ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 226/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Το άρθρο 14Α της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 29, σ. 1 ), ορίζει στην παράγραφο 1 ότι « αν, την Ι η Απριλίου 1981, η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού διενεργήσει σχετικό έλεγχο, ότι τα κλεισίματα εγκαταστάσεων παραγωγής σιδήρου και χάλυβα που έλαβαν χώρα μετά την 1η Οκτωβρίου 1982 είχαν σαν αποτέλεσμα, για μια κατηγορία προϊόντων, αύξηση τουλάχιστον κατά 5 °/ο της αναλογίας στην κατηγορία αυτή μεταξύ των παραγωγών αναφοράς όλων των επιχειρήσεων που υπάγονται στο σύστημα ποσοστώσεων και των δυνατοτήτων παραγωγής που παρουσίαζαν την 1η Οκτωβρίου 1982, μπορεί να καθορίσει προσαρμογή των ποσοστώσεων στην εν λόγω κατηγορία προϊόντων που υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανόνες της παραγράφου 3, για τις επιχειρήσεις που υπέβαλαν σχετική αίτηση πριν από την 1η Απριλίου 1984 και που ανταποκρίνονται στους όρους που καθορίζονται στην παράγραφο 4 ».
Κατά το άρθρο 14Α, παράγραφος 2, η Επιτροπή προβαίνει εκ νέου στους ελέγχους αυτούς για τις διάφορες κατηγορίες προϊόντων στην αρχή κάθε τριμήνου και καθορίζει προσαρμογές στις επιχειρήσεις που υπέβαλαν σχετική αίτηση, εφόσον η εν λόγω αναλογία έχει αυξηθεί εξαιτίας των κλεισιμάτων που έχουν πραγματοποιηθεί τουλάχιστον κατά 5 °/ο σε σχέση με την αξία που είχε κατά την τελευταία προσαρμογή.
Τέλος, το άρθρο 14Α, παράγραφος 4, έχει ως εξής:
« Μια επιχείρηση μπορεί να επωφεληθεί από την αύξηση των ποσοστώσεων δυνάμει του παρόντος άρθρου, μόνο εφόσον:
—
δεν προέβη σε αυξήσεις του παραγωγικού δυναμικού της μετά την 1η Ιουλίου 1983,
—
δεν έχει προβεί, μετά την 1η Οκτωβρίου 1982, σε κλεισίματα εγκαταστάσεων τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του ποσοστού χρησιμοποίησης,
—
η βιωσιμότητά της είναι εξασφαλισμένη χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε διαρθρωτική προσαρμογή,
και στο διάστημα των 12 μηνών πριν από το σχετικό τρίμηνο:
—
δεν έλαβε ενισχύσεις εγκεκριμένες από την Επιτροπή για την κάλυψη απωλειών εκμεταλλεύσεως,
—
δεν υπέστη κυρώσεις όσον αφορά τους κανόνες τιμών ή έχει εξοφλήσει οφειλόμενα πρόστιμα. »
2.
Με έγγραφα της 23ης Μαρτίου, 26ης Ιουλίου και 16ης Οκτωβρίου 1984, της 15ης Ιανουαρίου και 16ης Απριλίου 1985 η προσφεύγουσα ζήτησε προσαρμογή των ποσοστώσεών της για την κατηγορία II, σύμφωνα με το άρθρο 14Α της απόφασης 234/84, αντιστοίχως για τα δύο πρώτα τρίμηνα, το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του 1984, καθώς και για το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 1985.
Με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1985, που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 18 Ιουνίου του ίδιου έτους, η Επιτροπή, αναφερόμενη στις υποβληθείσες αιτήσεις, όπως συμπληρώθηκαν κατόπιν ορισμένων συζητήσεων με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, ανακοίνωσε την απόφαση της περί αδυναμίας της να ανταποκριθεί σ' αυτές τις αιτήσεις ως εξής:
« Η Επιτροπή διεπίστωσε τα εξής:
—
όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14Α της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ, η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει ορισμένες πρόσθετες ποσοστώσεις. Πάντως αυτό προϋποθέτει ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση έχει ήδη προβεί σε αναδιάρθρωση και ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται πλέον ενισχύσεις
—
η Επιτροπή πληροφορήθηκε για το σχέδιό σας αναδιαρθρώσεως με την από 30 Ιανουαρίου 1984 ανακοίνωση. Το σχέδιο αυτό προβλέπει κλείσιμο εγκαταστάσεων παραγωγής το 1985, καθώς και χορήγηση ενισχύσεων. Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η επιχείρηση σας έχει ήδη προβεί σε αναδιάρθρωση.
Η Επιτροπή έλαβε, κατά συνέπεια, την ακόλουθη απόφαση:
1)
Το άρθρο 14Α της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ δεν εφαρμόζεται στην επιχεί ρησή σας.
2)
Η απόφαση αυτή ισχύει για την περίοδο που εκτείνεται μέχρι και το δεύτερο τρίμηνο του 1985. »
3.
Με την ανακοίνωση της 30ής Ιανουαρίου 1984, την οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ζήτησε, στο πλαίσιο της απόφασης 83/392/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 29ης Ιουνίου 1983, σχετικά με τις ενισχύσεις που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση σχεδίαζε να χορηγήσει στη γερμανική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 227, σ. 8 ), την οριστική έγκριση της Επιτροπής να καταβάλει ορισμένες ενισχύσεις, μεταξύ άλλων, στην προσφεύγουσα, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το σχέδιό της αναδιαρθρώσεως, για το οποίο ιδίως είχε ζητηθεί πριμοδότηση 20 % του συνόλου των επενδύσεων των 411,5 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων ( DM ) δυνάμει του γερμανικού νόμου σχετικά με πριμοδοτήσεις επενδύσεως για τις επενδύσεις που πραγματοποιούνται στον τομέα των βιομηχανιών σιδήρου και χάλυβα.
Στις 7 Μαΐου 1984, στο σχέδιο αναδιαρθρώσεως, που ανακοινώθηκε στην Επιτροπή σύμφωνα με την απόφαση 3302/81 /ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 18ης Νοεμβρίου 1981, σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν για τις επενδύσεις τους οι επιχειρήσεις σιδηρουργίας ( ΕΕ L 333, σ. 35 ), δόθηκε ευνοϊκή γνώμη της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 54, παράγραφοι 3 και 4, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η γνώμη αυτή έλαβε υπόψη ότι το σχέδιο βελτίωνε συγχρόνως τα προϊόντα, τα χαρακτηριστικά επιφανείας, τις ανοχές και τις διαστάσεις, καθιστώντας έτσι δυνατό στην προσφεύγουσα να αντιμετωπίσει τις μεταβολές της ζήτησης, καθώς και ότι το σχέδιο συνεπήγετο μείωση των ικανοτήτων παραγωγής χονδρών λαμαρινών συνολικού ύψους 360000 τόνων ετησίως.
Με έγγραφο της 2ας Μαΐου 1985, η Επιτροπή, ανταποκρινόμενη στην αίτηση της κυβέρνησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ενέκρινε τη σχεδιαζόμενη ενίσχυση για την προσφεύγουσα. Η Επιτροπή θεώρησε ότι συνέτρεχαν σε επαρκή έκταση οι προϋποθέσεις που καθορίζει η απόφαση 83/392 της 29ης Ιουνίου 1983 και ότι τα κριτήρια της απόφασης 2320/81 της Επιτροπής της 7ης Αυγούστου 1981 περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 228, σ. 14) είχαν τηρηθεί. Στην έγκριση αναφέρεται ότι η προσφεύγουσα συμβάλλει στη συνολική μείωση των ικανοτήτων παραγωγής, που προβλέπεται με την προαναφερθείσα απόφαση 83/392, με σαφή μείωση της ικανότητας της σε λαμαρίνες κατά 360000 τόνους συνολικώς κατ' έτος και ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η προσφεύγουσα επιχείρηση απαντώντας στο οικονομικό ερωτηματολόγιο της Επιτροπής, υπήρχαν πάρα πολλές πιθανότητες ότι, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς, η επιχείρηση θα μπορούσε να αποκαταστήσει μέχρι το 1986 την οικονομική βιωσιμότητά της χωρίς πρόσθετες ενισχύσεις. Σύμφωνα με την απόφαση 83/392, η Επιτροπή ζήτησε πάντως οι εξαμηνιαίες αναφορές σχετικά με τις ενισχύσεις που καταβάλλονται να περιέχουν στοιχεία σχετικά με την πρόοδο που πραγματοποιείται από την προσφεύγουσα για να αποκαταστήσει την οικονομική της βιωσιμότητα.
Η πριμοδότηση επενδύσεως που καταβλήθηκε στην προσφεύγουσα, ύστερα από την τροποποίηση των επενδυτικών της προγραμμάτων, ανήλθε μόνο σε 49 εκατομμύρια DM.
4.
Στις 23 Ιουλίου 1985, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.
5.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο δεύτερο τμήμα.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 1985, που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 18 Ιουνίου 1985, περί μη εφαρμογής ως προς αυτή του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84 της Επιτροπής της 31ης Ιανουαρίου 1984 για την περίοδο μέχρι και του δεύτερου τριμήνου του 1985'
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επιχειρηματολογία νης προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους κατά της προσβαλλόμενης απόφασης: παράβαση του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84 και, λόγω της αιτιολογήσεως της, παράβαση ουσιώδους τύπου.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή, στηρίζοντας την άρνηση της προσαρμογής των ποσοστώσεων αποκλειστικά στο γεγονός ότι σχεδιάζονταν μέτρα αναδιαρθρώσεως για το 1985 και ότι είχαν ζητηθεί σχετικώς ενισχύσεις, εξάρτησε τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 14Α από την πραγματοποίηση αναδιαρθρώσεως. Η ερμηνεία αυτή αντίκειται όχι μόνο στο γράμμα του άρθρου 14Α, παράγραφος 4, όπου γίνεται μόνο λόγος για το αν η βιωσιμότητα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης εξασφαλίζεται χωρίς διαρθρωτική προσαρμογή, αλλά και στο πνεύμα αυτής της διάταξης, κατά το οποίο πρέπει να εξαιρούνται μόνο οι επιχειρήσεις που υποχρεούνται να προβούν σε διαρθρωτικές προσαρμογές, ιδίως δε σε κλείσιμο εγκαταστάσεων, για να ξαναγίνουν — μετά την αναδιάρθρωση τους — βιώσιμες χωρίς ενισχύσεις. Η ερμηνεία της Επιτροπής ισοδυναμεί με επιβολή κυρώσεως στις επιχειρήσεις, στις οποίες δεν επιβάλλονται διαρθρωτικές προσαρμογές, πράγμα που δεν μπορεί να αποτελεί το σκοπό αυτής της διάταξης.
Όσον αφορά το δεύτερο λόγο, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η επίδικη απόφαση, μην αναφέροντας παρά σχεδιαζόμενα μέτρα αναδιαρθρώσεως, δεν έλαβε υπόψη τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 14Α, παράγραφος 4, και δεν έλαβε θέση ως προς τη μόνη αποφασιστική προϋπόθεση, δηλαδή τη βιωσιμότητα χωρίς διαρθρωτική προσαρμογή. Η απόφαση δεν μπορεί υπ' αυτές τις προϋποθέσεις να θεωρηθεί ότι έχει τηρήσει τις απαιτήσεις αιτιολογήσεως που καθορίζει το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ( βλέπε ιδίως την απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Μαρτίου 1959, Noid, 18/57, Sig. σ. 89).
Η Επιτροπή προφανώς δεν εξέτασε το συγκεκριμένο ζήτημα της βιωσιμότητας της προσφεύγουσας. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή κατέδειξε στην απόφαση της ότι θεωρούσε ότι η βιωσιμότητα της προσφεύγουσας δεν μπορούσε να διασφαλιστεί χωρίς διαρθρωτική προσαρμογή, υπάρχει ελλιπής αιτιολογία. Παρόμοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να στηριχθεί σε καμία δικαιολογία. Η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει τη γενική οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας, το είδος του επενδυτικού σχεδίου και τη (ρύση της αιτηθείσας ενίσχυσης.
Η εκτίμηση αυτών των στοιχείων δεν μπορούσε προφανώς να ωθήσει την Επιτροπή να συναγάγει την έλλειψη βιωσιμότητας. Η Επιτροπή θα μπορούσε να κάνει μια τέτοια εκτίμηση βάσει των στοιχείων που διέθετε, ιδίως μέσω των οικονομικών ερωτηματολογίων που είχε λάβει από το 1983 και των εκθέσεων ισολογισμού από της χρήσεως 1979.
Ως προς τη γενική οικονομική της κατάσταση, η προσφεύγουσα εκθέτει ότι στην αγορά του χάλυβα η επιχείρηση κατέχει σταθερή θέση και έχει αποκτήσει υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας. Είναι μία από τις ελάχιστες επιχειρήσεις στην εν λόγω αγορά που, από την έναρξη της κρίσης στην βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, πέτυχε εμπορικά αποτελέσματα σχεδόν πάντοτε θετικά. Από τα αποτελέσματα χρήσεως εμφαίνονται έτσι από το 1979 έως το 1985 επί κύκλου εργασιών που υπερβαίνει κανονικά τα 2 δισεκατομμύρια DM τα ακόλουθα αποτελέσματα:
1978:
+ 22 εκατομμύρια DM
1979:
+ 18 εκατομμύρια DM
1980:
+ 40 εκατομμύρια DM
1981:
+ 1,7 εκατομμύρια DM
1982:
+ 12 εκατομμύρια DM
1983:
— 23 εκατομμύρια DM
1984:
+ 1,7 εκατομμύρια DM
1985:
κατ' εκτίμηση + 29 εκατομμύρια DM.
Μόνο το έτος 1983, ιδιαίτερα δύσκολο αποκλειστικά για λόγους συγκυρίας, έληξε με ζημία που μεταφέρθηκε στην επόμενη χρήση, αλλά απορροφήθηκε όμως πλήρως με πλεόνασμα πλέον των 25 εκατομμυρίων DM κατά τη διάρκεια αυτής της χρήσης. Η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να στηρίξει την κρίση της μόνο σ' αυτό το αρνητικό αποτέλεσμα. Μια σοβαρή εκτίμηση προϋποθέτει αναγκαία την ανάλυση των αποτελεσμάτων που εκτείνονται σε περισσότερα έτη, καθώς και την εξέταση, αναφερόμενη επίσης σε περισσότερα έτη, των ταμειακών αποθεμάτων, των ταμειακών εισροών και εκροών (cash flow), τις σχέσεις μεταξύ ίδιου και ξένου κεφαλαίου, των δαπανών κεφαλαίου, της καθαρής ακίνητης περιουσίας, των επενδύσεων και των αποσβέσεων.
Ως προς τη φύση των μέτρων αναδιαρθρώσεως, η προσφεύγουσα εκθέτει, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι η αναδιάρθρωση δεν έχει συγκεκριμένη έννοια στο πλαίσιο του άρθρου 14Α - δεδομένου ότι το κριτήριο ήταν η διασφάλιση της βιωσιμότητας ήδη πριν από την αναδιάρθρωση και χωρίς ενισχύσεις — ότι οι επενδύσεις αφορούσαν κυρίως τη βελτίωση ενός ελασματουργείου, χάρη ιδίως στην εφαρμογή προηγμένης τεχνολογίας, και τη μετατροπή ενός άλλου ελασματουργείου για την αποκλειστική παραγωγή ημιτελών προϊόντων που δεν υπόκεινται στις ποσοστώσεις. Οι επενδύσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο της μακροπρόθεσμης πολιτικής επενδύσεων της προσφεύγουσας, στόχος της οποίας είναι να ανέλθει το μέρος των ειδικών χαλύβων σε πλέον του 40 % της παραγωγής και να βελτιωθεί η κατασκευή των χονδρών λαμαρινών. Σύμφωνα με την ανάλυση που κάνει σχετικώς η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη της της 7ης Μαΐου 1984, οι επενδύσεις χρησίμευσαν, χάρη στον τεχνικό εκσυγχρονισμό και στη συγκέντρωση των προσπαθειών στις ποιότητες προϊόντων που ζητούνται ιδιαίτερα, στο να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο για το μέλλον η ήδη ευνοϊκή ανταγωνιστική θέση της προσφεύγουσας. Τα μέτρα αναδιαρθρώσεως, παρόλο που συνεπήγοντο μείωση της ικανότητας παραγωγής χονδρών λαμαρινων δεν προκάλεσαν κανένα κλείσιμο εγκαταστάσεων. Η προσφεύγουσα, αντιθέτως, προσέλαβε από το 1980 έως το τέλος του 1985 500 επιπλέον άτομα. Αναδιάρθρωση αυτής της φύσης δεν μπορεί να συνιστά ένδειξη ελλείψεως βιωσιμότητας.
Ως προς τη φύση της ενίσχυσης, η προσφεύγουσα προβάλλει, υπογραμμίζοντας συγχρόνως ότι η ενίσχυση δεν έχει συγκεκριμένη έννοια στο πλαίσιο του άρθρου 14Α, ότι η επιτευχθείσα πριμοδότηση επενδύσεως δεν προϋποθέτει καθόλου, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις που αφορούν τη χορήγηση της, την έλλειψη βιωσιμότητας της ωφελούμενης επιχείρησης. Το γεγονός ότι η Επιτροπή έκανε ρητά λόγο, στην απόφαση της περί εγκρίσεως της ενίσχυσης που απηύθυνε στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, για « αποκατάσταση » της αποδοτικότητας της προσφεύγουσας είναι χωρίς σημασία. Η διατύπωση αυτή προέρχεται αποκλειστικά από την Επιτροπή και δεν περιέχει καμία αιτιολογία. Η προσφεύγουσα ποτέ δεν άφησε να εννοηθεί από τις εθνικές αρχές ότι η επιχείρηση δεν ήταν βιώσιμη χωρίς ενισχύσεις και ούτε και αυτές έδωσαν καμία σχετική ένδειξη με την αίτηση τους για έγκριση.
Τέλος, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των κριτηρίων που καθόρισε η Επιτροπή στο πλαίσιο του κώδικα των ενισχύσεων για τους σκοπούς της διαδικασίας εγκρίσεώς τους, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι τα κριτήρια αυτά είναι ακατάλληλα και στερημένα έννοιας στο πλαίσιο του άρθρου 14Α. Η έννοια της βιωσιμότητας δεν καθορίζεται ούτε στη Συνθήκη ΕΚΑΧ ούτε στις άλλες κοινοτικές διατάξεις. Η βιωσιμότητα μιας χαλυβουργικής επιχείρησης πρέπει να θεωρηθεί ότι διασφαλίζεται, όταν οι αποσβέσεις της επαρκούν για την αντικατάσταση των στοιχείων του ενεργητικού της, οι τόκοι του αλλοδαπού κεφαλαίου μπορούν να καταβληθούν από τη στιγμή που γίνονται απαιτητοί και τα αποτελέσματα από την εκμετάλλευση που επιτεύχθηκαν και μπορούν να προβλεφθούν για πολλά χρόνια είναι θετικά. Δεν είναι ιδίως δικαιολογημένο να απαιτείται, προκειμένου να γίνει δεκτή η βιωσιμότητα της επιχείρησης, ελάχιστη αποδοτικότητα του ίδιου κεφαλαίου κατά 3,5 ο/ο, διότι θα ήταν πλέον επωφελές για τους κατόχους των εταιρικών μεριδίων της προσφεύγουσας να έχουν μικρότερη αποδοτικότητα κεφαλαίου παρά να προβούν σε εκκαθάριση.
Β — Επιχειρηματολογία της Επιτροπής
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ενδείκνυται να υπογραμμιστεί η λειτουργία του άρθρου 14Α, η θέση του στο σύστημα των ποσοστώσεων και τα στοιχεία που το συνδέουν με τον κώδικα των ενισχύσεων που θεσπίστηκε με την απόφαση 2320/81 της Επιτροπής της 7ης Αυγούστου 1981.
Η απόφαση 234/84 κάνει διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών επιχειρήσεων: αυτές που χρειάζονται αναδιάρθρωση και οι άλλες. Αυτό συνιστά τη σύνδεση με τον κώδικα των ενισχύσεων, δεδομένου ότι η αναδιάρθρωση — για την οποία τα κράτη μέλη είναι εξουσιοδοτημένα να χορηγούν ενισχύσεις — δεν μπορεί να έχει άλλο στόχο από την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης, καθώς και να την καταστήσει οικονομικώς βιώσιμη χωρίς ενισχύσεις υπό ομαλές συνθήκες αγοράς ( άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της απόφασης 2320/81 ). Για να ενθαρρυνθούν οι επιχειρήσεις της πρώτης από τις δύο αυτές κατηγορίες να εφαρμόσουν ταχέως τα προγράμματά τους αναδιαρθρώσεως, το άρθρο 14Β προβλέπει τη δυνατότητα να τους χορηγηθούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, πρόσθετες ποσοστώσεις. Αλλά για να μην τεθούν σε δυσμενή θέση οι επιχειρήσεις της δεύτερης κατηγορίας, δηλαδή αυτές που δεν έχουν ανάγκη αναδιαρθρώσεως και δεν ζητούν καμία ενίσχυση για το σκοπό αυτό, το άρθρο 14Α τους δίνει τη δυνατότητα να λάβουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και ως αντιστάθμισμα, ορισμένες πρόσθετες ποσοστώσεις.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι συμφωνεί επομένως με την προσφεύγουσα στην ερμηνεία που δίνει στο άρθρο 14Α, ότι πρέπει να αποκλειστούν μόνο οι επιχειρήσεις που υποχρεούνται να προβούν σε διαρθρωτικές προσαρμογές και, ειδικότερα, στο κλείσιμο εγκαταστάσεων για να ξαναγίνουν μετά το πέρας της αναδιάρθρωσής τους βιώσιμες χωρίς ενισχύσεις. Ήδη από την αιτιολογία του άρθρου 14Α, που θεσπίστηκε με την απόφαση 2177/83 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1983 ( ΕΕ L 208, σ. 1 ) συνάγεται, εξάλλου, ότι οι επιχειρήσεις για τις οποίες πρόκειται είναι αυτές που έχουν αναδιαρθρωθεί και επομένως δεν λαμβάνουν πλέον καμία ενίσχυση.
Εντούτοις, κατά την Επιτροπή, η οποία δεν αμφισβητεί ότι η προσφεύγουσα είναι, σε σχέση με άλλες χαλυβουργικές επιχειρήσεις, μια σύγχρονη και δυναμική επιχείρηση και ότι οι πραγματοποιηθείσες επενδύσεις εξυπηρετούν τις καινοτομίες στον τεχνικό τομέα, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ως προς το ζήτημα σε ποιες από τις δύο κατηγορίες επιχειρήσεων πρέπει να καταταχθεί η προσφεύγουσα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα υπέβαλε ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως και ζήτησε ορισμένες κρατικές ενισχύσεις, θα έπρεπε να θεωρηθεί κατ' ανάγκη σαν επιχείρηση που χρειάζεται αναδιάρθρωση, επιχείρηση η βιωσιμότητα της οποίας δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς διαρθρωτική προσαρμογή. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της απόφασης 2320/81, η Επιτροπή ανέφερε ρητά στην έγκριση της ενίσχυσης της 2ας Μαΐου 1985 ότι Θεωρούσε ότι υπήρχαν πάρα πολλές πιθανότητες ότι η προσφεύγουσα θα μπορέσει να αποκαταστήσει την οικονομική της βιωσιμότητα. Εξάλλου, αν αποδεικνυόταν ότι η βιωσιμότητα της προσφεύγουσας ήταν εξασφαλισμένη χωρίς αναδιάρθρωση, δεν θα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εγκρίσεως της ενίσχυσης και η Επιτροπή θα ήταν αναγκασμένη να ανακαλέσει την έγκριση και να απαιτήσει την απόδοση της ενίσχυσης.
Η Επιτροπή προβάλλει ότι συνάγεται σαφώς από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η Επιτροπή δεν θεωρούσε ότι η βιωσιμότητα της προσφεύγουσας ήταν εξασφαλισμένη χωρίς αναδιάρθρωση. Παρόλο που δεν χρησιμοποιεί τους ίδιους όρους με το άρθρο 14Α, η απόφαση αναλύει το καθοριστικό κριτήριο, δηλαδή ότι η επιχείρηση πρέπει να έχει ήδη αναδιαρθρωθεί και δεν λαμβάνει επομένως πλέον καμία ενίσχυση, διατύπωση που στηρίζεται στην αιτιολογία που περιέχεται στην απόφαση 2177/83 και που έχει την ίδια σημασία με την εγγύηση βιωσιμότητας χωρίς αναδιάρθρωση. Το γεγονός ότι η απόφαση υπογραμμίζει το κλείσιμο εγκαταστάσεων και τις ζητούμενες ενισχύσεις καταδεικνύει ότι, για την Επιτροπή, η βιωσιμότητα ακριβώς της προσφεύγουσας δεν ήταν εξασφαλισμένη. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( βλέπε απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1981, Krupp, συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 275/80 και 24/81, Συλλογή σ. 2489, ιδίως σ. 2512), δεν μπορεί επομένως να υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας.
Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η έννοια της βιωσιμότητας είναι τεχνικός όρος και ότι, για την εκτίμηση της, έχει διαμορφώσει, στο πλαίσιο του κώδικα των ενισχύσεων, μια μέθοδο αξιολογήσεως. Αυτή η μέθοδος συνεπάγεται μια εξέταση βάσει αριθμητικών στοιχείων, τα αποτελέσματα της οποίας, στην περίπτωση της προσφεύγουσας, δεν περιέχονται για λόγους σκοπιμότητας στην προσβαλλόμενη απόφαση. Τα κριτήρια αξιολογήσεως και οι υποθέσεις, στις οποίες έπρεπε να στηριχθούν οι οικονομικές προοπτικές αναφέρονται στη Δωδέκατη, τη Δέκατη Τρίτη και τη Δέκατη Τέταρτη Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού και δεν μπορούσαν να είναι άγνωστα στην προσφεύγουσα. Από αυτό συνάγεται ιδίως:
—
ότι ο όγκος των πωλήσεων που έπρεπε να ληφθεί υπόψη δεν μπορούσε να υπερβαίνει τα επίπεδα που επιτεύχθηκαν το 1980,
—
ότι οι προβλέψεις έπρεπε να λάβουν υπόψη την επιδείνωση της σχέσης τιμές/έξοδα από το 1982 έως το 1986,
—
ότι οι αποσβέσεις έπρεπε να είναι αρκετές για να εξασφαλιστεί η διατήρηση και η αντικατάσταση των στοιχείων του ενεργητικού μετά την αναδιάρθρωση,
—
ότι τα κέρδη έπρεπε να είναι αρκετά για να καλύψουν όλα τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των αποσβέσεων και των οικονομικών επιβαρύνσεων, καθώς και για να διασφαλιστεί μια ελάχιστη απόδοση του κεφαλαίου.
Από την εξέταση της βιωσιμότητας της προσφεύγουσας το 1986, που έγινε στο πλαίσιο της έγκρισης ενισχύσεως βάσει αριθμητικών στοιχείων που ανακοινώθηκαν από την ίδια την προσφεύγουσα, εμφαίνονται τα ακόλουθα αποτελέσματα:
(εκατομμύρια DM)
Αποτελέσματα 1982
+ 6,2
Σχέση τιμών/εξόδων 1982
—1986 - 83,4
Έλλειμμα
— 77,2
Βελτιώσεις λόγω:
— των επενδύσεων
+ 35
— άλλων μέτρων
+ 6,5
—
αυξήσεως του όγκου των πωλήσεων
+ 13
—
μεταβολής του « μικτού προϊόντος »
+ 30
— των αποσβέσεων
+ 5
— των δαπανών κεφαλαίου
+ 7,2
— διάφορα
+ 2,3
Σύνολο των βελτιώσεων
+ 99,0
Μεταφορά νου ελλείμματος
— 77,2
Αποτελέσματα νου 1986
+ 21,8
Αποδοτικότητα του κεφαλαίου
24
Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή στην έγκριση της, η βιωσιμότητα μόλις και μετά βίας μπόρεσε να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα που υπολογίστηκε για το 1986 δεν κάλυπτε καθόλου την επαρκή αποδοτικότητα του κεφαλαίου, που η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να είναι 3,5 ο/ο. Από την εξέταση απορρέει ότι αν η προσφεύγουσα δεν προέβαινε στα μέτρα αναδιαρθρώσεως, το αποτέλεσμα θα ήταν έλλειμμα 43,2 εκατομμύρια DM και ότι αν τα μέτρα θέτονταν σε εφαρμογή χωρίς καμία ενίσχυση, το θετικό αποτέλεσμα δεν θα ήταν παρά 15,8 εκατομμύρια DM.
Ο. Due
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΛΠΌΙΡΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( δεύτερο τμήμα )
της 7ης Απριλίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 226/85,
Diliinger Hüttenwerke AG, εταιρία γερμανικού δικαίου με έδρα το Dillingen ( Σάαρ ), εκπροσωπούμενη από τους Deringer, Tessin, Herrmann και Sedemund, δικηγόρους Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο G. Loesch, 2, rue Goethe,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο R. Wägenbaur, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
κα θής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 1985, περί μη εφαρμογής ως προς την προσφεύγουσα του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 29, σ. 1 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
συγκείμενο από τους Τ. F. O'Higgins, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaça
γραμματέας: S. Hackspiel, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 23ης Οκτωβρίου 1986, κατά την οποία η εταιρία Dillinger Hüttenwerke AG εκπροσωπήθηκε από τον J. Sedemund και η Επιτροπή από το νομικό της σύμβουλο R. Wägenbaur, επικουρούμενο από τον Α. Petersen, ως εμπειρογνώμονα,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Ιουλίου 1985, η Diliinger Hüttenwerke AG, επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα με έδρα το Dillingen (Σάαρ), Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της από 12 Ιουνίου 1985 ατομικής αποφάσεως της Επιτροπής, που ίσχυσε μέχρι και το δεύτερο τρίμηνο του 1985 και σύμφωνα με την οποία το άρθρο 14Α της γενικής αποφάσεως 234/84 της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 29, σ. 1 ), δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση της.
2
Το άρθρο 14Α της εν λόγω γενικής αποφάσεως, την εφαρμογή του οποίου ζήτησε η προσφεύγουσα για τα τέσσερα τρίμηνα του 1984 και τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1985, επιτρέπει στην Επιτροπή, κατά τις παραγράφους 1 και 2, να εγκρίνει στις επιχειρήσεις που υποβάλλουν σχετική αίτηση προσαρμογή των ποσοστώσεων για συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων, όταν η Επιτροπή, στην αρχή ενός τριμήνου, διαπιστώσει ότι τα επελθόντα κλεισίματα εγκαταστάσεων παραγωγής σιδήρου και χάλυβα είχαν ως αποτέλεσμα, για την κατηγορία αυτή, αύξηση τουλάχιστον 5 ο/ο της αναλογίας μεταξύ των παραγωγών αναφοράς όλων των επιχειρήσεων που υπόκεινται στο σύστημα ποσοστώσεων και των δυνατοτήτων παραγωγής που διέθεταν την 1η Οκτωβρίου 1982.
3
Δυνάμει της παραγράφου 4 του εν λόγω άρθρου, μια επιχείρηση μπορεί να επωφεληθεί από την προσαρμογή των ποσοστώσεων μόνο αν, ιδίως:
«...
—
η βιωσιμότητά της είναι εξασφαλισμένη χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε διαρθρωτική προσαρμογή,
... »
4
Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η άρνηση εφαρμογής της διάταξης στην περίπτωση της προσφεύγουσας αιτιολογείται ως εξής:
« —
όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 14Α της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ, η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει ορισμένες πρόσθετες ποσοστώσεις. Πάντως, αυτό προϋποθέτει ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση έχει ήδη προβεί σε αναδιάρθρωση και ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται πλέον ενισχύσεις
—
η Επιτροπή πληροφορήθηκε το σχέδιό σας αναδιοργανώσεως με την από 30 Ιανουαρίου 1984 ανακοίνωση. Το σχέδιο αυτό προβλέπει κλείσιμο εγκαταστάσεων παραγωγής το 1985, καθώς και χορήγηση ενισχύσεων. Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η επιχείρηση σας έχει ήδη προβεί σε αναδιάρθρωση. »
5
Στο δεύτερο εδάφιο, η Επιτροπή αναφέρεται σε διαρθρωτικό πρόγραμμα της προσφεύγουσας για το οποίο η Επιτροπή, με το από 2 Μαΐου 1984 έγγραφό της προς την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, επέτρεψε τη χορήγηση ενισχύσεως για τις επενδύσεις, υπό τον όρο ότι η ικανότητα παραγωγής λαμαρινών θα μειωνόταν σε 360000 τόνους με την παύση της λειτουργίας ενός ελασματουργείου. Με το έγγραφό της, η Επιτροπή αιτιολόγησε την έγκριση της, μεταξύ άλλων, ως εξής:
« Η Επιτροπή θεωρεί ότι, μετά τις πληροφορίες που παρέσχε η επιχείρηση απαντώντας στο οικονομικό ερωτηματολόγιο της Επιτροπής, υπάρχουν πάρα πολλές πιθανότητες, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς, η εταιρία Dillinger Hüttenwerke AG να μπορέσει να αποκαταστήσει μέχρι το 1986 την οικονομική της βιωσιμότητα χωρίς πρόσθετη ενίσχυση. »
6
Η Επιτροπή χορήγησε την έγκριση αυτή δυνάμει της γενικής αποφάσεως 2320/81 της Επιτροπής, της 7ης Αυγούστου 1981, περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ( « κώδικας περί ενισχύσεων », ΕΕ L 228, σ. 14). Το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της απόφασης αυτής επιβάλλει το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως της επιχείρησης για την οποία πρόκειται να είναι ικανό να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητά της και να την καταστήσει οικονομικά βιώσιμη χωρίς ενίσχυση, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς.
7
Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84, καθόσον η προϋπόθεση εφαρμογής του δεν είναι η επιχείρηση να έχει ήδη αναδιαρθρωθεί, αλλά η βιωσιμότητά της να εξασφαλίζεται χωρίς διαρθρωτική προσαρμογή. Εξάλλου, η απόφαση δεν πληροί την υποχρέωση αιτιολογίας, δεδομένου ότι η Επιτροπή, για να εκτιμήσει τη βιωσιμότητα της προσφεύγουσας επιχείρησης, δεν εξέτασε ούτε τη γενική οικονομική της κατάσταση ούτε τη φύση των σχεδιαζόμενων διαρθρωτικών μέτρων ούτε τη φύση της αιτηθείσας ενίσχυσης. Μια τέτοια εξέταση θα αποδείκνυε ότι η βιωσιμότητα της προσφεύγουσας επιχείρησης ήταν πλήρως εξασφαλισμένη χωρίς διαρθρωτική προσαρμογή και ότι η αναδιάρθρωση εξυπηρετούσε μόνο τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς της.
8
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί ιδίως ότι η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να στηρίζει την εκτίμηση της στα ίδια κριτήρια που εφαρμόζει, στο πλαίσιο του κώδικα ενισχύσεων, για να εκτιμά αν το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως της επιχείρησης που ζητεί την ενίσχυση είναι πρόσφορο για να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητά της και να την καταστήσει οικονομικά βιώσιμη χωρίς ενίσχυση υπό κανονικές συνθήκες αγοράς. Σχετικά, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι, καίτοι στο γαλλικό κείμενο της απόφασης 234/84 και του κώδικα περί ενισχύσεων χρησιμοποιούνται αντιστοίχως οι λέξεις « viabilité » ( βιωσιμότητα ) και « financièrement viable » ( οικονομικώς βιώσιμη ), στο γερμανικό κείμενο του κώδικα περί ενισχύσεων χρησιμοποιείται ο όρος « Rentabilität » ( αποδοτικότητα ), που είναι εντελώς διαφορετική έννοια από εκείνη του όρου « Lebensfähigkeit » ( βιωσιμότητα ) που χρησιμοποιείται στο άρθρο 14Α της απόφασης 234/84. Εξετάζοντας αν η τελευταία αυτή προϋπόθεση συντρέχει, θα ήταν ιδίως αδικαιολόγητο να απαιτείται, όπως κάνει η Επιτροπή στο πλαίσιο του κώδικα περί ενισχύσεων, ελάχιστη αποδοτικότητα 3,5 ο/ο του ιδίου κεφαλαίου, εφόσον μικρότερη αποδοτικότητα θα ήταν για τους μετόχους της προσφεύγουσας προτιμότερη από την εκκαθάριση.
9
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η διάταξη του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84 θεσπίστηκε με την απόφαση 2177/83 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1983, για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 208, σ. 1 ). Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της τελευταίας αυτής απόφασης, η διάταξη αφορά τις « επιχειρήσεις που έχουν ήδη αναδιαρθρωθεί και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν πλέον καμιάς ενισχύσεως ». Σκοπός της είναι να μη θέσει σε μειονεκτική θέση αυτές τις επιχειρήσεις σε σχέση με τις επιχειρήσεις που απολαύουν συμπληρωματικών ποσοστώσεων βάσει του άρθρου 14Β των προαναφερόμενων αποφάσεων, διάταξη που έχει ως σκοπό να παρακινήσει τις τελευταίες αυτές επιχειρήσεις να προβούν ταχέως στην αναγκαία αναδιάρθρωση. Επομένως, η εφαρμογή του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84 συνδέεται στενά με τους κανόνες του κώδικα περί ενισχύσεων, καθόσον τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν ενισχύσεις μόνο για μέτρα αναδιαρθρώσεως με τα οποία καθίσταται δυνατή η βιωσιμότητα της επιχείρησης και, ως εκ τούτου, μόνο σε επιχειρήσεις η βιωσιμότητα των οποίων δεν εξασφαλίζεται χωρίς τέτοια μέτρα. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή φρονεί ότι η χορήγηση ενισχύσεων αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84.
10
Η Επιτροπή παρατηρεί εξάλλου ότι, στο πλαίσιο του κώδικα περί ενισχύσεων, η εκτίμηση της βιωσιμότητας μιας επιχείρησης πραγματοποιείται βάσει τεκμηριωμένης με στοιχεία μελέτης σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια. Κατά τη μέθοδο αυτή, η βιωσιμότητα επιβάλλει τα κέρδη που πραγματοποιεί η επιχείρηση να επαρκούν για να καλύψουν όλα τα έξοδα, περιλαμβανομένων των αποσβέσεων και των οικονομικών επιβαρύνσεων, και για να εξασφαλίζουν ελάχιστη αποδοτικότητα 3,5 ο/ο του ιδίου κεφαλαίου. Από την εκτίμηση της βιωσιμότητας της προσφεύγουσας σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, κατά την εξέταση του σχεδίου αναδιαρθρώσεώς της, καταδείχτηκε ότι με τη σχεδιαζόμενη αναδιάρθρωση και την αιτηθείσα ενίσχυση η βιωσιμότητα μόλις μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα εξασφαλιζόταν. Επομένως, η προσφεύγουσα μπορούσε να λάβει την ενίσχυση, συνεπεία όμως του ίδιου αυτού γεγονότος αποκλειόταν από τη χορήγηση συμπληρωματικής ποσοστώσεως βάσει του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84.
11
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
12
Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του της 15ης Ιανουαρίου 1985 (Finsider κατά Επιτροπής, 250/83, Συλλογή 1985, σ. 131 ) και της 15ης Οκτωβρίου 1985 (Krupp/Thyssen κατά Επιτροπής, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 211 και 212/83 και 77 και 78/84, Συλλογή σ. 3409), με το σύστημα των ποσοστώσεων και τον κώδικα περί ενισχύσεων επιδιώκεται η πραγμάτωση κοινού σκοπού, της αναδιαρθρώσεως δηλαδή που είναι απαραίτητη προκειμένου να προσαρμοστεί η παραγωγή και η ικανότητα παραγωγής στην προβλεπόμενη ζήτηση και να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και, επομένως, δεν είναι αυθαίρετο ούτε δημιουργεί διακρίσεις το να χρησιμοποιούνται τα στοιχεία που προκύπτουν από την εφαρμογή του ενός από τα συστήματα αυτά ως σημείο αναφοράς στο άλλο σύστημα.
13
Από αυτό έπεται ότι η κανονιστική ρύθμιση για τις ποσοστώσεις και η κανονιστική ρύθμιση για τις ενισχύσεις, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, πρέπει να εφαρμόζονται και να ερμηνεύονται θεωρούμενη η μία υπό το φως της άλλης. Αυτό ιδίως συμβαίνει στην περίπτωση των άρθρων 14Α και 14Β της απόφασης 234/84 τα οποία, όπως παραδέχτηκε η ίδια η προσφεύγουσα, συνδέονται στενά με τον κώδικα περί ενισχύσεων.
14
Από την οικονομία των δύο αυτών άρθρων και από τις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης 2177/83, όπου αυτά για πρώτη φορά συνδυάζονται, προκύπτει ότι το άρθρο 14Β έχει ως σκοπό να ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να προβούν ταχέως στο κλείσιμο εγκαταστάσεων που επιβάλλει το σχέδιο αναδιαρθρώσεως το οποίο ενέκρινε η Επιτροπή και το οποίο, επομένως, αποτέλεσε τη βάση για τη χορήγηση ενισχύσεων, ενώ το άρθρο 14Α έχει ως σκοπό να παράσχει ορισμένα αντισταθμίσματα στις επιχειρήσεις που έχουν ήδη αναδιαρθρωθεί και επομένως δεν χρειάζονται αναδιάρθρωση για να καταστούν βιώσιμες και, ως εκ τούτου, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την έγκριση ενισχύσεως.
15
Για το λόγο αυτό και παρά τις διαφορές στη διατύπωση μεταξύ των κειμένων στις διάφορες γλώσσες, το κριτήριο της βιωσιμότητας, προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84, πρέπει να ερμηνευτεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως το κριτήριο στο οποίο βασίζεται ο κώδικας περί ενισχύσεων στο άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της απόφασης 2320/81. Από αυτό έπεται ότι η επιχείρηση η οποία, όπως στην περίπτωση της προσφεύγουσας, θεωρείται ότι ανταποκρίνεται στα κριτήρια για τη χορήγηση ενισχύσεως, δεν μπορεί να λάβει συμπληρωματική ποσόστωση βάσει του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84.
16
Σχετικά, δεν έχει σημασία αν η Επιτροπή, προκειμένου να εκτιμήσει αν το σχέδιο αναδιαρθρώσεως επιτρέπει την έγκριση ενισχύσεως, απαιτεί η εκτέλεση του σχεδίου αυτού να μπορεί να εξασφαλίζει, κατά πάσα πιθανότητα, ελάχιστη αποδοτικότητα 3,5 °/ο του ιδίου κεφαλαίου της επιχείρησης υπό κανονικές συνθήκες αγοράς. Μια τέτοια μέθοδος υπολογισμού εμπίπτει πράγματι στην εξουσία εκτιμήσεως που πρέπει να αναγνωριστεί στην Επιτροπή στον τομέα αυτό.
17
Όσον αφορά την αιτιολογία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην επίδικη απόφαση η Επιτροπή καθόρισε το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14Α της απόφασης 234/84 χρησιμοποιώντας διατύπωση παρόμοια με εκείνη των αιτιολογικών σκέψεων της απόφασης 2177/83 και διευκρίνισε ότι η προσφεύγουσα επιχείρηση δεν υπάγεται σ' αυτό λόγω του σχεδίου αναδιαρθρώσεως το οποίο προέβλεπε το κλείσιμο εγκαταστάσεων και τη χορήγηση ενισχύσεων. Με την αιτιολογία αυτή, η Επιτροπή παρέσχε τα στοιχεία που είναι απαραίτητα, ώστε η προσφεύγουσα να γνωρίσει τη θεμελίωση της απόρριψης της αίτησης της και το Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της απόρριψης αυτής. Επομένως η αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως, καίτοι πολύ λακωνική, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπαρκής.
18
Επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
O'Higgins
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Απριλίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Τ. F. O'Higgins
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy