Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινοτικό δίκαιο - Υπεροχή - Απόφαση με την οποία η Επιτροπή επιβάλλει σε κράτος μέλος την υποχρέωση να λάβει μέτρα αντίθετα προς το εθνικό δίκαιο περί αθέμιτου ανταγωνισμού - Δεσμευτική για όλα τα όργανα του κράτους περιλαμβανομένων και των δικαιοδοτικών
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 189, τέταρτη παράγραφος )
Περίληψη
Το άρθρο 189, τέταρτη παράγραφος, της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένης υπόψη της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου κατά την έννοια ότι η απόφαση που απευθύνεται σε ένα κράτος μέλος είναι δεσμευτική για όλα τα όργανα του κράτους αυτού, περιλαμβανομένων και των δικαιοδοτικών .
Μια απόφαση όπως η από 25 Φεβρουαρίου 1985 απόφαση της Επιτροπής προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σχετικά με τα μέτρα προωθήσεως της πωλήσεως βουτύρου στην αγορά του Δυτικού Βερολίνου, εμποδίζει τα δικαστήρια του κράτους αυτού να απαγορεύσουν στον αρμόδιο γεωργικό οργανισμό παρεμβάσεως ορισμένη συμπεριφορά που αντιβαίνει στις εσωτερικές διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού και πωλήσεων με δώρα, την οποία τηρεί ο εν λόγω οργανισμός εις εκτέλεση της απόφασης .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 249/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Albako Margarinefabrik Maria von der Linde GmbH & Co . KG, εταιρίας γερμανικού δικαίου με έδρα το Βερολίνο ( Δυτικό ),
προσφεύγουσας στην κύρια δίκη,
και
Bundesanstalt foer landwirtschaftliche Marktordnung, οργανισμού δημοσίου δικαίου, Φραγκφούρτη επί του Μάιν, Adickesallee 40,
καθού στην κύρια δίκη,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία του άρθρου 189, τέταρτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Y . Galmot, Κ . Κακούρη και F . Schockweiler, προέδρους τμήματος, T . Koopmans, U . Everling, R . Joliet, J . C . Moitinho de Almeida και G . C . Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : C . O . Lenz
γραμματέας : K . Riechenberg, υπάλληλος διοικήσεως, α.κ .,
αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν :
- η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τους J . Goendisch και J . Kicker, δικηγόρους Αμβούργου,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τον P . Karpenstein, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση όπως συμπληρώθηκε κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 4ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 7ης Αυγούστου 1985 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Αυγούστου του ίδιου έτους, το Landgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 189, τέταρτη παράγραφος, της Συνθήκης και ειδικότερα ως προς τα αποτελέσματα που πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν οι αποφάσεις όπως η απόφαση την οποία απηύθυνε η Επιτροπή στις 25 Φεβρουαρίου 1985 προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σχετικά με τα μέτρα προωθήσεως των πωλήσεων βουτύρου στην αγορά του ( Δυτικού ) Βερολίνου .
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της εταιρίας Albako, παραγωγού μαργαρίνης εγκατεστημένης στο ( Δυτικό ) Βερολίνο και του Bundesanstalt foer landwirtschaftliche Marktordnung ( στο εξής : ΒΑLΜ ), γεωργικού οργανισμού παρεμβάσεως, αρμόδιου για τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων . Η Albako προσέφυγε κατά του ΒΑLΜ βάσει του άρθρου 1 του νόμου κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού (" Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb ") της 7ης Ιουνίου 1909 ( όπως τροποποιήθηκε στις 21 Ιουλίου 1965, BGBl . Ι, σ . 625 ) και του άρθρου 1 του κανονισμού περί των πωλήσεων με δώρα (" Zugabeverordnung ") της 9ης Μαρτίου 1932 ( όπως τροποποιήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1955, BGBl . Ι, σ . 719 ), ζητώντας να απαγορευθεί στον οργανισμό αυτό να διαθέτει στο μέλλον βούτυρο δωρεάν υπό τους όρους που θέτει η απόφαση της Επιτροπής της 25ης Φεβρουαρίου 1985 .
3 Το άρθρο 1 του νόμου κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού ορίζει ότι ο διαπράττων, στο πλαίσιο της εμπορίας και προς το σκοπό ανταγωνισμού, πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη μπορεί να υποχρεωθεί δικαστικώς να παύσει την παράβαση και να χορηγήσει αποζημίωση .
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού περί των πωλήσεων με δώρα απαγορεύει στις εμπορικές σχέσεις την προσφορά, υπόσχεση ή χορήγηση, μαζί με ορισμένο εμπόρευμα ή υπηρεσία, δώρου που συνίσταται σε εμπόρευμα ή υπηρεσία . Η παράγραφος 2 ορίζει ότι η απαγόρευση αυτή δεν έχει εφαρμογή όταν το δώρο που συνοδεύει το εμπόρευμα συνίσταται σε συγκεκριμένη ή προσδιορίσιμη κατά συγκεκριμένο τρόπο ποσότητα του ίδιου εμπορεύματος . Στην περίπτωση δώρου που επιτρέπεται δυνάμει της παραγράφου 2, η παράγραφος 3 απαγορεύει να χαρακτηρίζεται, με την προσφορά ή την αγγελία, το πλεονέκτημα αυτό ως δωρεάν παρεχόμενο ( προσφορά, δώρο, κλπ .) ή να δημιουργείται με οποιοδήποτε άλλο τρόπο η εντύπωση της ελευθεριότητας .
5 Προκειμένου να μελετήσει τον τρόπο κατά τον οποίο αντιδρούν οι καταναλωτές στη μείωση της τιμής του βουτύρου η Επιτροπή έδωσε με την απόφαση αυτή την εντολή να πραγματοποιηθεί στην αγορά του ( Δυτικού ) Βερολίνου και κατά την περίοδο από 15 Απριλίου 1985 μέχρι 30 Ιουνίου 1985 μια επιχείρηση προωθήσεως των πωλήσεων βουτύρου, το περιθωριακό κόστος καθώς και την αποτελεσματικότητα της οποίας επρόκειτο να καταμετρήσει ένα ανεξάρτητο ινστιτούτο ερευνών . 900 τόνοι βουτύρου από τα δημόσια αποθέματα θα συσκευάζονταν σε πακέτα των 250 γραμμαρίων που θα έφεραν την ένδειξη "δωρεάν βούτυρο ΕΟΚ ". Στη συνέχεια τα πακέτα αυτά θα διετίθεντο στο εμπόριο το καθένα συσκευασμένο μαζί με ένα πακέτο βουτύρου αγοράς του ίδιου βάρους, η δε τιμή του διπλού αυτού πακέτου δεν θα υπερέβαινε την τιμή των 250 γραμμαρίων βουτύρου της αγοράς που ίσχυε κατά την περίοδο της εμπορίας . Προς το σκοπό αυτό ο ΒΑLΜ θα διέθετε δωρεάν 900 τόνους βουτύρου από τα δημόσια αποθέματα σε εμπορικές επιχειρήσεις της επιλογής του οι οποίες θα αναλάμβαναν έναντι αυτού συμβατικώς την υποχρέωση να συσκευάσουν το βούτυρο αυτό και να το διαθέσουν μέσω λιανοπωλητών .
6 Η Albako υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Landgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν ζητώντας να απαγορευθεί η πραγματοποίηση της επιχείρησης με τον ισχυρισμό ότι αντιβαίνει στις εσωτερικές διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού και πωλήσεων με δώρα . Στις 11 Μαρτίου 1985 το Landgericht απέρριψε την αίτηση με το σκεπτικό ότι ο ΒΑLΜ δεν ενεργούσε με ανταγωνιστικό σκοπό . Το Oberlandesgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν επικύρωσε στις 28 Μαρτίου 1985 την απόρριψη της αιτήσεως . 'Εκρινε δε ότι η αμφισβητούμενη επιχείρηση αντιβαίνει μεν σε ορισμένα σημεία στις εσωτερικές διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού και πωλήσεων με δώρα, πλην όμως οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή λόγω της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου .
7 Ενώ η επιχείρηση είχε πραγματοποιηθεί, η Albako άσκησε στις 11 Ιουνίου 1985 κύρια προσφυγή ενώπιον του Landgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν . Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι ο ΒΑLΜ εμπίπτει στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου διότι μετήλθε μέσα του ιδιωτικού δικαίου για την εκπλήρωση της αποστολής του . Το δικαστήριο έκρινε σχετικώς ότι η δωρεάν διάθεση από τον ΒΑLΜ 900 τόνων βουτύρου παρεμβάσεως στην αγορά του ( Δυτικού ) Βερολίνου αντιβαίνει στα χρηστά εμπορικά ήθη, καθόσον η ενέργεια αυτή προκάλεσε κορεσμό της αγοράς και υπερβολική έλξη προς το βούτυρο . 'Εκρινε επίσης ότι το βούτυρο παρεμβάσεως που προσφερόταν μαζί με το βούτυρο της αγοράς αποτελούσε δώρο κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού περί πωλήσεων με δώρα, ότι το δώρο αυτό δεν ενέπιπτε στην εξαίρεση του άρθρου 2, παράγραφος 2, c ), του ίδιου κανονισμού, δηλαδή της προσφοράς του ίδιου προϊόντος, διότι το βούτυρο της αγοράς και το βούτυρο παρεμβάσεως δεν είναι τα ίδια προϊόντα και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο χαρακτηρισμός του βουτύρου παρεμβάσεως ως δώρου αντιβαίνει στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού .
8 Κατά το Landgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, μόνο το στοιχείο ότι τα μέτρα που έλαβε ο ΒΑLΜ στηρίζονται σε απόφαση της Επιτροπής μπορεί να το εμποδίσει να εκδώσει κατά του ΒΑLΜ την απαγορευτική απόφαση που ζήτησε η Albako . Το δικαστήριο έκρινε σχετικώς ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν υπερισχύει των εσωτερικών διατάξεων περί αθέμιτου ανταγωνισμού και πωλήσεων με δώρα παρά μόνον αν έχει άμεσο αποτέλεσμα . Υπό τις συνθήκες αυτές υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα αν το άρθρο 189, τέταρτη παράγραφος, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι οι αποφάσεις όπως αυτή που απηύθυνε η Επιτροπή στις 25 Φεβρουαρίου 1985 προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σχετικά με τα μέτρα προωθήσεως των πωλήσεων βουτύρου στην αγορά του ( Δυτικού ) Βερολίνου εμποδίζουν το κράτος αυτό να απαγορεύσει στον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως του τομέα της γεωργίας, που δεν είναι ο ίδιος αποδέκτης της απόφασης, μια συμπεριφορά που αντιβαίνει στις εσωτερικές διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού και πωλήσεων με δώρα, την οποία όμως ο εν λόγω οργανισμός τήρησε εις εκτέλεση της απόφασης .
9 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται οι γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο δικαστήριο η Albako και η Επιτροπή .
10 Πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το εθνικό δικαστήριο δεν είναι το ίδιο όπως και στις υποθέσεις Grad ( 9/70 ), Lesage ( 20/70 ) και Haselhorst ( 23/70 ) στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μια απόφαση που απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη μπορεί να παράγει άμεσο αποτέλεσμα κατά την έννοια ότι τα άτομα μπορούν να την επικαλεσθούν στο πλαίσιο διαφοράς με κρατική αρχή ( βλέπε τις αποφάσεις της 6ης και της 21ης Οκτωβρίου 1970, Slg . σσ . 825, 861 και 881 ).
11 Η επίδικη στις υποθέσεις εκείνες απόφαση επέβαλε νομοθετική ή κανονιστική τροποποίηση και προεβλήθη κατά της εφαρμογής εθνικών διατάξεων που φέρονταν ότι δεν είχαν προσαρμοσθεί σύμφωνα με αυτή . Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση της Επιτροπής της 25ης Φεβρουαρίου 1985 δεν επέβαλε τη θέσπιση γενικού κανόνα αντίθετου με τις εθνικές διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού και περί πωλήσεων με δώρα . Εξάλλου η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πραγματοποίησε μέσω του οικείου οργανισμού παρεμβάσεως την επιβληθείσα επιχείρηση και επομένως εξετέλεσε δεόντως την απόφαση που της απηύθυνε η Επιτροπή . Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι, όπως και στις προαναφερθείσες υποθέσεις, να προστατευθεί κάποιος ιδιώτης από τις ζημιογόνες συνέπειες της μη εκτελέσεως από το κράτος μέλος των υποχρεώσεων που υπέχει δυνάμει του κοινοτικού δικαίου .
12 Σημειωτέον περαιτέρω ότι η συμπεριφορά του ΒΑLΜ για την οποία το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού βάσει των επίδικων εθνικών διατάξεων ήταν συμπεριφορά που όφειλε να τηρήσει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μέσω του οικείου οργανισμού παρεμβάσεως, δυνάμει της αποφάσεως της Επιτροπής της 25ης Φεβρουαρίου 1985 . Η απόφαση δεν της άφησε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως . Αυτή πρόβλεψε τη διάθεση του βουτύρου στο εμπόριο σε συσκευασίες των 250 γραμμαρίων βουτύρου της αγοράς και 250 γραμμαρίων βουτύρου παρεμβάσεως, επέβαλε την αναγραφή της ενδείξεως "βούτυρο ΕΟΚ δωρεάν" στα πακέτα του βουτύρου παρεμβάσεως που περιείχαν οι συσκευασίες αυτές, καθόρισε την τιμή πωλήσεως του διπλού αυτού πακέτου, τη συνολική ποσότητα του βουτύρου που θα διετίθετο με την επιχείρηση, τη διάρκειά της και την αγορά όπου θα διεξαγόταν . Η απαγόρευση της πραγματοποιήσεως επιχειρήσεων αυτού του τύπου με την αιτιολογία ότι είναι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού τη στιγμή που έχουν διαταχθεί από την Επιτροπή σημαίνει παρεμπόδιση της εκτέλεσης των αποφάσεων του εν λόγω οργάνου .
13 Στη πραγματικότητα το ζήτημα είναι αν το εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση δυνάμει του κοινοτικού δικαίου και συγκεκριμένα του άρθρου 189, τέταρτη παράγραφος, της Συνθήκης, να μην εφαρμόσει τις εθνικές διατάξεις περί προστασίας κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού ή αυτές που διέπουν τις πωλήσεις με δώρα στην περίπτωση που η εφαρμογή τους θα εμπόδιζε το κράτος να εκτελέσει μέσω του οικείου γεωργικού οργανισμού παρεμβάσεως απόφαση της Επιτροπής όπως η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1985 .
14 Σχετικώς πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι, αν θεωρηθεί ότι η επιχείρηση που διατάσσεται από κοινοτικό όργανο, όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε στο ( Δυτικό ) Βερολίνο το Μάιο του 1985, υπόκειται στους κανόνες του εσωτερικού δικαίου, τότε αυτό τούτο το κύρος της κοινοτικής πράξης εξαρτάται από την τήρηση του εσωτερικού δικαίου . Αυτό όμως αντιβαίνει στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία το κύρος των κοινοτικών πράξεων εκτιμάται μόνο βάσει του κοινοτικού δικαίου . Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970 ( Internationale Handelsgesellschaft, 11/70, Slg . σ . 1125 ), "το δικαίωμα που γεννάται από τη Συνθήκη, προϊόν αυτόνομης πηγής, δεν μπορεί, λόγω της φύσεώς του, να προσκρούσει δικαστικώς σε κανόνες του εθνικού δικαίου χωρίς να χάσει τον κοινοτικό του χαρακτήρα και χωρίς να τεθεί εν αμφιβόλω η έννομη βάση της ίδιας της Κοινότητας ".
15 'Οσον αφορά ειδικότερα το κύρος της εν προκειμένω επίδικης πράξης, το Δικαστήριο έκρινε με τη σημερινή απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 133 έως 136/75 ( Rau και λοιποί κατά ΒΑLΜ ) ότι η πράξη αυτή καλύπτεται από την εξουσιοδότηση που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 4 του κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εισφοράς συνυπευθυνότητας και μέτρων προς διεύρυνση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/018, σ . 79 ), η διάταξη δε αυτή ανταποκρίνεται στην αρχή της νομιμότητας .
16 Σημειωτέον περαιτέρω ότι το κύρος των πράξεων των κοινοτικών οργάνων επηρεάζεται αν αυτές δεν συμβιβάζονται με τις αρχές που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο στον τομέα του ανταγωνισμού . Συγκεκριμένα, τα κοινοτικά όργανα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αρχή της εντιμότητας των συναλλαγών . Ωστόσο, στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών οφείλουν να εξισορροπούν την αρχή αυτή με τους στόχους που θέτει το άρθρο 39 της Συνθήκης . Εν προκειμένω δεν προκύπτει ότι τα αρμόδια όργανα υπερέβησαν το περιθώριο εκτιμήσεως που πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν προκειμένου να πραγματοποιούν αυτή την εξισορρόπηση .
17 Πρέπει να σημειωθεί δεύτερον ότι, σύμφωνα με το άρθρο 189, τέταρτη παράγραφος, της Συνθήκης, οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τους αποδέκτες που ορίζουν . Στην περίπτωση αποφάσεων που απευθύνονται στα κράτη μέλη ο δεσμευτικός αυτός χαρακτήρας ισχύει έναντι όλων των οργάνων του κράτους αποδέκτη, περιλαμβανομένων και των δικαιοδοτικών οργάνων . Επομένως, βάσει της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου που διατυπώθηκε με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964 ( Costa κατά ENEL, 6/64, Slg . σ . 1150 ) και διευκρινίστηκε με την απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978 ( Simmenthal, 106/77, Slg . σ . 629 ), τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να μην εφαρμόζουν τις εθνικές διατάξεις και ειδικότερα αυτές που αφορούν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και τις πωλήσεις με δώρα όπως εν προκειμένω, η εφαρμογή των οποίων είναι ικανή να παρεμποδίσει την εκτέλεση κοινοτικής απόφασης .
18 Βάσει των παραπάνω σκέψεων, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 189, τέταρτη παράγραφος, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι μια απόφαση όπως η από 25 Φεβρουαρίου 1985 απόφαση της Επιτροπής προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σχετικά με τα μέτρα προωθήσεως της πωλήσεως βουτύρου στην αγορά του Δυτικού Βερολίνου εμποδίζει τα δικαστήρια του κράτους αυτού να απαγορεύσουν στον αρμόδιο γεωργικό οργανισμό παρεμβάσεως ορισμένη συμπεριφορά που αντιβαίνει στις εσωτερικές διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού και πωλήσεων με δώρα, την οποία τηρεί ο εν λόγω οργανισμός εις εκτέλεση της απόφασης .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήρο δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει έναντι της Albako το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 7ης Αυγούστου 1985 το Landgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, αποφαίνεται :
Το άρθρο 189, τέταρτη παράγραφος, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι μια απόφαση όπως η από 25 Φεβρουαρίου 1985 απόφαση της Επιτροπής προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σχετικά με τα μέτρα προωθήσεως της πωλήσεως βουτύρου στην αγορά του Δυτικού Βερολίνου εμποδίζει τα δικαστήρια του κράτους αυτού να απαγορεύσουν στον αρμόδιο γεωργικό οργανισμό παρεμβάσεως ορισμένη συμπεριφορά που αντιβαίνει στις εσωτερικές διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού και πωλήσεων με δώρα, την οποία τηρεί ο εν λόγω οργανισμός εις εκτέλεση της απόφασης .
Full & Egal Universal Law Academy