ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 232/85 ( *1 )
Ι — Περιστατικά
1.
Ο προσφεύγων προσελήφθη από την Επιτροπή με σύμβαση αορίστου χρόνου στις 10 Ιανουαρίου 1976 ως έκτακτος υπάλληλος, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γ), του καθεστώτος του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προκειμένου να ασκήσει καθήκοντα κυρίου διοικητικού υπαλλήλου στο γραφείο του επιτρόπου Borschette, κατετάγη δε στην κατηγορία Α και συγκεκριμένα στο δεύτερο κλιμάκιο του πέμπτου βαθμού. Ακολούθησε τροποποίηση της συμβάσεως στις 26 Οκτωβρίου 1976, ώστε ο προσφεύγων να ασκεί τα καθήκοντά του στο γραφείο του επιτρόπου Vouel.
2.
Η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε αλλεπάλληλα έως τις 31 Μαΐου 1981.
3.
Από την 1η Ιουνίου 1981 ο προσφεύγων προσελήφθη ως έκτακτος υπάλληλος από την Επιτροπή με σύμβαση αορίστου χρόνου της 4ης Νοεμβρίου 1981, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο α), του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, προκειμένου να ασκήσει καθήκοντα κυρίου διοικητικού υπαλλήλου στη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοικήσεως ( Γενική Διεύθυνση IX ) της Επιτροπής, κατετάγη δε στην κατηγορία Α και συγκεκριμένα στο πέμπτο κλιμάκιο του πέμπτου βαθμού. Στην εν λόγω σύμβαση είχε επισυναφθεί έγγραφο της Επιτροπής που διευκρίνιζε ότι ο προσφεύγων είχε προσληφθεί σε θέση που η αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή είχε χαρακτηρίσει ως προσωρινή.
4.
Στις 4 Ιουλίου 1983 ο προσφεύγων, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον εσωτερικό διαγωνισμό βάσει εξετάσεων COM/339/82, που αφορούσε την κατάληψη θέσεως της κατηγορίας και της σταδιοδρομίας Α 7/Α 6. Ο προσφεύγων είχε επισυνάψει στην αίτηση του σημείωμα με την ίδια ημερομηνία, με το οποίο υπενθύμιζε, αφενός, το σημείωμά του της 28ης Ιανουαρίου 1982, στο οποίο ανέφερε τις υποσχέσεις μονιμοποιήσεως με βαθμό Α 5 που του είχε δώσει ο κ. Vouel, και, αφετέρου, την απάντηση της διοικήσεως στο τελευταίο αυτό σημείωμα, κατά την οποία μόνο για καθήκοντα προϊσταμένου ειδικευμένης υπηρεσίας ή παρόμοια καθήκοντα προβλέπονταν εξαιρέσεις από τη μονιμοποίηση με τον εισαγωγικό βαθμό. Το εν λόγω σημείωμα ανέφερε περαιτέρω ότι η διοίκηση είχε δημοσιεύσει πριν λίγο καιρό διάφορες προκηρύξεις εσωτερικών διαγωνισμών βάσει τίτλων για τους βαθμούς Α 5/Α 4 και Α 3, προκειμένου να τακτοποιήσει από άποψη υπηρεσιακής καταστάσεως, βάσει των διαθέσιμων κονδυλίων λειτουργίας, ορισμένους έκτακτους υπαλλήλους του τομέα της έρευνας που βρίσκονταν σε παρεμφερή κατάσταση με τον προσφεύγοντα.
5.
Με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1984, που του κοινοποιήθηκε στις 15 του ίδιου μήνα, ο προσφεύγων, μετά την επιτυχία του στο διαγωνισμό COM/339/82, διορίστηκε δόκιμος διοικητικός υπάλληλος και κατετάγη στο βαθμό Α 6, πέμπτο κλιμάκιο· η εν λόγω απόφαση είχε ισχύ από την 1η Φεβρουαρίου 1984.
6.
Στις 27 Ιουνίου 1984 ο προσφεύγων υπέβαλε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ( ΑΔΑ ) αίτηση κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με την οποία πρόβαλε το επιχείρημα ότι από το γεγονός της προκηρύξεως των εσωτερικών διαγωνισμών βάσει εξετάσεων COM/296/80, COM/460/82 και COM/1078/83 συνάγεται ότι ήταν ανακριβείς οι πληροφορίες που του είχαν παράσχει οι υπηρεσίες της Επιτροπής για να αντιπαρέλθουν τη μονιμοποίηση του με το βαθμό Α 5. Με την ίδια δε αίτηση ζήτησε την αναβάθμιση του εσωτερικού διαγωνισμού COM/339/82 ώστε να μπορέσει να διοριστεί στο βαθμό Α 5. Η ΑΔΑ, με έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1984, απέρριψε την εν λόγω αίτηση με την αιτιολογία ότι το επίπεδο των προς άσκηση καθηκόντων δικαιολογούσε τη διενέργεια των εσωτερικών διαγωνισμών που ανέφερε στην αίτηση του ο προσφεύγων.
7.
Στις 30 Νοεμβρίου 1984 ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση κατά της εν λόγω απορρίψεως, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με την οποία αμφισβητεί την ύπαρξη ουσιώδους διαφοράς μεταξύ της περιγραφής και της φύσης των καθηκόντων που μνημονεύονται στις προκηρύξεις των διαγωνισμών COM/296/80, COM/460/82 και COM/1078/83, αφενός, και των καθηκόντων που μνημονεύονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού COM/339/82, αφετέρου.
8.
Η ΑΔΑ απέρριψε την εν λόγω ένσταση με ρητή απόφαση της 24ης Απριλίου 1985, με την οποία κυρίως επισημαίνεται στον προσφεύγοντα ότι το γεγονός ότι ένας υπάλληλος ασκεί καθήκοντα που προσιδιάζουν σε θέση ανώτερης σταδιοδρομίας δεν αρκεί καθαυτό για να δικαιολογήσει την ανακατάταξή του.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Στις 23 Ιουλίου 1985 ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή κατά της ρητής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση του της 24ης Απριλίου 1985.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η απόφαση που έλαβε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 24 Απριλίου 1985 δεν είναι προσηκόντως αιτιολογημένη και συνεπώς να την ακυρώσει'
—
να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποχρεούται να εφαρμόσει για τον προσφεύγοντα τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζει και για όλους τους υπαλλήλους και να την υποχρεώσει να καταβάλει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ο προσφεύγων
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει απαράδεκτη, άλλως αβάσιμη, την προσφυγή.
—
να αποφανθεί κατά νόμο ως προς τα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί τον παραδεκτού
Η Επιτροπή θέτει καταρχάς ζήτημα παραδεκτού της προσφυγής.
Θεωρεί ότι αντικείμενο της προσφυγής είναι η απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1984, την οποία παρέλαβε ο προσφεύγων στις 15 του ίδιου μήνα και με την οποία διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος με το βαθμό Α 6 αντί Α 5 που είχε προηγουμένως. Κατά συνέπεια, αυτή ακριβώς η απόφαση βλάπτει τον προσφεύγοντα. Σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η προθεσμία υποβολής ενστάσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως έληξε στις 15 Μαΐου 1984. Δεδομένου όμως ότι δεν υποβλήθηκε ένσταση εντός της εν λόγω προθεσμίας, η προσφυγή είναι απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Όσον αφορά τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο προσφεύγων, δηλαδή την αίτηση της 27ης Ιουνίου 1984 και την ένσταση της 30ής Νοεμβρίου 1984, η Επιτροπή υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου και κυρίως τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1971 (Tontodonati κατά Επιτροπής, 17/71, Rec. σ. 1059) και της 12ης Ιουλίου 1984 ( Μούση κατά Επιτροπής, 227/83, Συλλογή σ. 3133) και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να στραφεί κατά της διοικητικής αποφάσεως που κατέστη οριστική λόγω της παρόδου της προθεσμίας προσβολής της υποβάλλοντας αίτηση κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, ή ένσταση κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη νέων στοιχείων τα οποία περιήλθαν σε γνώση του σταδιακά μετά τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής. Πράγματι, τα στοιχεία της υποτιθέμενης διακρίσεως υπήρχαν ήδη κατά το χρόνο κοινοποιήσεως της επίδικης αποφάσεως, τα δε επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων με την αίτηση και την ένσταση του είναι τα ίδια με τα επιχειρήματα που είχε ήδη επικαλεστεί με τα σημειώματά του της 29ης Ιανουαρίου 1982 και της 4ης Ιουλίου 1983. Βέβαια ο προσφεύγων δεν ανέφερε στα εν λόγω σημειώματα τους ίδιους διαγωνισμούς που ανέφερε στην αίτηση και την ένσταση αυτή' ωστόσο τα επιχειρήματα του ήταν πάντα τα ίδια: μη τήρηση υποσχέσεων και διοργάνωση διαγωνισμών για κατάληψη θέσεων σταδιοδρομίας Α 5/Α 4 από υπαλλήλους που βρίσκονταν σε κατάσταση παρεμφερή προς τη δική του.
Τέλος, δεν αρκεί κατά την Επιτροπή η διατύπωση επιφυλάξεων ως προς μια οριστική απόφαση που συνιστά βλαπτική πράξη για να διατηρείται επ' αόριστο η εκκρεμότητα ως προς το κόρος της.
Ο προσφεύγων αναφέρει ότι έλαβε γνώση της εκτάσεως του προβλήματός του σταδιακά, εξαιτίας κυρίως της σιωπής και της εσφαλμένης πληροφορήσεως εκ μέρους της διοικήσεως. Πέραν αυτού, οι διαγωνισμοί τους οποίους είχε αναφέρει ο προσφεύγων στα σημειώματα που προηγήθηκαν της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι οι ίδιοι με τους διαγωνισμούς που ανέφερε κατόπιν στην αίτηση και την ένσταση του. Οι τελευταίοι αυτοί διαγωνισμοί είχαν δημοσιευτεί λίγες μόνο ημέρες πριν την υποβολή της αιτήσεως του στις 27 Ιουνίου 1984. Τα εν λόγω σημειώματα είχαν την έννοια προειδοποιήσεως προς την Επιτροπή για την ενδεχόμενη ζημία που θα υφίστατο ο προσφεύγων στην περίπτωση που η Επιτροπή αντιμετώπιζε διαφορετικά τους έκτακτους υπαλλήλους που βρίσκονταν στην ίδια υπηρεσιακή κατάσταση με αυτόν.
Συνεπώς, ο προσφεύγων δεν υπέστη ζημία κατά το διορισμό του στις 6 Φεβρουαρίου 1984, αλλ' όταν η Επιτροπή προκήρυξε τους διαγωνισμούς COM/296/80, COM/460/82 και COM/1078/83. Επομένως, βλαπτική πράξη έναντι του προσφεύγοντος συνιστά η απάντηση της Επιτροπής στις 6 Νοεμβρίου 1984 στην αίτηση της 27ης Ιουνίου 1984.
Β — Επί της ουσίας
Ο προσφεύγων προβάλλει τρεις λόγους προς στήριξη της προσφυγής του: πρώτον, παράβαση της υποχρεώσεως παραθέσεως προσήκουσας αιτιολογίας' δεύτερον, παράβαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, τρίτον, παράβαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Ως προς τον πρώτο λόγο: μη προσήκουσα αιτιολογία
Ο προσφεύγων προσάπτει καταρχάς στην Επιτροπή ότι δεν εξήγησε κατά την παράθεση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως τους λόγους για τους οποίους κατέστη δυνατό να διοργανωθούν οι εσωτερικοί διαγωνισμοί COM/296/80, COM/460/82 και COM/1078/83 προκειμένου να κληρωθούν θέσεις Α 5/Α 4, ενώ προηγουμένως είχε πληροφορήσει τον προσφεύγοντα ότι δεν μπορούσε να διοργανώσει διαγωνισμούς για κατάληψη θέσεων της σταδιοδρομίας Α 5/Α 4 παρά μόνο για καθήκοντα προϊσταμένου ειδικευμένης υπηρεσίας ή παρόμοια καθήκοντα. Πράγματι, τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στις θέσεις για τις οποίες διοργανώθηκαν οι προαναφερθέντες διαγωνισμοί είναι παρεμφερή προς τα καθήκοντα που προσιδιάζουν στη θέση στην οποία διορίστηκε ο προσφεύγων μετά την επιτυχία του στον εσωτερικό διαγωνισμό COM/339/82, τα δε χαρακτηριστικά γνωρίσματα τους δεν αντιστοιχούν καθόλου στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των καθηκόντων προϊσταμένου ειδικευμένης υπηρεσίας ή υπαλλήλου που ασκεί παρόμοια εργασία, που κατά την Επιτροπή συνιστούν τις μόνες δυνατές εξαιρέσεις από τη μονιμοποίηση με τον εισαγωγικό βαθμό. Πέραν αυτού, η αιτιολογία είναι εσφαλμένη καθόσον αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 77/70, Prelle (απόφαση της 16ης Ιουνίου 1971, Rec. σ. 561).
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξηγεί επαρκώς και βασίμως ότι είναι δυνατό να υπάρχουν στην ίδια υπηρεσία θέσεις διαφορετικής σταδιοδρομίας με καθήκοντα που να μην εμφανίζουν ουσιώδη διαφορά. Στην περίπτωση αυτή υφίσταται ορισμένη διακριτική ευχέρεια της αρχής που είναι αρμόδια για την εσωτερική διάρθρωση της υπηρεσίας. Συνεπώς, η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Ως προς το δεύτερο λόγο: παράβαση της αρχής της απαγορεύοεως των διακρίσεων
Ο προσφεύγων θεωρεί ότι υφίσταται διάκριση σε σχέση με τους άλλους υπαλλήλους.
Πρώτον, ο προσφεύγων παρατηρεί ότι οι θέσεις τις οποίες αφορούσαν οι διαγωνισμοί COM/296/80, COM/460/82 και COM/1078/83 δεν υπάγονται στον τομέα της έρευνας αλλά στο ίδιο καθεστώς που είχε εφαρμοστεί και στον προσφεύγοντα. Ωστόσο, οι εν λόγω διαγωνισμοί αφορούσαν θέσεις για κατηγορία και σταδιοδρομία Α 5/Α 4, ενώ ο διαγωνισμός COM/339/82 αφορούσε μόνο θέσεις για κατηγορία και σταδιοδρομία Α 7/Α 6.
Δεύτερον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι υπέστη διάκριση καθόσον η περιγραφή και η φύση των καθηκόντων για τις θέσεις που αφορούσαν οι διαγωνισμοί COM/296/80, COM/460/82 και COM/1078/83 είναι παρόμοιες με την περιγραφή και τη φύση των καθηκόντων που προβλέπονταν για τη δική του θέση, την οποία αφορούσε ο διαγωνισμός COM/339/82.
Τρίτον, ο προσφεύγων παρατηρεί ότι ο βαθμός στον οποίο προβλεπόταν να διοριστούν οι επιτυχόντες του διαγωνισμού COM/339/82 ήταν υπερβολικά χαμηλός. Πράγματι, ενώ για το διοικητικό υπάλληλο της σταδιοδρομίας Α 7/Α 6 προβλέπεται ότι κατά κανόνα ασκεί καθήκοντα βάσει γενικών οδηγιών και υπό την άμεση επίβλεψη του υπευθύνου ενός τομέα δραστηριότητας του τμήματος, για τη θέση που αφορούσε ο διαγωνισμός COM/339/82 προβλεπόταν η άμεση επίβλεψη του προϊσταμένου του τμήματος. 'Αλλωστε αυτά ακριβώς τα καθήκοντα ασκούσε ο προσφεύγων από τις 6 Φεβρουαρίου 1984 που διορίστηκε υπάλληλος. Πέραν αυτού, από την 1η Μαρτίου 1984 ασκούσε τα καθήκοντα προϊσταμένου προγραμματισμού, επικουρώντας κατ' αυτό τον τρόπο άμεσα και διαρκώς το διευθυντή της διευθύνσεως.
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι ο προσφεύγων υπέστη οποιαδήποτε διάκριση.
Όσον αφορά τη διαφορά μεταξύ των τριών διαγωνισμών που αφορούσαν θέσεις για σταδιοδρομία Α 5/Α 4, η Επιτροπή εξηγεί ότι οι εν λόγω διαγωνισμοί διοργανώθηκαν στο πλαίσιο των μεταβατικών μέτρων που προέβλεπε η απόφαση της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 1983, υπέρ ορισμένων εκτάκτων υπαλλήλων λόγω του επιπέδου των προς άσκηση καθηκόντων. Αν και η γενική αρχή που ισχύει για την κατάληψη οργανικής θέσης είναι ο διορισμός σε έναν από τους βαθμούς της εισαγωγικής σταδιοδρομίας, η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται στους έκτακτους υπαλλήλους που αμείβονται βάσει των κονδυλίων που προβλέπονται για την έρευνα· οι εν λόγω υπάλληλοι μπορούν να μονιμοποιηθούν με το βαθμό που είχαν προηγουμένως, αν τα κονδύλια για τη θέση τους μεταφερθούν στα κονδύλια λειτουργίας, πράγμα που συνέβη με τους τρεις προαναφερθέντες διαγωνισμούς.
Αντίθετα, η περίπτωση του προσφεύγοντος ήταν εντελώς διαφορετική, διότι οι έκτακτες θέσεις του Κέντρου Μηχανοργάνωσης που με τον προϋπολογισμό του 1982 μετατράπηκαν σε οργανικές ήταν στην καλύτερη περίπτωση επιπέδου Α 6. Η μονιμοποίηση του προσφεύγοντος, στη θέση που κατείχε ως έκτακτος υπαλληλος μπορούσε να γίνει κατά δύο τρόπους: είτε με τη μετατροπή της θέσεώς του σε οργανική είτε με διορισμό σε άλλη οργανική θέση. Μονιμοποίηση σε σταδιοδρομία διαφορετική από την εισαγωγική γίνεται κατ' εξαίρεση και απαιτεί διεξοδική αιτιολόγηση. Η μονιμοποίηση με βαθμό Α 5/Α 4 των τριών επιτυχόντων των διαγωνισμών COM/296/80, COM/460/82 και COM/1078/83 έγινε κατ' εφαρμογή αυτής ακριβώς της εξαιρέσεως.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι τα καθήκοντά του είναι παρόμοια με τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στις θέσεις τις οποίες αφορούσαν οι τρεις προαναφερθέντες διαγωνισμοί και ότι επομένως ο βαθμός στον οποίο διορίστηκε ήταν υπερβολικά χαμηλός, η Επιτροπή απαντά ότι η θέση του προσφεύγοντος εντάσσεται στην κατηγορία και τη σταδιοδρομία Α 7/Α 6. Ασκεί καθήκοντα υπαλλήλου στον οποίο έχει ανατεθεί η βάσει γενικών οδηγιών σύλληψη και εκπόνηση μελετών και η διενέργεια ελέγχων υπό την εποπτεία του προϊσταμένου του τμήματος « μηχανοργάνωση-πληροφορική ». Η περιγραφή των καθηκόντων στην προκήρυξη του διαγωνισμού COM/339/82 αντιστοιχεί απόλυτα στην εργασία που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως για θέση διοικητικού υπαλλήλου στη σταδιοδρομία Α 7/Α 6. Επομένως, η θέση του προσφεύγοντος δεν αντιστοιχεί στην εργασία κυρίου διοικητικού υπαλλήλου και καμιά υπηρεσιακή ανάγκη δεν δικαιολογεί την « αναβάθμιση » της. Αντίθετα, το επίπεδο των καθηκόντων που ασκούν οι τρεις επιτυχόντες των προαναφερθέντων διαγωνισμών αντιστοιχεί σε θέσεις της σταδιοδρομίας Α 5/Α 4.
Ως προς τον τρίτο λóyo: παράβαση νης αρχής της δικαιολογημενης εμπιστοσύνης
Ο προσφεύγων προβάλλει την άποψη ότι η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί ότι αποδέχτηκε σιωπηρά τις προφορικές μεν αλλά σαφείς διαβεβαιώσεις που του είχαν παρασχεθεί από τον επίτροπο κ. Vouel και τους προϊσταμένους της Γενικής Διευθύνσεως IX, όταν το 1981 έληξε η υπηρεσία του στο γραφείο του κ. Vouel. Κατά τις εν λόγω διαβεβαιώσεις αντιμετωπιζόταν περίπτωση μονιμοποιήσεώς του στο βαθμό Α 5 το συντομότερο δυνατό. Πράγματι, ο προσφεύγων, με το σημείωμα του της 9ης Ιανουαρίου 1982, επανέλαβε στη γενική διεύθυνση προσωπικού και διοικήσεως τις διαβεβαιώσεις που του είχαν δοθεί το σημείωμα αυτό ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Πέραν αυτού, οι διάφορες πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή στον προσφεύγοντα σχετικά με τη δυνατότητα διοργανώσεως διαγωνισμών για κατάληψη θέσεων της κατηγορίας Α 5/Α 4 αποδείχτηκαν εσφαλμένες.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται καταρχάς ότι το γεγονός ότι ο προσφεύγων υπήρξε επί πολλά έτη έκτακτος υπάλληλος της Επιτροπής με βαθμό Α 5 δεν του παρέχει κανένα δικαίωμα να διατηρήσει τον ίδιο βαθμό και ως δόκιμος υπάλληλος. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων μετέσχε σε διαγωνισμό για κατάληψη θέσεως της σταδιοδρομίας Α 7/Α 6, δεν μπορούσε να περιμένει τίποτε περισσότερο από το να προσληφθεί στον ανώτερο βαθμό της εν λόγω σταδιοδρομίας.
Όσον αφορά τις διαβεβαιώσεις των ανωτέρων και προϊσταμενων του, η Επιτροπή υπενθυμίζει την απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Ιουνίου 1973 ( Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 81/72, Rec. σ. 575 ) και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti στην υπόθεση Guglielmi κατά Κοινοβουλίου, 268/80, Συλλογή 1981, σ. 2307, κατά τις οποίες η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη πρέπει να στηρίζεται σε σαφείς διαβεβαιώσεις της ΑΔΑ, πράγμα που δεν συμβαίνει στην εκδικαζόμενη υπόθεση. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στα σημειώματα του προσφεύγοντος της 29ης Ιανουαρίου 1982 και της 4ης Ιουλίου 1983 δεν μπορεί να σημαίνει ότι αποδέχτηκε το περιεχόμενό τους.
Κ. Bahlmann
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 13ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 232/85,
Jean Victor Becker, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Βρυξελλών P. Brimeyer, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Μ. Modert, 45 A, boulevard Joseph-Il,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Δ. Γκουλούση, επικουρούμενο από το δικηγόρο Βρυξελλών R. Andersen, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο, πρώτον, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 1985, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση που υπέβαλε ο προσφεύγων στις 30 Νοεμβρίου 1984 κατά της από 6 Νοεμβρίου 1984 αρνήσεως της Επιτροπής να προβεί στην αναβάθμιση του εσωτερικού διαγωνισμού COM/339/82, δεύτερον, την αναγνώριση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να μη διαπράττει διακρίσεις κατά του προσφεύγοντος και, τρίτον, την καταβολή αποζημιώσεως από την Επιτροπή για τη ζημία που υπέστη ο προσφεύγων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
συγκείμενο από τους Τ. F. Ο' Higgins, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Ρ. Heim
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 25ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Οκτωβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Ιουλίου 1985 ο Jean Victor Becker, υπάλληλος με βαθμό Α 6 στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ), προσφυγή με την οποία ζητεί κατ' ουσία την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 1985, περί απορρίψεως της ενστάσεως που υπέβαλε στις 30 Νοεμβρίου 1984 κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να προβεί στην αναβάθμιση του εσωτερικού διαγωνισμού COM/339/82.
2
Στις 10 Ιανουαρίου 1976 ο Becker προσελήφθη με σύμβαση ως έκτακτος υπάλληλος στην Επιτροπή, κατετάγη δε στο βαθμό Α 5, προκειμένου να ασκήσει καθήκοντα κυρίου διοικητικού υπαλλήλου στο γραφείο μέλους της Επιτροπής. Η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε αλλεπάλληλα έως το Φεβρουάριο του 1984. Μετά την επιτυχία του στο διαγωνισμό COM/339/82, που αφορούσε θέσεις στη σταδιοδρομία Α 7/Α 6, ο προσφεύγων διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος στο βαθμό Α 6 με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1984, που του κοινοποιήθηκε στις 15 του ίδιου μήνα.
3
Στην από 4 Ιουλίου 1983 αίτηση υποψηφιότητας στον εν λόγω διαγωνισμό ο Becker επισύναψε σημείωμα με το οποίο υπενθύμιζε τις υποσχέσεις μονιμοποιήσεως στο βαθμό Α 5 τις οποίες του είχε δώσει πρώην μέλος της Επιτροπής και τις πληροφορίες που του είχαν παράσχει οι υπηρεσίες της Επιτροπής, κατά τις οποίες μόνο για καθήκοντα προϊσταμένου ειδικευμένης υπηρεσίας ή παρόμοια καθήκοντα προβλέπονταν εξαιρέσεις από τη μονιμοποίηση στον εισαγωγικό βαθμό. Πέραν αυτού το σημείωμα ανέφερε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν ήδη δημοσιεύσει πολλές προκηρύξεις εσωτερικών διαγωνισμών για θέσεις της σταδιοδρομίας Α 5/Α 4 ή της σταδιοδρομίας A 3.
4
Στις 27 Ιουνίου 1984, ο Becker υπέβαλε στην ΑΔΑ αίτηση αναβαθμίσεως του διαγωνισμού COM/339/82 προκειμένου να διοριστεί στο βαθμό Α 5. Με την αίτηση του προβάλλει το επιχείρημα ότι από το γεγονός της προκηρύξεως των εσωτερικών διαγωνισμών βάσει εξετάσεων COM/296/80, COM/460/82 και COM/1078/83, που δημοσιεύτηκαν μετά το διορισμό του και αφορούσαν την κατάληψη θέσεων της κατηγορίας Α 5/Α 4, συνάγεται ότι ήταν ανακριβείς οι πληροφορίες που του είχαν παράσχει οι υπηρεσίες της Επιτροπής. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση του γενικού διευθυντή προσωπικού, της 6ης Νοεμβρίου 1986, με την αιτιολογία ότι οι διαγωνισμοί στους οποίους αναφερόταν ο Becker είχαν διοργανωθεί κατ' εφαρμογή αποφάσεων της Επιτροπής όσον αφορά την πολιτική προσλήψεων. Ο Becker, μετά την υποβολή ενστάσεως κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του αντιπροέδρου της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 1985, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
5
Η Επιτροπή προέβαλε αντιρρήσεις ως προς το παραδεκτό της προσφυγής, επειδή δεν είχε τηρηθεί η προθεσμία υποβολής ενστάσεως κατά της αποφάσεως της 6ης Φεβρουαρίου 1984.
6
Ο προσφεύγων απαντά ότι η προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως. Υποστηρίζει ότι δεν έλαβε γνώση της διακρίσεως σε βάρος του παρά μετά το διορισμό του, όταν δηλαδή δημοσιεύτηκαν οι προαναφερθέντες διαγωνισμοί, που αποτέλεσαν άλλωστε νέα περιστατικά. Κατά συνέπεια ως βλαπτική πράξη πρέπει να θεωρηθεί η απάντηση της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1984.
7
Τα λοιπά περιστατικά της υποθέσεως και η πλήρης επιχειρηματολογία των διαδίκων περιλαμβάνονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
8
Υπενθυμίζεται ότι κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κάθε υπάλληλος μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να λάβει απόφαση για θέμα που τον αφορά. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, η εν λόγω ευχέρεια δεν παρέχει στον υπάλληλο τη δυνατότητα να αγνοεί τις προθεσμίες που τάσσουν τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για την υποβολή ενστάσεως και την άσκηση προσφυγής, ώστε να στρέφεται με την προσφυγή του κατά προηγούμενης αποφάσεως την οποία δεν είχε προσβάλει εμπροθέσμως. Οι προθεσμίες αυτές, που έχουν θεσπιστεί για να εξασφαλίζουν τη σαφήνεια και την ασφάλεια των εννόμων σχέσεων, είναι δημοσίας τάξεως και επομένως οι διάδικοι δεν μπορούν να τις αγνοήσουν. Κατά συνέπεια, μόνο η ύπαρξη νέων ουσιωδών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήματος για επανεξέταση αποφάσεως η οποία έχει καταστεί οριστική.
9
Στην εκδικαζόμενη υπόθεση, τη βλαπτική πράξη κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο καθορίζει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου όσον αφορά την εκδίκαση υπαλληλικών προσφυγών, συνιστά η απόφαση της Επιτροπής, της 6ης Φεβρουαρίου 1984, περί διορισμού του προσφεύγοντος ως δόκιμου υπαλλήλου στο βαθμό Α 6. Πράγματι, αυτή είναι η απόφαση που ορίζει τα καθήκοντα που ανέλαβε με το διορισμό του ο προσφεύγων και η οποία οριστικοποιεί τη βαθμολογική του κατάταξη. Επειδή η εν λόγω πράξη δεν προσβλήθηκε εντός των προβλεπόμενων από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμιών, πρέπει να εξεταστεί αν η εμφάνιση νέου ουσιώδους περιστατικού μπορεί να δικαιολογήσει την προσβολή της μετά την πάροδο των προθεσμιών.
10
Επ' αυτού πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δημοσίευση των προκηρύξεων διαφόρων διαγωνισμών για θέσεις βαθμού Α 5/Α 4 δεν συνιστά νέο περιστατικό. Οι εν λόγω προκηρύξεις διαγωνισμών δεν μεταβάλλουν τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος. Δεν αφορούν ευθέως τη θέση του προσφεύγοντος και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιστατικά που του επέτρεψαν να λάβει για πρώτη φορά γνώση του ότι η Επιτροπή διοργανώνει διαγωνισμούς για κατάληψη και άλλων θέσεων πέραν των Α 7/Α 6. Εξάλλου, ο προσφεύγων, ήδη με την αίτηση υποψηφιότητας της 4ης Ιουλίου 1983, είχε επιστήσει την προσοχή των υπηρεσιών της Επιτροπής στο ότι υπάρχουν εξαιρέσεις από τον κανόνα της μονιμοποιήσεως με τον εισαγωγικό βαθμό κατόπιν εσωτερικού διαγωνισμού.
11
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η δημοσίευση των προαναφερθέντων διαγωνισμών μετά το διορισμό του προσφεύγοντος δεν μετέβαλε ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση και συνεπώς οι εν λόγω διαγωνισμοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα περιστατικά που μπορεί να επικαλεστεί ο προσφεύγων.
12
Επομένως η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Ο' Higgins
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Τ. F. O'Higgins
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy