ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 257/85 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1.
Η προσφεύγουσα προσελήφθη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ( Πολιτική Ομάδα των Φιλελευθέρων και Συνεργαζομένων, ήδη η Φιλελεύθερη και Δημοκρατική Ομάδα ) την 1η Ιουλίου 1973 ως έκτακτη υπάλληλος με βαθμό Β 3 για τη διάρκεια της απουσίας της υπαλλήλου Starquit. Με τροποποιητικό έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 1985 η σύμβαση της μεταβλήθηκε σε σύμβαση αορίστου διαρκείας.
2.
Τον Απρίλιο 1981η Φιλελεύθερη και Δημοκρατική Ομάδα πρότεινε στην προσφεύγουσα τροποποίηση της συμβάσεως της που αφορούσε κατάταξη στο βαθμό C 2, την οποία η προσφεύγουσα αποδέχτηκε υπογράφοντας το τροποποιητικό έγγραφο της 7ης Απριλίου 1981. Η ανακατάταξη είχε αναδρομικά αποτελέσματα από την 1η Νοεμβρίου 1980. Η προσφεύγουσα επέστρεψε το ποσό που αντιστοιχεί στη μισθολογική διαφορά μεταξύ των βαθμών Β 3, κλιμάκιο 4, και C 2, κλιμάκιο 5.
3.
Με έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 1984, ο πρόεδρος της Φιλελεύθερης και Δημοκρατικής Ομάδας κατήγγειλε τη σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου από την 1η Δεκεμβρίου 1984 με την αιτιολογία ότι μεταβλήθηκε η πολιτική εικόνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
4.
Η προσφεύγουσα ασκούσε συνεχώς τα καθήκοντά της στο Παρίσι.
5.
Η προσφεύγουσα εκθέτει ότι υπέβαλε « αίτηση θεραπείας » στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 11 Απριλίου 1985, στην οποία δεν δόθηκε καμία απάντηση. Υπ' αυτές τις συνθήκες άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 18 Αυγούστου 1985.
6.
Η γραπτή διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο, τέταρτο τμήμα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Όπως συνάγεται από την προσφυγή, η προσφεύγουσα διατυπώνει τα ακόλουθα αιτήματα:
α)
καταβολή αποζημιώσεως για συμπληρωματική περίοδο προειδοποιήσεως, ήτοι μισθούς επτά μηνών με βάση τον τελευταίο της μισθό,προκειμένου να εισέλθει έτσι στο ευεργέτημα των διατάξεων του άρθρου 47 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
β)
επανένταξη στην κατηγορία Β σύμφωνα με την κανονική εξέλιξη της σταδιοδρομίας, με όλες τις έννομες συνέπειες που αυτό συνεπάγεται, ιδίως όσον αφορά τη συνταξιοδότηση, τόσο πριν όσο και μετά την απόλυση·
γ)
αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε, αφενός από την απώλεια μισθών πριν από την απόλυση, αφετέρου, από της απολύσεως της. Η προσφεύγουσα υπολογίζει, ενδεικτικώς, τη ζημία ως προς τους μισθούς αναφορικά με την περίοδο μεταξύ 1981 και 1984 σε 200 000 FF. Η ζημία συνεπεία της απολύσεως της σε καμία περίπτωση δεν είναι κατώτερη από μισθούς ενός έτους, ήτοι 200 000 FF. Τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη ζημία πρέπει να υπολογισθούν βάσει πορίσματος εμπειρογνώμονα.
2.
To καθού ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη, διαφορετικά ως αβάσιμη
—
να επιδικάσει τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί τον παραδεκτού
Α — Επί τον πρώτου αιτήματος
1.
Κατά το Κοινοβούλιο η απόφαση περί απολύσεως εμφαρμόστηκε την Ι η Δεκεμβρίου 1984. Το αργότερο κατ' αυτή την ημερομηνία πρέπει η προσφεύγουσα να έλαβε γνώση, ελλείψει άλλων ενδείξεων, του εγγράφου περί απολύσεώς της της 15ης Οκτωβρίου 1984. Δεδομένου ότι η ένσταση της υποβλήθηκε στις 11 Απριλίου 1985, η προθεσμία των τριών μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που εφαρμόζεται κατ' αναλογία στους έκτακτους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 46 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής: ΚΕΛΠ) δεν τηρήθηκε και, κατά συνέπεια, ως προς το αίτημα αυτό η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
2.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προθεσμία που αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν μπορεί να της αντιταχθεί, καθόσον αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν αντιμετωπίστηκε με δίκαιο τρόπο σε σχέση με τους άλλους μισθωτούς που εργάζονται στη Γαλλία σε οποιοδήποτε άλλο εργοδότη και που διαθέτουν, δυνάμει της γαλλικής νομοθεσίας, μεγαλύτερες προθεσμίες για τις ενστάσεις τους σε σχέση με την προθεσμία των τριών μηνών που καθορίζεται από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
3.
Απαντώντας σ' αυτό το επιχείρημα το Κοινοβούλιο προβάλλει ότι το άρθρο 6 της Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αφορά τα δικαιώματα υπερασπίσεως και η προσφεύγουσα δεν προσεκόμισε καμία απόδειξη περί παραβιάσεως αυτών των δικαιωμάτων. Ως προς τη διαφορετική μεταχείριση της προσφεύγουσας σε σχέση με τους άλλους μισθωτούς που εργάζονται στη Γαλλία, αυτό αποτελεί συνέπεια της εφαρμογής του ΚΕΛΠ στο οποίο και μόνο υπάγεται η προσφεύγουσα. Το γαλλικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω κατά κανένα τρόπο.
Β — Επί τον δευτερον αιτήματος
1.
Το ίδιο εκπρόθεσμο της προσφυγής υφίσταται, κατά το Κοινοβούλιο, όσον αφορά το δεύτερο αίτημα που στρέφεται κατά της ανακατατάξεώς της, της οποίας η προσφεύγουσα έλαβε γνώση υπογράφοντας το τροποποιητικό έγγραφο της 7ης Απριλίου 1981.
2.
Η προσφεύγουσα επαναλαμβάνει το επιχείρημα της αδυναμίας εφαρμογής της προθεσμίας του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσες ως προς αυτήν.
3.
Ως προς αυτό το αίτημα προβάλλεται ένας δεύτερος λόγος απαραδέκτου: η απόφαση περί ανακατατάξεως έγινε αποδεκτή από την προσφεύγουσα με την υπογραφή από αυτήν του τροποποιητικού εγγράφου της 7ης Απριλίου 1981.
4.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο υποβιβασμός τής επιβλήθηκε επειδή σε περίπτωση αρνήσεως δεν θα της απέμενε καμία άλλη λύση παρά ο εξαναγκασμός σε παραίτηση.
Γ — Επί τον τρίτου αιτήματος
1.
Ως προς το αίτημα αποζημιώσεως λόγω της ζημίας που υπέστη η προσφεύγουσα συνεπεία της απολύσεως της, το Κοινοβούλιο προβάλλει ότι αυτό στηρίζεται στον φερόμενο παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως περί απολύσεως. Όμως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974, Kortner-Schots, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 15 έως 33, 52, 53, 57 έως 109, 116, 117, 123, 132, 135 και 137/73, Rec. σ. 177· απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1967, Collignon, υπόθεση 4/67, Rec. σ. 469' και απόφαση της 24ης Ιουνίου 1971, Vinck, υπόθεση 53/70, Rec. σ. 601), η αγωγή αποζημιώσεως που στηρίζεται στον παράνομο χαρακτήρα των αποφάσεων για τις οποίες πρόκειται, δεν διαφέρει από την προσφυγή ακυρώσεως. Επομένως, υπόκειται και αυτή στην προϋπόθεση της προηγούμενης υποβολής ενστάσεως εντός της προθεσμίας των τριών μηνών του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
2.
Στο ίδιο επιχείρημα περί αδυναμίας εφαρμογής ως προς αυτήν της προθεσμίας του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έγκειται η άμυνα της προσφεύγουσας και ως προς αυτήν την ένσταση απαραδέκτου.
Επί της ουσίας
Α — Επί του πρώτου αιτήματος
1.
Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι, δεδομένου ότι είχε σύμβαση αορίστου χρόνου, η προθεσμία προειδοποιήσεως για την καταγγελία ήταν κατ' ανάγκη δέκα μηνών, δηλαδή το μέγιστο που προβλέπεται από το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο α ), του ΚΕΛΠ.
2.
Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι το αίτημα είναι αβάσιμο. Η μέγιστη προθεσμία προειδοποιήσεως που προβλέπεται από το άρθρο 47, παράγραφος 2, στοιχείο α), είναι τρεις μήνες. Η προθεσμία προειδοποιήσεως των δέκα μηνών προβλέπεται μόνο για τους υπαλλήλους που υπάγονται στο άρθρο 2, στοιχείο δ), του ΚΕΛΠ, δηλαδή τους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται για να καταλάβουν μόνιμη θέση, για την οποία καταβάλλεται αμοιβή από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων, πράγμα που δεν συμβαίνει ως προς την προσφεύγουσα που υπάγεται στο άρθρο 2, στοιχείο γ ).
3.
Η προσφεύγουσα θεωρεί, με την απάντησή της, ότι το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε ότι δεν είχε προσληφθεί προκειμένου να καταλάβει, προσωρινώς, μόνιμη θέση για την οποία καταβάλλεται αμοιβή από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων. Ενόψει της ασάφειας του καθορισμού των καθηκόντων της δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί σ' αυτή η προθεσμία προειδοποιήσεως μόνο τριών μηνών.
4.
Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι δεν οφείλει, πράγματι, να αποδείξει τίποτε. Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να αρνηθεί ότι προσελήφθη ως έκτακτη υπάλληλος στην υπηρεσία μιας πολιτικής ομάδας. Εξάλλου, μόνο η Επιτροπή διαθέτει πιστώσεις για την πρόσληψη υπαλλήλων που αμείβονται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων.
Β — Ως προς το δεύτερο αίτημα
1.
Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι συνέχισε, μετά τον υποβιβασμό στο βαθμό C 2, κλιμάκιο 5, που της έγινε αυτεπαγγέλτως, να εκτελεί τα καθήκοντα που απαιτούνται από υπάλληλο του βαθμού της, δηλαδή της κατηγορίας Β 3, κλιμάκιο 4' κατά συνέπεια, βάσει της εξελίξεως της σταδιοδρομίας που κανονικά ήταν η δική της, θα έπρεπε να φθάσει στην κατηγορία Β 3, κλιμάκιο 5, την 1η Ιουλίου 1981, και στην κατηγορία Β 3, κλιμάκιο 6, την 1η Ιουλίου 1983. Κατά συνέπεια, ζητεί την επανένταξη της αναδρομικώς στην κατηγορία Β.
2.
Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι το αίτημα αυτό προϋποθέτει ότι είχε αποδειχθεί ότι η κατάταξη στην κατηγορία C 2 ήταν παράνομη ή ακυρώσιμη για άλλο λόγο, πράγμα όμως που δεν έχει αποδειχθεί. Αντιθέτως, η εν λόγω κατάταξη έγινε για υπηρεσιακούς λόγους και προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
3.
Η προσφεύγουσα θεωρεί, με την απάντηση της, ότι το καθού δεν απέδειξε τους υπηρεσιακούς λόγους που επέβαλαν τον υποβιβασμό της, ο οποίος, παρά τις διαμαρτυρίες της κατά την υπό κρίση περίοδο, της επιβλήθηκε. Υποστηρίζει ότι το ΚΕΛΠ δεν προβλέπει παρόμοια περίπτωση ούτε καν αποζημίωση όταν ο υπάλληλος είτε εξαναγκάζεται σε παραίτηση είτε απολύεται συνεπεία μεταβολής της πολιτικής εικόνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να πληρώσει το νομικό κενό του ΚΕΛΠ. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι βασίμως μπορεί να ζητήσει στην περίπτωση της την εφαρμογή του γαλλικού νόμου για να απαιτήσει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη.
4.
Το Κοινοβούλιο επαναλαμβάνει ότι η κατάταξη της προσφεύγουσας στο βαθμό C 2, κλιμάκιο 5, έγινε για υπηρεσιακούς λόγους και προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Αυτό συνάγεται από το έγγραφο του γενικού γραμματέα της Φιλελεύθερης και Δημοκρατικής Ομάδας που απεστάλη στις 11 Ιουλίου 1980 στην προσφεύγουσα. Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο, η (ρύση των εργασιών που απαιτούνται από τον υπάλληλο αυτής της θέσεως μεταβλήθηκε συνεπεία της αναδιαρθρώσεως της γραμματείας της Φιλελεύθερης και Δημοκρατικής Ομάδας στο Παρίσι, αναδιάρθρωση που κατέστη απαραίτητη συνεπεία των μεταβολών που οφείλονται στα αποτελέσματα των πρώτων απευθείας εκλογών του Ιουνίου 1979.
Γ — Ως προς ro τρίτο airημα
1.
Η προσφεύγονσα προβάλλει, τέλος, ότι υπέστη ζημία, αφενός συνεπεία της παράνομης ανακατατάξεώς της, αφετέρου συνεπεία της βαναυσου απολύσεως της για ασήμαντους και ανύπαρκτους λόγους.
2.
Το Κοινοβούλιο απαντά ότι η εν λόγω κατάταξη ήταν νόμιμη και, εξάλλου, η προσφεύγουσα την αποδέχθηκε. Ως προς την απόλυση, και αυτή επίσης είναι, αφενός, σύμφωνη με τις απαιτήσεις που θέτει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, όπως συνάγονται από το άρθρο 47 του ΚΕΛΠ, αφετέρου, ως εκ περισσού, αιτιολογημένη κατά ορθό και επαρκή τρόπο, λόγω της μεταβολής της εικόνας του Κοινοβουλίου συνεπεία των εκλογών. Σχετικώς, αναφέρεται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1981 (De Briey, υπόθεση 25/80, Συλλογή σ. 637 ) και της 18ης Οκτωβρίου 1977 ( Schertzer, υπόθεση 25/68, Rec. σ. 1729).
Κ. Κακούρης
Εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τέταρτο τμήμα)
της 1ης Απριλίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 257/85,
C. Dufay, κάτοικος Γαλλίας, 19, rue Bovis Vilde, 92260 Fontenay-aux-Roses, εκπροσωπούμενη από τον Stanley Chaney, δικηγόρο Παρισιού, 19, boulevard Henri-I V, 75004 Παρίσι, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Alex Schmitt, 13, boulevard Royal, L-2449,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον Francesco Pasetti-Bombardella, νομικό σύμβουλο, και από τον Manfred Peter, προϊστάμενο τμήματος, και οι δύο κάτοικοι Λουξεμβούργου, επικουρούμενοι από τον Alex Bonn, δικηγόρο Λουξεμβούργου, 22, Côte D' Eich, ο οποίος είναι και αντίκλητος,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο: α) την καταβολή αποζημιώσεως για συμπληρωματική περίοδο προειδοποιήσεως, ήτοι μισθών επτά μηνών, β ) την επανένταξη στην κατηγορία Β με αποζημίωση, και, γ ) αποζημίωση λόγω βαναυσου απολύσεως, που επήλθε με απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1984 του προέδρου της Φιλελεύθερης και Δημοκρατικής Ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τέταρτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans και G. C Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaça
γραμματέας: Ρ. Heim
αφού έλαβε υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 27ης Νοεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Αυγούστου 1985, η Christiane Dufay, έκτακτη υπάλληλος της κατηγορίας C στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τοποθετημένη στη Φιλελεύθερη και Δημοκρατική Ομάδα στο Παρίσι, η σύμβαση της οποίας καταγγέλθηκε με έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 1984, με καταβολή ποσού αντίστοιχου προς προειδοποίηση τριών μηνών, άσκησε προσφυγή ζητώντας: α ) την καταβολή αποζημιώσεως για συμπληρωματική περίοδο προειδοποιήσεως αντίστοιχης προς μισθούς επτά μηνών, β ) την επανένταξη της από την 1η Νοεμβρίου 1980 στην κατηγορία Β σύμφωνα με την κανονική εξέλιξη της σταδιοδρομίας με όλες τις νόμιμες συνέπειες, ιδίως όσον αφορά τη συνταξιοδότηση, και γ ) την αποκατάσταση της ζημίας που προκύπτει από την απώλεια μισθών πριν και μετά από την απόλυση.
2
Η προσφεύγουσα, γαλλικής ιθαγένειας, προσελήφθη από τη Φιλελεύθερη και Δημοκρατική Ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Παρίσι ως έκτακτη υπάλληλος με βαθμό Β 3. Η σύμβαση προσλήψεως ορισμένου χρόνου, της 1ης Ιουλίου 1973, μεταβλήθηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τροποποιητικό έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 1975.
3
Τον Απρίλιο 1981, η Φιλελεύθερη και Δημοκρατική Ομάδα πρότεινε στην προσφεύγουσα τροποποίηση της συμβάσεως της για την κατάταξη της στο βαθμό C 2, που αυτή αποδέχθηκε υπογράφοντας το τροποποιητικό έγγραφο της 7ης Απριλίου 1981, κατά το οποίο οι ανακατάταξη έχει αναδρομική ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 1980. Η προσφεύγουσα επέστρεψε το ποσό που αντιστοιχεί στη μισθολογική διαφορά μεταξύ των βαθμών Β 3, κλιμάκιο 4, και C 2, κλιμάκιο 5.
4
Τέλος, με έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 1984 του προέδρου της Φιλελεύθερης και Δημοκρατικής Ομάδας, η σύμβαση της προσφεύγουσας καταγγέλθηκε από την 1η Δεκεμβρίου 1984 με καταβολή ποσού αντίστοιχου προς προειδοποίηση τριών μηνών.
5
Η προσφεύγουσα εκθέτει ότι στην « αίτηση θεραπείας » που υπέβαλε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 11 Απριλίου 1985 δεν δόθηκε απάντηση.
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διάδικων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
7
Επειδή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθού, προβάλλει κατ' ένσταση, κυρίως, το απαράδεκτο των αιτημάτων της προσφυγής, πρέπει να εξεταστούν καταρχάς οι προβαλλόμενες ενστάσεις.
Επί του παραδεκτού του πρώτου αιτήματος
8
Κατά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η βλαπτική πράξη για την προσφεύγουσα είναι η απόφαση απολύσεως που εφαρμόστηκε την 1η Δεκεμβρίου 1984. Επομένως, από αυτή την ημερομηνία, το αργότερο, πρέπει να έχει αρχίσει η προθεσμία των τριών μηνών για την υποβολή ενστάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που εφαρμόζεται κατ' αναλογία στους έκτακτους υπαλλήλους, δυνάμει του άρθρου 46 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( ΚΕΛΠ ). Όμως, η ένσταση υποβλήθηκε στις 11 Απριλίου 1985, δηλαδή πέραν της προθεσμίας των τριών μηνών και, για το λόγο αυτό, η προσφυγή είναι απαράδεκτη ως προς αυτό το αίτημα.
9
Η προσφεύγουσα προβάλλει, κατά πρώτο λόγο, ότι η εν λόγω προθεσμία δεν μπορεί να της αντιταχθεί επειδή αυτό είναι αντίθετο προς τις διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
10
Το επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί. Αρκεί να τονιστεί ως προς αυτό ότι η αρχή που τίθεται με την επικαλούμενη διάταξη της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δηλαδή να διασφαλίζεται για κάθε πρόσωπο δίκαιη δίκη που αναγνωρίζεται επίσης στην κοινοτική έννομη τάξη, δεν παρεμποδίζει την πρόβλεψη προθεσμίας για την άσκηση ενδίκου προσφυγής.
11
Δεύτερον, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι υπέστη δυσμενή διάκριση σε σχέση με άλλους μισθωτούς που εργάζονται στη Γαλλία, δεδομένου ότι αυτοί διαθέτουν, δυνάμει του γαλλικού δικαίου, μεγαλύτερη προθεσμία για να υποβάλουν ένσταση.
12
Πρέπει να τονιστεί σχετικώς ότι η πρόσληψη της προσφεύγουσας έγινε σύμφωνα με τους όρους του ΚΕΛΠ, όπως ρητώς μνημονεύεται στη σύμβαση προσλήψεως της της 1ης Αυγούστου 1973. Το ΚΕΛΠ, σε συνδυασμό με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, στον οποίο αναφέρεται με το άρθρο του 46, όσον αφορά τα ένδικα μέσα, διέπει τις σχέσεις εργασίας των εκτάκτων υπαλλήλων κατ' αποκλεισμό οποιασδήποτε άλλης ρυθμίσεως.
13
Εξάλλου, το γεγονός ότι το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων διέπεται από κανόνες κοινοτικού δικαίου, διαφορετικά απ' ό,τι οι άλλοι μισθωτοί που εργάζονται στη χώρα όπου είναι τοποθετημένοι, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν μεταχείριση που συνιστά δυσμενή διάκριση.
14
Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι το πρώτο αίτημα της προσφυγής είναι απαράδεκτο.
Επί του παραδεκτού του δευτέρου αιτήματος
15
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβάλλει κατ' ένσταση το απαράδεκτο αυτού του αιτήματος επίσης λόγω μη τηρήσεως της προθεσμίας, καθόσον η βλαπτική για την προσφεύγουσα πράξη, δηλαδή η κατάταξη της στην κατηγορία C, της είχε γνωστοποιηθεί από την 7η Απριλίου 1981, ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα υπέγραψε το τροποποιητικό έγγραφο. Εξάλλου, η προσφεύγουσα αποδέχθηκε την κατάταξη της στην κατηγορία C υπογράφοντας το εν λόγω έγγραφο.
16
Η προσφεύγουσα προβάλλει το ίδιο, όπως πιο πάνω, επιχείρημα που αντλείται από τη μη δυνατότητα εφαρμογής ως προς αυτή των προθεσμιών του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
17
Ανεξάρτητα από το ζήτημα αν η προσφυγή ακυρώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 179 της Συνθήκης ΕΟΚ και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είναι παραδεκτή, όταν στρέφεται όχι κατά μονομερούς πράξεως οργάνου, αλλά κατά συμβάσεως που υπογράφηκε μεταξύ αυτού του οργάνου και του προσφεύγοντος, πρέπει να τονιστεί ότι εν προκειμένω το δεύτερο αίτημα προβάλλεται εν πάση περιπτώσει οψίμως. Το επιχείρημα ότι η προσφεύγουσα δεν είχε επιλογή μεταξύ εξαναγκάσεως σε παραιτηση και αποδοχής της ανακατατάξεώς της δεν μπορεί να επηρεάσει το γεγονός ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
18
Κατά συνέπεια το δεύτερο αίτημα της προσφυγής είναι επίσης απαράδεκτο.
Επί του παραδεκτού του τρίτου αιτήματος
19
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβάλλει ως προς το αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που προέκυψε για την προσφεύγουσα από την απόλυσή της ότι αυτό στηρίζεται στον φερόμενο παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως απολύσεως. Όμως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αγωγή αποζημιώσεως που στηρίζεται στον παράνομο χαρακτήρα των αποφάσεων που αποτελούν την αιτία για την άσκηση της αγωγής, υπόκειται στους ίδιους όρους ως προς την προθεσμία που προβλέπονται από το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, όπως και η προσφυγή ακυρώσεως.
20
Η προσφεύγουσα προβάλλει το ίδιο επιχείρημα περί μη εφαρμογής των προβλεπόμενων από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμιών ως προς αυτή και ζητεί την εφαρμογή του γαλλικού δικαίου για να πληρωθεί το νομικό κενό της μη προβλέψεως αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε από την απόλυση ή τον εξαναγκασμό σε παραίτηση των υπαλλήλων που υπάγονται στο ΚΕΛΠ.
21
Πρέπει να υπομνηστεί ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου οι προσφυγές που στηρίζονται στο άρθρο 179 της Συνθήκης ΕΟΚ, που παρέχει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο νa αποφαίνεται επί των διαφορών μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, υπόκεινται στις προθεσμίες των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
22
Εν προκειμένω, η ζημία κατά την προσφεύγουσα προκλήθηκε από δύο πράξεις, δηλαδή το τροποποιητικό έγγραφο της 7ης Απριλίου 1981 περί ανακατατάξεώς της και την πράξη περί απολύσεως της, η νομιμότητα των οποίων προσβάλλεται με τα δύο πρώτα αιτήματα της προσφυγής.
23
Όμως, όπως προέκυψε κατά την εξέταση των δύο προηγούμενων αιτημάτων της προσφυγής, η προσφεύγουσα δεν τήρησε τις προθεσμίες που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως για να προσβάλλει αυτές τις πράξεις που της προκάλεσαν ζημία. Από αυτό έπεται ότι το αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί ομοίως λόγω καθυστερημένης ασκήσεως της προσφυγής.
24
Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Κακούρης
Koopmans
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Απριλίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy