ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 244 και 245/85 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
Οι δύο προσφεύγουσες εταιρίες πραγματοποίησαν, μεταξύ Οκτωβρίου 1981 και Ιουνίου 1982, μια σειρά εμπορικών πράξεων που αφορούσαν σκληρό σίτο και σιμιγδάλι από σκληρό σίτο, δυνάμει αδειών που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του συστήματος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή (ενεργητικής τελειοποιήσεως), το οποίο θεσπίστηκε με την οδηγία 69/73 του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 1969 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 34). Οι άδειες αυτές περιελάμβαναν τη δυνατότητα προσφυγής στο σύστημα « συμψηφισμού στο ισοδύναμο » που προβλέπεται στο άρθρο 24, καθώς και στο σύστημα « της εκ των προτέρων εξαγωγής » που προβλέπεται στο άρθρο 25 της οδηγίας αυτής.
Οι επιχειρήσεις πραγματοποίησαν εκ των προτέρων εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων σιτηρών ( σιμιγδαλιού από σκληρό σίτο ) από την Ιταλία προς τρίτες χώρες και προέβησαν σε εκκαθάριση των πράξεων αυτών ενεργητικής τελειοποιήσεως με την εισαγωγή προϊόντων βάσεως ( σκληρού σίτου ) που τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ιταλία. Όμως, ο σκληρός αυτός σίτος, συγχρόνως με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ιταλία, υπήρξε αντικείμενο δηλώσεως εξαγωγής προς δύο άλλα κράτη μέλη, τη Γαλλία και το Βέλγιο.
Το τελωνείο της Νεάπολης θεώρησε αρχικά ότι ο τρόπος αυτός ενέργειας των επιχειρήσεων ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 20 του κανονισμού 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1981, περί λεπτομερειών διοικητικής εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( ΕΕ L 138, σ. 1), όπως ίσχυε κατά το χρόνο των περιστατικών της προκειμένης υποθέσεως, κατά το οποίο « επιτρέπεται στα κράτη μέλη να μη χορηγούν ή εισπράττουν νομισματικά εξισωτικά ποσά για τα προϊόντα που εισάγονται και επανεξάγονται ταυτοχρόνως. Στην περίπτωση ( αυτή ), τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην εφαρμόζεται κανένα νομισματικό εξισωτικό ποσό ». Το σύνολο των νομισματικών εξισωτικών ποσών που δεν εισπράχθηκαν υπερβαίνουν τα 2,5 δισεκατομμύρια λιρέτες ( LIT ).
Όμως, στο τέλος Ιουνίου του 1982, μετά από παρατηρήσεις που διατύπωσαν υπάλληλοι του ΕΓΤΠΕ κατόπιν ελέγχου και με τις οποίες αμφισβητούσαν αυτό τον τρόπο ενέργειας, οι ιταλικές τελωνειακές αρχές αναθεώρησαν τη στάση τους και ζήτησαν από τις προσφεύγουσες εταιρίες να συστήσουν εγγύηση για το εν λόγω ποσό.
Στις 12 Οκτωβρίου 1983 η ιταλική κυβέρνηση απευθύνθηκε στην Επιτροπή από την οποία ζήτησε να την πληροφορήσει αν ήταν δικαιολογημένη ή όχι η είσπραξη των νομισματικών εξισωτικών ποσών στην παρούσα υπόθεση, στηριζόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών δασμών ( Ε Ε ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ), κατά το οποίο « οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως “ εκ των υστέρων ” ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμόδιων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως ». Με απόφαση που κοινοποιήθηκε στην Ιταλία στις 6 Φεβρουαρίου 1984, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην προαναφερόμενη διάταξη και ότι, επομένως, ήταν αδικαιολόγητη η μη είσπραξη εκ των υστέρων των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και επικαλούμενη αυτή τη φορά το άρθρο 13, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162), κατά το οποίο « επιτρέπεται επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή διαγραφή χρέους εισαγωγικών δασμών σε καταστάσεις που ανακύπτουν από ιδιαίτερες συνθήκες για τις οποίες δεν υπήρξε καμία αμέλεια ή δόλος από μέρους του ενδιαφερομένου ... », και τις διατάξεις του κανονισμού 1575/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 13 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 73 ), η ιταλική κυβέρνηση υπέβαλε στις 23 Νοεμβρίου 1984 νέα αίτηση στην Επιτροπή, με την οποία ζητούσε να πληροφορηθεί αν εν προκειμένω δικαιολογούνταν η διαγραφή των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Με απόφαση της 22ας Μαρτίου 1985, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η διαγραφή των οφειλομένων νομισματικών εξισωτικών ποσών δεν δικαιολογούνταν στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, η δε συλλογιστική της μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
—
σύμφωνα με την κανονιστική ρύθμιση που έχει εφαρμογή, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά οφείλονταν για την επανεξαγωγή του σκληρού σίτου για τον οποίο γίνεται λόγος προς τη Γαλλία και το Βέλγιο- επομένως, το οικείο τελωνείο εσφαλμένως έκρινε αρχικά ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά δεν εφαρμόζονταν στην επανεξαγωγή.
—
οι δύο επιχειρήσεις, ειδικευμένες στο διεθνές εμπόριο σιτηρών, δεν μπορούσαν να αγνοούν την έκταση εφαρμογής της εφαρμοστέας κανονιστικής ρυθμίσεως'
—
υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 του Συμβουλίου δεν μπορεί να έχει εφαρμογή.
Αυτή η απόφαση είναι αντικείμενο των προκειμένων προσφυγών ακυρώσεως.
II - Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στις 5 Αυγούστου 1985, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση που έλαβε η Επιτροπή έναντι της Ιταλίας, στις 22 Μαρτίου 1985 (REM 40/84)·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη.
—
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Η Επιτροπή κλήθηκε πάντως να απαντήσει, πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση, σε ένα ερώτημα.
Με Διάταξη της 4ης Ιουνίου 1986, το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο, με απόφαση της 4ης Ιουνίου 1986, ανέθεσε την υπόθεση στο πέμπτο τμήμα.
III — Σύνοψη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων των διαδίκων
Το παραδεκτό των προσφυγών δεν αμφισβητείται.
Οι προσφεύγουσες προέβαλαν τρεις λόγους:
1. Πρώτος λόγος: η κανονιστική ρύθμιση πο% έχει εφαρμογή, δηλαδή εν προκειμένω το άρθρο 20 τον κανονισμού 1371/81, απαλλάσσει την επίδικη πράξη από την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών
α)
Οι προσφεύγουσες εταιρίες υποστηρίζουν ιδίως ότι:
—
το κείμενο του άρθρου 20 του κανονισμού 1371/81 είναι σαφέστατο και εφαρμόζεται σε πράξεις όπως εκείνη των προκειμένων υποθέσεων, όπου ο εισαχθείς σκληρός σίτος προοριζόταν εξαρχής να ξεφορτωθεί σε λιμάνια άλλων κρατών μελών, διότι το εμπόρευμα είχε θεωρηθεί ότι βρισκόταν υπό διαμετακόμιση-
—
οι ελάχιστα σαφείς διατάξεις του άρθρου 5 της^οδηγίας 75/349 της Επιτροπής, της 26ης Μαΐου 1975, περί των μεθόδων συμψηφισμού στο ισοδύναμο και περί της εκ των προτέρων εξαγωγής στα πλαίσια του καθεστώτος της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 78 ), που επιπλέον θεσπίστηκαν με απλή οδηγία, δεν μπορούν να υπερισχύουν των γενικών διατάξεων ενός κανονισμού που εκδόθηκε έξι έτη αργότερα οι οποίες είναι σαφείς και έχουν απευθείας εφαρμογή·
—
το άρθρο 20 του κανονισμού 1371/81 δεν είναι απλή διαδικαστική διάταξη, αλλά γνήσια ουσιαστική διάταξη-
—
η τροποποίηση που επέφερε στη διάταξη αυτή το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 2883/83 της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 1983 ( ΕΕ L 283, σ. 14), καταδεικνύει ότι κατά το χρόνο των επίδικων περιστατικών η διάταξη αυτή είχε εφαρμογή σε καταστάσεις όπως εκείνη των προκειμένων υποθέσεων
—
μόνο αν η εφαρμογή του άρθρου 20 του κανονισμού 1371/81 αποκλειόταν, θα έπρεπε να εξεταστεί το πρόβλημα της διαγραφής των νομισματικών εξισωτικών ποσών βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
β )
Η Επιτροπή προβάλλει διάφορα επιχειρήματα κατά της άποψης αυτής:
—
Οι διατάξεις του άρθρου 5 της προαναφερθείσας οδηγίας 75/349, δυνάμει των οποίων « τα παράγωγα εμπορεύματα, λόγω της υποκαταστάσεως τους από τα εισαγόμενα εμπορεύματα, ευρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση των τελευταίων αυτών, ακριβώς όπως και τα εισαγόμενα εμπορεύματα πρέπει να θεωρούνται μετά την υποκατάσταση αυτή ότι ευρίσκονται στην προηγούμενη τελωνειακή κατάσταση των παραγώγων εμπορευμάτων ... », θεσπίζουν μια σαφή αρχή, η οποία συνιστά εξάλλου τη λογική συνέπεια του συστήματος της εκ των προτέρων εξαγωγής. Εν προκειμένω, επρόκειτο για εισαγόμενα εμπορεύματα (σκληρό σίτο) προς συμψηφισμό της εκ των προτέρων εξαγωγής μεταποιημένων προϊόντων (σιμιγδαλιού από σκληρό σίτο). Επομένως, τα μεταποιημένα προϊόντα βρίσκονταν στην τελωνειακή κατάσταση των προϊόντων συμψηφισμού, δηλαδή των προϊόντων βάσεως ( του σκληρού σίτου ) που είχαν χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή των εξαχθέντων μεταποιημένων προϊόντων ( του σιμιγδαλιού ). Πράγματι, το σύστημα της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να αποφεύγεται η εφαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και η αρχή αυτή δεν μπορεί να τροποποιηθεί με την προσφυγή στον εκ των προτέρων συμψηφισμό.
Κατά συνέπεια, εφόσον είχε τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, ο σκληρός σίτος εισαγωγής, όπως και ο εγχώριος σκληρός σίτος, έπρεπε, σε περίπτωση που εξαγόταν προς άλλο κράτος μέλος, να υπόκειται στην πληρωμή των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Πράγματι αν, σε περίπτωση εξαγωγής προς άλλο κράτος μέλος, το εγχώριο προϊόν που χρησιμοποιήθηκε υπόκειται στην πληρωμή ΝΕΠ, το ίδιο συμβαίνει κατ' ανάγκη και για το προϊόν που εισάγεται προς συμψηφισμό με την τελειοποίηση προς επανεξαγωγή.
—
Το άρθρο 20 του κανονισμού 1371/81 δεν συνιστά ουσιαστική διάταξη προοριζόμενη να ελαφρύνει τις οικονομικές υποχρεώσεις των επιχειρηματιών, αλλά έχει ως μόνο σκοπό να αποφεύγεται η περιττή διοικητική εργασία όταν τα προϊόντα, λόγω της σύγχρονης εισαγωγής και επανεξαγωγής τους, υπόκεινται σε δύο ίσες και αντίθετες πληρωμές νομισματικών εξισωτικών ποσών. Επομένως, το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο όταν κατ' εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων περί των νομισματικών εξισωτικών ποσών οι δύο ταυτόχρονες πράξεις εισαγωγής και επανεξαγωγής αλληλοαναιρούνται από οικονομική άποψη. Επομένως, δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ του άρθρου 20 του κανονισμού 1371/81 και του άρθρου 5 της οδηγίας 75/349 και έτσι δεν τίθεται το πρόβλημα της υπεροχής της οδηγίας έναντι του κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, η ειδική διάταξη που θεσπίστηκε με την οδηγία υπερέχει της γενικής διατάξεως που προβλέπεται με τον κανονισμό.
—
Αδίκως οι προσφεύγουσες προσπαθούν να θεωρήσουν ως ενιαία πράξη, υπό το σύστημα της ενεργητικής τελειοποιήσεως, αυτό που συνιστά στην πραγματικότητα δύο ξεχωριστές πράξεις: αφενός, η πράξη εισαγωγής σκληρού σίτου προς εκκαθάριση της εκ των προτέρων εξαγωγής σιμιγδαλιού υπό το σύστημα της ενεργητικής τελειοποιήσεως και, αφετέρου, αποστολή ιταλικού σκληρού σίτου προς τη Γαλλία ή το Βέλγιο. Επομένως, το άρθρο 20 του κανονισμού 1371/81 δεν έχει εφαρμογή, διότι προϋποθέτει ότι στην εισαγωγή εφαρμόζονται νομισματικά εξισωτικά ποσά, ενώ αυτό δεν ισχύει για τις εισαγωγές που πραγματοποιούνται υπό το σύστημα της ενεργητικής τελειοποιήσεως. Επομένως, δεν υπήρχε καμιά δυνατότητα συμψηφισμού μεταξύ των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στην εισαγωγή, τα οποία ήταν ανύπαρκτα, και αυτών που πραγματικά εφαρμόζονται στην εξαγωγή προς άλλα κράτη μέλη.
—
Η θέση των προσφευγουσών, αντίθετη προς την οικονομία και το σκοπό του συστήματος της ενεργητικής τελειοποιήσεως και του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν ληφθεί υπόψη η εφαρμογή των αρνητικών νομισματικών εξισωτικών ποσών στο σύνολο σχεδόν των ιταλικών αγροτικών προϊόντων. 'Ετσι ο σκληρός σίτος που επανεξάγεται από την Ιταλία θα κυκλοφορούσε στην Κοινότητα σε τιμή που θα κυμαινόταν στα ιταλικά επίπεδα και όχι στα επίπεδα της ενιαίας τιμής, η οποία είναι υψηλότερη από την ιταλική. Από αυτό θα προέκυπτε αντικανονικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
2. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από την ύπαρξη δικαιώματος τον επιχειρηματία να απαλλαγεί από την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών, δυνάμει τον κανονισμού 1430/79, εφόσον δεν σνντρέχει αμέλεια ή δόλος
α)
Οι προσφενγονσες εταιρίες υποστηρίζουν ότι, εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που οι ιταλικές αρχές θεώρησαν ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 20 του κανονισμού 1371/81, η εκ των υστέρων είσπραξη των νομισματικών εξισωτικών ποσών για εισαχθέντα και επανεξα-χθέντα προϊόντα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποκλείεται. Πράγματι, η ίδια αυτή διάταξη αναγνωρίζει την ύπαρξη « κοινοτικού δικαιώματος στην επιχείρηση να απαλλαγεί από την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών ». Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, κληθείσα να αποφανθεί στο πλαίσιο του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την απαλλαγή από τα νομισματικά εξισωτικά ποσά παρά μόνο σε περίπτωση αμέλειας ή δόλου.
'Ετσι, η απόφαση που έλαβε κράτος μέλος να εφαρμόσει το άρθρο 20 του κανονισμού 1371/81 πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις ιδιαίτερες συνθήκες κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79. Επίσης, αποτελούν ιδιαίτερες συνθήκες οι μεταγενέστεροι ενδοιασμοί των ιταλικών τελωνειακών υπηρεσιών και των υπηρεσιών της Επιτροπής. Εν προκειμένω, δεν υπήρξε ούτε αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους των προσφευγουσών, αλλά απλώς απόκλιση ερμηνείας μεταξύ, αφενός, της Επιτροπής και, αφετέρου, των προσφευγουσών, των ιταλικών τελωνειακών αρχών και των αρχών των άλλων κρατών μελών. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το επιχείρημα που αντλείται από την ειδίκευση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων είναι άσχετο και απαράδεκτο, ιδίως όταν η στάση των ίδιων των υπηρεσιών της Επιτροπής ήταν επιφυλακτική μέχρι το Σεπτέμβριο του 1982 και οι υπηρεσίες αυτές περίμεναν μέχρι τον Ιούλιο του 1984 για να ζητήσουν από τις εθνικές διοικήσεις να προβούν στην είσπραξη των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Εξάλλου, οι όροι υπό τους οποίους ο εισαχθείς σκληρός σίτος είχε τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία (χωρίς να ξεφορτωθεί στην Ιταλία, χωρίς να διατεθεί στην κατανάλωση, με υποβολή δηλώσεως διαμετακομίσεως και εφαρμογή της δασμολογικής μεταχειρίσεως που προβλέπεται για την « ανάληψη » που πραγματοποιείται μετά τις εκ των προτέρων εξαγωγές προϊόντων συμψηφισμού ) υπό τελωνειακό έλεγχο και επιτήρηση καταδεικνύουν προφανώς ότι δεν υπήρξε αμέλεια εκ μέρους των επιχειρήσεων, εφόσον η περίπτωση « δόλου » ασφαλώς αποκλείεται.
β )
Η Επιτροπή απορρίπτει αυτή την επιχειρηματολογία:
—
Το άρθρο 2 του προαναφερόμενου κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως των εισαγωγικών δασμών, επιβάλλει ρητή υποχρέωση στις αρχές των κρατών μελών να εισπράττουν τα ποσά που εσφαλμένως δεν καταβλήθηκαν.
—
Το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 έχει εφαρμογή όταν υπάρχει βεβαία τελωνειακή οφειλή, προβλέπει δε τη δυνατότητα διαγραφής της για λόγους επιεικείας. Αντίθετα, οι διατάξεις του δεν έχουν εφαρμογή όταν δεν γενννήθηκε τελωνειακή οφειλή. Εξάλλου, ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ως προς την ύπαρξη δικαιώματος ισοδυναμεί με άρνηση του ότι γεννήθηκε τελωνειακή οφειλή και, επομένως, είναι ασυμβίβαστος με τη διαδικασία του άρθρου 13. Επιπλέον η διάταξη αυτή παρέχει μόνο στην αρμόδια αρχή μια απλή ευχέρεια για τη διαγραφή χρέους από δασμολογικές επιβαρύνσεις.
—
Οι προσφεύγουσες είναι δύο επιχειρήσεις ειδικευμένες στο διεθνές εμπόριο των σιτηρών και των προϊόντων που προέρχονται από τη μεταποίηση τους, κυρίως στο πλαίσιο του συστήματος ενεργητικής τελειοποιήσεως. Επομένως, δεν μπορούσαν να αγνοούν την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση και έπρεπε να γνωρίζουν ότι ο εισαχθείς σκληρός σίτος θα υπέκειτο, κατά την εξαγωγή του προς άλλο κράτος μέλος, στα νομισματικά εξισωτικά ποσά. Πράγματι, έπρεπε να είναι σαφές για τις εταιρίες ότι, χωρίς την είσπραξη των εν λόγω νομισματικών ποσών, που προορίζονται να εξουδετερώσουν τη διαφορά μεταξύ της ιταλικής τιμής και της ενιαίας τιμής, ο επανεξαγό-μενος από την Ιταλία σίτος θα επωλείτο στην κοινοτική αγορά με αντικανονικό περιθώριο κέρδους. Η ευνοϊκή στάση του τελωνείου της Νεάπολης δεν αποκλείει την αμέλεια των προσφευγουσών, όπως εξάλλου δεν την αποκλείουν οι αντικανονικές άδειες που εξέδωσαν άλλα κράτη μέλη.
Επομένως, δεν υπάρχει εν προκειμένω κανένας λόγος επιεικείας για τη διαγραφή του χρέους, η οποία θα ισοδυναμούσε με χορήγηση στις προσφεύγουσες ενός ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος στερούμενου κάθε αντικειμενικής δικαιολογίας.
3. Ο τρίτος λόγος αντλείται από την παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των όιακρίσεων
α)
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το σύστημα το αποκαλούμενο « εμπόριο διά της παρακαμπτηρίου οδού » θεωρήθηκε ως νόμιμο από τις γαλλικές και βρετανικές τελωνειακές αρχές, τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις, το 1981 και το 1982. Από τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες δεν ζητήθηκε να καταβάλουν νομισματικά εξισωτικά ποσά. Από αυτό προκύπτει δυσμενής διάκριση μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων και των προσφευγουσών. Εξαλλου, παραλείποντας να λάβει υπόψη τη νομική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις των προσφευγουσών, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση της καθ' υπέρβαση εξουσίας. Τέλος, το απλό γεγονός ότι κινήθηκε, με καθυστέρηση εξάλλου, η διαδικασία παραλείψεως κατά άλλων κρατών μελών, δεν μπορεί να εξαλείψει τη δυσμενή διάκριση που υφίστανται οι προσφεύγουσες.
β )
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η γαλλική και βρετανική διοίκηση επέτρεψαν πράξεις ενεργητικής τελειοποιήσεως που προέβλεπαν εξαρχής, σύμφωνα με την αίτηση των επιχειρηματιών, την εισαγωγή εκ των υστέρων του προϊόντος βάσεως σε διαφορετικό κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο έγινε η μεταποίηση. Μολονότι διαφορετικής κάπως φύσεως, οι πράξεις αυτές μπορούν να συγκριθούν από οικονομική άποψη με εκείνες που πραγματοποίησαν οι προσφεύγουσες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, μόλις πληροφορήθηκε τις αντικανονικές αυτές πράξεις, ζήτησε να τεθούν στη διάθεση της οι αντίστοιχοι ίδιοι πόροι. Επειδή το αίτημα αυτό δεν ικανοποιήθηκε, κίνησε τον Ιούλιο του 1985 τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης κατά της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
IV — Απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Δικαστήριο
Ερώτημα προς την Επιτροπή
Σε ποιο στάδιο βρίσκονται οι διαδικασίες που κίνησε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης κατά της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου;
( Απάντηση εντός προθεσμίας ενός μηνός. )
Απάντηση
Η Επιτροπή αποφάσισε, στις 12 Φεβρουαρίου 1986, να διατυπώσει αιτιολογημένες γνώμες και στις δύο αυτές υποθέσεις. Λόγω τεχνικών καθυστερήσεων, οι γνώμες αυτές δεν είχαν ακόμη αποσταλεί στις 14 Ιουλίου 1986, επρόκειτο όμως να διαβιβαστούν το συντομότερο δυνατό.
V — Προφορική διαδικασία
Α —
Η εταιρία Cerealmangimi SpA και η εταιρία Italgrani SpA, προσφεύγουσες, εκπροσωπούμενες από τον P. De Caterini, δικηγόρο, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Marenco, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, και τον Vital, τεχνικό σύμβουλο, αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 22ας Οκτωβρίου 1986.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1986.
Β —
Το Δικαστήριο ζήτησε γραπτώς, τόσο από τις προσφεύγουσες εταιρίες όσο και από την Επιτροπή, να απαντήσουν, κατά την προφορική διαδικασία, στα ακόλουθα ερωτήματα:
« 1)
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 συνιστά « γενική ρήτρα επιεικείας » (βλέπε αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1983, Papierfabrik Schoellershammer, 283/82, Συλλογή 1983, σ. 4219, και της 15ης Μαΐου 1986, Ορυζόμυλοι, 160/84, Συλλογή σ. 1633). Από αυτό συνάγεται μήπως ότι η εν λόγω διάταξη έχει ως μόνο σκοπό να επιτρέπει, όταν συντρέχουν ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις, την απαλλαγή των επιχειρηματιών από την πληρωμή των δασμολογικών επιβαρύνσεων τις οποίες οφείλουν κατ' αυστηρή ερμηνεία του δικαίου; Σ' αυτή την περίπτωση, έχει σημασία για τις προσφεύγουσες εταιρίες να προσπαθήσουν να αποδείξουν, με δύο από τους τρεις λόγους που επικαλούνται, ότι η απόφαση με την οποία υποχρεώθηκαν στην πληρωμή των νομισματικών εξισωτικών ποσών για την επίδικη πράξη ήταν παράνομη;
2)
Οι προσφεύγουσες εταιρίες αμφισβήτησαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τη δεύτερη απόφαση των ιταλικών τελωνείων με την οποία υποχρεώθηκαν στη σύσταση εγγυήσεως για τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που ενδεχομένως οφείλονται για την επίμαχη πράξη; »
Γ — Η απάντηση των προοφενγοναόίν
1.
Επί του πρώτου ερωτήματος: οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι αν, πραγματικά, επικέντρωσαν το ουσιώδες της γραπτής τους επιχειρηματολογίας στα ζητήματα της νομιμότητας της απόφασης με την οποία τους επιβλήθηκαν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά και όχι στο ζήτημα της επιείκειας, αυτό οφείλεται στο ότι μέρος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως αφορά τη νομιμότητα της επιβολής εν προκειμένω των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 και την πλέον πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία προηγουμένως αγνοούσαν, οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι έχουν την πρόθεση να επικεντρώσουν, κατά την προφορική διαδικασία, την επιχειρηματολογία τους στα προβλήματα της επιείκειας.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, ανέφεραν ότι παραιτούνται ρητώς από το λόγο που αναπτύσσεται πιο πάνω ( κεφάλαιο III, παράγραφος 2 ) και αφορά την ύπαρξη δικαιώματος του επιχειρηματία να απαλλαγεί από την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών, δυνάμει του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, ελλείψει αμελείας ή δόλου, εφόσον οι εθνικές αρχές έκριναν ότι το άρθρο 20 του κανονισμού 1371/81 έχει εφαρμογή.
Αντίθετα, δεν παραιτήθηκαν από την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν προς στήριξη του λόγου αυτού, καθόσον η επιχειρηματολογία αυτή αφορά την ύπαρξη ιδιαίτερων συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
Εξάλλου, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν, για πρώτη φορά κατά την προφορική διαδικασία, ότι η ισορροπία των συμβατικών σχέσεων που είχαν συνάψει με τους εμπορικούς τους εταίρους, επ' ευκαιρία της επίμαχης συμβατικής πράξεως, διαταράχθηκε έντονα. Πράγματι, συνηθίζεται ο εισαγωγέας να αποδίδει στον εξαγωγέα τα νομισματικά εξισωτικά ποσά στην περίπτωση εξαγωγής σκληρού σίτου από την Ιταλία προς κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει επίσης αρνητικά νομισματικά ποσά. Όμως, επειδή η οικεία πράξη εξαγωγής έγινε, τότε, χωρίς οι προσφεύγουσες να καταβάλουν νομισματικά εξισωτικά ποσά, οι τελευταίες δεν απαίτησαν από τον εισαγωγέα την απόδοση των νομισματικών εξισωτικών ποσών για την εισαγωγή και σήμερα είναι αδύνατο να επιτύχουν αυτή την απόδοση.
Τέλος, οι προσφεύγουσες προσκόμισαν, κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, τα τελωνειακά έγγραφα που συνόδευαν τα εν λόγω εμπορεύματα κατά την έξοδο τους από την Ιταλία.
2.
Επί του δεύτερου ερωτήματος: οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι δεν υπήρξε καμιά απόφαση των ιταλικών αρχών. Αυθόρμητα αποφάσισαν να συστήσουν τραπεζική εγγύηση προκειμένου να αποφύγουν τις σχετικές δικαστικές διαδικασίες.
Δ — Απάντηση της Επιτροπής
Η Επιτροπή προβάλλει ότι, αν δεν εκδόθηκε απόφαση των εθνικών αρχών επιβάλλουσα στις προσφεύγουσες την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών, οι τελευταίες θα μπορούν οπωσδήποτε να αμφισβητήσουν την απόφαση αυτή όταν εκδοθεί.
Εφόσον οι προσφεύγουσες δεν προσέβαλαν την απόφαση της Επιτροπής της 6ης Φεβρουαρίου 1984, που αναφέρεται πιο πάνω ( κεφάλαιο Ι, πέμπτη περίπτωση ), δεν μπορούν τώρα να αναπτύσσουν κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως την επιχειρηματολογία αυτή, που στηρίζεται στο άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79.
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, μέχρι την προφορική διαδικασία, οι προσφεύγουσες δεν επικαλέστηκαν κανένα στοιχείο σχετικό με την επιείκεια και η νέα άποψη, που αφορά τη δήθεν ανισορροπία των εμπορικών και συμβατικών σχέσεων μεταξύ επιχειρηματιών, συνιστά νέο ισχυρισμό,που είναι απαράδεκτος. Όσον αφορά τα επιχειρήματα ως προς τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει σ' αυτά προτού προβεί σε μακροχρόνιες έρευνες.
Τέλος, η Επιτροπή διασαφήνισε ότι, στις διαδικασίες που αναφέρθηκαν πιο πάνω ( κεφάλαιο IV ), οι αιτιολογημένες γνώμες διαβιβάστηκαν στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη στις 23 Σεπτεμβρίου 1986.
Υ. Galmot
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πέμπτο τμήμα )
της 12ης Μαρτίου ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 244 και 245/85,
Cerealmangimi SpA, με έδρα τη Ρώμη, 11, Via Di Sassoferrato, εκπροσωπούμενη από τους Paolo De Caterini και Giovanni Rosso, δικηγόρους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Charles Turk, 4 rue Nicolas-Welter,
Italgrani SpA, με έδρα τη Ρώμη, 11, Via Di Sassoferrato, εκπροσωπούμενη από τους Paolo De Caterini και Mario Porzio, δικηγόρους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Charles Turk, 4 rue Nicolas-Welter,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Giuliano Marenco, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχουν ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης REM 40/84, της 22ας Μαρτίου 1985, με την οποία η Επιτροπή, κρίνοντας επί αιτήσεως που υπέβαλε η Ιταλία, διαπίστωσε ότι η διαγραφή χρέους νομισματικών εξισωτικών ποσών δεν δικαιολογούνταν στη συγκεκριμένη περίπτωση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco, U. Everling, R. Joliét και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 22ας Οκτωβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Αυγούστου 1985, οι εταιρίες Cerealmangimi SpA και Italgrani SpA, με έδρα τη Ρώμη, άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητούν να ακυρωθεί η απόφαση της 22ας Μαρτίου 1985, με την οποία η Επιτροπή, κρίνοντας επί αιτήσεως που υπέβαλε η Ιταλική Δημοκρατία βάσει του άρθρου 13, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162), διαπίστωσε ότι η διαγραφή των νομισματικών εξισωτικών ποσών δεν δικαιολογούνταν στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση. Με Διάταξη της 4ης Ιουνίου 1986, το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων.
2
Τα περιστατικά των υποθέσεων, οι εφαρμοστέες διατάξεις της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων αναπτύσσονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
3
Οι προσφεύγουσες εταιρίες πραγματοποίησαν από 5 Οκτωβρίου 1981 μέχρι 8 Ιουνίου 1982 διάφορες εμπορικές πράξεις δυνάμει αδειών που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του συστήματος της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή ( ενεργητικής τελειοποιήσεως ) και οι οποίες τους παρείχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν το σύστημα του συμψηφισμού στο ισοδύναμο και το σύστημα των εκ των προτέρων εξαγωγών. 'Ετσι, οι εταιρίες πραγματοποίησαν εκ των προτέρων εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων σιτηρών από την Ιταλία προς τρίτες χώρες, με εκκαθάριση των εν λόγω πράξεων ενεργητικής τελειοποιήσεως μέσω της εισαγωγής προϊόντων βάσεως, ήτοι σκληρού σίτου, που τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ιταλία. Όμως, ο σκληρός αυτός σίτος, συγχρόνως με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, υπήρξε αντικείμενο δηλώσεως εξαγωγής προς δύο άλλα κράτη μέλη.
4
Οι ιταλικές τελωνειακές αρχές, αφού αρχικά έκριναν ότι η τελευταία αυτή πράξη ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 20 του κανονισμού 1371/81 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 1981, περί λεπτομερειών διοικητικής εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( ΕΕ L 138, σ. 1 ), και επομένως δεν συνεπήγετο την είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών, υιοθέτησαν, μετά από υπόδειξη της Επιτροπής, νέα στάση και ζήτησαν από τις προσφεύγουσες να συστήσουν εγγύηση για το σύνολο των απαιτητών νομισματικών εξισωτικών ποσών.
5
Στις 23 Νοεμβρίου 1984, η ιταλική κυβέρνηση επικαλέστηκε το άρθρο 13, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, που ίσχυε τότε, και το οποίο ορίζει:
« επιτρέπεται επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή διαγραφή χρέους εισαγωγικών δασμών σε καταστάσεις που ανακύπτουν από ιδιαίτερες συνθήκες για τις οποίες δεν υπήρξε καμία αμέλεια ή δόλος από μέρους του ενδιαφερομένου... »
Με βάση τη διάταξη αυτή, η ιταλική κυβέρνηση υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση με την οποία ζητούσε να πληροφορηθεί αν εν προκειμένω ήταν δικαιολογημένη η διαγραφή των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Στις 22 Μαρτίου 1985 η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η διαγραφή των νομισματικών εξισωτικών ποσών που αφορούσε τις εξαγωγές σκληρού σίτου που είχαν πραγματοποιήσει οι δύο ιταλικές εταιρίες υπό τις αναφερόμενες πιο πάνω συνθήκες δεν ήταν δικαιολογημένη.
6
Αυτή η απόφαση αποτελεί το αντικείμενο των υπό κρίση προσφυγών. Τόσο από τα υπομνήματα που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες εταιρίες όσο και από τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν κατά την προφορική διαδικασία προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία τους, όπως διαμορφώθηκε οριστικά, μπορεί να αναλυθεί ως εξής:
α)
Πρώτον, οι προσφεύγουσες επικαλούνται ότι παρανόμως υποχρεώθηκαν στην καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών για την επίμαχη πράξη: κατά τις προσφεύγουσες, το άρθρο 20 του κανονισμού 1371/81 τις απαλλάσσει από την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
β)
Δεύτερον, υποστηρίζουν ότι τρία περιστατικά έπρεπε να θεωρηθούν από την Επιτροπή ότι συνιστούσαν « ιδιαίτερες συνθήκες » ικανές να δημιουργήσουν υπέρ αυτών το δικαίωμα διαγραφής των δασμών που προβλέπει το άρθρο 13, πρώτη παράγραφος, του προαναφερθέντος κανονισμού 1430/79:
—
Πρωτίστως, πρόκειται για το γεγονός ότι, κατά παράβαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, άλλες κοινοτικές επιχειρήσεις υπό ανάλογες περιστάσεις έτυχαν απαλλαγής από τα νομισματικά εξισωτικά ποσά.
—
Δεύτερον, πρόκειται για τους ενδοιασμούς των ιταλικών τελωνειακών υπηρεσιών και της ίδιας της Επιτροπής, που μετέβαλαν γνώμη όσον αφορά την ερμηνεία της κανονιστικής ρυθμίσεως που έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
—
Τέλος, πρόκειται για την έντονη διατάραξη των συμβατικών και εμπορικών σχέσεων μεταξύ των προσφευγουσών και των επιχειρηματιών στους οποίους οι προσφεύγουσες παρέδωσαν το σκληρό σίτο.
γ)
Οι προσφεύγουσες τέλος αμφισβητούν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή τους αποδίδει αμέλεια.
7
Επομένως, πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά οι διάφοροι λόγοι που εκτίθενται πιο πάνω.
Επί της ελλείψεως νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία οι προσφεύγουσες υποχρεώθηκαν στην καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών
8
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι το άρθρο 20 του κανονισμού 1371/81 εξαιρεί την επίμαχη πράξη από την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
9
Πρέπει να εξεταστεί αν, κατά αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να χορηγήσει το ευεργέτημα διαγραφής χρέους εισαγωγικών δασμών δυνάμει του άρθρου 13, πρώτη παράγραφος, του προαναφερόμενου κανονισμού 1430/79, οι προσφεύγουσες μπορούν να επικαλεστούν λυσιτελώς λόγο αντλούμενο από τη φερόμενη έλλειψη νομιμότητας της απόφασης με την οποία υποχρεώθηκαν στην πληρωμή των νομισματικών εξισωτικών ποσών για την επίμαχη πράξη.
10
ιο Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 συνιστά « γενική ρήτρα επιεικείας, προοριζόμενη να καλύψει τις καταστάσεις που είναι διαφορετικές από εκείνες οι οποίες διαπιστώνονταν συνηθέστερα στην πράξη και μπορούσαν, κατά τη θέσπιση του κανονισμού, να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως » (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983, Papierfabrik Schoellershammer, 283/82, Συλλογή 1983, σ. 4219 απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, Ορυζόμυλοι, 160/84, Συλλογή σ. 1633).
11
Από αυτό προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79 έχουν ως μόνο σκοπό να επιτρέπουν, όταν συντρέχουν ιδιαίτερες συνθήκες και δεν συντρέχει αμέλεια ή δόλος, να απαλλάσσονται οι επιχειρηματίες από την καταβολή των δασμών τους οποίους οφείλουν και όχι να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ίδια την αρχή του απαιτητού του χρέους.
12
Επομένως, εναπόκειτο και εναπόκειται ακόμη στις προσφεύγουσες, αν θεωρούν ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, να προσφύγουν ενώπιον του αρμόδιου ιταλικού δικαστηρίου κατά της απόφασης των ιταλικών τελωνειακών αρχών με την οποία υποχρεώθηκαν στην καταβολή των επίδικων νομισματικών εξισωτικών ποσών, εφόσον κατά τη γνώμη τους η απαίτηση αυτή είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Κατά την εκδίκαση της διαφοράς αυτής το εθνικό δικαστήριο μπορεί εξάλλου να υποβάλει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε σχετικό με την ερμηνεία ή το κύρος του κοινοτικού δικαίου προδικαστικό ερώτημα, η απάντηση στο οποίο θα του φαινόταν χρήσιμη προκειμένου να εκδώσει την απόφαση του.
13
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως οι προσφεύγουσες μπορούν να επικαλεστούν λυσιτελώς μόνο λόγους με τους οποίους επιδιώκεται να καταδειχθεί, εν προκειμένω, η ύπαρξη ιδιαίτερων συνθηκών καθώς και η έλλειψη αμέλειας ή δόλου εκ μέρους τους, και όχι λόγους με τους οποίους επιδιώκεται να καταδειχθεί η έλλειψη νομιμότητας της απόφασης με την οποία υποχρεώθηκαν στην πληρωμή των επίδικων δασμών, μολονότι με την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής εξετάστηκε σε έκταση, χωρίς να χρειάζεται, το τελευταίο αυτό ζήτημα.
Επί των ιδιαίτερων συνθηκών που προκύπτουν από την ευνοϊκότερη μεταχείριση επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη
14
Οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι η απαλλαγή από τα νομισματικά εξισωτικά ποσά έγινε δεκτή, υπό ανάλογες συνθήκες και κατά την ίδια χρονική περίοδο, από τις τελωνειακές αρχές άλλων κρατών μελών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διακρίσεων μεταξύ των ωφεληθέντων επιχειρηματιών και των προσφευγουσών, πράγμα που εμπίπτει στις ιδιαίτερες συνθήκες κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79. Επειδή η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη το στοιχείο αυτό, η απόφαση της είναι παράνομη.
15
O λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η ερμηνεία που έδωσαν οι τελωνειακές αρχές δύο κρατών μελών δεν μπορεί να αντιταχθεί στην Επιτροπή, η οποία, εφόσον θεώρησε ότι οι πράξεις αυτές ήταν αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο, ζήτησε να τεθούν στη διάθεση της οι αντίστοιχοι ίδιοι πόροι και, επειδή το αίτημα της δεν ικανοποιήθηκε, τον Ιούλιο του 1985 κίνησε κατά των δύο αυτών κρατών μελών τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης. Εξάλλου, δεν αποδείχτηκε ότι η Επιτροπή είχε συναινέσει στην απαλλαγή από τα νομισματικά εξισωτικά ποσά επιχειρηματιών που βρίσκονταν σε παρόμοιες καταστάσεις με τις προσφεύσουσες.
Επί των ιδιαίτερων συνθηκών που προκύπτουν οπό τη στάση των ιταλικών τελωνειακών υπηρεσιών και της Επιτροπής
16
Κατά τις προσφεύγουσες συνιστούν ιδιαίτερες συνθήκες, κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, η απόφαση που έλαβαν οι ιταλικές τελωνειακές αρχές να μην εισπράξουν εν προκειμένω νομισματικά εξισωτικά ποσά και εν συνεχεία η νέα τους στάση, που διαμορφώθηκε κατόπιν υποδείξεως της Επιτροπής. Αυτή η μεταβολή στη στάση των τελωνειακών αρχών τις ανάγκασε να συστήσουν εγγύηση και τις εκθέτει στον κίνδυνο να επιβαρυνθούν με τους δασμούς αυτούς. Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή δίστασε ως προς τη στάση που έπρεπε να τηρήσει και δεν έλαβε απόφαση έγκαιρα.
17
Πρέπει ευθύς εξαρχής να παρατηρηθεί ότι τα σφάλματα ή οι ενδεχόμενες παραλείψεις των διοικητικών αρχών δεν μπορούν να επιτρέψουν την εφαρμογή της γενικής ρήτρας επιεικείας που προβλέπει το άρθρο 13, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 1430/79 παρά μόνο όταν τα σφάλματα αυτά ή οι παραλείψεις είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί ο επιχειρηματίας οικονομική επιβάρυνση κατά της οποίας δεν μπορεί να ζητήσει έννομη προστασία.
18
Πρώτον, όσον αφορά τη στάση των ιταλικών τελωνειακών αρχών, προέχει πρωτίστως να υπομνηστεί ότι, όπως αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω, οι προσφεύγουσες εταιρίες έχουν τη δυνατότητα να προσβάλουν ενώπιον των αρμόδιων ιταλικών δικαστηρίων την απόφαση των τελωνειακών αρχών με την οποία υποχρεώθηκαν στην καταβολή των επίδικων νομισματικών εξισωτικών ποσών ή την απόφαση με την οποία υποχρεώθηκαν στη σύσταση εγγυήσεως και να απαλλαγούν έτσι από την επιβάρυνση αυτή.
19
Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε στις 12 Οκτωβρίου 1983 από την Επιτροπή να την πληροφορήσει αν, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 2 και 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, ήταν δικαιολογημένη η εκ των υστέρων είσπραξη των επίδικων νομισματικών εξισωτικών ποσών. Οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν στα κράτη μέλη να μην εισπράττουν το ποσό των φορολογικών επιβαρύνσεων που, εσφαλμένως, δεν είχαν απαιτηθεί κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή όταν η μη είσπραξη των επιβαρύνσεων αυτών οφείλεται σε σφάλμα των αρμόδιων εθνικών αρχών, το οποίο δεν μπορούσε να αποκαλυφθεί από τον υπόχρεο, ο τελευταίος δε ενήργησε καλοπίστως τηρώντας όλες τις ισχύουσες κανονιστικές διατάξεις. Με απόφαση που κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία στις 6 Φεβρουαρίου 1984, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις και ότι επομένως ήταν αδικαιολόγητη η μη είσπραξη εκ των υστέρων των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, οι προσφεύγουσες εταιρίες αναγνώρισαν ότι έλαβαν πλήρη γνώση της απόφασης αυτής το αργότερο την ημέρα κατά την οποία τους κοινοποιήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και απέφυγαν να ζητήσουν την ακύρωση της.
20
Επομένως, από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι η στάση των ιταλικών αρχών δεν εμποδίζει τις προσφεύγουσες εταιρίες να προβάλουν τα δικαιώματα τους ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων για να απαλλαγούν από την καταβολή των επίδικων εξισωτικών ποσών. Η στάση αυτή άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις ιδιαίτερες συνθήκες κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού
21
Δεύτερον, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ενδοιασμών της Επιτροπής, και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν οι ενδοιασμοί αυτοί συνιστούν ιδιαίτερες συνθήκες κατά την έννοια του άρθρου 13, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι εν πάση περιπτώσει οι ισχυρισμοί των προσφευγουσών είναι στην πραγματικότητα ανακριβείς. Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι επίδικες πράξεις εξαγωγής σκληρού σίτου από τις προσφεύγουσες εταιρίες πραγματοποιήθηκαν από 5 Οκτωβρίου 1981 μέχρι 8 Ιουνίου 1982 και ότι από το τέλος Ιουνίου 1982 οι υπάλληλοι της Επιτροπής, με την ευκαιρία ενός ελέγχου στο αρμόδιο τελωνείο, ζήτησαν από τις αρχές αυτές να αναθεωρήσουν τη στάση τους. Εν συνεχεία, η Επιτροπή ενέμεινε πάντοτε στην ίδια ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά της επιτροπής τελωνειακών ατελειών της 3ης Νοεμβρίου 1982, την προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής της 6ης Φεβρουαρίου 1984 και την προσβαλλόμενη απόφαση της 22ας Μαρτίου 1985. Εξάλλου, οι προσφεύγουσες εταιρίες δεν απέδειξαν ότι πριν από τον Ιούνιο του 1982η στάση της Επιτροπής ήταν επαμφοτερίζουσα και μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του δικαίου. Επομένως, η επιχειρηματολογία τους δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Επί των ιδιαίτερων συνθηκών που προκύπτουν από τη διατάραξη των συμβατικών και εμπορικών σχέσεων μεταξύ των προσφευγουσών και των επιχειρηματιών στους οποίους οι προσφεύγουσες παρέδωσαν το σκληρό σίτο
22
Οι προσφεύγουσες υποστήριξαν, για πρώτη φορά κατά την προφορική διαδικασία, ότι η ισορροπία των συμβατικών σχέσεων που είχαν συνάψει, για τη διενέργεια της επίδικης πράξης, με τους εμπορικούς τους εταίρους διαταράχθηκε έντονα. Πράγματι, συνηθίζεται ο εισαγωγέας να αποδίδει στον εξαγωγέα τα νομισματικά εξισωτικά ποσά στην περίπτωση εξαγωγής σκληρού σίτου από την Ιταλία προς κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει επίσης αρνητικά νομισματικά ποσά. Όμως, επειδή η οικεία πράξη εξαγωγής έγινε τότε χωρίς οι προσφεύγουσες να καταβάλουν νομισματικά εξισωτικά ποσά, οι τελευταίες δεν απαίτησαν από τον εισαγωγέα την απόδοση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που αντιστοιχούσαν στην εισαγωγή και σήμερα είναι αδύνατο να επιτύχουν αυτή την απόδοση.
23
Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η αιτίαση αυτή, καθώς και η συναφής μ' αυτή επιχειρηματολογία, συνιστά, όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, νέο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας και ότι η Επιτροπή δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει θέση ως προς το βάσιμο του ισχυρισμού αυτού. Επειδή ο ισχυρισμός αυτός δεν στηρίζεται σε κανένα νομικό ή πραγματικό στοιχείο που ανέκυψε κατά την έγγραφη διαδικασία, πρέπει εν πάση περιπτώσει, κατ' εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
24
Από το σύνολο των προηγούμενων σκέψεων συνάγεται ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν την ύπαρξη εν προκειμένω ιδιαίτερων συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79. Κατόπιν αυτού, και μολονότι δεν μπορεί να τους καταλογιστεί αμέλεια εν προκειμένω, οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει τις προσφυγές.
2)
Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικό έξοδα.
Galmot
Bosco
Everling
Joliét
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Μαρτίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
Υ. Galmot
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy