ΕΚΘΕΣΗ ΠΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟΥ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
στην υπόθεση 220/85 ( *1 )
I — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Το Σεπτέμβριο του 1979, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι οι πλάκες που κάλυπταν το δάπεδο του στούντιο της τηλεοράσεως είχαν αποκολληθεί λόγω του βάρους των χρησιμοποιούμενων εκεί μηχανών λήψεως. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να απευθυνθεί σε μια επιχείρηση που ήταν ειδικευμένη στις εργασίες επικαλύψεως δαπέδου με το κατάλληλο υλικό.
Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή ήλθε σε επαφή με την εταιρία Fadex, η οποία έχει την έδρα της στην Αμβέρσα και είναι ειδικευμένη στην επικάλυψη συμπαγών δαπέδων με βάση την ακρυλική ρητίνη. Η εν λόγω εταιρία είχε ήδη εκτελέσει εργασίες επικαλύψεως δαπέδου, ιδίως στη Radio télévision belge. Η εταιρία Fadex ανέθεσε σε έναν από τους υπαλλήλους της να προβεί σε προκαταρκτική μελέτη των χώρων προκειμένου να υποβάλει, κατόπιν, προσφορά.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 28ης Νοεμβρίου 1979, η ενδιαφερόμενη υπηρεσία της Επιτροπής γνωστοποίησε στον προϊστάμενο του τμήματος « τεχνικών υπηρεσιών » της Επιτροπής (τον Gibbels) ότι «η μελλοντική επικάλυψη θα πρέπει να τοποθετηθεί χωρίς ενώσεις και να είναι αρκετά στερεή ώστε να αντέχει το βάρος των μηχανών λήψεως μαζί με την κινητή τους βάση ( περίπου 250 χιλιόγραμμα κάθε μία ) ».
Στις 4 Δεκεμβρίου 1979, η προσφεύγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή προσφορά τιμής « για την προμήθεια και την τοποθέτηση 80 περίπου τετραγωνικών μέτρων Dex-o-tex Neotex Ρ61, επικάλυψης συμπαγούς δαπέδου με βάση την ακρυλική ρητίνη ». Σύμφωνα με την προσφορά αυτή, η επικάλυψη περιελάμβανε:
—
μια μεμβράνη με βάση πλέγμα ινών από ύαλο και νεοπρένιο·
—
την τοποθέτηση ενός στρώματος συγκρατή-σεωςμε βάση το νεοπρένιο·
—
την εγκατάσταση στρώματος αντίστασης με βάση την ακρυλική ρητίνη, ειδικά αμμο-κονιάματα και κατάλληλα γεμίσματα·
—
τη μηχανική στίλβωση και τη συγκόλληση μέσω πολτού από πολυουρεθάνη·
—
την επίθεση τελικού στρώματος με βάση την πολυουρεθάνη.
Εξάλλου, στην προσφορά αυτή προβλεπόταν ότι η Επιτροπή θα ανελάμβανε:
—
την αφαίρεση της υφιστάμενης επικάλυψης·
—
την πλήρη εκκένωση του χώρου πριν από την έναρξη της τοποθέτησης των προϊόντων ·
—
τη διάθεση στην προσφεύγουσα εταιρία κλειστού χώρου για την εναποθήκευση των υλικών
—
την παροχή του αναγκαίου για τη λειτουργία των μηχανών ηλεκτρικού ρεύματος
—
την εξασφάλιση μέσω γερανού ή ανελκυ-στήρος της μεταφοράς των υλικών·
—
την αναγκαία θέρμανση προκειμένου να εξασφαλιστεί θερμοκρασία 10 περίπου βαθμών κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών·
—
τον πλήρη φωτισμό της αίθουσας.
Η προσφορά της εταιρίας Fadex συνοδευόταν από τους « γενικούς όρους πωλήσεως » αυτής, το άρθρο 13 των οποίων είναι διατυπωμένο ως εξής:
« Συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η έλλειψη απαντήσεως εντός 10ημερών από της προβλεπόμενης στο προηγούμενο άρθρο όχλησης ή η μη εξόφληση του τιμολογίου ή υπολοίπου αυτού, συνεπάγεται αυτοδικαίως, και χωρίς άλλη όχληση, την αύξηση του οφειλόμενου ποσού κατά 20 ο/ο, και τουλάχιστον κατά 500 BFR ως συμβατική και μη δυνάμενη να μειωθεί κατ' αποκοπήν αποζημίωση, προς αποκατάσταση της ζημίας τόσο για τη δέσμευση των κεφαλαίων και τη μεταβολή προορισμού των προγραμματισθεισών πιστώσεων όσο και για έκτακτα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η επιχείρηση για το διακανονισμό των μη εξοφληθέντων τιμολογίων για αμοιβές νομικής φύσεως υπηρεσιών και την αναγκαία για την είσπραξη των μη καταβληθέντων υπολοίπων λογαριασμών αλληλογραφία, χωρίς να υπολογίζονται τα λοιπά έξοδα που θα οφείλονταν σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου. »
Η Επιτροπή θεώρησε ότι, ενόψει του τεχνικού χαρακτήρα της εργασίας, των συστάσεων που διέθετε η επιχείρηση και της προταθείσας τιμής (150480 BFR), η προσφορά μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Κατά συνέπεια, στις 14 Δεκεμβρίου 1979, η Επιτροπή κατάρτισε δελτίο παραγγελίας, στο οποίο προσδιοριζόταν ότι η τελευταία « διέπεται από τις διατάξεις της Συγγραφής γενικών όρων της Επιτροπής που εφαρμόζονται επί των συμβάσεων κοινών προμηθειών ».
Το άρθρο 1 αυτής της Συγγραφής ορίζει ότι « η υποβολή προσφοράς σε απάντηση σχετικής προκήρυξης της Επιτροπής συνεπάγεται για τον υποβάλλοντα την προσφορά: (... ) παραίτηση από τους δικούς του όρους πωλήσεως ή εργασιών ». Το άρθρο 16 της ίδιας Συγγραφής προβλέπει ότι:
« Σε περίπτωση μη επιτεύξεως φιλικού διακανονισμού, οι σχετικές με την εκτέλεση ή την ερμηνεία των διεπόμενων από τους παρόντες γενικούς όρους συμβάσεων υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 'Ετσι, στο Δικαστήριο αυτό παρέχεται αρμοδιότητα σύμφωνα με το άρθρο 153 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας και το άρθρο 181 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, αποκλειόμενης της αρμοδιότητας κάθε άλλου δικαστηρίου. »
Οι εργασίες εκτελέστηκαν από την προσφεύγουσα στα τέλη του Ιανουαρίου του 1980 και στις 31 του ίδιου μηνός η προσφεύγουσα απέστειλε στην Επιτροπή το σχετικό τιμολόγιο.
Η Επιτροπή, διαπιστώνοντας ότι η επιφάνεια της νέας επικάλυψης δεν ήταν σε ορισμένα σημεία επίπεδη, πράγμα που καθιστούσε αδύνατη την κανονική χρήση των τηλεοπτικών μηχανών λήψεως μέσα στο στούντιο, αρνήθηκε να παραλάβει το έργο, όπως είχε πραγματοποιηθεί από την προσφεύγουσα.
Στις 3 Μαρτίου 1980, η τελευταία παρατήρησε στην Επιτροπή ότι περιορίστηκε στο να τοποθετήσει τη συμφωνηθείσα επικάλυψη και ότι αν η επιφάνεια δεν ήταν ισόπεδη, αυτό οφειλόταν στο υπόστρωμα του δαπέδου.
Με έγγραφο της 30ής Ιουνίου 1980, η Επιτροπή κάλεσε την προσφεύγουσα « να προβεί αμελλητί στη λήψη των μέτρων που θα επέτρεπαν τη θεραπεία των διαπιστωθέντων ελαττωμάτων ».
Απαντώντας στο έγγραφο αυτό, η προσφεύγουσα υπογράμμισε ότι συμμορφώθηκε προς το δελτίο παραγγελίας της Επιτροπής και ότι η τελευταία ουδέποτε της γνωστοποίησε τις απαιτήσεις της σχετικά με το επίπεδο της επιφάνειας. Η προσφεύγουσα επέμεινε να της καταβληθεί το ποσό του τιμολογίου.
Η προσφεύγουσα, δεδομένου ότι δεν της καταβλήθηκε το τίμημα για τα υλικά και η αμοιβή για τις υπηρεσίες που είχε παράσχει, ενήγαγε, στις 31 Δεκεμβρίου 1980, την Επιτροπή ενώπιον του Tribunal de prèmiere instance Αμβέρσας. Με απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984, το πέμπτο τμήμα του δικαστηρίου αυτού, στηριζόμενο στο προαναφερθέν άρθρο 16 της « Συγγραφής γενικών όρων που εφαρμόζονται επί των συμβάσεων κοινών προμηθειών », έκρινε ότι ήταν καθ' ύλην αναρμόδιο για να εκδικάσει την διαφορά.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιουλίου 1985, η εταιρία Fadex άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικώς. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Επιτροπή κλήθηκε να απαντήσει εγγράφως σε ορισμένα ερωτήματα, πράγμα που έγινε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Η προσφεύγονοα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να γίνει τύποις δεκτή η προσφυγή,
—
να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει, ως κεφάλαιο 150480 BFR για τις εκτελεσθείσες εργασίες, και 30096 BFR ως κατά αποκοπή αποζημίωση ίση προς το 20 % του κεφαλαίου, δυνάμει του άρθρου 13 των « γενικών όρων πωλήσεως » της προσφεύγουσας μετά των προβλεπόμενων από τη βελγική νομοθεσία νομίμων τόκων. Οι τελευταίοι πρέπει να υπολογιστούν από τις 31 Ιανουαρίου 1980, ημερομηνία αποστολής του τιμολογίου μέχρις εξοφλήσεως' άλλως, από τις 11 Ιουνίου 1980, ημερομηνία της οχλήσεως με συστημένη επιστολή μέχρις εξοφλήσεως· άλλως, από τις 31 Δεκεμβρίου 1980, ημερομηνία της κατά της Επιτροπής αγωγής ενώπιον του Tribunal de première instance της Αμβέρσας μέχρις εξοφλήσεως άλλως από την ημερομηνία καταθέσεως της παρούσας προσφυγής μέχρις εξοφλήσεως,
—
να καταδικαστεί η Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη,
—
να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστη-ρίον
Οι διάδικοι αναγνωρίζουν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 16 της « Συγγραφής γενικών όρων που εφαρμόζονται επί των συμβάσεων κοινών προμηθειών της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ». Εξάλλου, η Επιτροπή τονίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17 της ίδιας Συγγραφής, εφαρμοστέα νομοθεσία είναι η « ισχύουσα στη χώρα που βρίσκεται ο διατάκτης », εν προκειμένω η βελγική νομοθεσία.
Β — Επί νης ουσίας
1. Ως προς το τιμολόγιο της 31ης Ιανουαρίου 1980
Η προσφεύγουσα τονίζει, πρώτον, ότι σύμφωνα με την προσφορά της της 4ης Δεκεμβρίου 1979, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η Επιτροπή θα ανελάμβανε το έργο της αφαίρεσης της υφιστάμενης επικάλυψης και, επομένως, της προετοιμασίας του δαπέδου επί του οποίου επρόκειτο να τοποθετηθεί η νέα επικάλυψη. Η επέμβαση της προσφεύγουσας περιοριζόταν στην προμήθεια και την τοποθέτηση της συμπαγούς επικάλυψης του δαπέδου με βάση την ακρυλική ρητίνη. Αυτό προκύπτει από το δελτίο παραγγελίας της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1979 καθώς και από το τιμολόγιο της προσφεύγουσας της 31ης Ιανουαρίου 1980.
Ενόψει των προηγούμενων, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι τήρησε τη σύμβαση που είχε συνάψει. Πράγματι, αρνείται ότι ανέλαβε άλλες υποχρεώσεις εκτός από αυτές που συνίσταντο στην προμήθεια και την τοποθέτηση της προαναφερθείσας επικάλυψης.
Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, εφόσον η Επιτροπή θεωρεί ότι υφίστανται ατέλειες, αυτή φέρει το βάρος της απόδειξης της σπουδαιότητας των επικαλούμενων ελαττωμάτων καθώς και του ότι τα τελευταία οφείλονται σε μη σύμφωνη προς τους όρους της σύμβασης ή τους κανόνες της τέχνης εκτέλεση. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν διέπραξε κανένα πταίσμα κατά την εκτέλεση της σύμβασης.
Η Επιτροπή φρονεί ότι από τα πραγματικά περιστατικά και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει σαφώς ότι αντιμετώπιζε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, δηλαδή την επιδιόρθωση του δαπέδου το οποίο, στην κατάσταση που βρισκόταν, δεν επέτρεπε την κανονική χρησιμοποίηση του στούντιό της τηλεοράσεως. Πράγματι, ήταν αναγκαίο η επιφάνεια του εν λόγω δαπέδου να είναι απολύτως επίπεδη. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα γνώριζε πλήρως την απαίτηση αυτή και επελέγη ενόψει του τεχνικού χαρακτήρα της εργασίας και των συστάσεων που διέθετε.
Κατά την Επιτροπή, η εκτελεσθείσα εργασία δεν πληρούσε την απαίτηση αυτή όσον αφορά το επίπεδο της επιφάνειας του δαπέδου, ενώ, εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί σοβαρώς την ύπαρξη των ελαττωμάτων. Τα αποδίδει στο « υπόστρωμα » επί του οποίου εργάστηκε. Και το « υπόστρωμα » αυτό, η /ελαττωματική επικάλυψη του οποίου είχε αφαιρεθεί από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, συνίστατο σε επίστρωμα από αμμοκονίαμα. Με άλλα λόγια, η προσφεύγουσα αρκέστηκε να τοποθετήσει τα δύο διαδοχικά στρώματα της επικάλυψης χωρίς να ελέγξει την κατάσταση του βασικού υποστηρίγματος, πράγμα που συνιστά σοβαρό επαγγελματικό πταίσμα.
Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή κάλεσε την προσφεύγουσα να διορθώσει τα διαπιστωθέντα ελαττώματα, αλλά η τελευταία πάντοτε αρνήθηκε να προβεί στις αναγκαίες εργασίες. Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι η προσφεύγουσα εκδήλωσε σαφώς την πρόθεσή της να διαρρήξει μονομερώς την αμφοτεροβαρή σύμβαση που τη συνέδεε με την Επιτροπή. Επομένως δεν δικαιούται να απαιτεί την εξόφληση του τιμολογίου της 31ης Ιανουαρίου 1980, και δη να αξιοί τόκους λόγω της μη πληρωμής του τιμολογίου αυτού.
2. Ως προς την επικαλούμενη από την προ-οφεύγουοα ποινική ρήτρα
Η προοφενγουοα διατείνεται ότι το άρθρο 13 των « γενικών όρων πωλήσεως » αυτής, εφαρμόζεται επί της επίμαχης συμβάσεως. Παραδέχεται ότι το δελτίο παραγγελίας όριζε ότι η τελευταία διέπεται από τη « Συγγραφή γενικών όρων που εφαρμόζονται επί των συμβάσεων κοινών προμηθειών της Επιτροπής ». Εντούτοις, η ρήτρα αυτή δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως συνεπαγόμενη την παραίτηση της από τους δικούς της « γενικούς όρους πωλήσεως ». Εξάλλου, η εν λόγω Συγγραφή δεν αποκλείει τη δυνατότητα για τον υποβαλόντα προσφορά να απαιτήσει την καταβολή κατ' αποκοπήν αποζημιώσεως σε περίπτωση μη πληρωμής ληξιπρόθεσμου τιμολογίου.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο της επιχειρηματολογίας αυτής. Παρατηρεί ότι δυνάμει του καταρτισθέντος στις 14 Δεκεμβρίου 1979 από την Επιτροπή δελτίου παραγγελίας, η σύμβαση διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις της προαναφερθείσας Συγγραφής. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι αποκλείεται να εφαρμοστούν εν προκειμένω οι « γενικοί όροι πωλήσεως » της προσφεύγουσας, εφόσον οι τελευταίοι δεν έγιναν αποδεκτοί από την Επιτροπή.
IV — Απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο
Οι απαντήσεις της Επιτροπής στα δύο ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο, καθώς και οι παρατηρήσεις της προσφεύγουσας ως προς αυτά, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Α — Θεωρεί η Επιτροπή ότι οι υπάλληλοι της ενάγονοας όφειλαν, κατά τη διάρκεια των εργασιών της τοποθέτησης της επικάλυψης, να αντιληφθούν ότι η επιφάνεια τον δαπέδου δεν ήταν επιπεδη;
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι μεταξύ των υπαλλήλων της ενάγουσας επιχείρησης, η οποία επελέγη λόγω των ειδικών τεχνικών της γνώσεων στον τομέα της επικάλυψης δαπέδων στούντιο τηλεοράσεως και ιδίως λόγω του προϊόντος Dex-o-tex, περιλαμβανόταν εργοδηγός ο οποίος διηύθυνε τις εργασίες. Κατά την Επιτροπή, ο τελευταίος όφειλε, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια των διαφόρων φάσεων των εργασιών, να ελέγξει αν η επιφάνεια του δαπέδου ήταν επίπεδη.
Παραπέμποντας στα σχετικά βελγικά νομικά συγγράματα ( 1 ), η Επιτροπή τονίζει ότι ο εργολάβος έχει την υποχρέωση της « καλής εκτέλεσης » του υπεσχημένου έργου. Η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται το καθήκον « πρόβλεψης » και « απαιτεί από τον εργολάβο να λάβει υπόψη το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα όχι μόνο για να ειδοποιήσει τον εργοδότη αλλά κυρίως για να αποφευχθεί η ελαττωματική εκτέλεση... » ( 2 ).
Η προσφεύγουσα παρατηρεί, πρώτον, ότι καίτοι είναι ειδικευμένη στην τοποθέτηση της επικάλυψης Dex-o-tex, δεν είναι εντούτοις ειδική στον τομέα της τοποθέτησης επικαλύψεων στούντιο τηλεοράσεως. Εξάλλου, υπογραμμίζει ότι το δελτίο παραγγελίας της Επιτροπής δεν περιέχει καμιά διευκρίνιση όσον αφορά την απαίτηση της επίπεδης επιφάνειας του δαπέδου και προσδιορίζεται σαφώς σ' αυτό ότι η επικάλυψη Dex-o-tex είναι επικάλυψη και όχι ισοπεδωτικό επίστρωμα, και, επομένως, δεν επιτρέπει τη διόρθωση των υποκείμενων ατελειών. Τέλος, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι ναι μεν η Επιτροπή επικαλέστηκε το ότι η επιφάνεια του δαπέδου δεν ήταν επίπεδη, αλλά ουδέποτε διευκρίνισε στα υπομνήματά της ποια είναι η σημασία του προβαλλόμενου ελαττώματος. Από υπηρεσιακό σημείωμα των υπηρεσιών της Επιτροπής της 6ης Μαρτίου 1980 προκύπτει ότι από μετρήσεις που έγιναν με τα « διαθέσιμα μέσα » αποδείχτηκε ότι η έλλειψη επίπεδης επιφάνειας του δαπέδου συνίστατο σε κλίση 2 χιλιοστομέτρων ανά μέτρο στο τελευταίο τρίτο του στούντιο.
Β — Σε συμβάσεις όπως αυτή της οποίας η ερμηνεία αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και κατά την τρέχουσα στον τόπο καταρτίσεως της σύμβασης πρακτική, ο αναλαβών το έργο της επικάλυψης εργολάβος φέρει την υποχρέωση να ελέγξει την κατάσταση της τελευταίας;
Η Επιτροπή τονίζει ότι ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει την πλήρη πραγματοποίηση του συγκεκριμένου αποτελέσματος για το οποίο ανέλαβε υποχρέωση. Εν προκειμένω, το επιδιωκόμενο με την τοποθέτηση της προταθείσας επικάλυψης αποτέλεσμα συνίστατο στο να γίνει απόλυτα επίπεδη η επιφάνεια του δαπέδου του στούντιο τηλεοράσεως. Επομένως, η ενάγουσα επιχείρηση είχε αναλάβει υποχρέωση ως προς ορισμένο αποτέλεσμα, δηλαδή την τοποθέτηση επικάλυψης χωρίς ελαττώματα, η οποία θα επέτρεπε τον άνετο χειρισμό των βαρέων τηλεοπτικών μηχανών λήψεως.
Είναι αλήθεια ότι η ενάγουσα επιχείρηση υποστηρίζει ότι η επιφάνεια του επιστρώματος από αμμοκονίαμα, επί του οποίου τοποθετήθηκαν τα διάφορα στρώματα που αποτελούσαν την επικάλυψη, δεν ήταν απολύτως επίπεδη. Αλλά, κατά το μέτρο που η κατάσταση αυτή συνιστούσε για την επιχείρηση δυσχέρεια ή ακόμα εμπόδιο για την πραγματοποίηση άψογης εκτέλεσης του έργου που της είχε ανατεθεί, αυτή είχε την υποχρέωση, δυνάμει των καθηκόντων της ως ειδικού συμβούλου, να ενημερώσει τον εργοδότη.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι κατά τη βελγική νομολογία η υποχρέωση που φέρει ο εργολάβος είναι συνήθως γενική υποχρέωση σύνεσης και επιμελείας, έτσι ώστε ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει το πταίσμα του εργολάβου. Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν υποτεθεί ότι ο εργολάβος ανέλαβε υποχρέωση ως προς συγκεκριμένο αποτέλεσμα, η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να φέρει την ευθύνη για ατέλειες καταλογιστέες όχι σε σφάλματα που έγιναν κατά την εκτέλεση της ίδιας της εργασίας που του ανατέθηκε αλλά σε ελαττώματα σχεδίασης ή εκτέλεσης που επηρεάζουν το κατασκεύασμα επί του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί η εργασία, ενώ κανένα εμφανές εξωτερικό σημείο δεν αποκάλυπτε τις ατέλειες αυτές. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι είναι γενικώς παραδεκτό ότι ο εργολάβος φέρει δύο υποχρεώσεις: την υποχρέωση πληροφορήσεως και την υποχρέωση προβλέψεως. Αλλά η εξέταση της εκ μέρους του εργολάβου τήρησης των δύο αυτών υποχρεώσεων πρέπει να γίνεται υπό το φως του επιδιωκόμενου από τον εργοδότη αποτελέσματος, όπως αυτό επισημάνθηκε στον εργολάβο πριν από τη σύναψη της σύμβασης.
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
( 1 ) Ιδίως Μ. Α. Flamme και J. Lepaffe: Le contrai ď entreprise, Bruxelles, Bruylanl, 1966, και M. A. Flamme και Ph. Flamme: «Le contrat d' entreprise», 10 χρόνια νομολογίας (1966-1975) στο Journal des tribunaux, 1976, σσ. 337, 357 και 377, ιδίως οι αριθμοί 29 και 30, σ.344.
( 2 ) Το πρώτο από τα αναφερθέντα έργα, σσ. 80 και 81.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 13ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 220/85,
Fadex NV, ανώνυμη εταιρία βελγικού δικαίου, με έδρα στο Βέλγιο, Montevideostraat 5, στην Αμβέρσα, ενεργώντας κατόπιν πρωτοβουλίας του διοικητικού της συμβουλίου, επικουρούμενη και εκπροσωπούμενη από την Michele Olinger-Courtois, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με τόπο επιδόσεων το γραφείο της τελευταίας,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενης από τον Raymond Baeyens, κύριο νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Jean-Marie De Smet, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει 150480 βελγικά φράγκα ( BFR ) τα οποία αντιστοιχούν σε ποσό τιμολογίου με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1980 σχετικού με την προμήθεια και την τοποθέτηση επικάλυψης δαπέδου σε στούντιο τηλεοράσεως και 30096 βελγικά φράγκα ( BFR ) κατ' εφαρμογή της προβλεπόμενης στους « γενικούς της όρους πωλήσεως » ποινικής ρήτρας, καθώς και τόκους επί των ποσών αυτών με το ισχύον στο Βέλγιο νόμιμο επιτόκιο,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
συγκείμενο από τους: Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και J. C Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση που συμπληρώθηκε μετά την προφορική διαδικασία της 25ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιουλίου 1985, η εταιρία Fadex άσκησε, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει 150480 BFR ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε τιμολόγιο με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1980 σχετικό με την προμήθεια και την τοποθέτηση επικάλυψης δαπέδου σε στούντιο τηλεοράσεως και 30096 BFR κατ' εφαρμογή της προβλεπόμενης στο άρθρο 13 των « γενικών όρων πωλήσεως » αυτής ποινικής ρήτρας, καθώς και τόκους επί των ποσών αυτών με το ισχύον στο Βέλγιο νόμιμο επιτόκιο.
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και η επιχειρηματολογία των διαδίκων. Είναι αρκετό να σημειωθεί ότι, ήδη από το Σεπτέμβριο του 1979, οι υπηρεσίες της Επιτροπής, όταν διαπιστώθηκε ότι οι ξύλινες πλάκες που κάλυπταν το δάπεδο ενός στούντιο τηλεοράσεως είχαν αποκολληθεί λόγω του βάρους των μηχανών λήψεως, ήλθαν σε επαφή με την προσφεύγουσα προκειμένου να τοποθετηθεί η κατάλληλη επικάλυψη δαπέδου.
3
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 28ης Νοεμβρίου 1979 των ενδιαφερόμενων υπηρεσιών της Επιτροπής, γνωστοποιήθηκε στον προϊστάμενο του τμήματος τεχνικών υπηρεσιών ότι « η μελλοντική επικάλυψη ( έπρεπε ) να τοποθετηθεί χωρίς ενώσεις και να είναι αρκετά στερεή ώστε να αντέχει το βάρος των μηχανών λήψεως μαζί με την κινητή τους βάση ». Στη συνέχεια, η απαίτηση αυτί] δεν αναγράφηκε στο δελτίο παραγγελίας που απέστειλε η Επιτροπή στην εταιρία Fadex, στις 14 Δεκεμβρίου 1979. Όταν εκτελέστηκε το έργο, η Επιτροπή αρνήθηκε να εξοφλήσει το τιμολόγιο με την αιτιολογία ότι η επιφάνεια του δαπέδου του στούντιο δεν ήταν αρκούντως επίπεδη, πράγμα που καθιστούσε αδύνατη την κανονική χρησιμοποίηση των μηχανών λήψεως της τηλεοράσεως μέσα στο στούντιο.
4
Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να επιλύσει το πρόβλημα αν ορθώς η Επιτροπή αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό του προαναφερθέντος τιμολογίου, και οφείλει, εξάλλου, να αποφανθεί ως προς το βάσιμο του αιτήματος να εφαρμοστεί επί της επίμαχης συμβάσεως η προβλεπόμενη στους « γενικούς όρους πωλήσεως » της προσφεύγουσας εταιρίας ποινική ρήτρα.
Επί του αιτήματος καταβολής του ποσού των 150480 BFR, σχετικού με την πραγματοποιηθείσα εργασία
5
Εν προκειμένω, τίθεται το ερώτημα αν η προσφεύγουσα είχε τη συμβατική υποχρέωση είτε να ισοπεδώσει το δάπεδο πριν από την τοποθέτηση της επικάλυψης, είτε, τουλάχιστον, να διαπιστώσει ότι η επιφάνειά του δεν ήταν επίπεδη και να ειδοποιήσει σχετικά την Επιτροπή πριν από την πραγματοποίηση της εργασίας.
6
Κατά την προσφεύγουσα, η οποία βεβαιώνει ότι δεν είναι ειδικευμένη στην τοποθέτηση επικαλύψεων για στούντιο τηλεοράσεως, η σύμβαση την υποχρέωνε απλώς να προμηθεύσει και να τοποθετήσει μια αρκετά ανθεκτική και λεία επικάλυψη ώστε να αντέχει το βάρος των μηχανών λήψεως της τηλεόρασης και να τους επιτρέπει να γλιστρούν κατάλληλα. Η εν λόγω σύμβαση δεν ανέφερε τίποτα ιδίως όσον αφορά την απαίτηση να είναι απόλυτα επίπεδη η επιφάνεια του δαπέδου, το ανισόπεδο του οποίου, κατά 2 χιλιοστόμετρα ανά μέτρο, υφίστατο μόνο στο τελευταίο τρίτο του στούντιο και δεν έγινε αντιληπτό κατά το χρόνο της τοποθέτησης. Αντιθέτως, η Επιτροπή ανέλαβε ρητώς την υποχρέωση να προβεί στην αφαίρεση της υφιστάμενης επικάλυψης και, επομένως, στην προετοιμασία του δαπέδου ενόψει της τοποθέτησης της νέας επικάλυψης.
7
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι επέλεξε την εταιρία Fadex ενόψει των συστάσεων της, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη τις εργασίες που είχε πραγματοποιήσει για τη Radio télévision belge στις Βρυξέλλες. Ισχυρίζεται ότι η επιχείρηση γνώριζε απόλυτα το σκοπό των εργασιών που της είχαν παραγγελθεί, δηλαδή την πλήρη επιδιόρθωση του δαπέδου ενός στούντιο τηλεοράσεως, προκειμένου να χρησιμοποιούνται εκεί νέες, βαριές και κινητές μηχανές λήψεως και ότι δεν μπορούσε να αγνοεί ότι το απολύτως επίπεδο της επιφάνειας του δαπέδου ήταν συμφυές προς την καλή λειτουργία των μηχανών αυτών. Η επιχείρηση, όμως, περιορίστηκε στο να τοποθετήσει τα στρώματα της επικάλυψης χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κατάσταση του βασικού υποστηρίγματος — ενός επιστρώματος από αμμοκονίαμα — πράγμα που συνιστά « σοβαρό επαγγελματικό πταίσμα ». Επιπλέον, στο πλαίσιο μιας σύμβασης με ειδικό, όπως αυτή που αποτελεί τη βάση της υπό κρίση διαφοράς, η επιχείρηση είναι υποχρεωμένη, ενόψει του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, να ειδοποιήσει τον πελάτη της για τα ενδεχόμενα ελαττώματα του πράγματος προκειμένου να αποφευχθεί η ελαττωματική εκτέλεση της σύμβασης. Αυτό σημαίνει ότι, στο πλαίσιο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, η εταιρία Fadex όφειλε να ειδοποιήσει την Επιτροπή ότι η επιφάνεια του εν λόγω δαπέδου δεν ήταν απολύτως επίπεδη και ότι, ως εκ τούτου, η επιδιόρθωσή του δεν θα γινόταν υπό τις καλύτερες προϋποθέσεις.
8
Παρατηρείται, πρώτον, ότι ούτε το δελτίο παραγγελίας της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1979 ούτε η προσφορά της εταιρίας Fadex της 14ης Δεκεμβρίου 1979 στην οποία το εν λόγω δελτίο αναφέρεται, τα οποία αποτελούν τα μόνα έγγραφα που δεσμεύουν συμβατικώς, δεν επιβάλλουν στην προσφεύγουσα την υποχρέωση να εξαλείψει κάθε ελάττωμα ως προς το επίπεδο της επιφάνειας του δαπέδου.
9
Δεύτερον, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε από την ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτηση προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε στην εταιρία Fadex ότι για την καλή λειτουργία του στούντιο ήταν ανάγκη η επιφάνεια του δαπέδου να είναι απολύτως επίπεδη ή ότι η εν λόγω εταιρία διέπραξε συμβατικό πταίσμα μη διαπιστώνοντας και μη αναφέροντας στην Επιτροπή, πριν από την έναρξη των εργασιών της, το ότι η επιφάνεια του δαπέδου δεν ήταν επίπεδη. Πράγματι, αφενός, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, η εταιρία Fadex δεν είναι ειδικευμένη στην επικάλυψη δαπέδων στούντιο τηλεοράσεως και, αφετέρου, το ελάττωμα περί του οποίου πρόκειται δεν ήταν καθόλου εμφανές.
10
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι κακώς η Επιτροπή αρνήθηκε να καταβάλει το αναγραφόμενο στο τιμολόγιο της προσφεύγουσας της 31ης Ιανουαρίου 1980 ποσό των 150480 BFR. Επομένως, η Επιτροπή πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό αυτό, εντόκως με το νόμιμο επιτόκιο που προβλέπεται από τη βελγική νομοθεσία, η οποία έχει εφαρμογή δυνάμει του άρθρου 17 της « Συγγραφής υποχρεώσεων των γενικών όρων» της Επιτροπής, από τις 11 Ιουνίου 1980, ημερομηνίας της όχλησης.
Επί της καταβολής του προβλεπόμενου στους « γενικούς όρους πωλήσεως» της προσφεύγουσας ποσού των 30096 BFR
11
Επιπλέον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι δικαιούται να ζητήσει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 των δικών της « γενικών όρων πωλήσεως », να υποχρεωθεί η καθής να της καταβάλει το προαναφερθέν ποσό. Εντούτοις, όπως ορθώς η Επιτροπή παρατήρησε, το άρθρο 1 της « Συγγραφής γενικών όρων » της σύμβασης την οποία υπέγραψε η προσφεύγουσα ορίζει ότι « η υποβολή προσφοράς σε απάντηση σχετικής προκήρυξης της Επιτροπής των ΕΚ συνεπάγεται για τον υποβάλλοντα την προσφορά: ... παραίτηση από τους δικούς του όρους πωλήσεως ή εργασιών ». Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αξίωση της προσφεύγουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
12
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Υποχρεώνει την Επιτροπή να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 150480 BFR εντόκως, με το νόμιμο επιτόκιο που προβλέπεται από τη βελγική νομοθεσία, από τις 11 Ιουνίου 1980.
2)
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την προσφυγή της προσφεύγουσας.
3)
Καταδικάζει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Galmot
Everting
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy