή παραιτήθηκε, με το υπόμνημα απαντήσεως και με έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1987 που απέστειλε προς το Δικαστήριο μετά την προφορική διαδικασία, από ορισμένες αιτιάσεις που είχε διατυπώσει στο δικόγραφο της προσφυγής . Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστούν στη συνέχεια οι αιτιάσεις στις οποίες εμμένει .
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Επί του άρθρου 11, παράγραφος 3, της οδηγίας
5 Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 67/548, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 79/831, η ονομασία μιας ουσίας που δεν έχει χαρακτηρισθεί ως επικίνδυνη μπορεί, για διάστημα τριών ετών, να αναγράφεται υπό κωδική μορφή στον κατάλογο που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, και τηρεί η Επιτροπή, αν η αρμόδια εθνική υπηρεσία στην οποία έχει γίνει η κοινοποίηση το ζητήσει λόγω των προβλημάτων εμπιστευτικότητας που θα δημιουργούσε η δημοσίευση της ονομασίας της σχετικής ουσίας . Η Επιτροπή αιτιάται την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανδίας, στο δικόγραφο της προσφυγής της, ότι παρέλειψε να μεταφέρει τη δυνατότητα αυτή στην εθνική νομοθεσία, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει η δυνατότητα προστασίας του απορρήτου την οποία παρέχει η εν λόγω διάταξη της οδηγίας . Στο υπόμνημα απαντήσεώς της υποστηρίζει αντίθετα ότι η μη μεταφορά του άρθρου 11, παράγραφος 3, έχει ως αποτέλεσμα, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, να παρέχει στον κοινοποιούντα το δικαίωμα διατηρήσεως του απορρήτου της χημικής ονομασίας χωρίς χρονικό περιορισμό, ενώ η οδηγία περιορίζει σε τρία έτη την προστασία του απορρήτου .
6 Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας παρατηρεί ότι, ενώ στο δικόγραφο της προσφυγής η αιτίαση συνίστατο στην ανεπάρκεια της προστασίας του απορρήτου που παρέχει η κοινοτική διάταξη, στο υπόμνημα απαντήσεως η αιτίαση αντιστρέφεται, διότι της προσάπτεται ότι διασφαλίζει απεριόριστη προστασία του απορρήτου . Υποστηρίζει ότι πρόκειται συνεπώς για αιτίαση που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο υπόμνημα απαντήσεως, χωρίς να περιλαμβάνεται στο αντικείμενο της προσφυγής και χωρίς να έχει αναφερθεί κατά το διοικητικό στάδιο της διαδικασίας, γεγονός που συνεπάγεται το απαράδεκτο της αιτιάσεως .
7 Πρέπει σχετικώς να σημειωθεί ότι το άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας περιλαμβάνει δύο επιταγές : αφενός μεν, στο εδάφιο 1 προβλέπει ότι οι εθνικές αρχές μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να αναγράψει υπό κωδική μορφή την ουσία που τους κοινοποιήθηκε στο σχετικό κατάλογο που τηρεί η Επιτροπή, ο τρόπος τηρήσεως του οποίου καθορίστηκε με την απόφασή της 84/71 της 21ης Δεκεμβρίου 1984 ( ΕΕ L 30, σ . 33 ) αφετέρου δε, στο εδάφιο 2 προβλέπει ότι "μια ουσία δεν μπορεί να αναγράφεται στον κατάλογο υπό κωδικοποιημένη μορφή για χρονικό διάστημα πέραν των τριών ετών ".
8 Η Επιτροπή, στο δικόγραφο της προσφυγής της, παρά τη γενική αναφορά στο άρθρο 11, παράγραφος 3, αναφερόταν ειδικότερα στο πρώτο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως, όπως προκύπτει από τις συνέπειες που απέδιδε στην καταλογιζόμενη παράβαση, δηλαδή την ανεπαρκή προστασία του απορρήτου . Ωστόσο, στο υπόμνημα απαντήσεώς της και μετά από τις εξηγήσεις της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο υπόμνημα αντικρούσεως, αιτιάται πλέον την εθνική νομοθεσία για το γεγονός ότι παρέχει απεριόριστη προστασία του απορρήτου, αιτίαση που δεν μπορεί παρά να αφορά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 11 .
9 Συνεπώς, η Επιτροπή παραιτήθηκε από την αιτίαση που είχε διατυπώσει στο δικόγραφο της προσφυγής της και η οποία δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της διαφοράς, με το δε υπόμνημα απαντήσεώς της διατύπωσε νέα αιτίαση, την οποία δεν είχε διατυπώσει στα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας και η οποία, για το λόγο αυτό, είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη .
10 Συνεπώς, η αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη .
Επί των άρθρων 15 και 16 της οδηγίας γενικώς
11 Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε οι επικίνδυνες ουσίες να μην μπορούν να διατίθενται στην αγορά παρά μόνο αν η συσκευασία τους και η επισήμανσή τους ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις .
12 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η γερμανική κανονιστική ρύθμιση επιβάλλει την τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπει η οδηγία μόνο για τις ουσίες τις χρησιμοποιούμενες στην παραγωγή και όχι για εκείνες που προορίζονται για οικιακή χρήση ή κατανάλωση, οι οποίες, ωστόσο, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, αν ληφθεί υπόψη η ευρεία διατύπωση του άρθρου 1 . Ειδικότερα, η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 13 του νόμου περί χημικών προϊόντων παρέχει απλώς τη δυνατότητα λήψεως μέτρων μεταφοράς στην εσωτερική νομοθεσία των κοινοτικών διατάξεων για τις επικίνδυνες ουσίες που προορίζονται για οικιακή χρήση ή κατανάλωση επειδή με την παράγραφο 3 εξουσιοδοτείται ο νομοθέτης να προβεί στην ταξινόμηση των εν λόγω ουσιών . Η Επιτροπή τονίζει ότι η δυνατότητα αυτή χρησιμοποιήθηκε μόνο για τις βιομηχανικές ουσίες, με την έκδοση της σχετικής κανονιστικής αποφάσεως, και όχι για τις επικίνδυνες ουσίες που προορίζονται για οικιακή χρήση ή κατανάλωση ( οικιακά είδη ).
13 Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η αιτίαση της Επιτροπής είναι πλέον χωρίς αντικείμενο, καθόσον εν τω μεταξύ εξέδωσε την προαναφερθείσα κανονιστική απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1985, η οποία είχε ήδη κοινοποιηθεί στην Επιτροπή υπό μορφή σχεδίου και η οποία λαμβάνει πλήρως υπόψη τις απόψεις που διατύπωσε η Επιτροπή επί των επιδίκων σημείων .
14 Πρέπει σχετικώς να τονιστεί ότι η εν λόγω απόφαση, η οποία θεσπίστηκε μετά από την άσκηση της προσφυγής, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, καθόσον η Επιτροπή, η οποία κατά την προφορική διαδικασία είχε επιφυλαχθεί να λάβει θέση σχετικά, ενόψει ενδεχόμενης παραιτήσεως από την αιτίαση αυτή, τελικώς ενέμεινε στην εν λόγω αιτίαση .
15 Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει εξάλλου ότι, ήδη πριν τεθεί σε ισχύ η εν λόγω κανονιστική απόφαση, η ρύθμιση η σχετική με τις βιομηχανικές ουσίες διασφάλιζε πλήρως το αποτέλεσμα των σχετικών διατάξεων της οδηγίας .
16 Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του νόμου περί χημικών προϊόντων επιβάλλει ορισμένες υποχρεώσεις ως προς την επισήμανση και τη συσκευασία "σύμφωνα με τις ασφαλείς επιστημονικές γνώσεις" όχι μόνο για τις ουσίες που αναφέρονται στο παράρτημα της κανονιστικής αποφάσεως περί βιομηχανικών ουσιών, αλλά και για όλες τις υπόλοιπες επικίνδυνες ουσίες, περιλαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό όλες τις επικίνδυνες ουσίες κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας . Η διάταξη αυτή συμπληρώνεται με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου, που επιβάλλει, με λεπτομερείς κανόνες, συσκευασία και επισήμανση που να προστατεύει τη ζωή και την υγεία των ατόμων καθώς και το περιβάλλον .
17 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως ανέφερε η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του νόμου περί χημικών προϊόντων, επιβάλλει την υποχρέωση ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως όλων των επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων χωρίς διάκριση . Το εδάφιο 1 της εν λόγω παραγράφου προβλέπει μεν την έκδοση κανονιστικής αποφάσεως για την ταξινόμηση αυτών των ουσιών και παρασκευασμάτων, και τέτοια κανονιστική απόφαση έχει εκδοθεί μόνο για τις βιομηχανικές ουσίες, η έκδοση όμως κανονιστικής αποφάσεως δεν ανάγεται από τη νομοθετική διάταξη σε προϋπόθεση για την ισχύ της επιβαλλομένης υποχρεώσεως . Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 14 του ίδιου νόμου, το οποίο καθορίζει λεπτομερώς το είδος της συσκευασίας και της επισημάνσεως και το οποίο απευθύνεται σε όλους όσους υπέχουν μια τέτοια υποχρέωση .
18 Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, του νόμου περί χημικών προϊόντων μεταφέρει στην εσωτερική νομοθεσία τη γενική υποχρέωση που προβλέπουν τα άρθρα 15 και 16 της οδηγίας 79/831 .
19 Συνεπώς, η αιτίαση αυτή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη .
Επί του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχείο στ )
20 Η διάταξη αυτή απαγορεύει την αναγραφή στην ετικέτα ή τη συσκευασία των ουσιών που εμπίπτουν στην εν λόγω οδηγία ενδείξεων όπως "μη τοξική", "μη επιβλαβής ". Κατά την Επιτροπή, η απαγόρευση αυτή δεν έχει μεταφερθεί στο γερμανικό δίκαιο .
21 Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω ενδείξεις περιλαμβάνονται στους "τεχνικούς κανόνες" που αναφέρονται στην κανονιστική ρύθμιση περί επικινδύνων βιομηχανικών ουσιών . Οι τεχνικοί αυτοί κανόνες, καίτοι δεν αποτελούν τυπικώς νομοθετικό κείμενο, είναι ωστόσο δεσμευτικοί λόγω του ότι ο προαναφερθείς νόμος και η προαναφερθείσα κανονιστική απόφαση παραπέμπουν σ' αυτούς . Αποτέλεσμα της παραπομπής στους τεχνικούς κανόνες είναι ότι η παράβαση των εν λόγω κανόνων θεωρείται παράβαση της νομοθεσίας που επιβάλλει την τήρηση των εν λόγω κανόνων .
22 Χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν οι τεχνικοί κανόνες που επικαλείται η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επιβάλλουν καμία υποχρέωση όπως αυτή που επιβάλλει το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο στ ), της οδηγίας, γεγονός που αμφισβητεί η Επιτροπή, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η μόνη διάταξη της γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως περί επικινδύνων βιομηχανικών ουσιών η οποία παραπέμπει στους "τεχνικούς κανόνες", δηλαδή το άρθρο 12, δεν περιλαμβάνει παρά μόνο υποχρεώσεις των εργοδοτών στον τομέα της τεχνικής ασφάλειας, της εργασιακής ιατρικής και της υγιεινής κατά τη χρησιμοποίηση των εν λόγω ουσιών . Δεν αφορά, συνεπώς, τον επίμαχο τομέα της επισημάνσεως των ουσιών .
23 Η αιτίαση αυτή της Επιτροπής είναι, συνεπώς, βάσιμη .
Επί του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχείο δ )
24 Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχείο δ ) της οδηγίας (( σε συνδυασμό με τα άθρα 2, παράγραφος 2, στοιχείο μ ), και 16, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση )), επιβάλλει, για όλες τις καρκινογόνες ουσίες χωρίς εξαίρεση, την υποχρέωση να αναφέρονται στη συσκευασία τους ενδείξεις σχετικές με τον κίνδυνο που συνεπάγεται η χρησιμοποίησή τους και συγκεκριμένα η φράση "μπορεί να προκαλέσει καρκίνο ". Η γερμανική όμως κανονιστική απόφαση περί βιομηχανικών ουσιών προβλέπει, με το άρθρο 5, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, παρέκκλιση για τις ουσίες εκείνες οι οποίες δεν μπορούν να έχουν καρκινογόνα αποτελέσματα όταν χρησιμοποιύνται σύμφωνα με τον προορισμό τους .
25 Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η οδηγία 79/831 δεν περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με την επισήμανση των καρκινογόνων βιομηχανικών ουσιών . Στην επισήμανση των ουσιών αυτών αναφέρεται η πέμπτη οδηγία προσαρμογής της οδηγίας 67/548 (( οδηγία 83/467 της 29ης Ιουλίου 1983 ( ΕΕ L 257 της 16.9.1983, σ . 1 )), την οποία δεν αφορά η προσφυγή της Επιτροπής .
26 Πρέπει, σχετικώς, να γίνει δεκτό ότι, καίτοι η οδηγία 83/467 είναι προγενέστερη της οχλήσεως της Επιτροπής, δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της προσφυγής ως έρεισμα της προσφυγής, αλλά μόνο στο υπόμνημα απαντήσεως, όπως ορθώς παρατηρεί η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας .
27 Συνεπώς, η αιτίαση αυτή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί .
Επί του άρθρου 16, παράγραφος 4, της οδηγίας
28 Το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει ότι επί όλων των συσκευασιών τίθενται υποχρεωτικά τα σύμβολα που προβλέπονται ανάλογα με τους κινδύνους που συνεπάγεται η χρησιμοποίηση των ουσιών . Το άρθρο 16, παράγραφος 4, το οποίο εφαρμόζεται στην περίπτωση που για μια ουσία υπάρχουν περισσότερα του ενός σύμβολα κινδύνου, ορίζει το σύμβολο που είναι υποχρεωτικό για κάθε περίπτωση και προβλέπει ότι η αναγραφή των υπολοίπων συμβόλων είναι προαιρετική . Η Επιτροπή αιτιάται την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι δεν μετέφερε την τελευταία αυτή διάταξη στην εθνική κανονιστική ρύθμιση .
29 Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι το σημείο αυτό της οδηγίας καλύπτεται με τους "τεχνικούς κανόνες" που προαναφέρθηκαν, τους σχετικούς με την κανονιστική ρύθμιση περί των επικινδύνων βιομηχανικών ουσιών .
30 Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτοί οι "τεχνικοί κανόνες" συνιστούν έγκυρη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική νομοθεσία . Πράγματι, οι εν λόγω "τεχνικοί κανόνες" στερούνται νομικής αξίας, καθόσον η προαναφερθείσα γερμανική κανονιστική απόφαση δεν παραπέμπει σχετικώς στους τεχνικούς αυτούς κανόνες .
31 Η αιτίαση αυτή της Επιτροπής είναι, κατά συνέπεια, βάσιμη .
32 Από τις πιο πάνω σκέψεις προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, επειδή δεν εξέδωσε όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/831 του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 1979, με την οποία τροποποιήθηκε για έκτη φορά η οδηγία 67/548 περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικινδύνων ουσιών .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα όμως με την παράγραφο 3, εδάφιο 1, του εν λόγω άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα ολικώς ή μερικώς σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι .
34 Επειδή οι διάδικοι ηττήθηκαν μερικώς, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν εξέδωσε όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 79/831 του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 1979, με την οποία τροποποιήθηκε για έκτη φορά η οδηγία 67/548 περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικινδύνων ουσιών .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy