ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 254/85 ( *1 )
I — Κανονιστικό πλαίσιο
1.
Το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
« Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις ( εθνικές ) νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
—
εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτούμενων από το Ταμείο πράξεων,
—
προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες (τις πλημέλειες ),
—
ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας ανωμαλιών ( πλημμελειών ) ή αμελειών ποσά.
... »
2.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων των κρατών μελών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 509/73 του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1973 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 48), ορίζει τα εξής:
« 1.
Όταν, για τις εμπορικές συναλλαγές, ένα κράτος μέλος αποδέχεται για το νόμισμά του τιμή συναλλάγματος που υπερβαίνει, προς τα άνω ή προς τα κάτω, το όριο διακυμάνσεως που επιτρέπεται από την ισχύουσα διεθνή ρύθμιση της 12ης Μαΐου 1971,
α)
το κράτος μέλος, του οποίου το νόμισμα έχει υπερτιμηθεί πέραν του ορίου διακυμάνσεως, εισπράττει κατά την εισαγωγή και χορηγεί κατά την εξαγωγή,
β)
το κράτος μέλος, του οποίου το νόμισμα έχει υποτιμηθεί πέραν του ορίου διακυμάνσεως, εισπράττει κατά την εξαγωγή και χορηγεί κατά την εισαγωγή, εξισωτικά ποσά για τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 κατά τις συναλλαγές με τα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες. »
Τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ( στο εξής: ΝΕΠ ) λόγω εξαγωγής εισπράττονται ή χορηγούνται αντιστοίχως από το κράτος μέλος εξαγωγής, ενώ τα ΝΕΠ λόγω εισαγωγής, κατά γενικό κανόνα, χορηγούνται ή εισπράττονται από το κράτος μέλος εισαγωγής. Το άρθρο 2α του κανονισμού 974/71, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του κανονισμού 1112/73 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1973 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 160), ορίζει ωστόσο ότι:
« Όταν ένα προϊόν που εξάγεται από ένα κράτος μέλος εισάγεται σ' ένα κράτος μέλος το οποίο πρέπει να χορηγήσει εξισωτικό ποσό κατά την εισαγωγή, το κράτος μέλος εξαγωγής δύναται, κατόπιν συμφωνίας με το κράτος μέλος εισαγωγής, να πληρώσει το εξισωτικό ποσό που θα έπρεπε να χορηγήσει το κράτος μέλος εισαγωγής. Στην περίπτωση αυτή, δεν χορηγείται κανένα εξισωτικό ποσό από το κράτος μέλος εισαγωγής για τα προϊόντα που προέρχονται από το κράτος μέλος αυτό. Το εξισωτικό ποσό μετατρέπεται βάσει της τιμής συναλλάγματος τοις μετρητοίς των νομισμάτων αυτών, η οποία διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που θα καθορισθεί.
... »
Η διαδικασία εφαρμογής αυτής της διάταξης καθορίστηκε με το άρθρο 11 του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 14), του οποίου η παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ορίζει τα εξής:
« Η καταβολή από το εξάγον κράτος μέλος του νομισματικού εξισωτικού ποσού που θα έπρεπε να χορηγηθεί από το εισάγον κράτος μέλος υπόκειται στην προσκόμιση της αποδείξεως εκπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής και εισπράξεως των δασμών και τελών ισοδυνάμου αποτελέσματος που είναι απαιτητοί στο εισάγον κράτος μέλος. »
Το δεύτερο εδάφιο της ίδιας διάταξης διευκρινίζει ότι η απόδειξη αυτή παρέχεται με την προσκόμιση του αντιτύπου ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 2315/69 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 1969, περί της χρησιμοποιήσεως των εγγράφων κοινοτικής διαμετακομίσεως για την εφαρμογή κοινοτικών μέτρων για τον έλεγχο της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού των εμπορευμάτων (JO L 295, σ. 14), του λεγομένου φύλλου ελέγχου Τ5, το οποίο πρέπει να συμπληρώνεται όπως προβλέπεται από τον κανονισμό.
Ως προς την προθεσμία καταβολής των ΝΕΠ, το άρθρο 16 του κανονισμού 1380/75 ορίζει τα εξής:
« Στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές πρέπει να χορηγήσουν νομισματικά εξισωτικά ποσά, η καταβολή πραγματοποιείται εντός προθεσμίας δύο μηνών, υπολογιζομένης από την ημέρα της καταθέσεως του πλήρους φακέλου, πλην:
—
των περιπτώσεων ανωτέρας βίας, ή
—
των περιπτώσεων στις οποίες υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια του καταρτισθέντος φακέλου και αν η διοίκηση προέβη σε ανάκριση ( διοικητική εξέταση ). »
Όσον αφορά το ύψος των ΝΕΠ, αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1380/75 ότι:
« Το ύψος του πληρωτέου ή εισπρακτέου νομισματικού εξισωτικού ποσού είναι εκείνο που εφαρμόζεται είτε κατά την ημέρα της εξαγωγής είτε κατά την ημέρα της εισαγωγής. »
Στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται, εξάλλου, ότι:
«... η ημέρα εισαγωγής είναι η ίδια με εκείνη που λαμβάνεται υπόψη για τους δασμούς και την εισφορά ».
Τέλος, για τον υπολογισμό των ΝΕΠ, το άρθρο 2 του κανονισμού 1380/75 ορίζει ότι η περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 2α του κανονισμού 974/71 εκτείνεται από την Τετάρτη μιας εβδομάδας μέχρι την Τρίτη της επόμενης εβδομάδας.
3.
Ο κανονισμός 3094/76 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1976, περί συμπληρωματικών τρόπων εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών στις συναλλαγές μεταξύ της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 193 ), προβλέπει, στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαρτούν τη χορήγηση του ΝΕΠ από ειδικές προϋποθέσεις, προς αποφυγή οποιασδήποτε πλημμέλειας. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, τα οικεία κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή περί των μέτρων που θεσπίζουν κατ' εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, φαίνεται όμως ότι, για τον τομέα των σιτηρών, τα προαναφερθέντα κράτη μέλη δεν ενημέρωσαν την Επιτροπή πριν από το 1979.
II — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, η Irish Grain Board ( Trading ) Limited ( που στο εξής θα αναφέρεται ως η προσφεύγουσα), εταιρία με τη μορφή Industrial and Provident Society του ιρλανδικού δικαίου (τελούσα ήδη υπό εκκαθάριση), ασχολούνταν, κατά το χρονικό διάστημα 1977-1978, με την αγορά και την πώληση σιτηρών.
'Ετσι, μεταξύ 23ης Δεκεμβρίου 1977 και 6ης Ιουλίου 1978, η προσφεύγουσα εξήγαγε από την Ιρλανδία σιτηρά προοριζόμενα για πέντε αγοραστές στη Βόρεια Ιρλανδία. Δεν αμφισβητείται ότι ο πλήρης φάκελος των δικαιολογητικών που απαιτούνται κατά την κοινοτική νομοθεσία περί των ΝΕΠ και περί της εξαγωγής των επίδικων σιτηρών συμπληρώθηκε δεόντως από τον εκτελωνιστή της προσφεύγουσας και περιείχε, μεταξύ άλλων, το αντίτυπο ελέγχου Τ5, επί του οποίου περιεχόταν η δήλωση ότι τα σιτηρά « προορίζονται να τεθούν στην κατανάλωση στη Βόρεια Ιρλανδία ».
Καθ' όλο το υπό κρίση χρονικό διάστημα, εισπράττονταν ΝΕΠ κατά την εξαγωγή από την Ιρλανδία προς το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ χορηγούνταν ΝΕΠ κατά την εισαγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεδομένου ότι ίσχυε ήδη συμφωνία μεταξύ των δύο αυτών χωρών δυνάμει του άρθρου 2α του προαναφερθέντος κανονισμού 974/71, η προσφεύγουσα ζήτησε από τον καθού στην κύρια δίκη, τον Υπουργό Γεωργίας, ο οποίος είναι η αρμόδια αρχή για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής στην Ιρλανδία (που θα αναφέρεται στο εξής ως ο καθού ), να της καταβάλει τα ΝΕΠ που θα έπρεπε να χορηγηθούν κατά την εισαγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο.
2.
Για τα σιτηρά που εξήχθησαν προς τη Βόρεια Ιρλανδία από την προσφεύγουσα με δικά της φορτηγά ή από μεταφορέα ενεργούντα για λογαριασμό της, τα σχετικά ΝΕΠ όντως καταβλήθηκαν. Για τα σιτηρά, αντίθετα, που μεταφέρθηκαν από την Ιρλανδία στη Βόρεια Ιρλανδία από μεταφορείς που ενεργούσαν για λογαριασμό των βορειο-ιρλανδων αγοραστών, διενεργήθηκε εξέταση από τις τελωνειακές αρχές της Βόρειας Ιρλανδίας για λογαριασμό του καθού, ο οποίος είχε σοβαρούς λόγους να υποψιάζεται ότι τα σιτηρά είχαν επανεισαχθεί λαθραία στην Ιρλανδία για να εξαχθούν και πάλι προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεδομένου ότι οι εν λόγω αρχές δεν μπόρεσαν να πιστοποιήσουν με την εξέταση ότι τα σιτηρά είχαν εισέλθει στο έδαφος της χώρας για να τεθούν εκεί στην κατανάλωση, ο καθού αρνήθηκε να καταβάλει τα αιτηθέντα ΝΕΠ.
3.
Η άρνηση αυτή ώθησε την προσφεύγουσα να ασκήσει προσφυγή ζητώντας την καταβολή ΝΕΠ ύψους 138662 IRL ενώπιον του High Court της Ιρλανδίας, το οποίο έκρινε ότι οι βορειο-ιρλανδοί αγοραστές, ή τουλάχιστον μερικοί απ' αυτούς, ήταν ένοχοι δολίας κυκλικής διακινήσεως και διαπράξεως παρανομιών σχετικά με τα σιτηρά που είχε πωλήσει και εξαγάγει η προσφεύγουσα. To High Court έκρινε πάντως ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο ένοχη ή εν γνώσει των παρανομιών αυτών και ότι δεν είχε χάσει το δικαίωμα να της καταβληθούν τα ΝΕΠ λόγω της δολίας συμπεριφοράς των αγοραστών, επί των οποίων δεν ασκούσε κανέναν έλεγχο. Κατά συνέπεια, με τις αποφάσεις που εξέδωσε στις 9 Μαρτίου 1981 και στις 19 Ιουλίου 1982, το High Court έκρινε ότι η προσφεύγουσα δικαιούνταν να εισπράξει το αιτούμενο ποσό, ενώ απέρριψε το αίτημα περί επιδικάσεως τόκων.
4.
Ο καθού άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Supreme Court στο Δουβλίνο, ισχυριζόμενος ότι η εξέταση που είχε διενεργηθεί από τις τελωνειακές αρχές της Βόρειας Ιρλανδίας και η κρίση του High Court περί της πραγματοποιήσεως δολίας κυκλικής διακινήσεως και της διαπράξεως παρανομιών σχετικά με τα σιτηρά τού επέτρεπαν να αρνηθεί την καταβολή των ΝΕΠ που ζητούσε η προσφεύγουσα, έως ότου προσκομιστούν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα σιτηρά τέθηκαν πράγματι σε κατανάλωση στο έδαφος του κράτους μέλους εισαγωγής. Σχετικώς, ο καθού επικαλέστηκε τον κανονισμό 729/75, και συγκεκριμένα το άρθρο 8, καθώς και τον κανονισμό 1380/75, και συγκεκριμένα τα άρθρα 11 και 16.
5.
Η προσφεύγουσα αμφισβήτησε ότι ο καθού μπορούσε να αρνηθεί να καταβάλει τα ΝΕΠ. Υποστήριξε σχετικώς ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 δεν είχε εφαρμογή, λόγω της συμφωνίας που είχε συναφθεί μεταξύ Ιρλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου στο πλαίσιο του άρθρου 2α του κανονισμού 974/71, κατά το οποίο, όταν το κράτος μέλος εξαγωγής ( εν προκειμένω ο καθού, ενεργών για λογαριασμό της Ιρλανδίας) προβαίνει στην καταβολή, ενεργεί απλώς ως εντολοδόχος του κράτους μέλους εισαγωγής (εν προκειμένω του Ηνωμένου Βασιλείου ). Εφόσον όλα τα κοινοτικά έγγραφα ήταν εντάξει, η μόνη αρμοδιότητα που είχε εν προκειμένω ο καθού ήταν να καταβάλει το αιτηθέν ποσό.
Εξάλλου, η προσφεύγουσα ζήτησε την καταβολή τόκων επί των ΝΕΠ από την ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε η καταβολή των ΝΕΠ. Υποστήριξε, τέλος, ότι είχε δικαίωμα να της γίνει η καταβολή σε λίρες στερλίνες και όχι σε ιρλανδικές λίρες.
6.
Κρίνοντας ότι από την υπόθεση ανακύπτουν ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το Supreme Court αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως, για να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Στην περίπτωση που οφείλει να καταβάλει νομισματικά εξισωτικά ποσά για εμπορεύματα που εξάγονται σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς κανονισμούς Kat το κοινοτικό δίκαιο που διέπει την καταβολή τέτοιων ΝΕΠ [ και ιδίως σύμφωνα με τα άρθρα 38 έως 45 της Συνθήκης ΕΟΚ, τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 974/71 όπως έχει τροποποιηθεί, τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1380/75, όπως έχει τροποποιηθεί, και τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3094/76 ], έχει ένα κράτος μέλος την εξουσία να αρνηθεί την καταβολή όταν τα εν λόγω εμπορεύματα δεν τέθηκαν σε κυκλοφορία εντός του κράτους μέλους εισαγωγής λόγω απάτης ή άλλης παρανομίας εκ μέρους των αγοραστών των εν λόγω εμπορευμάτων, παρά το γεγονός ότι τηρήθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις, εκδόθηκαν τα απαιτούμενα έντυπα Τ5, ο δε « εξαγωγέας » ή « ενδιαφερόμενος », κατά την έννοια των προαναφερθέντων κανονισμών, ενήργησε καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα καλή τη πίστει ως προς την εν λόγω συναλλαγή;
2)
'Εχει ένα κράτος μέλος την εξουσία να αρνείται την καταβολή νομισματικών εξισωτικών ποσών που ζητούνται λόγω της εξαγωγής εμπορευμάτων σε άλλο κράτος μέλος, έως ότου ο αιτών αποδείξει ότι οι συναλλαγές αυτές όντως πραγματοποιήθηκαν και εκτελέστηκαν ορθώς σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανονισμούς και το κοινοτικό δίκαιο, τούτο δε παρά την προσκόμιση των απαιτουμένων εντύπων Τ5 και παρά την καλή πίστη του ίδιου του αιτούντος;
3)
Όταν η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την καταβολή νομισματικών εξισωτικών ποσών δεν τα κατέβαλε εντός δύο μηνών από την παραλαβή του πλήρους φακέλου των δικαιολογητικών για το λόγο ότι έθεσε σε κίνηση διοικητική εξέταση λόγω αμφιβολιών ως προς τα εν λόγω δικαιολογητικά, έχει το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1380/75 την έννοια ότι επιβάλλει στην εν λόγω αρμόδια αρχή να καταβάλει τόκους επί των νομισματικών εξισωτικών ποσών και, αν ναι, από ποια ημερομηνία και με τι επιτόκιο;
4)
Στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος υποχρεούται, κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 974/71, όπως έχει τροποποιηθεί, να επιβάλλει εισφορά λόγω εξαγωγής, δυνάμει δε συμφωνίας που συνήψε με άλλο κράτος μέλος κατά το άρθρο 2α του προαναφερθέντος κανονισμού 974/71 καταβάλλει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που χορηγεί εκείνο το κράτος μέλος εισαγωγής για τις εισαγωγές, εφόσον υπερβαίνουν την εισφορά, έτσι ώστε το ποσό που καταβάλλεται στον ενδιαφερόμενο να είναι το υπερβάλλον του νομισματικού εξισωτικού ποσού έναντι της εισφοράς, έχουν τα άρθρα 2α του κανονισμού (ΕΟΚ) 974/71 και 8 του κανονισμού 1380/75 την έννοια ότι παρέχουν στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να πληρωθεί στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής, το οποίο χορηγεί το νομισματικό εξισωτικό ποσό;
7.
Η Διάταξη του Supreme Court του Δουβλίνου πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Αυγούστου 1985.
8.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη Irish Grain Board ( Trading ) Limited ( υπό εκκαθάριση ), εκπροσωπούμενη από τους J. Blayney, SC, J. Cooke, SC, και D. Ο' Keeffe, SC, σύμφωνα με τις οδηγίες των Wm. Fry & Sons, solicitors, o Υπουργός Γεωργίας της Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενος από τον L. J. Dockery, Chief State Solicitor, Δουβλίνο, επικουρούμενο από τους J. L. Murray, SC, και J. Ο' Reilly, barrister at law, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον D. G. Lawrence, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
9.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
10.
Με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1986, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.
III — Γραπτές παρατηρήσεις
Επί τον πρώτον ερωτήματος
1.
Κατά την προσφεύγουσα, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
Πρώτον, είναι αδύνατο να συντρέξουν οι περιστάσεις που περιγράφονται στο ερώτημα, διότι είναι αδύνατο να μην εισήχθησαν τα εμπορεύματα στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής, εφόσον τηρήθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής και οι τελωνειακές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου έθεσαν θεώρηση εισόδου επί των εντύπων Τ5.
Δεύτερον, το ερώτημα προϋποθέτει ότι ο εισαγωγέας δεν οφείλει μόνο να αποδείξει ότι τα εξαχθέντα εμπορεύματα εισήχθησαν στο οικείο κράτος μέλος, αλλά και ότι μετά την εισαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων μεσολάβησε μια περαιτέρω πράξη για να τεθούν σε κυκλοφορία στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής. Τέτοια περαιτέρω απόδειξη όμως δεν απαιτείται. Κατά το σαφέστατο κείμενο της διάταξης του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1380/75, όταν προσκομιστεί το αντίτυπο ελέγχου Τ5 στο κράτος μέλος εξαγωγής, το τελευταίο υποχρεούται να προβεί στην καταβολή. Δεν θα ήταν, άλλωστε, εύλογο να απαιτείται τέτοια περαιτέρω απόδειξη, εφόσον η συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής συνιστά τη σαφέστερη απόδειξη της εισαγωγής του εμπορεύματος. Ούτε θα ήταν λογικό να αναμένεται από τον εξαγωγέα να προσκομίσει απόδειξη για το τι απέγινε το εμπόρευμα στη συνέχεια, διότι, από τη στιγμή που εξήχθη, παύει να τελεί υπό τον έλεγχο του εξαγωγέα, ο οποίος δεν έχει πλέον κανέναν τρόπο να γνωρίζει τι απέγινε.
Κατά την προσφεύγουσα, η άποψη αυτή συμφωνεί και με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο, με τις αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 1980 ( υπόθεση 795/79, Handelmaatschappij Pesen & Co. BV, ECR 1980, σ. 2705) και της 1ης Οκτωβρίου 1981 (υπόθεση 196/80, Anglo-Irish Meat Company Ltd, Συλλογή 1981, σ. 2263), τόνισε τη διάκριση που πρέπει να γίνεται μεταξύ χορηγήσεως του ΝΕΠ και καταβολής του από το κράτος μέλος εξαγωγής υπό την ιδιότητα του απλού πληρεξούσιου, που είναι επιφορτισμένος με την καταβολή και δεν έχει καμιά εξουσία να εξετάσει περαιτέρω ή να αμφισβητήσει τα έγγραφα που έχουν συμπληρωθεί και παρασχεθεί από τις αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής.
2.
Κατά τον καθού, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Πράγματι, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να διαχωρίσει τις ευθύνες της από τις δόλιες πρακτικές των αγοραστών των σιτηρών μολονότι δεν είχε καμία συμμετοχή στις πρακτικές αυτές, παραμένει γεγονός ότι η διάθεση στην κατανάλωση εντός του κράτους μέλους εισαγωγής δεν αποδείχτηκε κατά τη διαδικασία που εκκρεμεί στην Ιρλανδία, ενώ αυτοί που θα μπορούσαν να αποδείξουν το πραγματικό αυτό περιστατικό, δηλαδή οι παραλήπτες και αγοραστές των επίδικων σιτηρών, δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του ιρλανδικού δικαστηρίου. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 και το άρθρο 16 του κανονισμού 1380/75 επιτρέπουν στον καθού να αρνηθεί την καταβολή των επίδικων ΝΕΠ. Η αποδοχή του αιτήματος του αιτούντος υπό παρόμοιες περιστάσεις θα ισοδυναμούσε στην πραγματικότητα με επιβράβευση της παραβάσεως ή της καταστρατηγήσεως του νόμου.
Κατά την άποψη του καθού, η νομολογία του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει αυτή την άποψη (βλέπε ιδίως τις αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1971, υπόθεση 6/71, Rheinmühlen, ECR 1971, σ. 823' της 2ας Ιουνίου 1976, υπόθεση 125/75, Eierkontor, ECR 1976, σ. 771 της 11ης Οκτωβρίου 1977, υπόθεση 125/76, Cremer, ECR 1977, σ. 1593 και της 27ης Οκτωβρίου 1981, υπόθεση 250/80, Töpfer, Συλλογή 1981, σ. 2465).
3.
Η Επιτροπή δέχεται ότι, εκ πρώτης όψεως, η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 11 του κανονισμού 1380/75 μπορεί να ωθήσει στη σκέψη ότι η απάντηση στο υποβαλλόμενο ερώτημα πρέπει να είναι αρνητική. Δεδομένου ότι από τη Διάταξη παραπομπής δεν προκύπτει καμία ένδειξη ότι τα αποδεικτικά έγγραφα εν προκειμένω δεν ήταν εντάξει, θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να συναχθεί ότι η προσφεύγουσα είχε δικαίωμα να εισπράξει τα ΝΕΠ λόγω εισαγωγής ασχέτως του τι απέγιναν στη συνέχεια τα εμπορεύματα που είχε εξαγάγει προς το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ωστόσο, άλλα στοιχεία της κοινοτικής νομοθεσίας και της νομολογίας του Δικαστηρίου υποδεικνύουν μια διαφορετική λύση του προβλήματος.
Πρώτον, δεδομένου ότι η αρμόδια αρχή έχει, δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού 1380/75, την εξουσία να καθυστερήσει την καταβολή των ΝΕΠ για περισσότερο από δύο μήνες από την ημέρα της καταθέσεως του πλήρους φακέλου των δικαιολογητικών ενόσω διενεργείται εξέταση, πρέπει επίσης να μπορεί να αρνηθεί την πραγματοποίηση αυτής της καταβολής όταν με την εν λόγω εξέταση επιβεβαιώνονται οι αμφιβολίες για την ακρίβεια των δικαιολογητικών.
Δεύτερον, στόχος των ΝΕΠ είναι να αποφευχθεί η εμφάνιση καταστάσεων στην αγορά ορισμένου κράτους μέλους που θα μπορούσαν ενδεχομένως να έχουν επικίνδυνες επιπτώσεις για το σύνολο της κοινής πολιτικής. Αν όμως το προϊόν για το οποίο χορηγείται το ΝΕΠ δεν καταλήξει πράγματι στην αγορά του οικείου κράτους μέλους, το ΝΕΠ εκτρέπεται από τον προορισμό του και δεν έχει πλέον λόγο υπάρξεως.
Τέλος, όταν μια συγκεκριμένη καταβολή εκτραπεί από τον προορισμό της, το κράτος μέλος δεν μπορεί ταυτόχρονα να προβεί στην καταβολή και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70, δηλαδή να εξασφαλίσει την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των πράξεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο, να προλάβει και να διώξει τις πλημμέλειες ( βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση Töpfer ).
Καταλήγοντας η Επιτροπή προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Supreme Court.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
1.
Κατά την άποψη της προοφεύγονσας, το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 επιβάλλει υποχρέωση μόνο στα κράτη μέλη και δεν παρέχει κανένα έρεισμα για να προσδιοριστούν οι υποχρεώσεις των μερών που έχουν σχέση με τις πράξεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο. Για να προσδιοριστεί, επομένως, η φύση της υποχρέωσης αυτής, πρέπει να γίνει αναγωγή στις διατάξεις που ρυθμίζουν την εν λόγω πράξη και, στην περίπτωση των ΝΕΠ ειδικότερα, να εξεταστούν οι διατάξεις του κανονισμού 1380/75, περί του τρόπου εφαρμογής των ΝΕΠ στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Κατά δε το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού, εφόσον προσκομιστεί αντίτυπο ελέγχου Τ5, δεόντως θεωρημένο από τις τελωνειακές αρχές κατά την είσοδο του εμπορεύματος στη χώρα εισαγωγής, το βάρος της αποδείξεως περί του ότι η σχετική πράξη όντως πραγματοποιήθηκε και εκτελέστηκε ορθά παύει να βαρύνει τον αιτούντα το ΝΕΠ, ο οποίος δικαιούται πλέον να του γίνει η καταβολή.
Δεδομένου, άλλωστε, ότι το κράτος μέλος εξαγωγής είναι απλός πληρεξούσιος επιφορτισμένος με την καταβολή, οφείλει να την εκτελέσει ενεργώντας σύμφωνα με τις οδηγίες του κράτους μέλους εισαγωγής.
Η προσφεύγουσα προτείνει επομένως στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το Supreme Court να δοθεί η απάντηση ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει την εξουσία να αρνηθεί την καταβολή των ΝΕΠ που ζητούνται για την εξαγωγή εμπορευμάτων, όταν έχει αποδειχθεί η εκτέλεση της πράξεως με την προσκόμιση των απαιτουμένων εντύπων Τ5.
2.
Ο καθον υποστηρίζει ότι, βάσει των διατάξεων του άρθρου 8 του κανονισμού 729/70 και του άρθρου 16 του κανονισμού 1380/75, έχει την εξουσία να αρνηθεί να καταβάλει τα αιτούμενα ΝΕΠ, έως ότου η προσφεύγουσα αποδείξει ότι οι επίδικες εξαγωγές πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το νόμο και ότι τα σιτηρά εισήλθαν στην οικονομία του κράτους μέλους εισαγωγής.
Άλλωστε, δεν είναι ακριβές αυτό που υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ότι δηλαδή, όταν ο ιρλανδικός οργανισμός παρεμβάσεως προβαίνει σε καταβολή δυνάμει συμφωνίας που συνήφθη στο πλαίσιο του άρθρου 2α του κανονισμού 974/71, το κράτος μέλος εξαγωγής ενεργεί ως εντολοδόχος του κράτους μέλους εισαγωγής. Ο ρόλος που ανατίθεται στα οικεία κράτη μέλη και τους οργανισμούς παρεμβάσεως από την κοινοτική νομοθεσία περί ΝΕΠ συνεπάγεται μια πολύ πιο εκτεταμένη αρμοδιότητα ως προς τη διαχείριση του συστήματος των ΝΕΠ και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, ως προς την πρόληψη δολίων χειρισμών και καταχρήσεων. Η ερμηνεία αυτη επιρ-ρωνύεται από την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1985 (υπόθεση 125/84, Continental Irish Meat Ltd, Συλλογή 1985, σ. 3441 ), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το κράτος μέλος εξαγωγής που έχει συνάψει, βάσει του άρθρου 2α του κανονισμού 974/71, συμφωνία με το κράτος μέλος εισαγωγής για την καταβολή του ΝΕΠ που οφείλει να χορηγήσει το τελευταίο αυτό κράτος, ενεργεί, όταν καταβάλλει το εν λόγω ποσό, υπό την ίδια ιδιότητα όπως και όταν εισπράττει το ΝΕΠ που οφείλεται λόγω εξαγωγής του προϊόντος από το έδαφςς του.
3.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, κινήθηκε η διενέργεια εξετάσεως, για να πιστοποιηθεί αν οι πέντε δικαιοπραξίες που αποτελούν αντικείμενο της κύριας διαφοράς εκτελέστηκαν πράγματι και εκτελέστηκαν νόμιμα. Κατά την εξέταση που διενήργησαν οι βρετανικές αρχές, δεν αποδείχτηκε ότι τα επίδικα σιτηρά τέθηκαν σε κατανάλωση στο Ηνωμένο Βασίλειο, το δε High Court της Ιρλανδίας έκρινε ότι οι αγοραστές της Βόρειας Ιρλανδίας, ή τουλάχιστον μερικοί απ' αυτούς, ήταν ένοχοι δολίων πρακτικών και διαπράξεως παρανομιών σχετικά με τα εμπορεύματα. Υπ' αυτές τις περιστάσεις δεν συντρέχει η προϋπόθεση από την οποία το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 εξαρτά την καταβολή των ΝΕΠ και κατά συνέπεια το κράτος μέλος δεν μπορεί να προβεί στην καταβολή. Επομένως, ο δικαιούχος είναι αυτός που βαρύνεται να προσκομίσει στο οικείο κράτος μέλος την απόδειξη ότι οι επίδικες δικαιοπραξίες εκτελέστηκαν πράγματι και εκτελέστηκαν νόμιμα.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Supreme Court:
« Αν ένα κράτος μέλος δεν μπόρεσε να πιστοποιήσει ότι οι συναλλαγές όντως πραγματοποιήθηκαν και ότι πραγματοποιήθηκαν νόμιμα, έχει την εξουσία να αρνηθεί την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών που ζητούνται για εμπορεύματα που εξήχθησαν προς άλλο κράτος μέλος, έως ότου ο αιτών αποδείξει ότι οι εν λόγω συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν όντως Kat νόμιμα σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανονισμούς και το κοινοτικό δίκαιο, έστω και αν ο ίδιος ο αιτών έχει προσκομίσει τα απαιτούμενα έντυπα Τ5 και τελεί εν καλή πίστει. »
Επί του τρίτου ερωτήματος
1.
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι, για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό,πρέπει να γίνει παραπομπή στο εθνικό δίκαιο. Πράγματι, το τιθέμενο πρόβλημα αφορά τη φύση και το περιεχόμενο της σχέσης μεταξύ οφελέτη και δανειστή που δημιουργήθηκε μεταξύ του οργανισμού παρεμβάσεως και του εξαγωγέα. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι να ερμηνευτεί το άρθρο 16 του κανονισμού 1380/75, αλλά να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που έχει στο εθνικό δίκαιο η εφαρμογή του άρθρου αυτού.
Σχετικώς, η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως έχει, κατά γενικό κανόνα, στη διάθεση του δύο μήνες για να μελετήσει και να χειριστεί μια αίτηση καταβολής ΝΕΠ. Έστω και αν η έναρξη διοικητικής εξετάσεως έχει ως αποτέλεσμα ο οργανισμός παρεμβάσεως να μπορεί να αναβάλει την καταβολή του αιτούμενου ποσού, η λήξη της δίμηνης προθεσμίας πρέπει πάντως να θεωρείται ως το χρονικό σημείο από το οποίο γεννάται το δικαίωμα του εξαγωγέα προς καταβολή και από το οποίο επομένως αρχίζει να έχει τη σχετική απαίτηση. Πράγματι, θα ήταν άδικο και παράλογο ο αναίτιος εξαγωγέας να υφίσταται οικονομική ζημία λόγω της ενάρξεως της εξετάσεως.
Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, για να αποφεύγεται η κατάχρηση της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει ο οργανισμός παρεμβάσεως ως προς τη διενέργεια διοικητικών εξετάσεων, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει την ημερομηνία από την οποία αρχίζουν να τρέχουν οι τόκοι επί της απαιτήσεως του εξαγωγέα, καθώς και το σχετικό επιτόκιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εφαρμοστέου εθνικού γενικού δικαίου.
2.
Ο καθού υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται στην κοινοτική νομοθεσία περί ΝΕΠ καμία διάταξη που να παρέχει στον « εξαγωγέα » ή τον « ενδιαφερόμενο » το δικαίωμα να ζητήσει τόκους επί των μη καταβληθέντων ποσών. Το αίτημα περί τόκων πρέπει, επομένως, να εκτιμηθεί με βάση τις διατάξεις του εθνικού δικαίου (βλέπε απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1980, υπόθεση 74/79, OCE, Rec. 1980, σ. 239 ). Άλλωστε, ενόψει της μεγάλης ανομοιογένειας μεταξύ των επιτοκίων που ισχύουν στα διάφορα κράτη μέλη, δεν είναι προσήκον ούτε σκόπιμο το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του επιτοκίου κατά τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, και αν ακόμη υποτεθεί ότι ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως υπάρχει υποχρέωση καταβολής των ΝΕΠ.
Επί νου νέναρτου ερωνήματος
1.
Η προσφεύγουσα τονίζει ότι το ερώτημα αυτό τίθεται λόγω της συγκεκριμένης αλληλουχίας στην οποία πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές για τις οποίες ζητήθηκε η καταβολή ΝΕΠ (το 1978). Σχετικώς, υπενθυμίζει ότι, πριν από το Φεβρουάριο 1978, τα νομίσματα της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου συναποτελούσαν ενιαίο νομισματικό σύστημα, που συνεπαγόταν την πλήρη ισοτιμία της ιρλανδικής λίρας και της λίρας στερλίνας. Μετά την είσοδο της Ιρλανδίας στο ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα, η επίσημη ευθυγράμμιση των δύο νομισμάτων τερματίστηκε στις 30 Μαρτίου 1979, κατά τη διάρκεια δε των ετών κατά τα οποία ο καθού ανέβαλε την καταβολή δημιουργήθηκε σοβαρή διαφορά μεταξύ των δύο νομισμάτων. Συνεπώς, αν η προσφεύγουσα λάμβανε σήμερα σε ιρλανδικό νόμισμα το ποσό που όφειλε να λάβει το 1978, θα υφίστατο σημαντική ζημία.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της συμφωνίας που έχει συναφθεί μεταξύ των δύο κρατών μελών δυνάμει του άρθρου 2α του κανονισμού 974/71, ο καθού ενεργεί απλώς ως πληρεξούσιος επιφορτισμένος με την καταβολή, για λογαριασμό του οργανισμού παρεμβάσεως ο οποίος « χορήγησε » το ΝΕΠ, δηλαδή εν προκειμένω για λογαριασμό των αρμόδιων αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίες χορήγησαν ποσό 138662 UKL. Αν ο καθού υποχρεούνταν τώρα να καταβάλει το ποσό των 138662 IRL, θα κατέβαλλε ποσό πολύ χαμηλότερο από εκείνο που χορηγήθηκε. Με τον τρόπο αυτό θα νόθευε τη λειτουργία του συστήματος των ΝΕΠ και θα αντιστρατευόταν τους στόχους και τα αποτελέσματα των επίδικων κανονισμών.
Υπ' αυτές τις περιστάσεις, η προσφεύγουσα προτείνει στο υποβαλλόμενο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως του εξάγοντος κράτους που προβαίνει σε καταβολή δυνάμει του άρθρου 2α του κανονισμού 974/71 υποχρεούται να καταβάλει στον εξαγωγέα το σχετικό ποσό στο νόμισμα του κράτους μέλους που χορήγησε το ΝΕΠ ή στο νόμισμα του κράτους μέλους όπου πραγματοποιείται η καταβολή, αλλά στην τιμή συναλλάγματος που ισχύει μεταξύ αυτού του νομίσματος και του νομίσματος του κράτους που χορήγησε το ΝΕΠ κατά την ημέρα της καταβολής.
2.
Ο καθον τονίζει ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα στηρίζονται σε εκτιμήσεις σκοπιμότητας μάλλον παρά στη λογική και απορρέουν από το γεγονός και μόνο ότι η ιρλανδική λίρα έχει κατώτερη αξία από τη λίρα στερλίνα.
Άλλωστε, το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει το ζήτημα του νομίσματος της καταβολής στην προαναφερθείσα απόφαση Continental Irish Meat Ltd. Πράγματι, στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το άρθρο 2α του κανονισμού 974/71 συνιστά απλώς διοικητική απλούστευση που καθιστά δυνατή τη συγκέντρωση των οφειλών και των απαιτήσεων κάθε εξαγωγέα σε ενιαίο λογαριασμό, ο οποίος τηρείται από τον οργανισμό παρεμβάσεως ενός μόνο κράτους μέλους και στο νόμισμα του κράτους αυτού.
Συμπεραίνοντας, ο καθού φρονεί ότι το άρθρο 2α του κανονισμού 974/71 και το άρθρο 8 του κανονισμού 1380/75 έχουν την έννοια ότι παρέχουν στον ενδιαφερόμενο την αξίωση να πληρωθεί στο νόμισμα του κράτους μέλους εξαγωγής.
Ο. Due
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 11ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 254/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Supreme Court της Ιρλανδίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Irish Grain Board ( Trading ) Limited ( υπό εκκαθάριση )
και
Υπουργού Γεωργίας,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ιδίως του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192 ), και του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 14), προκειμένου να κριθεί αν και υπό ποίες προϋποθέσεις η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη δικαιούται να της καταβληθούν νομισματικά εξισωτικά ποσά για την εισαγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο σιτηρών, για τα οποία δεν έχει αποδειχτεί ότι τέθηκαν πράγματι σε κυκλοφορία σ' αυτό το κράτος μέλος,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. F. O'Higgins, Τ. Koopmans, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Κ. Riechenberg, εκτελών καθήκοντα υπαλλήλου διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, Irish Grain Board ( Trading ) Limited, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη μεν διαδικασία από τους J. Blayney, SC, J. Cooke, SC, και Daniel Ο' Keeffe, SC, σύμφωνα με τις οδηγίες των Wm. Fry & Sons, solicitors, κατά την προφορική δε διαδικασία από τον J. Cooke,
—
ο καθού στην κύρια δίκη, Υπουργός Γεωργίας της Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενος κατά την έγγραφη μεν διαδικασία από τον L. J. Dockery, Chief State Solicitor, Δουβλίνο, επικουρούμενο από τους J. L. Murray, SC, και J. Ο' Reilly, barrister at law, κατά την προφορική δε διαδικασία από τους Murray και Ο' Reilly, και
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον D. G. Lawrence, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 7ης Μαΐου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Ιουλίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με Διάταξη της 25ης Ιουνίου, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Αυγούστου 1985, το Supreme Court της Ιρλανδίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ιδίως του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192 ), και του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 14 ), προκειμένου να κριθεί αν και υπό ποίες προϋποθέσεις η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη δικαιούται να της καταβληθούν εξισωτικά ποσά ( στο εξής ΝΕΠ ) για την εισαγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο σιτηρών, για τα οποία δεν έχει αποδειχτεί ότι τέθηκαν πράγματι σε κυκλοφορία σ' αυτό το κράτος μέλος.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη, της εταιρίας υπό εκκαθάριση Irish Grain Board ( Trading ) Limited, και του Υπουργού Γεωργίας ενεργούντος ως εκπροσώπου του οργανισμού παρεμβάσεως της Ιρλανδίας, η οποία αφορά τα σιτηρά που πώλησε η προσφεύγουσα σε πέντε αγοραστές στη Βόρεια Ιρλανδία.
3
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, τα επίδικα φορτία μεταφέρθηκαν από την Ιρλανδία στη Βόρεια Ιρλανδία από μεταφορείς που ενεργούσαν για λογαριασμό των αγοραστών, ενώ τα δικαιολογητικά που προσκομίστηκαν στον οργανισμό παρεμβάσεως για την καταβολή των ΝΕΠ είχαν συμπληρωθεί με μέριμνα της προσφεύγουσας. Μεταξύ των δικαιολογητικών περιλαμβάνονταν και τα λεγόμενα αντίτυπα ελέγχου Τ5, στα οποία διευκρινιζόταν ότι τα σιτηρά « προορίζονται να τεθούν στην κατανάλωση στη Βόρεια Ιρλανδία ».
4
Βάσει συμφωνίας που έχει συναφθεί μεταξύ Ιρλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου δυνάμει του άρθρου 2α του προαναφερθέντος κανονισμού 974/71, επιφορτισμένος με την καταβολή των ΝΕΠ που χορηγούνται από το Ηνωμένο Βασίλειο λόγω εισαγωγής στο κράτος μέλος αυτό είναι ο ιρλανδικός οργανισμός παρεμβάσεως. Δεδομένου ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως είχε σοβαρούς λόγους να υποψιάζεται ότι τα σιτηρά είχαν επανεισαχθεί λαθραία στην Ιρλανδία για να εξαχθούν και πάλι προς το Ηνωμένο Βασίλειο, ζήτησε από τις τελωνειακές αρχές της Βόρειας Ιρλανδίας να εξετάσουν την υπόθεση. Εφόσον δε οι αρχές αυτές δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι τα επίδικα σιτηρά είχαν όντως εισκομιστεί στη Βόρεια Ιρλανδία και είχαν τεθεί εκεί στην κατανάλωση, ο οργανισμός παρεμβάσεως αρνήθηκε να καταβάλει τα εν λόγω ΝΕΠ.
5
Η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά του οργανισμού παρεμβάσεως ενώπιον του High Court της Ιρλανδίας, ζητώντας την καταβολή των πιο πάνω ποσών. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι οι βορειο-ιρλανδοί αγοραστές, ή τουλάχιστον μερικοί απ' αυτούς, ήταν ένοχοι δολίας κυκλικής διακινήσεως και διαπράξεως παρανομιών σχετικά με τα σιτηρά που είχε πωλήσει και εξαγάγει η προσφεύγουσα. To High Court έκρινε πάντως ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο ένοχη ή εν γνώσει των παρανομιών αυτών και ότι δεν είχε χάσει το δικαίωμα να της καταβληθούν τα ΝΕΠ λόγω της δολίας συμπεριφοράς των αγοραστών, επί των οποίων δεν ασκούσε κανέναν έλεγχο.
6
Ο οργανισμός παρεμβάσεως άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Supreme Court, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
1)
Στην περίπτωση που οφείλει να καταβάλει νομισματικά εξισωτικά ποσά για εμπορεύματα που εξάγονται σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς κανονισμούς και το κοινοτικό δίκαιο που διέπει την καταβολή τέτοιων ΝΕΠ [ και ιδίως σύμφωνα με τα άρθρα 38 έως 45 της Συνθήκης ΕΟΚ, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 974/71, όπως έχει τροποποιηθεί, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1380/75, όπως έχει τροποποιηθεί, και τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3094/76 ], έχει ένα κράτος μέλος την εξουσία να αρνηθεί την καταβολή όταν τα εν λόγω εμπορεύματα δεν τέθηκαν σε κυκλοφορία εντός του κράτους μέλους εισαγωγής λόγω απάτης ή άλλης παρανομίας εκ μέρους των αγοραστών των εν λόγω εμπορευμάτων, παρά το γεγονός ότι τηρήθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις, εκδόθηκαν τα απαιτούμενα έντυπα Τ5, ο δε « εξαγωγέας » ή « ενδιαφερόμενος », κατά την έννοια των προαναφερθέντων κανονισμών, ενήργησε καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα καλή τη πίστει ως προς την εν λόγω συναλλαγή;
2)
'Εχει ένα κράτος μέλος την εξουσία να αρνείται την καταβολή νομισματικών εξισωτικών ποσών που ζητούνται λόγω της εξαγωγής εμπορευμάτων σε άλλο κράτος μέλος, έως ότου ο αιτών αποδείξει ότι οι συναλλαγές αυτές όντως πραγματοποιήθηκαν και εκτελέστηκαν ορθώς σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανονισμούς και το κοινοτικό δίκαιο, τούτο δε παρά την προσκόμιση των απαιτουμένων εντύπων Τ5 και παρά την καλή πίστη του ίδιου του αιτούντος;
3)
Όταν η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών δεν τα κατέβαλε εντός δύο μηνών από την παραλαβή του πλήρους φακέλου των δικαιολογητικών για το λόγο ότι έθεσε σε κίνηση διοικητική εξέταση λόγω αμφιβολιών ως προς τα εν λόγω δικαιολογητικά, έχει το άρθρο 16 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1380/75 την έννοια ότι επιβάλλει στην εν λόγω αρμόδια αρχή να καταβάλει τόκους επί των νομισματικών εξισωτικών ποσών και, αν ναι, από ποια ημερομηνία και με τι επιτόκιο;
4)
Στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος υποχρεούται, κατά τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 974/71, όπως έχει τροποποιηθεί, να επιβάλλει εισφορά λόγω εξαγωγής, δυνάμει δε συμφωνίας που συνήψε με άλλο κράτος μέλος κατά το άρθρο 2α του προαναφερθέντος κανονισμού 974/71 καταβάλλει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που χορηγεί εκείνο το κράτος μέλος εισαγωγής για τις εισαγωγές, εφόσον υπερβαίνουν την εισφορά, έτσι ώστε το ποσό που καταβάλλεται στον ενδιαφερόμενο να είναι το υπερβάλλον του νομισματικού εξισωτικού ποσού έναντι της εισφοράς, έχουν τα άρθρα 2α του κανονισμού (ΕΟΚ) 974/71 και 8 του κανονισμού 1380/75 την έννοια ότι παρέχουν στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να πληρωθεί στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής, το οποίο χορηγεί το νομισματικό εξισωτικό ποσό;
7
Ως προς τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, γίνεται παραπομπή στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Επί του πρώτου ερωτήματος
8
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1380/75 ορίζει ότι η καταβολή από το κράτος μέλος εξαγωγής του ΝΕΠ που θα έπρεπε να χορηγηθεί από το κράτος μέλος εισαγωγής προϋποθέτει την προσκόμιση της αποδείξεως συμπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής και εισπράξεως των δασμών και τελών ισοδυνάμου αποτελέσματος που επιβάλλονται στο κράτος μέλος εισαγωγής. Η απόδειξη αυτή παρέχεται με την προσκόμιση του αντιτύπου ελέγχου Τ5, το οποίο πρέπει να φέρει τη μνεία ότι το προϊόν στο οποίο αναφέρεται « προορίζεται να τεθεί στην κατανάλωση » στο κράτος μέλος εισαγωγής.
9
Κατά το άρθρο 16 του ίδιου κανονισμού, η καταβολή του ΝΕΠ πραγματοποιείται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημέρα της καταθέσεως του πλήρους φακέλου των δικαιολογητικών, πλην των περιπτώσεων ιδίως στις οποίες υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια του προσκομισθέντος φακέλου και αν η διοίκηση κίνησε τη διενέργεια εξετάσεως.
10
Οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευτούν με γνώμονα το στόχο του συστήματος των ΝΕΠ, που είναι η αντιμετώπιση των δυσχερειών που μπορούν να προκαλέσουν στην καλή λειτουργία των κοινών οργανώσεων αγορών η νομισματική αστάθεια, υπό τις παρούσες δε περιστάσεις και οι διαφορές μεταξύ των αντιπροσωπευτικών τιμών που χρησιμοποιούνται στην κοινή γεωργική πολιτική και των τιμών μετατροπής που εφαρμόζονται στην αγορά. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, τα ΝΕΠ αντισταθμίζουν την ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τιμών τόσο στο κράτος μέλος εισαγωγής όσο και στο κράτος μέλος εξαγωγής και καλύπτουν έτσι τη διαφορά μεταξύ των τιμών των εκφρασμένων σε εθνικό νόμισμα που ισχύουν στα δύο αυτά κράτη μέλη.
11
Επομένως, το ΝΕΠ που χορηγείται λόγω εισαγωγής μπορεί να εκπληρώσει τη λειτουργία του μόνο αν το εισαχθέν προϊόν τεθεί πράγματι στην κατανάλωση στο κράτος μέλος εισαγωγής και υποβληθεί έτσι στις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά αυτού του τελευταίου ως προς τις τιμές. Αν, αντιθέτως, το προϊόν εκτραπεί με δόλιες ενέργειες από τον προορισμό που αναγράφεται στο αντίτυπο ελέγχου Τ5 και επανεξαχθεί λαθραία, χωρίς δηλαδή να καταβληθεί το ΝΕΠ που οφείλεται λόγω της επανεξαγωγής αυτής και το οποίο θα εκμηδένιζε το κέρδος που αποκομίστηκε από τη χορήγηση του ΝΕΠ κατά την εισαγωγή, εκλείπει ο λόγος υπάρξεως του ΝΕΠ.
12
Δεν έχει σημασία εν προκειμένω το γεγονός ότι η δόλια συμπεριφορά πρέπει να καταλογιστεί στον εισαγωγέα, ενώ στην καταβολή οφείλει να προβεί, βάσει συμφωνίας που συνήφθη σύμφωνα με το άρθρο 2α του προαναφερθέντος κανονισμού 974/71, το κράτος μέλος εξαγωγής και όχι το κράτος μέλος εισαγωγής, δικαιούχος δε της καταβολής είναι ο εξαγωγέας που τελεί εν καλή πίστει. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι ο εξαγωγέας έχει τη δυνατότητα να προστατευτεί, με συμβατικές ρήτρες, από τον κίνδυνο οι αγοραστές να εκτρέψουν δολίως το προϊόν από τον προορισμό που αυτός ο ίδιος ανέγραψε στο αντίτυπο ελέγχου Τ5.
13
Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που διέπουν την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών, και ιδίως τα άρθρα 11 και 16 του κανονισμού 1380/75, έχουν την έννοια ότι το κράτος μέλος εξαγωγής, το οποίο είναι επιφορτισμένο με την καταβολή των ΝΕΠ που χορηγούνται από το κράτος μέλος εισαγωγής, έχει την εξουσία να αρνηθεί την καταβολή, όταν το σχετικό προϊόν δεν τέθηκε στην κατανάλωση εντός του κράτους μέλους εισαγωγής λόγω απάτης που διέπραξαν οι αγοραστές του εν λόγω προϊόντος, έστω και αν τηρήθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις, εκδόθηκαν τα απαιτούμενα έντυπα Τ5, ο δε « εξαγωγέας » ή « ενδιαφερόμενος » κατά την έννοια των οικείων κανονισμών ενήργησε καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα καλή τη πίστει ως προς την εν λόγω συναλλαγή.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
14
Με το δεύτερο ερώτημά του, το Supreme Court ζητεί να πληροφορηθεί κατ' ουσία αν το κράτος μέλος εξαγωγής έχει την εξουσία, παρά την προσκόμιση των απαιτουμένων αντιτύπων ελέγχου Τ5, να αρνηθεί να καταβάλει στον καλόπιστο εξαγωγέα το ΝΕΠ που χορηγείται λόγω εισαγωγής σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον ο εξαγωγέας δεν αποδείξει ότι το προϊόν για το οποίο γίνεται η καταβολή τέθηκε πράγματι στην κατανάλωση στο κράτος μέλος εισαγωγής.
15
Σχετικώς πρέπει να σημειωθεί ότι, μολονότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει καμιά διάταξη που να επιβάλλει ρητά μια τέτοια πλήρη απόδειξη, το άρθρο 16 του κανονισμού 1380/75 εισάγει ωστόσο εξαίρεση, όπως αναφέρεται πιο πάνω, από τη γενική προθεσμία καταβολής του ΝΕΠ, για τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια του προσκομισθέντος φακέλου και η διοίκηση κίνησε τη διενέργεια εξετάσεως.
16
Πρέπει να τονιστεί, αφενός, ότι εναπόκειται στη διοίκηση να διενεργήσει την εξέταση αυτή με κάθε δυνατή επιμέλεια για την άρση των υφισταμένων αμφιβολιών και, αφετέρου, ότι ο εξαγωγέας υποχρεούται να συνεργαστεί στη διενέργεια της εξέτασης προσκομίζοντας κάθε πληροφοριακό στοιχείο που μπορεί να προσκομίσει. Μόνο αν από την εξέταση δεν καταστεί δυνατό να αποδειχτεί πώς χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο προϊόν, τίθεται ζήτημα κατανομής του βάρους αποδείξεως.
17
Κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 1380/75, το αντίτυπο ελέγχου Τ5 αποτελεί απόδειξη « εκπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής και εισπράξεως των δασμών και τελών ισοδυνάμου αποτελέσματος που είναι απαιτητοί στο εισάγον κράτος μέλος ». Μολονότι το εν λόγω έγγραφο πρέπει να περιέχει τη δήλωση του αιτούντος ότι το προϊόν « προορίζεται να τεθεί στην κατανάλωση » στο κράτος μέλος εισαγωγής, δεν περιέχει καμιά βεβαίωση των αρχών του κράτους μέλους εισαγωγής ότι το προϊόν εκπλήρωσε όντως τον προορισμό του. Πράγματι, το γεγονός αυτό είναι μεταγενέστερο της βεβαίωσης την οποία συμπληρώνουν οι εν λόγω αρχές επί του εγγράφου κατά τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων εισαγωγής. Ως προς το σημείο αυτό η υπό κρίση διάταξη διαφέρει από τις ρυθμίσεις δυνάμει των οποίων πρέπει να βεβαιώνεται και η τελική χρήση του εισαγόμενου προϊόντος επί του ίδιου εγγράφου.
18
Επομένως το πρόβλημα της απόδειξης του ότι το προϊόν τέθηκε πράγματι στην κατανάλωση δεν λύνεται από τη διάταξη που επιβάλλει την προσκόμιση του αντιτύπου ελέγχου Τ5 δεόντως συμπληρωμένου και φέροντος βεβαίωση των αρχών του κράτους μέλους εισαγωγής.
19
Όπως τονίστηκε πιο πάνω, ο εξαγωγέας έχει τη δυνατότητα, προς το δικό του συμφέρον, να εξασφαλίσει ότι οι αγοραστές δεν θα εκτρέψουν δολίως το προϊόν από τον περιορισμό που έχει αναγράψει ο ίδιος στο αντίτυπο ελέγχου Τ5. 'Εχει επομένως περισσότερο από κάθε άλλον τη δυνατότητα να αποδείξει ότι το προϊόν τέθηκε πράγματι στην κατανάλωση. Αν, λόγω σοβαρών υπονοιών που βασίζονται σε αντικειμενικά στοιχεία, η διοίκηση κινήσει τη διενέργεια εξετάσεως σχετικά με την ύπαρξη δολίας εκτροπής του προϊόντος από τον προορισμό που εμφαίνεται στο αντίτυπο ελέγχου, αυτή δε η εξέταση δεν οδηγήσει, παρά τις προσπάθειες που οφείλει να καταβάλει η διοίκηση, στην άρση αυτών των υπονοιών, η διοίκηση έχει την εξουσία να απαιτήσει να αποδειχτεί, ως προϋπόθεση της καταβολής του ΝΕΠ, ότι το προϊόν τέθηκε πράγματι στην κατανάλωση.
20
Στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει επομένως να δοθεί η απάντηση ότι, όταν η διοίκηση του κράτους μέλους εξαγωγής, δυνάμει του άρθρου 16 του προαναφερθέντος κανονισμού και λόγω σοβαρών υπονοιών που βασίζονται σε αντικειμενικά στοιχεία, κινεί τη διενέργεια εξετάσεως σχετικά με την ύπαρξη δολίας εκτροπής του προϊόντος από τον προορισμό που εμφαίνεται στο αντίτυπο ελέγχου, ο εξαγωγέας υποχρεούται να συνεργαστεί στη διενέργεια της εξέτασης αυτής προσκομίζοντας κάθε πληροφοριακό στοιχείο που μπορεί να προσκομίσει· αν, παρά τις προσπάθειες που οφείλει να καταβάλει η διοίκηση, η εξέταση δεν οδηγήσει στην άρση αυτών των υπονοιών, το κράτος μέλος εξαγωγής μπορεί να αρνηθεί την καταβολή των ΝΕΠ που χορηγούνται από το κράτος μέλος εισαγωγής, εκτός αν αποδειχτεί ότι το προϊόν τέθηκε πράγματι στην κατανάλωση στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος.
Επί του τρίτου και του τέταρτου ερωτήματος
21
Ενόψει των απαντήσεων που δόθηκαν στα δύο πρώτα ερωτήματα, παρέλκει η εξέταση του τρίτου και του τέταρτου ερωτήματος, τα οποία στηρίζονται στην υπόθεση ότι, υπό τις περιστάσεις που εκτίθενται ανωτέρω, ο εξαγωγέας έχει δικαίωμα να εισπράξει τα ΝΕΠ και χωρίς να αποδείξει ότι το προϊόν τέθηκε πράγματι στην κατανάλωση.
Επί των δικαστικών εξόδων
22
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 25ης Ιουνίου 1985 το Supreme Court της Ιρλανδίας, αποφαίνεται:
1)
Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που διέπουν την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών, και ιδίως τα άρθρα 11 και 16 του κανονισμού 1380/75, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών, έχουν την έννοια ότι το κράτος μέλος εξαγωγής, το οποίο είναι επιφορτισμένο με την καταβολή των ΝΕΠ που χορηγούνται από το κράτος μέλος εισαγωγής, έχει την εξουσία να αρνηθεί την καταβολή, όταν το σχετικό προϊόν δεν τέθηκε στην κατανάλωση εντός του κράτους μέλους εισαγωγής λόγω απάτης που διέπραξαν οι αγοραστές του εν λόγω προϊόντος, έστω και αν τηρήθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις, εκδόθηκαν τα απαιτούμενα έντυπα Τ5, ο δε «εξαγωγέας» ή «ενδιαφερόμενος» κατά την έννοια των οικείων κανονισμών ενήργησε καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα καλή τη πίστει ως προς την εν λόγω συναλλαγή.
2)
Όταν η διοίκηση του κράτους μέλους εξαγωγής, δυνάμει του άρθρου 16 του προαναφερθέντος κανονισμού και λόγω σοβαρών υπονοιών που βασίζονται σε αντικειμενικά στοιχεία, κινεί τη διενέργεια εξετάσεως σχετικά με την ύπαρξη δολίας εκτροπής του προϊόντος από τον προορισμό που εμφαίνεται στο αντίτυπο ελέγχου, ο εξαγωγέας υποχρεούται να συνεργαστεί στη διενέργεια της εξέτασης αυτής προσκομίζοντας κάθε πληροφοριακό στοιχείο που μπορεί να προσκομίσει αν, παρά τις προσπάθειες που οφείλει να καταβάλει η διοίκηση, η εξέταση δεν οδηγήσει στην άρση αυτών των υπονοιών, το κράτος μέλος εξαγωγής μπορεί να αρνηθεί την καταβολή των ΝΕΠ που χορηγούνται από το κράτος μέλος εισαγωγής, εκτός αν αποδειχτεί ότι το προϊόν τέθηκε πράγματι στην κατανάλωση στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος.
Κακούρης
O'Higgins
Koopmans
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy