ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 218/85 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1. Εθνική νομοθεσία
Στη Γαλλία, η οργάνωση της γεωργικής αγοράς διέπεται κυρίως από το νόμο 62-933, της 8ης Αυγούστου 1962, « περί συμπληρώσεως του νόμου περί γεωργικού προσανατολισμού » [JORF (Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας) της 10.8.1962, σ. 7962).
Δυνάμει του άρθρου 14 του εν λόγω νόμου, οι ενώσεις παραγωγών μπορούν να αναγνωρισθούν από το κράτος με απόφαση του υπουργού γεωργίας εφόσον:
« 1)
στο πλαίσιο της αρμοδιότητας και των νομίμων εξουσιών τους, εκδίδουν κανόνες ως προς την οργάνωση και τη ρύθμιση της παραγωγής και της διαθέσεως στην αγορά, τη ρύθμιση των τιμών ιδίως με τον ενδεχόμενο καθορισμό τιμής αποσύρσεως, και τον προσανατολισμό της δραστηριότητας των μελών τους στις απαιτήσεις της αγοράς·
2)
καλύπτουν έναν ή περισσότερους συμπληρωματικούς τομείς γεωργικών προϊόντων που αποτελούν ή μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο κοινοτικού κανονισμού περί οργανώσεως της αγοράς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εκτός αν προβλεφθεί με διάταγμα η εφαρμογή του προκειμένου νόμου σε άλλους τομείς της παραγωγής·
3)
αποδεικνύουν την ύπαρξη επαρκούς οικονομικής δραστηριότητας... ».
Οι εν λόγω αναγνωρισμένες ενώσεις παραγωγών μπορούν να συμπράττουν με σκοπό τη σύσταση « γεωργικής οικονομικής επιτροπής » ως προς ένα και τον αυτό τομέα προϊόντων (άρθρο 15).
Οι γεωργικές οικονομικές επιτροπές που αποδεικνύουν ότι έχουν ικανοποιητική εμπειρία επί ορισμένων θεμάτων μπορούν να ζητήσουν από το Υπουργείο Γεωργίας να καταστήσει υποχρεωτικούς για όλους τους παραγωγούς της οικείας περιφέρειας τους κανόνες που έχουν δεχτεί τα μέλη τους προς την οργάνωση της παραγωγής, την προώθηση των πωλήσεων και τη διάθεση των προϊόντων στην αγορά (άρθρο 16, παράγραφος 1). Η ολική ή μερική επέκταση εφαρμογής των εν λόγω κανόνων επιβάλλεται με υπουργική απόφαση τριετούς ισχύος η οποία μπορεί να παραταθεί (άρθρο 16, παράγραφος 2). Οι γεωργικές επιτροπές μπορούν, κατ' εξουσιοδότηση των εν λόγω αποφάσεων, να εισπράττουν δικαιώματα εγγραφής και εισφορές είτε βάσει της αξίας των προϊόντων είτε βάσει των καλλιεργουμενων εκτάσεων είτε βάσει και των δύο αυτών στοιχείων (άρθρο 17).
Κατ' εφαρμογή του εν λόγω νόμου, δύο υπουργικές αποφάσεις της 27ης Ιουλίου 1966 (JORF της 29. 7. 1966, σ. 6538) επεξέτειναν την εφαρμογή ορισμένων κανόνων που θέσπισε η Comité économique agricole régional fruits et légumes Βρετάνης (στο εξής: Cerafel) επί του συνόλου των παραγωγών κουνουπιδιού, αγκινάρας και πρώιμης πατάτας της περιφέρειας της Βρετάνης. Πρόκειται κυρίως για τις ακόλουθες διατάξεις:
—
κατ' έτος υποβολή καταστάσεως με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις ανά προϊόν και ανά ποικιλία·
—
τήρηση των κανόνων ως προς την επιλογή, την ταξινόμηση, το βάρος και την εμφάνιση·
—
υποχρέωση προσφοράς δημοσίως προς πώληση του συνόλου της παραγωγής στις αγορές που έχει εγκρίνει η γεωργική οικονομική επιτροπή·
—
υποχρέωση καταβολής της εισφοράς που ορίζει η επιτροπή για κάθε χρονική περίοδο κατά την οποία πραγματοποιείται απόσυρση των προϊόντων προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το ταμείο υποστηρίξεως της αγοράς·
—
συμμετοχή σε ειδικό ταμείο που έχει σκοπό την προώθηση της πωλήσεως των σχετικών προϊόντων μέσω δραστηριοτήτων διαφημίσεως και προβολής.
2. Κοινοτικό πλαίσιο
2.1.
Ο κανονισμός 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250) κωδικοποίησε τις θεμελιώδεις διατάξεις ως προς την οργάνωση της αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (βασικός κανονισμός).
Με τα άρθρα 2 και 12 του εν λόγω κανονισμού θεσπίστηκε ένα κοινοτικό σύστημα κανόνων ποιότητας στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Οι κοινοτικές αρχές θεσπίζουν και αν παραστεί ανάγκη τροποποιούν ή προσαρμόζουν τους κανόνες κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 2 του κανονισμού.
2.2.
Από το φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή με ανακοίνωση της 8ης Δεκεμβρίου 1977 (παράρτημα V των παρατηρήσεων της Επιτροπής) πρότεινε στο Συμβούλιο, να επιτρέψει υπό ορισμένες προϋποθέσεις την επέκταση εφαρμογής ορισμένων κανόνων που επιβάλλουν οι ενώσεις παραγωγών στα μέλη τους επί των παραγωγών που δεν είναι μέλη ενώσεως. Στις 31 Δεκεμβρίου 1977 η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση κανονισμού (παράρτημα VI των παρατηρήσεων της Επιτροπής) περί τροποποιήσεως του βασικού κανονισμού κατά την προεκτε-θείσα έννοια. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να επιτύχει τη θέσπιση κανονισμού, βάσει της εν λόγω προτάσεως, από το Συμβούλιο επανήλθε σ' αυτήν το Μάιο του 1978. Το 1981 όταν η Επιτροπή πρότεινε τη λήψη συνόλου μέτρων για την αγορά των οπωροκηπευτικών, υπέβαλε μια νέα πρόταση επί του θέματος αυτού (ΕΕ C 281, σ. 5).
Στις 14 Νοεμβρίου 1983 το Συμβούλιο θέσπισε τους κανονισμούς 3284/83 και 3285/83 ( ΕΕ L 325, σσ. 1 και 8 αντίστοιχα). Ο κανονισμός 3284/83 εισήγαγε, τροποποιώντας σχετικά το βασικό κανονισμό, ένα κοινοτικό σύστημα κατ' επέκταση εφαρμογής κανόνων υπό τον έλεγχο της Επιτροπής. Οι κανόνες των οποίων αντιμετωπίζεται η επέκταση εφαρμογής πρέπει να ανακοινώνονται στην Επιτροπή η οποία μπορεί είτε να αποφασίσει ότι δεν είναι δυνατό να καταστούν υποχρεωτικοί είτε να ακυρώσει την επέκταση εφαρμογής που αποφάσισε το κράτος μέλος. Ο κανονισμός 3285/83 που περιλαμβάνει τους γενικούς κανόνες περί εκτάσεως εφαρμογής ορισμένων διατάξεων που θεσπίζουν οι ενώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών καθορίζει τα κριτήρια αντιπροσωπευτικότητας των ενώσεων παραγωγών.
Ο κανονισμός 1489/84 του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος των κανονισμών 3284/83 και 3285/83 σχετικά με τον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 143, σ. 31), όρισε την 1η Απριλίου 1985 ως ημερομηνία ενάρξεως της εφαρμογής του συστήματος της επεκτάσεως των κανόνων. Με τον κανονισμό 1977/85 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 1985, για την τροποποίηση του κανονισμού 1489/84 (ΕΕ L 186, σ. 2), η εφαρμογή του εν λόγω συστήματος μετατέθηκε στην 1η Οκτωβρίου 1985 για ορισμένα προϊόντα και κυρίως για τις αγκινάρες και κουνουπίδια.
Ο κανονισμός 2137/84 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1984, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής σχετικά με την επέκταση της ισχύος ορισμένων κανόνων που έχουν θεσπιστεί από τις οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 196, σ. 23), ορίζει τις λεπτομέρειες ελέγχου όσον αφορά την εφαρμογή του συστήματος της επεκτάσεως από τα κράτη μέλη.
3. Ιοτορικό της διαφοράς
Το Cerafel κατηγόρησε τον Le Campion ότι αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υπουργικές αποφάσεις της 27ης Ιουλίου 1966 διότι δεν παρέσχε στο Cerafel τις απαιτούμενες πληροφορίες ως προς τις εκτάσεις κουνουπιδιού που καλλιεργούσε και την ποσότητα κουνουπιδιού που παρήγαγε και διότι δεν κατέβαλε στο Cerafel τις εισφορές που αναλογούσαν στις εκτάσεις και στην ποσότητα κουνουπιδιού που δηλώνονται κατά τον τρόπο αυτό. Το Cerafel αφού άσκησε αρχικά αγωγή κατά του Le Campion ενώπιον του Tribunal de grande instance του Saint-Brieuc ζητώντας του να καταβάλει τις εισφορές των ετών 1979 και 1980, άσκησε και πάλι κατ' αυτού αγωγή το 1984 ζητώντας του να καταβάλει τις εισφορές των ετών 1981 και 1982.
Ο Le Campion υποστήριξε με την ευκαιρία αυτή ότι η επέκταση εφαρμογής των κανόνων που θέσπισε το Cerafel επί του συνόλου των παραγωγών της περιφέρειας παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 39 της Συνθήκης καθώς και την κανονιστική ρύθμιση περί κοινής οργανώσεως αγοράς. Εξάλλου, ελλείψει ρητής εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα εθνικά μέτρα είναι αντίθετα προς την αρχή της « ανοικτής αγοράς » που προβλέπεται από το άρθρο 85 και επόμενα της Συνθήκης.
4. Προδικαστικά ερωτήματα
Επειδή το Tribunal de grande instance του Saint-Brieuc έκρινε ότι η επίλυση της εκδικαζόμενης διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, διέταξε με απόφαση της 2ας Ιουλίου 1985 την αναβολή εκδόσεως οριστικής αποφάσεως και την υποβολή στο Δικαστήριο του ερωτήματος:
«Αν μια γεωργική οικονομική επιτροπή που συστήθηκε με σκοπό να εναρμονίσει τους τομείς παραγωγής, τις τιμές διαθέσεως στο εμπόριο και να εφαρμόσει κοινούς κανόνες διαθέσεως στην αγορά μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση της από την εφαρμογή των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού που θεσπίζονται με την παράγραφο 1 του άρθρου 85 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ (Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας) για να επεκτείνει στο σύνολο των παραγωγών της χώρας ή της εν λόγω περιφέρειας τους κανόνες που έγιναν δεκτοί από τα μέλη της.»
Το Tribunal de grande instance παρατηρεί στο σκεπτικό της αποφάσεώς του ότι η παρέμβαση των γεωργικών οικονομικών επιτροπών επηρεάζει αναμφισβήτητα τον ανταγωνισμό καθόσον επιβάλλει οικονομικές ή άλλες υποχρεώσεις στους παραγωγούς μιας χώρας ή μιας περιφέρειας.
5. Διαδικασία
Η απόφαση παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Ιουλίου 1985.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Association comité économique agricole régional fruits et légumes Βρετάνης, ενάγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Παρισιού Ε. Copper-Royer, o Le Campion, εναγόμενος στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Saint-Brieuc D. Couteau, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Régis de Gouttes και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς συμβούλους της Jean-Claude Séché και Giuliano Marenco.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με απόφαση της 5ης Μαρτίου 1986 το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
II — Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Το Cerafel, ενάγον στην κύρια δίκη, παρατηρεί καταρχάς ότι επιβάλλεται να διατυπωθεί εκ νέου το προδικαστικό ερώτημα. Η εκδικαζόμενη υπόθεση αφορά μάλλον την κρίση επί της αρμοδιότητας των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των κανόνων της κοινής γεωργικής πολιτικής και επομένως την ερμηνεία των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης και του παραγώγου δικαίου, παρά την ερμηνεία του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Η εν λόγω κρίση πρέπει να γίνει ως προς δύο διαφορετικές περιπτώσεις: την περίπτωση κατά την οποία η επέκταση εφαρμογής των κανόνων των ενώσεων παραγωγών αφορά προϊόν που έχει υπαχθεί σε κοινή οργάνωση ( όπως το κουνουπίδι και η αγκινάρα ) και την περίπτωση κατά την οποία η επέκταση εφαρμογής αφορά προϊόν που δεν έχει υπαχθεί σε τέτοια οργάνωση (όπως η πρώιμη πατάτα).
Ως προς την πρώτη περίπτωση, το Cerafel υποστηρίζει, επικαλούμενο την νομολογία του Δικαστηρίου (κυρίως τις αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1980, 94/79, Vriend, Rec. σ. 327 της 13ης Δεκεμβρίου 1983, 222/82, Apple and Pear Development Council, Συλλογή σ. 4083· και της 28ης Μαρτίου 1984, 47 και 48/83, Pluimveeslachterij, Συλλογή, σ. 1721) ότι η λειτουργία κοινής οργανώσεως αγοράς σ' ένα δεδομένο τομέα δεν δημιουργεί αποκλειστική αρμοδιότητα υπέρ της Κοινότητας, αλλ' επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απέχουν από κάθε μέτρο που μπορεί να βλάψει την κοινή οργάνωση αγοράς. Ωστόσο στην εκδικαζόμενη υπόθεση, η διαδικασία της κατ' επέκταση εφαρμογής δεν επιφέρει καμιά αλλοίωση στη λειτουργία της κοινής οργανώσεως στον τομέα των οπωροκηπευτικών κι επομένως είναι αποδεκτή. Το Cerafel εξηγεί σχετικά ότι η κατ' επέκταση εφαρμογή συνιστά μηχανισμό διαχειρίσεως που διευκολύνει τον αγώνα κατά της υπερβολικής αστάθειας της αγοράς των οπωροκηπευτικών. Η διαδικασία της κατ' επέκταση εφαρμογής, επιβάλλοντας σ' όσους δεν είναι μέλη ενώσεως να δηλώνουν τις εκτάσεις που καλλιεργούν και να καταβάλλουν εισφορές, υλοποιεί κατ' άριστο τρόπο τους σκοπούς της κοινής οργανώσεως αγοράς. Επιπλέον είναι ανάλογη προς τους σκοπούς που πρέπει να επιτευχθούν η δήλωση των καλλιεργουμενων εκτάσεων και η καταβολή εισφοράς συνιστούν επουσιώδεις υποχρεώσεις σε σχέση με τα ωφελήματα που παρέχουν στο σύνολο των επαγγελματιών γεωργών.
Ως προς τη δεύτερη περίπτωση, το Cerafel αναφέρεται στην απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1974, Charmasson (48/74, Rec. σ. 1383). Από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι ελλείψει κοινής οργανώσεως αγοράς, τα εθνικά μέτρα περί οργανώσεως της αγοράς δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης εκτός αν οι παρεκκλίσεις είναι μόνο προσωρινές, απόλυτα αναγκαίες για τη λειτουργία της εν λόγω οργανώσεως αγοράς και δεν μπορούν να εμποδίσουν τις προσαρμογές που επιβάλλει η προοδευτική εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής. Στην εκδικαζόμενη υπόθεση, κανόνες όπως η υποχρέωση υποβολής δηλώσεως των καλλιεργούμενων εκτάσεων και καταβολής των σχετικών εισφορών δεν μπορούν να εμποδίσουν την προοδευτική λειτουργία της κοινής οργανώσεως αλλ' αντίθετα τη διευκολύνουν.
Τέλος η Cerafel παρατηρεί ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή διότι η επέκταση των επιδίκων κανόνων συνιστά απλώς εκτέλεση τόσο των σκοπών του άρθρου 39 της Συνθήκης όσο και του κανονισμού περί κοινής οργανώσεως αγοράς. Εξάλλου η επέκταση εφαρμογής μόνον των μέτρων που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης, δηλαδή της δηλώσεως των καλλιεργουμενων εκτάσεων και της καταβολής εισφοράς, δεν μπορεί να προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού ως προς τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη του Cerafel.
Ο Le Campion, εναγόμενος στην κύρια δίκη, παρατηρεί καταρχάς ότι η επέκταση της επιβολής υποχρεωτικής εισφοράς στους γεωργούς που δεν μετέχουν σε ένωση συνιστά διάκριση έναντι των παραγωγών των άλλων περιφερειών της Γαλλίας, οι οποίοι υπόκεινται σε πολύ κατώτερες εισφορές καθώς και έναντι των παραγωγών άλλων κρατών μελών, οι οποίοι δεν υπόκεινται σε τέτοιες εισφορές. Εξάλλου οι επίδικες εισφορές ωφελούν αποκλειστικά όσους μετέχουν στο Cerafel.
Ο Le Campion υποστηρίζει κατόπιν ότι η επίδικη γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν συμβιβάζεται με τα άρθρα 39 και 40 της Συνθήκης. Από την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985 (BNIC, 123/83, Συλλογή σ. 391) συνάγεται ότι η μεταξύ επαγγελματιών συμφωνία του Cerafel, η οποία έχει ως αντικείμενο την επιβολή εισφοράς και τον καθορισμό τιμής αποσύρσεως με σκοπό την καταβολή αποζημιώσεως, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
Η γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί καταρχάς ότι η ολική ή μερική επέκταση εφαρμογής των κανόνων που έχουν θεσπιστεί επί του συνόλου των παραγωγών της περιφέρειας τελείται με υπουργική απόφαση και όχι από το Cerafel. Δεδομένου ότι οι υπουργικές αποφάσεις είναι πράξεις της δημοσίας αρχής και όχι της οικείας γεωργικής οικονομικής επιτροπής, το άρθρο 85 της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή.
Ωστόσο για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο προβληματιστεί ως προς το αν η επέκταση εφαρμογής συμβιβάζεται με το άρθρο 85, η γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει καταρχάς ότι η χρησιμότητα των ενώσεων παραγωγών έχει αναγνωριστεί από τον κανονισμό 1035/72 του Συμβουλίου (το βασικό κανονισμό). Από το ίδιο κείμενο του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι οι αρμοδιότητες και οι δραστηριότητες των γεωργικών οικονομικών επιτροπών απαιτούν την επέκταση εφαρμογής των κανόνων προκειμένου να υλοποιηθούν οι στόχοι του άρθρου 39 της Συνθήκης. Επομένως στις κατά την έννοια του κανονισμού ενώσεις παραγωγών παρασχέθηκαν ορισμένες εξουσίες οι οποίες, και αν ακόμη υποτεθεί ότι αντιβαίνουν προς τις υποχρεώσεις που προβλέπει το άρθρο 85 της Συνθήκης, μπορούν να παρεκκλίνουν από αυτές δυνάμει του άρθρου 42 της Συνθήκης και του προαναφερθέντος κανονισμού. Η εν λόγω ερμηνεία ενισχύεται από τις διατάξεις του κανονισμού 26/62 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35). Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται επί των «γεωργικών ενώσεων» όπως η Cerafel. Τα πράγματα έχουν διαφορετικά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι εν λόγω
κανόνες επιβάλλουν υποχρέωση εφαρμογής ορισμένης τιμής· τούτο όμως δεν συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση. Η γαλλική κυβέρνηση διευκρινίζει σχετικά ότι κατά τη γαλλική νομοθεσία η μόνη εξουσία που έχουν οι γεωργικές οικονομικές επιτροπές σε θέματα τιμών είναι η εξουσία να επεκτείνουν την εφαρμογή της αρχής της τιμής αποσύρσεως. Η εν λόγω εξουσία δεν αποβλέπει στο να υποχρεώνει τους παραγωγούς να εφαρμόζουν ορισμένη τιμή αλλά στο να καθορίσει ενδεικτικά την αξία του προϊόντος που θέτει σ' εφαρμογή τη διαδικασία αποσύρσεως όταν η τιμή του κατέρχεται σε ορισμένο επίπεδο.
Συνεπώς η κυβέρνηση κρίνει ότι στο ερώτημα που υποβλήθηκε πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση γεωργικής οικονομικής επιτροπής που συστήθηκε με σκοπό την εναρμόνιση των κανόνων παραγωγής, εμπορίας, τιμών και την εφαρμογή κοινών κανόνων ως προς τη διάθεση των προϊόντων στην αγορά εφόσον οι εν λόγω κανόνες επεκτείνονται επί του συνόλου των παραγωγών μιας περιφέρειας.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων παρατηρεί καταρχάς ότι στην προκειμένη περίπτωση το ζήτημα αν το γαλλικό σύστημα συμβιβάζεται με την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών αφορά περίπτωση που τοποθετείται χρονικά πριν από την έναρξη ισχύος των κανονισμών 3284/83 και 3285/83 του Συμβουλίου οι οποίοι προέβλεψαν ένα κοινοτικό σύστημα επεκτάσεως της εφαρμογής των κανόνων επί του εν λόγω τομέα.
Η Επιτροπή, αναλύοντας στην εκδικαζόμενη υπόθεση τους κανόνες της Cerafel που αποτέλεσαν αντικείμενο αποφάσεως περί επεκτάσεως της εαρμογής τους, εφόσον οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται σε προϊόντα που καλύπτονται από την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (δηλαδή στις αγκινάρες και τα κουνουπίδια), συνάγει το συμπέρασμα ότι δεν συμβιβάζονται με την υπό κρίση κοινή οργάνωση:
α)
η επέκταση της τηρήσεως των κανόνων επιλογής, ταξινομήσεως, βάρους και εμφανίσεως των εμπορευμάτων η Επιτροπή παρατηρεί σχετικά ότι με τα άρθρα 2 και 12 του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου θεσπίστηκε ένα κοινοτικό σύστημα κανόνων ποιότητας μάλιστα από την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978 ( Pigs Marketing Board, 83/78, Rec. σ. 2347) προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν είναι πλέον αρμόδια να λάβουν εσωτερικά μέτρα που μπορούν να βλάψουν την εφαρμογή της κοινής οργανώσεως·
β)
η υποχρέωση προσφοράς δημοσίως προς πώληση του συνόλου της παραγωγής στις αγορές που έχει εγκρίνει η ένωση παραγωγών· όπως προκύπτει κυρίως από την προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978, η επέκταση εφαρμογής του εν λόγω συστήματος αντιβαίνει στην αρχή της «ανοικτής αγοράς»·
γ)
η επέκταση εφαρμογής της αρχής της τιμής αποσύρσεως· η Επιτροπή παρατηρεί σχετικά ότι η κοινή οργάνωση οπωροκηπευτικών χαρακτηρίζεται από ένα διπλό σύστημα παρεμβάσεως: το πρώτο επίπεδο παρεμβάσεως, το οποίο διέπεται από τα άρθρα 15 και 18 του κανονισμού 1035/72 και από το οποίο μπορούν να επωφελούνται μόνον όσοι μετέχουν σε ενώσεις παραγωγών, παρέχει στις ενώσεις παραγωγών τη δυνατότητα να αποσύρουν τα προϊόντα με τιμή που επιτρέπει να αποφευχθεί εξαιρετικά απότομη πτώση των τιμών αγοράς. Το δεύτερο επίπεδο παρεμβάσεως, το οποίο διέπεται όσον αφορά τα επίδικα προϊόντα από το άρθρο 19 του κανονισμού 1035/72, εφαρμόζεται σ' όλους τους παραγωγούς και προϋποθέτει τη διαπίστωση εκ μέρους της Επιτροπής ότι η υπό κρίση αγορά βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής κρίσεως. Η επέκταση εφαρμογής των κανόνων όπως προβλέπεται στην εκδικαζόμενη υπόθεση από τις διατάξεις του γαλλικού δικαίου παραβλάπτει την ομαλή λειτουργία του εν λόγω διπλού συστήματος παρεμβάσεως· πράγματι, διευρύνεται ο ρόλος που η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση αναγνωρίζει στις ενώσεις παραγωγών, δεν εφαρμόζεται η δεύτερη μορφή παρεμβάσεως και η σταθεροποίηση της αγοράς εξασφαλίζεται σε ανώτερο επίπεδο από το επίπεδο που προβλέπει η κοινή οργάνωση.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η υποχρεωτική εισφορά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή οργάνωση παρά μόνο καθόσον καλύπτει δαπάνες για τη συλλογή στοιχείων ως προς την αγορά από τις ενώσεις παραγωγών περιλαμβανομένων και των δαπανών που αφορούν τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη ενώσεως. Ωστόσο, στην έκταση κατά την οποία οι δραστηριότητες των ενώσεων παραγωγών αντιβαίνουν στις διατάξεις της κοινής οργγανώσεως, οι τελευταίες αυτές εμποδίζουν την υποχρέωση χρηματοδοτήσεως των εν λόγω δραστηριοτήτων.
Η Επιτροπή παρατηρεί ακολούθως ότι καθόσον η απόφαση περί επεκτάσεως εφαρμογής συνιστά μέτρο ασυμβίβαστο με την κοινή οργάνωση αγοράς, παρέλκει η αξιολόγηση της νομιμότητας της έναντι των γενικών κανόνων της Συνθήκης, όπως το άρθρο 85. Συνεπώς η εξέταση που αφορά την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο ως προς την επέκταση εφαρμογής των κανόνων στην πρώιμη πατάτα, προϊόν για το οποίο δεν υπάρχει κοινή οργάνωση αγοράς. Η Επιτροπή υπενθυμίζει σχετικά ότι η επέκταση εφαρμογής των κανόνων, μολονότι συνιστά μέτρο που εμπίπτει στην άσκηση δημοσίας εξουσίας, μπορεί να παρεμποδίσει την εφαρμογή του άρθρου 5 της Συνθήκης σε συνδυασμό με το άρθρο 85, εφόσον οι κανόνες των οποίων επεκτείνεται η εφαρμογή αποτελούν αντικείμενο συμπράξεως απα-γορευόμενης από το άρθρο 85. Η Επιτροπή αναφέρεται κυρίως στις αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 1985 (Centre distributeurs Leclerc, 229/83, Συλλογή σ. 1) και της 30ής Ιανουαρίου 1985 (BNIC, 123/83, Συλλογή σ. 391). Παρατηρεί δε περαιτέρω ότι η εξαίρεση εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26/62 δεν εφαρμόζεται στην εκδικαζόμενη υπόθεση, ελλείψει αποφάσεως εκ μέρους της κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού. Πάντως η Επιτροπή κρίνει ότι στην εκδικαζόμενη διαφορά δεν αποδεικνύεται επαρκώς ότι οι αποφάσεις της Cerafel μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Επομένως πρέπει να αφεθεί στο εθνικό δικαστήριο η εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 85.
Κατά συνέπεια η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο:
«1)
Ελλείψει διατάξεως του κοινοτικού δικαίου που να επιτρέπει ρητά την επέκταση εφαρμογής των κανόνων που θεσπίζει ένωση παραγωγών ορισμένου γεωργικού τομέα, η υποχρεωτική συμμετοχή στην εν λόγω οργάνωση και η υποχρεωτική καταβολή εισφοράς δεν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο καθόσον οι δραστηριότητες της ενώσεως παραγωγών είναι αντίθετες προς τις διατάξεις της κοινής οργανώσεως.
Αυτό ισχύει κυρίως στην περίπτωση που η ένωση παραγωγών επεκτείνει στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη της ενώσεως την υποχρέωση να μη διαθέτουν προς πώληση προϊόντα που περιλαμβάνονται στην κοινή οργάνωση των οπωροκηπευτικών κατ' εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1035/72, την υποχρέωση να προσφέρουν δημοσίως προς πώληση την παραγωγή τους στις αγορές που έχει εγκρίνει η ένωση παραγωγών και την υποχρέωση να αποσύρουν τα προϊόντα από την αγορά με την τιμή που όρισε η ένωση.
2)
Πράξη δημοσίου χαρακτήρα που επεκτείνει σ' ολόκληρη κατηγορία επιχειρηματιών την εφαρμογή αποφάσεως που έλαβε ένωση παραγωγών ως προς κάποιο γεωργικό προϊόν που δεν έχει υπαχθεί σε κοινή οργάνωση αγοράς δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον η ίδια η απόφαση της οποίας επεκτείνεται η εφαρμογή είναι αντίθετη προς τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού. Απαγορεύεται ως αντίθετη προς το άρθρο 85 της Συνθήκης απόφαση ενώσεως παραγωγών που αφορά γεωργικό προϊόν που δεν έχει υπαχθεί σε κοινή οργάνωση αγοράς, εφόσον ενέχει περιορισμούς του ανταγωνισμού, όπως η επιβολή κατώτατης τιμής πωλήσεως ή minimum κανόνων ποιότητας εφόσον μπορεί να επηρεάσει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, εκτός αν η Επιτροπή αναγνωρίσει δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 26 ότι το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή. »
Τ. Koopmans
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 25ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 218/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de grande instance του Saint-Brieuc προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, και με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Association comité économique agricole régional fruits et légumes de Bretagne
και
A. Le Campion,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα )
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. F. O'Higgins, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και G. C Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Association Comité économique agricole régional fruits et légumes Βρετάνης, ενάγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Παρισίων E. Copper-Royer,
—
ο Le Campion, εναγόμενος στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Saint-Brieuc D. Couteau κατά την έγγραφη διαδικασία και από το δικηγόρο Morin-Lardoux κατά την προφορική διαδικασία,
—
η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Régis de Gouttes κατά την έγγραφη διαδικασία και από τον Β. Botte κατά την προφορική διαδικασία και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς συμβούλους της Jean-Claude Séché και Giuliano Marenco
την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 11ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Οκτωβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με απόφαση της 2ας Ιουλίου 1985 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Ιουλίου 1985, το Tribunal de grande instance του Saint-Brieuc υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των κανόνων της Συνθήκης περί ελευθέρου ανταγωνισμού και κυρίως του άρθρου 85, παράγραφος 1.
2
Το εν λόγω ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ενώσεως comité économique agricole régional fruits et légumes de Bretagne ( στο εξής: Cerafel ) και του Albert Le Campion, γεωργού στο Pléhédel της Βρετάνης που δεν είναι μέλος της ενώσεως αυτής, αφορά δε την άρνηση του τελευταίου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την επέκταση εφαρμογής των κανόνων που θεσπίζει η ένωση στους γεωργούς που δεν είναι μέλη της.
3
Ο γαλλικός νόμος 62-933, της 8ης Αυγούστου 1962, που αποκαλείται " συμπληρωματικός του νόμου περί προσανατολισμού της γεωργίας [ JORF ( Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας ) της 10. 8. 1962, σ. 7962 ] προβλέπει ότι οι ενώσεις παραγωγών ορισμένης περιφέρειας που έχουν αναγνωριστεί από το Υπουργείο Γεωργίας μπορούν να συμπράττουν με σκοπό τη σύσταση « γεωργικής οικονομικής επιτροπής » ως προς έναν και τον αυτό τομέα προϊόντων. Οι γεωργικές οικονομικές επιτροπές που αποδεικνύουν ότι έχουν ικανοποιητική εμπειρία επί ορισμένων θεμάτων μπορούν να ζητήσουν από το Υπουργείο Γεωργίας να καταστήσει υποχρεωτικούς για όλους τους παραγωγούς της οικείας περιφέρειας τους κανόνες που έχουν δεχτεί τα μέλη τους στον τομέα της οργανώσεως της παραγωγής της προωθήσεως των πωλήσεων και της διαθέσεως των προϊόντων στην αγορά. Η ολική ή μερική επέκταση της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων τελείται με υπουργική απόφαση τριετούς ισχύος η οποία μπορεί να παραταθεί. Η γεωργική οικονομική επιτροπή μπορεί, κατ' εξουσιοδότηση της αποφάσεως αυτής, να αξιώσει την οικονομική συμμετοχή των παραγωγών που δεν είναι μέλη της, εισπράττοντας εισφορές είτε βάσει της αξίας των προϊόντων είτε βάσει των καλλιεργούμενων εκτάσεων είτε βάσει και των δύο αυτών στοιχείων.
4
Κατ' εφαρμογή του εν λόγω νόμου, δύο υπουργικές αποφάσεις της 27ης Ιουλίου 1966 ( JORF της 29. 7. 1966, σ. 6538 ) επεξέτειναν την εφαρμογή ορισμένων κανόνων που θέσπισε η Cerafel επί του συνόλου των παραγωγών κουνουπιδιού, αγκινάρας και πρώιμης πατάτας της περιφέρειας της Βρετάνης. Οι εν λόγω κανόνες αφορούν κυρίως την κατ' έτος υποβολή καταστάσεως με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις ανά προϊόν και ανά ποικιλία, την τήρηση των κανόνων ως προς την επιλογή, την ταξινόμηση, το βάρος και την εμφάνιση, την υποχρέωση προσφοράς δημοσίως προς πώληση του συνόλου της παραγωγής σε αγορές που έχει εγκρίνει η γεωργική οικονομική επιτροπή, την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς που ορίζει η επιτροπή για κάθε χρονική περίοδο κατά την οποία πραγματοποιείται απόσυρση των προϊόντων προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το ταμείο υποστηρίξεως της αγοράς και τέλος τη συμμετοχή σε ειδικό ταμείο που έχει σκοπό την προώθηση της πωλήσεως των σχετικών προϊόντων μέσω δραστηριοτήτων διαφημίσεως και προβολής.
5
Ο Le Campion, παραγωγός κουνουπιδιού, αρνήθηκε να δώσει συνέχεια σε διάφορες αιτήσεις της Cerafel που τον καλούσαν να δηλώσει τις εκτάσεις που καλλιεργεί και να καταβάλει την εισφορά που αναλογεί στις εκτάσεις που δηλώνονται κατά τον τρόπο αυτό. Η κύρια δίκη αφορά την καταβολή των εισφορών για τα έτη 1981 και 1982. Ο Le Campion προέβαλε ότι η επέκταση εφαρμογής των κανόνων που θέσπισε μια γεωργική οικονομική επιτροπή επί του συνόλου των παραγωγών της περιφέρειας παραβιάζει την κανονιστική ρύθμιση περί κοινής οργανώσεως αγοράς καθώς και την αρχή της « ανοικτής αγοράς » που προβλέπει το άρθρο 85 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ.
6
Επειδή το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι η διαφορά έθετε πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως προκειμένου να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ερωτήματος
« αν μια γεωργική οικονομική επιτροπή που συστήθηκε με σκοπό να εναρμονίσει τους τομείς παραγωγής, τις τιμές διαθέσεως στο εμπόριο και να εφαρμόσει κοινούς κανόνες διαθέσεως στην αγορά μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση της από την εφαρμογή των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού που θεσπίζονται με την παράγραφο 1 του άρθρου 85 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ ( Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ) για να επεκτείνει στο σύνολο των παραγωγών της χώρας ή της εν λόγω περιφέρειας τους κανόνες που έγιναν δεκτοί από τα μέλη της »·
7
Το ερώτημα αφορά την επέκταση εφαρμογής των κανόνων που θεσπίζει ένωση παραγωγών επί του συνόλου των παραγωγών ορισμένων προϊόντων συγκεκριμένης περιφέρειας, ανεξάρτητα από το ποια είναι τα εν λόγω προϊόντα και ανεξάρτητα από το αν υπάγονται ή όχι σε κοινή οργάνωση αγοράς. Ωστόσο η κύρια δίκη αφορά την επέκταση εφαρμογής κανόνων ως προς την παραγωγή κουνουπιδιού, δηλαδή ενός προϊόντος που υπάγεται στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, η οποία διέπεται από τον κανονισμό 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250 ).
8
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο εθνικό δικαστήριο, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ερώτημα που υποβλήθηκε πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά το πρόβλημα αν, προκειμένου για τον τομέα των οπωροκηπευτικών που περιλαμβάνονται σε κοινή οργάνωση αγοράς, το κοινοτικό δίκαιο αντίκειται στην επέκταση εφαρμογής των κανόνων που θεσπίζει ένωση παραγωγών επί του συνόλου των παραγωγών συγκεκριμένης περιφέρειας.
9
Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η επέκταση εφαρμογής των κανόνων αυτών σε γεωργούς που δεν είναι μέλη της ενώσεως δεν είναι άγνωστη στο κοινοτικό δίκαιο και ότι, ως προς τα οπωροκηπευτικά, η αρχή αυτή της κατ' επέκταση εφαρμογής έγινε δεκτή με τον κανονισμό 3284/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο κανονισμός 1035/72 ( ΕΕ L 325, σ. 1 ) ο τελευταίος αυτός αποτελεί το βασικό κανονισμό στον τομέα των οπωροκηπευτικών. Δυνάμει όμως του κανονισμού 1489/84 του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 1984 ( ΕΕ L 143, σ. 31 ), το προβλεπόμενο σύστημα της κατ' επέκταση εφαρμογής κανόνων δεν μπορούσε να εφαρμοστεί πριν από την 1η Απριλίου 1985. Μάλιστα για ορισμένα προϊόντα, μεταξύ των οποίων και το κουνουπίδι, ο κανονισμός 1977/85 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 1985 ( ΕΕ L 186, σ. 2 ), μετέθεσε τον εν λόγω χρόνο εφαρμογής στην 1η Οκτωβρίου 1985.
10
Δεδομένου ότι τα περιστατικά της εκδικαζόμενης υποθέσεως συνέβησαν πριν από την ημερομηνία αυτή, το ερώτημα που υποβλήθηκε πρέπει να εξεταστεί βάσει του κανονισμού 1035/72, όπως είχε πριν από τον κανονισμό 3284/83.
11
Καταρχάς πρέπει να παρατηρηθεί ότι το Δικαστήριο με την απόφαση του της 13ης Δεκεμβρίου 1983 ( Apple and Pear Development Council, 222/82, Συλλογή σ. 4083), δέχτηκε ότι μία εθνική νομοθεσία, που επιβάλλει στους παραγωγούς οπωροκηπευτικών την υποχρέωση να γίνουν μέλη ενώσεως που συστήθηκε με σκοπό την ανάπτυξη της παραγωγής και της πωλήσεως των προϊόντων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστη με τις διατάξεις του κανονισμού 1035/72, καθόσον οι ίδιες οι δραστηριότητες της ενώσεως αυτής δεν αντιβαίνουν στις εν λόγω διατάξεις. Η διαπίστωση αυτή αφορούσε βέβαια την περίπτωση παραγωγού που είχε υποχρεωθεί να γίνει μέλος ενώσεως παραγωγών, ισχύει όμως και για περίπτωση όπως η προκειμένη, κατά την οποία η δημόσια αρχή επεξέτεινε στους παραγωγούς που δεν ήταν μέλη την υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων που θεσπίζει ένωση παραγωγών και την υποχρέωση συμμετοχής στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της.
12
Πρέπει να μνημονευθεί κατόπιν ότι ο κανονισμός 1035/72 περιλαμβάνει ορισμένες διατάξεις που αφορούν τις ενώσεις παραγωγών και τις δραστηριότητες που οι ενώσεις αυτές μπορούν να ασκούν στον τομέα της παρεμβάσεως στη αγορά. Καθόσον οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως αντικείμενο την εξαντλητική ρύθμιση των θεμάτων αυτών, τα κράτη μέλη δεν είναι πλέον αρμόδια να πρσθέσουν άλλα στοιχεία στον προαναφερθέντα κανονισμό επεκτείνοντας, παραδείγματος χάρη, επί των παραγωγών που δεν είναι μέλη την εφαρμογή των κανόνων που, κατά τον κανονισμό 1035/72, αφορούν μόνο τα μέλη των ενώσεων παραγωγών.
13
Συνεπώς, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε, πρέπει να ελεγχθεί αν και σε ποιο βαθμό ο κανονισμός 1035/72 εμποδίζει την επέκταση εφαρμογής των κανόνων που θεσπίζουν οι ενώσεις παραγωγών επί των παραγωγών που δεν είναι μέλη των ενώσεων και αυτό είτε διότι η επέκταση εφαρμογής των εν λόγω κανόνων αφορά τομέα που η κοινή οργάνωση αγοράς έχει ρυθμίσει εξαντλητικά είτε διότι οι κατ' επέκταση εφαρμοζόμενοι κανόνες αντιβαίνουν στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ή παρεμβάλλουν εμπόδια στην ορθή λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς.
14
Πρέπει να επισημανθεί σχετικώς ότι ο κανονισμός 1035/72 θέσπισε ένα κοινοτικό σύστημα κανόνων ποιότητας στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα προϊόντα που διέπει ο κανονισμός. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, το εν λόγω σύστημα επιδιώκει με τον καθορισμό κοινών κανόνων ποιότητας να αποκλείσει από την αγορά τα προϊόντα που δεν έχουν ικανοποιητική ποιότητα και να προσανατολίσει την παραγωγή κατά τρόπο που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των καταναλωτών.
15
Όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση του της 13ης Δεκεμβρίου 1983, το εν λόγω σύστημα κοινών κανόνων ποιότητας έχει εξαντλητικό χαρακτήρα. Πράγματι, για τον καθορισμό των εξεταζομένων κανόνων προβλέπονται κοινοτικές διατάξεις, αφ' ης δεν καθοριστούν κανόνες, τα προϊόντα επί των οποίων εφαρμόζονται δεν μπορούν να εκτεθούν προς πώληση, να προσφερθούν προς πώληση, να πωληθούν, να παραδοθούν προς εμπορία ή να είναι καθ' οποιοδήποτε άλλο τρόπο αντικείμενο εμπορίας παρά μόνο αν συμφωνούν με τους προαναφερθέντες κανόνες, εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπει ο κανονισμός 1035/72.
16
Η υποχρεωτική συμμόρφωση των παραγωγών που δεν είναι μέλη ενώσεων με τους κανόνες επιλογής, ταξινομήσεως, βάρους και εμφανίσεως που θεσπίζουν ενώσεις παραγωγών σχετικά με προϊόντα που διέπονται από τον κανονισμό 1035/72, αντιβαίνει στον εξαντλητικό χαρακτήρα του κοινοτικού συστήματος κανόνων ποιότητας, δεδομένου ότι η εν λόγω επέκταση εφαρμογής δεν προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
17
Οι αναφερόμενες στην απόφαση παραπομπής υπουργικές αποφάσεις επεξέτειναν στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη ενώσεως την υποχρέωση να προσφέρουν δημοσίως προς πώληση το σύνολο της παραγωγής τους μόνο στις αγορές που έχει εγκρίνει το Cerafel καθώς και την υποχρέωση να συμβάλλουν στη λειτουργία του συστήματος της τιμής αποσύρσεως.
18
Η κοινή οργάνωση αγοράς χαρακτηρίζεται στον τομέα αυτό από δύο επίπεδα παρεμβάσεων. Οι ενώσεις παραγωγών μπορούν, αφενός, δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού 1035/72, να καθορίζουν για ένα συγκεκριμένο προϊόν τιμή αποσύρσεως κάτω από την οποία δεν προσφέρουν προς πώληση τα προϊόντα των μελών τους. Η εν λόγω απόσυρση επιτρέπει στις ενώσεις παραγωγών να σταθεροποιούν τις τιμές, υπό ορισμένες δε προϋποθέσεις μπορεί να καταβληθεί εξισωτικό ποσό προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα αποσύρσεως. Αφετέρου, το άρθρο 19 του κανονισμού προβλέπει μέτρα παρεμβάσεως για ορισμένα προϊόντα, μεταξύ των οποίων και το κουνουπίδι, τα οποία εφαρμόζονται σ' όλους τους παραγωγούς. Η παρέμβαση όμως αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η αγορά του σχετικού προϊόντος βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής κρίσεως' από της διαπιστώσεως αυτής τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, μέσω των οργανισμών παρεμβάσεως, την αγορά των προϊόντων που ανταποκρίνονται στους κοινοτικούς κανόνες ποιότητας, στις τιμές που καθορίζουν οι κοινοτικές διατάξεις, εφόσον βέβαια οι ενώσεις παραγωγών δεν τα έχουν ακόμη αποσύρει από την αγορά σύμφωνα με το άρθρο 15.
19
Αυτή η συνοπτική ανάλυση επιτρέπει τη διαπίστωση ότι ο κανονισμός 1035/72 ρυθμίζει εξαντλητικά το εν λόγω ζήτημα διακρίνοντας σαφέστατα τους μηχανισμούς παρεμβάσεως που μπορούν να κινήσουν οι ενώσεις παραγωγών από τους μηχανισμούς παρεμβάσεως που εφαρμόζονται σ' όλους τους παραγωγούς. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές τα κράτη μέλη δεν είναι αρμόδια να επεκτείνουν σ' όλους τους παραγωγούς την εφαρμογή των κανόνων περί παρεμβάσεως που θεσπίζουν οι ενώσεις παραγωγών.
20
Επιπλέον, από την εξέταση του κανονισμού 1035/72 καταδεικνύεται ότι η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών έχει ως κύριο σκοπό την τυποποίηση της παραγωγής με την εφαρμογή κοινών κανόνων ποιότητας και ότι παρόλο που χρησιμοποιεί ορισμένους μηχανισμούς παρεμβάσεως περιορισμένης εκτάσεως στηρίζεται στην αρχή της ανοικτής αγοράς, δηλαδή της αγοράς στην οποία μπορεί να εισέλθει ελεύθερα κάθε παραγωγός και της οποίας η λειτουργία διέπεται αποκλειστικά από τις ρυθμίσεις που προβλέπει η κοινή οργάνωση. Συνεπώς, η υποχρέωση προσφοράς δημοσίως προς πώληση του συνόλου της παραγωγής μόνο στις αγορές που έχει εγκρίνει ένωση παραγωγών, όπως η Cerafel, δεν μπορεί να επεκταθεί στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη της εν λόγω ενώσεως.
21
Πρέπει να προστεθεί ότι η επέκταση εφαρμογής των κανόνων σχετικά με την υποβολή κατ' έτος καταστάσεως των καλλιεργούμενων εκτάσεων, την οποία επίσης αντιμετωπίζει το εθνικό δικαστήριο, αφορά, όπως δικαίως παρατήρησε η Cerafel, τη συλλογή δεδομένων που μπορούν να επιτρέψουν τη διενέργεια ερευνών που πρόκειται να βελτιώσουν την ποιότητα και τις πωλήσεις των οπωροκηπευτικών. Ο κανόνας αυτός δεν αντίκειται στην κοινή οργάνωση αγοράς η οποία δεν περιέχει καμιά σχετική διάταξη' από την εφαρμογή του σε παραγωγούς που δεν είναι μέλη ενώσεως μπορούν να προκύψουν οφέλη για το σύνολο των παραγωγών της περιφέρειας.
22
Όσον αφορά την υποχρέωση συμμετοχής των παραγωγών που δεν είναι μέλη ενώσεως στη χρηματοδότηση ταμείου που έχει συσταθεί από ένωση παραγωγών, το Δικαστήριο ήδη έχει δεχτεί με τη νομολογία του ότι η υποχρέωση αυτή είναι παράνομη καθόσον εξυπηρετεί τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που καθαυτές κρίνονται αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο. Συνεπώς εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν μέρος της χρηματικής εισφοράς που καταβάλλουν οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη ενώσεως χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση τέτοιων δραστηριοτήτων.
23
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal de grande instance του Saint-Brieuc πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1035/72 έχει την έννοια ότι δεν παρέχει αρμοδιότητα στα κράτη μελη να επεκτείνουν την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζει ένωση παραγωγών επί του συνόλου των παραγωγών ορισμένης περιφέρειας, αν οι εν λόγω κανόνες αφορούν την επιλογή, την ταξινόμηση, το βάρος και την εμφάνιση των προϊόντων ή αν επιβάλλουν στους παραγωγούς την υποχρέωση να προσφέρουν δημοσίως προς πώληση το σύνολο της παραγωγής μόνο στις αγορές που έχει εγκρίνει η ένωση και να συμβάλλουν στη λειτουργία του συστήματος αποσύρσεως που έχει θεσπίσει η εν λόγω ένωση.
24
Ενόψει της ανωτέρω απαντήσεως παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν η επέκταση της εφαρμογής ορισμένων κανόνων στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη ενώσεως συμβιβάζονται ή όχι με το άρθρο 85 της Συνθήκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Tribunal de grande instance του Saint-Brieuc με απόφαση της 2ας Ιουλίου 1985, αποφαίνεται:
Ο κανονισμός 1035/72 έχει την έννοια ότι δεν παρέχει αρμοδιότητα στα κράτη μέλη να επεκτείνουν την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζει ένωση παραγωγών επί του συνόλου των παραγωγών ορισμένης περιφέρειας, αν οι εν λόγω κανόνες αφορούν την επιλογή, την ταξινόμηση, το βάρος και την εμφάνιση των προϊόντων ή αν επιβάλλουν στους παραγωγούς την υποχρέωση να προσφέρουν δημοσίως προς πώληση το σύνολο της παραγωγής μόνο στις αγορές που έχει εγκρίνει η ένωση και να συμβάλλουν στη λειτουργία του συστήματος αποσύρσεως που έχει θεσπίσει η εν λόγω ένωση.
Κακούρης
O'Higgins
Koopmans
Bahlmann
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy