ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 265/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά, νομικό πλαίσιο και διαδικασία
Α — Πραγματικά περιστατικά
1.
Οι ενάγουσες, εταιρίες ολλανδικού δικαίου, παράγουν και εμπορεύονται μαργαρίνη και άλλες βρώσιμες λιπαρές ουσίες φυτικής κατ' αρχήν προελεύσεως. Πωλούν τα προϊόντα αυτά στις Κάτω Χώρες, σε άλλα κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες. Ζητούν αποζημίωση για τη ζημία που θεωρούν ότι υπέστησαν συνεπεία της εφαρμογής της επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων » (εφεξής: ΕΒΧ) που αποφασίστηκε κατά το τέλος του 1984 και θεσπίστηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2956/84 της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 1984. Η ζημία αυτή ήταν αποτέλεσμα των ενισχύσεων που κατέβαλε η Κοινότητα για την πώληση βουτύρου, αλλά και την πώληση μαργαρίνης. Σε σχέση εξάλλου με τις ΕΒΧ που είχαν αποφασιστεί παλαιότερα, η επιχείρηση που θεσπίστηκε το 1984 χαρακτηρίζεται από πολύ σημαντικότερες μειώσεις των τιμών ποσοτήτων βουτύρου, που κι αυτές είναι μεγαλύτερες ( 1,6 ECU για ποσότητα 9100 τόνων στις Κάτω Χώρες).
2.
Η κοινοτική παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων χαρακτηρίζεται από πολλών ετών από έντονη υπερπαραγωγή. Ο μόνος τρόπος αντιμετωπίσεως των διαρθρωτικών πλεονασμάτων της προσφοράς ( 105 εκατομμύρια τόνοι για την περίοδο 1983/84), σε σχέση με τη ζήτηση ( 82 εκατομμύρια τόνοι ), εκτός των μέτρων μειώσεως της παραγωγής, είναι αποθεματοποίηση του γάλακτος με τη μορφή βουτύρου ή αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη και ακολούθως ενθάρρυνση της κατανάλωσης των προϊόντων αυτών ή διευκόλυνση της εξαγωγής τους. Αυτή η έλλειψη ισορροπίας προκαλεί σταθερή και σημαντική αύξηση των αποθεμάτων βουτύρου, τα οποία, κατά το τέλος του 1984, υπερέβαιναν το 1 εκατομμύριο τόνους.
3.
Η Επιτροπή, για να διαθέσει αυτά τα αποθέματα βουτύρου, που ήταν εξαιρετικά επαχθή για τον κοινοτικό προϋπολογισμό, προέβη σε ορισμένες ενέργειες που είχαν ως στόχο να θέσουν στη διάθεση των καταναλωτών ή ορισμένων κατηγοριών από αυτούς βούτυρο σε μειωμένη τιμή, με στόχο να τονώσουν την κατανάλωση.
4.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι επιχειρήσεις « βούτυρο Χριστουγέννων » που καθιερώθηκαν από το τέλος του 1977 και επανελήφθησαν το 1978, 1979, 1982 και 1984. Οι ΕΒΧ αυτές αφορούσαν συνεχώς αυξανόμενες ποσότητες με όλο και σημαντικότερη μείωση τιμής. Η αποτελεσματικότητα τους έγινε αντικείμενο πολυάριθμων διαφωνιών και μιας ειδικής έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 13ης Απριλίου 1982 ( ΕΕ C 143, σ. 1 ), τα συμπεράσματα της οποίας ήταν μετριοπαθή λόγω του συνεχώς αυξανόμενου κόστους και της περιορισμένης αποτελεσματικότητας.
5.
Μπροστά σε τέτοια κατάσταση η έκθεση της Επιτροπής επί της καταστάσεως της γεωργίας στην Κοινότητα για το 1984 ( σ. 51 ) αναφέρει ότι:
« Η Επιτροπή ωστόσο έκρινε ότι επιβάλλονταν έκτακτα μέτρα για τη μείωση, μέσα σε βραχύ διάστημα, του επιπέδου των αποθεμάτων. Αποφασίστηκαν δύο ιδιαίτερα μέτρα: η οργάνωση επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων » και μέτρα διαθέσεως του πολύ παλαιού βουτύρου σε μη παραδοσιακές αγορές. Παρά το υψηλό κόστος, επιβάλλεται η πώληση με επιδοτούμενη τιμή 200000 περίπου τόνων βουτύρου των Χριστουγέννων στο μισό της τιμής παρεμβάσεως' 84 ο/ο του βουτύρου θα προέλθει από τα αποθέματα της παρέμβασης. Η σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας του μέτρου αυτού έπρεπε να είναι καλύτερη από τις παρόμοιες επιχειρήσεις του παρελθόντος, επειδή η τιμή του βουτύρου μειώθηκε ήδη κατά 10 ο/ο στην αρχή της περιόδου 1984/85. Η διάθεση του πολύ παλαιού βουτύρου της παρέμβασης προσκρούει σε εμπορικές δυσκολίες. Η Επιτροπή βασίμως κρίνει ότι υφίστανται δυνατότητες δημιουργίας αγοράς για το πολύ παλαιό βούτυρο (που παρήχθη προ του Απριλίου 1983), ιδίως στην ΕΣΣΔ, υπό τον όρο ότι η τιμή του θα είναι ανταγωνιστική με την τιμή των άλλων λιπαρών ουσιών και ελαίων. »
6.
Αυτός ήταν ο συγκεκριμένος στόχος του προαναφερθέντος κανονισμού 2656/84, της 18ης Οκτωβρίου 1984, ο πρώτος τίτλος του οποίου θεσπίζει την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » 1984/85 και ο τίτλος II προβλέπει μια ιδιαίτερη επιχείρηση με στόχο να ευνοήσει την εξαγωγή παλαιού βουτύρου. Η επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » αφορά 200000 τόνους ( 9100 από τους οποίους για τις Κάτω Χώρες ), με τιμή μειωμένη κατά 1,6 ECU ανά κιλό. Επειδή η επιτροπή διαχείρισης δεν γνωμοδότησε μέσα στην απαιτούμενη προθεσμία, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό που συνεπάγεται για την Κοινότητα δαπάνη περίπου 320 εκατομμυρίων ECU για την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων ». Ο κανονισμός αυτός επιδιώκει δύο στόχους: να αυξήσει την κατανάλωση βουτύρου και να αποφύγει την παράταση της αποθεματοποίησης.
7.
Η νέα αυτή επιχείρηση προκάλεσε δυσαρέσκεια στους παρασκευαστές και πωλητές μαργαρίνης στις Κάτω Χώρες, καθώς και σε άλλα κράτη μέλη που θεωρούν ότι υπέστησαν σημαντική ζημία από τη βίαιη αυτή διαταραχή της αγοράς των λιπαρών ουσιών, επειδή διατέθηκε ξαφνικά προς κατανάλωση σημαντική ποσότητα ανταγωνιστικού και υποκατάστατου προϊόντος σε τιμές αισθητά μειωμένες χάρη στις κοινοτικές ενισχύσεις. Σ' αυτό οφείλεται η παρούσα αγωγή αποζημιώσεως των εναγουσών εταιριών. Οι ενάγουσες έκαναν μια πρόχειρη αποτίμηση της φερόμενης ζημίας τους στο δικόγραφο της αγωγής, πριν υποβάλουν ακριβή αριθμητικά στοιχεία στο υπόμνημα απαντήσεως.
Β — Νομικό πλαίσιο
1.
Ο κανονιομός 804/68 rov Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003 σ. 82 ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 559/76 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 187 ), ορίζει στο άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, ότι:
«3)
Η διάθεση του βουτύρου που αγοράζεται από τον οργανισμό παρεμβάσεως γίνεται με τέτοιους όρους, ώστε να μην απειλείται η ισορροπία της αγοράς και να εξασφαλίζεται η ισότητα προσβάσεως στα προϊόντα προς πώληση, καθώς και η ίση μεταχείριση των αγοραστών. Για το βούτυρο δημοσίας αποθεματοποιήσεως που δεν δύναται να διατεθεί κατά τη διάρκεια μιας γαλακτοκομικής περιόδου υπό κανονικές συνθήκες, δύναται να λαμβάνονται ειδικά μέτρα.
Επίσης λαμβάνονται ειδικά μέτρα, εφόσον η φύση τους τα δικαιολογεί, προκειμένου να διατηρηθούν οι δυνατότητες διαθέσεως των προϊόντων, τα οποία έχουν αποτελέσει αντικείμενο των ενισχύσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 » (δηλαδή ενισχύσεων που χορηγήθηκαν για την ιδιωτική αποθεματοποίηση ).
«4)
Το καθεστώς παρεμβάσεως εφαρμόζεται κατά τρόπον ώστε:
α)
να διατηρείται η ανταγωνίσιμη θέση του βουτύρου στην αγορά'
β)
να διαφυλάσσεται κατά το μέτρο του δυνατού η αρχική ποιότητα του βουτύρου
γ)
να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο ορθολογική αποθεματοποίηση. »
Το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι:
«1)
Όταν δημιουργούνται ή απειλείται ότι θα δημιουργηθούν πλεονάσματα βουτυρικών λιπαρών ουσιών, δύνανται να λαμβάνονται μέτρα εκτός από εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 6 για να διευκολυνθεί η διάθεση τους.
2)
Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και κατά τη διαδικασία ψηφοφορίας που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης, αποφασίζει επί των μέτρων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και θεσπίζει τους γενικούς κανόνες εφαρμογής.
3)
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30. »
Το άρθρο 30 του ίδιον κανονισμού καθορίζει τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων: η Επιτροπή υποβάλλει στην επιτροπή διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων σχέδιο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν η επιτροπή διαχειρίσεως διατυπώνει τη γνώμη της επί των μέτρων αυτών μέσα στην προθεσμία που καθορίζει ο πρόεδρος της η Επιτροπή θεσπίζει μέτρα που τυγχάνουν αμέσου εφαρμογής όταν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως' αν τα μέτρα αυτά δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής αυτής, ανακοινώνονται από την Επιτροπή στο Συμβούλιο που μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός.
2.
Το άρθρο 1, εξάλλου, του κανονισμού 750/69 του Ινμβονλίον, της 22ας Απριλίου 1969, που τροποποιεί τον κανονισμό 985/68 περί καθορισμού των γενικών κανόνων που διέπουν τα μέτρα παρεμβάσεως στην αγορά του βουτύρου και της κρέμας γάλακτος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 120) ορίζει ότι για τα γαλακτοκομικά προϊόντα που βρίσκονται σε δημόσια αποθεματοποίηση και δεν μπορούν να διατεθούν κατά τη διάρκεια μιας γαλακτοκομικής περιόδου υπό κανονικές συνθήκες, η Επιτροπή εξετάζει την κατάσταση. Τα κατάλληλα μέτρα θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού 804/68.
3.
Ο προαναφερθείς κανονισμός 2956/84 της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 1984, ο πρώτος τίτλος του οποίου θεσπίζει την ΕΒΧ 1984/85, στηρίζεται κυρίως στις προαναφερθρείσες διατάξεις των κανονισμών 804/68 και 985/68. Στις αιτιολογικές του σκέψεις εκτίθεται:
« ότι η κατάσταση της αγοράς του βουτύρου χαρακτηρίζεται από σημαντικά διαθέσιμα αποθέματα και ότι πρέπει να αυξηθεί η κατανάλωση του βουτύρου με όλα τα κατάλληλα μέσα'
ότι η μείωση των τιμών στην τελική κατανάλωση αποτελεί αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη του στόχου αυτού'
ότι, επιπλέον, υπάρχουν στην Κοινότητα αποθέματα τα οποία δημιουργήθηκαν μετά από παρεμβάσεις στην αγορά του βουτύρου που πραγματοποιήθηκαν βάσει του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ. ) αριθ. 804/68'
ότι δεν είναι δυνατόν να διατεθεί, σε κανονικές συνθήκες, το σύνολο των αποθεμάτων βουτύρου κατά την παρούσα γαλακτοκομική περίοδο και ότι πρέπει να αποφευχθεί η παράταση της αποθεματοποίησης επειδή προκύπτουν μεγάλα έξοδα' ότι είναι, επομένως, σκόπιμο να ληφθούν μέτρα που ευνοούν τη διάθεση του βουτύρου'
ότι στο πλαίσιο συνολικής πολιτικής για τη μείωση των αποθεμάτων πρέπει να προβλεφθεί αρμονικό σύνολο εσωτερικών και εξωτερικών μέτρων διάθεσης των αποθεμάτων βουτύρου'
ότι, ενόψει των εορτών των Χριστουγέννων, μπορούν να παρουσιαστούν δυνατότητες διάθεσης για το βούτυρο που πωλείται σε μειωμένη τιμή και προορίζεται για άμεση κατανάλωση'
ότι το ποσό της μείωσης... πρέπει να επιτρέπει την επιπλέον διάθεση του βουτύρου χωρίς να προκαλεί διαταραχές στο κανονικό εμπόριο βουτύρου... »
Γ — άιαδικασία
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στο Δικαστήριο στις 27 Αυγούστου 1985, οι ενάγουσες εταιρίες άσκησαν αγωγή δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, ζητώντας να υποχρεωθεί η Επιτροπή, ως εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, να τους αποκαταστήσει τη ζημία που θα αποτιμηθεί μεταγενέστερα και την οποία υπέστησαν συνεπεία της εφαρμογής της επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων 1984/85 » που θεσπίστηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2956/84 της Επιτροπής. Επικουρικώς ζητούν από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Κοινότητα να τους αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν, έστω κι αν το επίδικο μέτρο δεν θεωρείται παράνομο, γιατί διαφορετικά το επίμαχο μέτρο « θα έπαυε να είναι νόμιμο λόγω παραβίασης της γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ». Ζητούν τέλος να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά έξοδα.
Στο υπόμνημα απαντήσεως οι ενάγουσες αποτίμησαν η καθεμία τη ζημία της ως εξής:
Van den Bergh en Jürgens: 3834000 HFL,
Van Dijk Food Products: 819525 HFL.
Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικαστούν οι ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Πρέπει να υπογραμμιστεί εκ προοιμίου ότι οι διάδικοι παραδέχονται, σε ορισμένο μέτρο, την ύπαρξη σχέσης ανταγωνισμού και υποκαταστάσεως μεταξύ βουτύρου και μαργαρίνης. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το πραγματικό αυτό στοιχείο, το οποίο άλλωστε εξετέθη στην απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983, Froman-çais ( 66/82, Συλλογή σ. 395 ).
1. Επί τον κύρους των επιχειρήσεων «βούτυρο Χριστουγέννων» από απόψεως κοινοτικού όικαίον
Οι ενάγουσες προέβαλαν έξι ισχυρισμούς προς στήριξη των αγωγών τους.
1ος ισχυρισμός: Οι ΕΒΧ αντίκεινται στην αρχή της σταθεροποίησης της αγοράς που διατυπώνεται στο άρθρο 39, πρώτη παράγραφος, στοιχείο γ), της Συνθήκης και από το άρθρο 6, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968.
α)
Οι ενάγουσες εταιρίες αναπτύσσουν επιχειρηματολογία, η οποία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ο απαραίτητος συγκερασμός των στόχων που διατυπώνονται στο άρθρο 39 δεν επιτρέπει να απομονώνεται ένας από αυτούς κατά τρόπο που να καθιστά αδύνατη την υλοποίηση των άλλων, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984 (Biovilac, 59/83, Συλλογή σ. 4057). 'Ετσι η Επιτροπή αγνόησε τελείως το στόχο της σταθεροποίησης των αγορών και η αγορά των Κάτω Χωρών διαταράχθηκε από την ΕΒΧ, αντίθετα με ό, τι όριζε η όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2956/84. Το άρθρο 39 της Συνθήκης επιτρέπει να παρέχεται πρόσκαιρη μόνο προτεραιότητα σε έναν από τους στόχους σε σχέση με άλλους και όχι να παραβιάζεται ένας από τους εν λόγω στόχους. Οι ΕΒΧ προκαλούν διαταραχή της αγοράς που ανατρέπει την ισορροπία τόσο της αγοράς βουτύρου όσο και της αγοράς μαργαρίνης, λαμβανομένης υπόψη της σχέσης υποκατάστασης και ανταγωνισμού μεταξύ των προϊόντων αυτών. Συνεπώς, μαζική και βραχυπρόθεσμη πώληση βουτύρου σε αισθητά μειωμένη τιμή συνεπάγεται ανισορροπία του συνόλου της κοινής αγοράς των βρώσιμων λιπαρών ουσιών, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των συνεπειών που επέρχονται στην υποκατάσταση του νωπού βουτύρου από τη μαργαρίνη και, αφετέρου, της σταθερότητας της κατανάλωσης των βρώσιμων λιπαρών ουσιών στην Κοινότητα.
β)
Η Επιτροπή αντικρούει το επιχείρημα αυτό όπως έπεται:
Ο στόχος της σταθεροποίησης των αγορών που διατυπώνεται στο άρθρο 39 της Συνθήκης δεν αποτελεί, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, παρά έναν από τους αντιφατικούς στόχους, τους οποίους πρέπει να συμβιβάσουν τα κοινοτικά όργανα, κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που τους αναγνωρίζεται στα θέματα αυτά τόσο από τη νομολογία του Δικαστηρίου όσο και από τις προαναφερθείσες διατάξεις των κανονισμών 804/68 και 750/69. Μόνη η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984 ( Biovilac, 59/83, Συλλογή σ. 4057), πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Οι ενάγουσες εξάλλου δεν απέδειξαν τη φερόμενη διαταραχή της αγοράς, την οποία επικαλούνται.
2ος ιοχνριομός: Η επίδικη επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων », καθόσον έχει ως στόχο να υποκινήσει την κατανάλωση βουτύρου, είναι παράνομη λόγω υπέρβασης και κατάχρησης εξουσίας.
α)
Οι ενάγουσες εταιρίες
Ο ισχυρισμός αυτός είναι στην πραγματικότητα παραπλήσιος με τον ισχυρισμό περί παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας της Επιτροπής για τη λήψη τέτοιου μέτρου. Μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: το Συμβούλιο, με τους κανονισμούς 804/68 και 985/68, αναγνώρισε αρμοδιότητα στην Επιτροπή για τη λήψη μέτρων που έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν τη διάθεση των αποθεμάτων βουτύρου και όχι την αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου. Ασφαλώς η αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου μπορεί να αποτελεί μέσο για την επίτευξη του στόχου της διάθεσης των αποθεμάτων, χωρίς να αγνοείται όμως ο κανόνας, τον οποίο υπαγορεύει το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο α), του κανονισμού 804/68, σύμφωνα με τον οποίο το καθεστώς παρεμβάσεως εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε να διατηρείται η ανταγωνιστική θέση του βουτύρου στην αγορά. Το άρθρο 7α που προστέθηκε με τον κανονισμό 985/68 δεν παρέχει μεγαλύτερη εξουσία στην Επιτροπή. Συνεπώς, τα μέτρα που θεσπίζονται για την εξασφάλιση της διαθέσεως του βουτύρου πρέπει να είναι ουδέτερα από άποψη ανταγωνισμού. Αυτό όμως δεν ισχύει για ενίσχυση μεγάλης εκτάσεως που χορηγείται στο βούτυρο και του παρέχει τεχνητό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τη μαργαρίνη. Η Επιτροπή ενήργησε έτσι με άλλο στόχο από εκείνον για τον οποίο της απονεμήθηκαν εξουσίες και αρμοδιότητες. Ανέτρεψε, πράγματι, αποφασιστικά την ισορροπία στον ανταγωνισμό που ίσχυε από καιρό μεταξύ βουτύρου και μαργαρίνης, προκειμένου να βελτιώσει και όχι να διατηρήσει την ανταγωνιστική θέση του βουτύρου σε βάρος της μαργαρίνης, με το να επιτρέψει και να χρηματοδοτήσει πωλήσεις με ζημία, χορηγώντας δηλαδή σημαντικές ενισχύσεις στο βούτυρο. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να οργανώνει επιχειρήσεις που αντίκεινται στο στόχο που διατυπώνεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), της Συνθήκης και συγκεκριμενοποιείται από το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68, ενώ ο κύριος στόχος της ΕΒΧ είναι να μειώσει τα υφιστάμενα αποθέματα και όχι να εμποδίσει τη δημιουργία νέων αποθεμάτων. Οι στόχοι εξάλλου που επιδιώκονται από την ΕΒΧ 1984/85 δεν απαριθμούνται στο άρθρο 12 του κανονισμού 804/68.
Συνεπώς, η Επιτροπή, παραλείποντας να λάβει υπόψη την ομοιότητα των αγορών βουτύρου και μαργαρίνης, παρεμβαίνοντας στις σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ των δύο αυτών αγορών και υποχρεώνοντας μια ομάδα επιχειρηματιών να φέρει αδικαιολόγητο, δυσμενές και δυσανάλογο βάρος, υπερέβη τα όρια που έθεσαν στη διακριτική της εξουσία οι προαναφερθείσες διατάξεις. Άρα, το αμφισβητούμενο μέτρο είναι παράνομο λόγω υπέρβασης και κατάχρησης εξουσίας.
β)
Η Επιτροπή απαντά ότι ενήργησε καλώς μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης που της απένειμε το Συμβούλιο (άρθρα 6 και 12 του κανονισμού 804/68 και άρθρο 7α του κανονισμού 985/68). Κατά την Επιτροπή, η έννοια της διατήρησης της « ανταγωνιστικής θέσης του βουτύρου στην αγορά » δεν σημαίνει ότι τα επίμαχα μέτρα πρέπει να είναι αυστηρά ουδέτερα από την άποψη του ανταγωνισμού με τα προϊόντα αυτά και ότι πρέπει να καταβάλλεται φροντίδα ώστε να αποφεύγεται κάθε μεταβολή της ανταγωνιστικής θέσης.
Είναι συνεπώς προφανές ότι επιχειρήσεις σαν την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » που οδηγούν τόσο σε αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου όσο και σε μείωση και ανακύκληση των υφισταμένων αποθεμάτων εντάσσονται πλήρως στο πλαίσιο των στόχων που θέτουν οι προαναφερθείσες διατάξεις.
Εν πάση περιπτώσει, οι ζημιογόνες επιπτώσεις, τις οποίες επικαλούνται οι ενάγουσες, δεν αποδείχθηκαν, ακόμη δε κι αν γίνει δεκτή η ύπαρξη τους, δικαιολογούνται ως αντιστάθμισμα για το πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό που παρέχουν οι οργανώσεις των αγορών στους παραγωγούς μαργαρίνης. Αν εξάλλου το επίμαχο μέτρο μετέβαλε τις σχέσεις στον ανταγωνισμό, το έκανε σε περιορισμένη έκταση και σύμφωνα με τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης. Η Επιτροπή συνεπώς δεν προέβη ούτε σε υπέρβαση ούτε σε κατάχρηση εξουσίας.
3ος ιοχνριομός: Η επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » παραβιάζει την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
α)
Οι ενάγονοες εταιρίες υποστηρίζουν ότι η επιχείρηση αυτή εισάγει δυσμενή διάκριση μεταξύ παραγωγών βουτύρου και παραγωγών μαργαρίνης. Οι παραγωγοί μαργαρίνης υφίστανται διττώς δυσμενή μεταχείριση:
Πρώτον, η Κοινότητα χορηγεί μονομερώς και προς αποκλειστικό όφελος των παραγωγών που διατηρούν βούτυρο σε ιδιωτικές αποθήκες ενίσχυση για τη διάθεση του αποθεματοποιη-μένου αυτού βουτύρου στην ολλανδική αγορά κατά το κρίσιμο διάστημα.
Δεύτερον, μόνο το βούτυρο που προέρχεται από δημόσια αποθέματα, στο οποίο εφαρμόζονται τα μέτρα του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68, μπορεί να πωλείται στην οικεία αγορά των Κάτω Χωρών σε τιμή αισθητά μειωμένη. Τέτοια ενίσχυση προκαλεί στρέβλωση των προϋποθέσεων διάθεσης στην οικεία αγορά και άμεσο και σημαντικό μειονέκτημα στον ανταγωνισμό για παραγωγούς σαν τις ενάγουσες.
Είναι εσφαλμένη η διαβεβαίωση ότι οι πωλήσεις μαργαρίνης αυξήθηκαν σε βάρος των πωλήσεων βουτύρου και ότι το σύστημα των κοινών οργανώσεων των οικείων αγορών ευνοεί τη μαργαρίνη σε σχέση με το βούτυρο. Δεν υπάρχει εξάλλου καμία αντικειμενική δικαιολογία για τη δυσμενή αυτή διάκριση. 'Αλλωστε η δυσμενής αυτή διάκριση μεταξύ ομοειδών προϊόντων καταδικάστηκε από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση « Isoglucose», της 25ης Οκτωβρίου 1978, 103 και 145/77, Jurispr. σ. 2037 ).
Η Επιτροπή, εξάλλου, κατά τη σύγκριση των δύο οργανώσεων των οικείων αγορών δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν.
β)
Η Επιτροπή παραδέχεται ότι υπάρχει κάποια σχέση υποκατάστασης μεταξύ βουτύρου και μαργαρίνης και ότι η πώληση του βουτύρου σε μειωμένη τιμή μπορεί να επηρεάσει την πώληση της μαργαρίνης. Θεωρεί ωστόσο ότι το ισχύον σύστημα των κοινών οργανώσεων των οικείων αγορών αποφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα στους παραγωγούς μαργαρίνης. Πράγματι, όσον αφορά την κοινή οργάνωση των λιπαρών ουσιών ( κανονισμός 136/66 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 ), οι πρώτες ύλες διατίθενται στο επίπεδο των τιμών της παγκόσμιας αγοράς, έτσι ώστε από ετών διαπιστώνεται συνεχής αύξηση των πωλήσεων μαργαρίνης σε βάρος των πωλήσεων βουτύρου ( οι ενάγουσες αμφισβητούν τη διαπίστωση αυτή). 'Ετσι η ενίσχυση που χορηγείται στο βούτυρο με τις επιχειρήσεις του είδους ΕΒΧ δεν αποτελεί σε τελική ανάλυση παρά περιορισμένο και πρόσκαιρο αντιστάθμισμα του μειονεκτήματος που υφίσταται λόγω των μηχανισμών των κοινών οργανώσεων των οικείων αγορών. Η μείωση των πωλήσεων που ίσως να οφείλεται στην ενίσχυση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως « αισθητή ». Η θέση, εξάλλου, της μαργαρίνης σε σχέση με του βουτύρου βελτιώθηκε από το 1969, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των προϊόντων αυτών. Το παράδειγμα της Μεγάλης Βρετανίας, μετά την προσχώρηση, έχει εν προκειμένω ιδιαίτερη σημασία. Αυτός είναι, άλλωστε, κυρίως ο λόγος που κατέστησε αναγκαία τη λήψη μέτρων για τη μείωση της παραγωγής των γαλακτοκομικών προϊόντων, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα μέτρα στον τομέα των λιπαρών ουσιών, εφόσον ο φόρος που είχε προβλεφθεί για τις λιπαρές ουσίες δεν έχει ακόμη θεσπιστεί. Συνεπώς, όχι μόνο δεν υπάρχει απαγορευμένη δυσμενής διάκριση σε βάρος των παραγωγών μαργαρίνης, αλλά αυτοί δεν μπορούν καν να επικαλεστούν κεκτημένο δικαίωμα προκειμένου να διατηρήσουν το πλεονέκτημα το οποίο απολαμβάνουν και που αυτό το ίδιο συμβάλλει στην αύξηση των αποθεμάτων βουτύρου.
4ος ισχυρισμός: Η επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
α)
Οι ενάγουσες εταιρίες υποστηρίζουν προπαντός ότι οι πωλήσεις βουτύρου σε μειωμένη τιμή δεν είναι ούτε απαραίτητες ούτε κατάλληλες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου της αισθητής και διαρκούς μείωσης των αποθεμάτων. Σχετικώς η Επιτροπή συγχέει μονίμως το σκοπό και τα μέσα για να τον πετύχει και δείχνει μεγάλη διστακτικότητα στο να καθορίσει τους αντικειμενικούς στόχους.'Ετσι, η δυσμενής διάκριση μεταξύ επιχειρηματιών δικαιολογείται ακόμα λιγότερο και το βάρος που τους επιβάλλεται είναι ακόμα πιο δυσανάλογο. Η πώληση βουτύρου σε μειωμένη τιμή αποβαίνει κυρίως σε βάρος του νωπού βουτύρου. Υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις πιο αποτελεσματικές και λιγότερο καταπιεστικές, κατάλληλες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου. Η ΕΒΧ 1984/85 εξάλλου δεν οδήγησε σε πραγματική και διαρκή μείωση του διαρθρωτικού πλεονάσματος βουτύρου.
β)
Η Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι ο συντελεστής αποτελεσματικότητας της ΕΒΧ 1984/85 είναι ικανοποιητικός. Θεωρεί εξάλλου ότι δεν διαθέτει άλλη δυνατότητα διαθέσεως του βουτύρου. Η Επιτροπή έλαβε ό, τι μέτρα ήταν δυνατό να ληφθούν για τη μείωση της παραγωγής του βουτύρου και άρα, σε πρώτη φάση, της γαλακτοπαραγωγής. Δεν απέμενε, επομένως, παρά να επιδιωχθεί η αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου στην κοινή αγορά, δηλαδή επιχειρήσεις σαν τις ΕΒΧ. Είναι, συνεπώς, αναμφισβήτητο ότι το ληφθέν μέτρο ανταποκρίνεται πλήρως στους επιδιωκόμενους στόχους, δηλαδή την αύξηση των πωλήσεων βουτύρου ( + 60000 τόνοι στο σύνολο της Κοινότητας ), τη μείωση και την καλύτερη ανακύκληση των αποθεμάτων και, τέλος, τη θέση στη διάθεση του κοινοτικού καταναλωτή μιας ποσότητας βουτύρου σε μειωμένη τιμή. Η Επιτροπή, εξάλλου, υπογραμμίζει τον αντιφατικό χαρακτήρα της επιχειρηματολογίας της ενάγουσας: πράγματι, είτε κάθε αύξηση των πωλήσεων βουτύρου επιτυγχάνεται σε βάρος των πωλήσεων μαργαρίνης, πράγμα όμως που αποδεικνύει την αναντίρρητη αποτελεσματικότητα των ΕΒΧ, κι έτσι εκμηδενίζεται μεγάλο μέρος της άποψης της ενάγουσας' είτε, αντίστροφα, η αύξηση των πωλήσεων του βουτύρου από την παρέμβαση αποβαίνει αποκλειστικά σε βάρος του νωπού βουτύρου, οπότε, οι παρασκευαστές μαργαρίνης δεν υφίστανται καμία ζημία συνεπεία των επιχειρήσεων αυτών.
5ος ισχυρισμός: Η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
α)
Οι ενάγουσες υπενθυμίζουν ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2956/84, της 18ης Οκτωβρίου 1984, που θέσπισε τις ΕΒΧ, ορίζει ότι:
« Το βούτυρο προορίζεται αποκλειστικά για την άμεση κατανάλωση στο κράτος μέλος όπου η ενίσχυση ή η ελάττωση της τιμής χορηγούνται, με την επιφύλαξη μικρών ποσοτήτων που δεν έχουν κανέναν εμπορικό χαρακτήρα και που αγοράζονται από τους ιδιώτες τελικούς καταναλωτές. »
Υποστηρίζουν ότι η διάταξη αυτή καθιστά τελείως αδύνατες τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές βουτύρου των Χριστουγέννων, θεσπίζοντας κατά συνέπεια ποσοτικό περιορισμό ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης. Τέτοιες διατάξεις, εξάλλου, αντίκεινται στο άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68. Όπως λοιπόν δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 29ης Φεβρουαρίου 1984 ( Rewe Zentrale, 37/83, Συλλογή σ. 1229 ), τα κοινοτικά όργανα υποχρεούνται επίσης να σέβονται την ελευθερία των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Ούτε ο κοινωνικός χαρακτήρας των ΕΒΧ ούτε κανένας άλλος λόγος δικαιολογεί τέτοια παραβίαση μιας τόσο θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού δικαίου.
β)
Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντίστροφα, αφενός, ότι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας δεν παραβιάζεται πραγματικά, εφόσον είναι δυνατό το εμπόριο βουτύρου σε μικρές ποσότητες που δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα και, αφετέρου, ότι κάποια στεγανοποίηση των αγορών των διαφόρων κρατών μελών ήταν αναγκαία για να εξασφαλιστεί ισορροπημένη κατανομή στην Κοινότητα, για να γίνει σεβαστός ο κοινωνικός χαρακτήρας του μέτρου και τέλος για να αποφευχθούν διαταραχές στην αγορά διαφόρων κρατών μελών. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 5 του επίδικου κανονισμού μπόρεσε απλώς να περιορίσει τη ζημία που ενδεχομένως υπέστησαν οι ενάγουσες, οι οποίες όμως δεν μπορούν να επικαλούνται το επιχείρημα αυτό.
6ος ισχυρισμός: Παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
α)
Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι η ίδια η Επιτροπή είχε δηλώσει, δημόσια και επανειλημμένα, ότι επιχειρήσεις σαν την ΕΒΧ δεν προσφέρονταν για την υλοποίηση των επιδιωκομένων στόχων, δηλαδή τη διαρκή μείωση του επιπέδου των αποθεμάτων κι ότι, επομένως, δεν περίμεναν ότι η Επιτροπή, αντιφάσκοντας προς τις δηλώσεις της, θα προχωρούσε εκ νέου στην οργάνωση τέτοιας επιχείρησης.
Οι ενάγουσες επικαλούνται την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για να στηρίξουν και τα επικουρικά τους αιτήματα, ότι δηλαδή, ακόμη κι αν ο κανονισμός που θέσπισε την ΕΒΧ είναι νόμιμος, η αρχή αυτή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί να τους χορηγηθεί τουλάχιστον αποζημίωση, επειδή η ζημία την οποία υπέστησαν υπερβαίνει τα όρια των συνήθων επιχειρηματικών κινδύνων τους οποίους μπορούν να φέρουν ως επιχειρηματίες στην οικεία αγορά.
β)
Η Επιτροπή αρνείται ότι διαβεβαίωσε ότι δεν θα επαναληφθούν οι ΕΒΧ. Είχε το πολύ δηλώσει ότι θα ήταν σκόπιμο να καταφύγει στο μέλλον με σύνεση σε τέτοια προγράμματα. 'Ετσι, έχοντας υπόψη την εξέλιξη των αποθεμάτων βουτύρου (διπλασιασμός τον Ιούνιο 1984 σε σχέση με τον Ιούνιο 1983 ), οι ενάγουσες, όπως και κάθε επιχειρηματίας στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων, μπορούσαν να αναμένουν τη λήψη μέτρων σαν την ΕΒΧ για τη μείωση των αποθεμάτων. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της επιχειρηματολογίας, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ουδέποτε το Δικαστήριο δέχτηκε την ύπαρξη ευθύνης των κοινοτικών οργάνων από νόμιμες πράξεις.
2. Επί της ζημίας
α)
Οι ενάγονοες
Πρώτον επικαλούνται το άρθρο 28 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, προκειμένου να τηρηθεί το απόρρητο των στοιχείων που αφορούν τον κύκλο των εργασιών τους.
Θεωρούν ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για αποκατάσταση της ζημίας: υπάρχει κατάφωρη παραβίαση περισσότερων υπέρτερων κανόνων δικαίου που προστατεύουν τους ιδιώτες' η ζημία την οποία υπέστησαν εντάσσεται στις ζημίες που θεμελιώνουν δικαίωμα προς αποζημίωση, διότι η έκταση της υπερβαίνει τα όρια των επιχειρηματικών κινδύνων που χαρακτηρίζουν τη συμμετοχή στον οικείο τομέα. Ο αιτιώδης σύνδεσμος εξάλλου προκύπτει προφανώς από τη μείωση του κύκλου εργασιών κατά την περίοδο εφαρμογής της ΕΒΧ 1984, επειδή η πώληση σε μειωμένη τιμή ενός υποκατάστατου προϊόντος είναι μοι-ραίως επιζήμια για τη διάθεση ενός ανταγωνιστικού προϊόντος, χωρίς να μπορεί να ληφθεί υπόψη η διαφημιστική εκστρατεία υπέρ του βουτύρου εφόσον αποτελεί μέρος της ΕΒΧ (άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 2956/84) ή να μπορεί να γίνει επίκληση της διεύρυνσης της αγοράς των λιπαρών ουσιών λόγω της ΕΒΧ.
Ως προς την αποτίμηση της ζημίας, οι ενάγουσες υπέβαλαν με το υπόμνημα απαντήσεως τους (σσ. 53 έως 69) και τα παραρτήματα συγκεκριμένα στοιχεία υπολογισμού που μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
—
Η ΕΒΧ προκάλεσε στην ολλανδική αγορά από την 1η Δεκεμβρίου 1984 μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου 1985 μείωση των πωλήσεων μαργαρίνης 4136 τόνων, που ισοδυναμούν με αποτέλεσμα υποκατάστασης 56,1 %.
—
Με βάση το ποσοστό αυτό εξέθεσαν διαδοχικά το μερίδιο κάθε ενάγουσας στη μείωση αυτή των πωλήσεων, την πτώση του κύκλου εργασιών, αφαιρουμένων των διαφόρων εξόδων που προκύπτουν και τέλος την υπολογιζόμενη ζημία που ανέρχεται σε 3834000 HFL για την εταιρία Van den Bergh en Jürgens και σε 819525 HFL για την εταιρία Van Dijk Food Products.
Οι ενάγουσες προσφέρονται να αποδείξουν το αληθές των διαβεβαιώσεων και των υπολογισμών τους καθόσον αμφισβητούνται από την Επιτροπή.
β)
Η Επιτροπή, η οποία δεν υπέβαλε υπόμνημα ανταπαντήσεως, θεωρεί ότι οι ενάγουσες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ούτε το υποστατό της ζημίας ούτε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου με τη συμπεριφορά της Κοινότητας.
—
Ως προς το υποστατό της ζημίας, οι ενάγουσες στηρίχθηκαν σε αφηρημένους υπολογισμούς που είχαν εσφαλμένες βάσεις, χωρίς να αποδείξουν ότι οι πωλήσεις τους μαργαρίνης μειώθηκαν πράγματι. Η μέθοδος υπολογισμού τους άλλωστε αγνόησε πολλά ουσιώδη στοιχεία, όπως τις επιπτώσεις της διαφημιστικής εκστρατείας που συνόδευε την ΕΒΧ, τη διεύρυνση της αγοράς των λιπαρών ουσιών που οφείλεται στην ΕΒΧ, τις διακυμάνσεις στην υποκατάσταση αναλόγως με την ποιότητα της μαργαρίνης, τη διαφορά μεταξύ μείωσης του κύκλου εργασιών και πραγματικής ζημίας.
—
Ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο δεν αποδείχτηκε καθόλου ότι η ΕΒΧ είχε αρνητικές επιπτώσεις στις πωλήσεις μαργαρίνης, λαμβανομένης υπόψη της διεύρυνσης της αγοράς βρώσιμων λιπαρών ουσιών και της ύπαρξης άλλων παραγόντων εκτός της τιμής που ήταν ικανοί να προκαλέσουν μείωση των πωλήσεων μαργαρίνης.
—
Εν πάση περιπτώσει, ενόψει του ότι μέτρα σαν τις ΕΒΧ μπορούν να προβλεφθούν και του ότι δεν υπήρξε αισθητή μείωση της κατανάλωσης μαργαρίνης, η ζημία δεν παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά ζημίας που πρέπει να αποκατασταθεί.
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουνίου 1986 οι ενάγουσες, εκπροσωπούμενες από τους δικηγόρους Β. Η. ter Kuile και F. Ο. W. Vogelaar, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Α. Haagsma, υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους.
Κατά τη συνεδρίαση αυτή το Δικαστήριο ζήτησε από τους διαδίκους να προσκομίσουν ορισμένα στοιχεία σχετικά με τον όγκο των ενδοκοινοτικών συναλλαγών βουτύρου και μαργαρίνης.
α)
Οι ενάγουσες προσκόμισαν τα στοιχεία που διέθεταν με έγγραφο που καταχωρήθηκε στις 17 Ιουνίου 1986.
β)
Η Επιτροπή προσκόμισε πίνακα που εκθέτει τις εξαγωγές βουτύρου και μαργαρίνης των κρατών μελών προς την υπόλοιπη Κοινότητα και της Κοινότητας προς τις τρίτες χώρες (από το 1978 έως το 1985, σε τόνους). Το έγγραφο αυτό καταχωρήθηκε στις 5 Αυγούστου 1986.
γ)
Με πράξη που καταχωρήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1986, οι ενάγουσες, αφενός, ισχυρίστηκαν ότι οι πληροφορίες τις οποίες προσκόμισε η Επιτροπή ήταν εκπρόθεσμες, ελλιπείς και άσχετες, αφετέρου δε, υπέβαλαν δύο πίνακες σχετικά με το ενδοκοινοτικό εμπόριο βουτύρου και μαργαρίνης του 1985.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1986.
Y. Galmot
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 11ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 265/85,
1) Van den Bergh en Jürgens BV, Ρόττερνταμ ( Κάτω Χώρες ),
2) Van Dijk Food Products ( Lopik ) BV, Lopik ( Κάτω Χώρες ),
εκπροσωπούμενες και οι δύο από τους δικηγόρους στο Hoge Raad των Κάτω Χωρών Β. Η. ter Kuile και F. Ο. W. Vogelaar, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Jacques Loesch, 8, rue Zithe,
ενάγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διά του Auke Haagsma, μέλους της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
εναγόμενη,
που έχει ως αντικείμενο να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, δυνάμει του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αποζημιώσει καθεμία από τις ενάγουσες για τη ζημία η οποία προκλήθηκε από κάποιο από τα όργανα της συνεπεία της θεσπίσεως και εφαρμογής του κανονισμού ( ΕΟΚ) 2956/84 της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 1984, σχετικά με τη διάθεση βουτύρου σε μειωμένη τιμή και για τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1687/76 ( ΕΕ 1984, L 279, σ. 4),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Υ. Galmot, Κ. Κακούρη και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, Τ. Koopmans, U. Everling, R. Joliét, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: Η. Α. Rühi, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 3ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Αυγούστου 1985 οι εταιρίες Van den Bergh en Jürgens BV και Van Dijk Food Products ( Lopik ) BV, εταιρίες ολλανδικού δικαίου, οι οποίες παράγουν και εμπορεύονται σε περισσότερα κράτη μέλη μαργαρίνες και άλλες βρώσιμες λιπαρές ουσίες φυτικής προελεύσεως, άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγές αποζημιώσεως με τις οποίες ζητούν αποζημίωση για τη ζημία που θεωρούν ότι υπέστησαν συνεπεία της επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων », που αποφασίστηκε και υπήχθη στις διατάξεις του κανονισμού 2956/84 της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 1984, σχετικά με τη διάθεση του βουτύρου σε μειωμένη τιμή και για τροποποίηση του κανονισμού 1687/76 ( ΕΕ L 279, σ. 4 ).
2
Ο κανονισμός αυτός στηρίχτηκε στις σκέψεις ότι η κατάσταση της αγοράς βουτύρου στην Κοινότητα χαρακτηρίζεται από σημαντικά διαθέσιμα αποθέματα και ότι πρέπει να αυξηθεί η κατανάλωση του βουτύρου με όλα τα κατάλληλα μέσα, ότι η πτώση των τιμών στην τελική κατανάλωση αποτελεί αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη του στόχου αυτού, ότι δεν είναι δυνατό το σύνολο των αποθεμάτων βουτύρου να διατεθεί σε κανονικές συνθήκες, ότι πρέπει να αποφευχθεί παράταση της αποθεματοποίησης, επειδή προκύπτουν μεγάλα έξοδα, και ότι με την ευκαιρία των εορτών του τέλους του έτους μπορούν να παρουσιαστούν δυνατότητες διάθεσης βουτύρου σε μειωμένη τιμή προοριζόμενου για άμεση κατανάλωση. Στη συνέχεια συνιστά, με τον πρώτο του τίτλο, επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » που έχει ως αντικείμενο την πώληση στην αγορά 200000 τόνων βουτύρου ( από τους οποίους 9100 στις Κάτω Χώρες ) σε τιμή μειωμένη κατά 1,6 ECU ανά χιλιόγραμμο.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
4
Σε γενικές γραμμές, κατά τις ενάγουσες, επιχείρηση τέτοιας έκτασης, τόσο ως προς τις πωληθείσες ποσότητες όσο και ως προς τη συμφωνηθείσα μείωση της τιμής, προκαλεί βίαιη διαταραχή της αγοράς των βρώσιμων λιπαρών ουσιών. Προσφέρει πράγματι απότομα στην κατανάλωση σημαντική ποσότητα βουτύρου σε τιμές πολύ μειωμένες χάρη στην κοινοτική επιχορήγηση. Αυτό συνεπάγεται ζημία για τις ενάγουσες που οφείλεται στο γεγονός ότι το βούτυρο αυτό προτιμάται όχι μόνο από το νωπό βούτυρο, που έτσι υπόκειται σε παρέμβαση, αλλά και από τη μαραγαρίνη, υποκατάστατο και ανταγωνιστικό προϊόν, οι πωλήσεις του οποίου μειώνονται αισθητά κατά τη διάρκεια και μετά την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων ».
5
Από τα γραπτά υπομνήματα και τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνάγεται ότι οι ενάγουσες επικαλέστηκαν προς στήριξη των αγωγών αποζημιώσεως επτά ισχυρισμούς που έχουν όλοι ως στόχο να αποδείξουν τον παράνομο χαρακτήρα του προαναφερθέντος κανονισμού 2956/84. Κατά τις ενάγουσες ο κανονισμός αυτός:
α)
εκδόθηκε αναρμοδίως·
β)
αντίκειται στην αρχή της σταθεροποίησης των αγορών που διακηρύσσεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης και στο άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968·
γ)
παραβιάζει την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων που διακηρύσσεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης·
δ)
παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας·
ε)
εκδόθηκε καθ' υπέρβαση και κατά κατάχρηση εξουσίας καθόσον έχει ως αντικείμενο την τόνωση της κατανάλωσης βουτύρου·
στ)
είναι ασυμβίβαστος προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών που διακηρύσσεται στα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης και στο άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68·
ζ)
παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Επί του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητος της Επιτροπής
6
Από το ίδιο το προοίμιο του επίδικου κανονισμού της Επιτροπής που θεσπίζει την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » προκύπτει ότι ο κανονισμός στηρίχτηκε τόσο στις διατάξεις του άρθρου 6 όσο και του άρθρου 12 του κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ). Το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, επιτρέπει τη θέσπιση ειδικών μέτρων ικανών να διευκολύνουν τη διάθεση του βουτύρου δημόσιας ή ιδιωτικής αποθεματοποίησης, όταν αυτό δεν μπορεί να συμβεί με κανονικές συνθήκες. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 559/76 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 187) επιτρέπει τη λήψη άλλων μέτρων για να διευκολυνθεί η διάθεση των αποθεμάτων γαλακτοκομικών προϊόντων και να αποφευχθεί η δημιουργία νέων πλεονασμάτων.
7
Ως προς την πραγματική εφαρμογή των ειδικών αυτών μέτρων, η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ Συμβουλίου και Επιτροπής προβλέπεται από τον κανονισμό 804/68 ως εξής: το Συμβούλιο θεσπίζει τους γενικούς κανόνες εφαρμογής των μέτρων αυτών ( άρθρο 6, παράγραφος 6, και άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68 ) και η Επιτροπή θεσπίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 30 του ίδιου κανονισμού, τις λεπτομέρειες εφαρμογής των εν λόγω μέτρων (άρθρο 6, παράγραφος 7, και άρθρο 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68).
8
Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι, επειδή το Συμβούλιο δεν θέσπισε γενικούς κανόνες εφαρμογής, η Επιτροπή ήταν αναρμόδια να αποφασίσει, με τη μορφή λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων αυτών, την επίμαχη επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων ».
9
Για να κριθεί στην προκειμένη περίπτωση η αρμοδιότητα της Επιτροπής, πρέπει να εξακριβωθεί:
1)
αν το Συμβούλιο θέσπισε πράγματι τους γενικούς κανόνες εφαρμογής που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, και 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68-
2)
αν η επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » που αποφασίστηκε με τον επίδικο κανονισμό συγκαταλεγόταν στα μέτρα που προβλέπονται τόσο από τα άρθρα 6 και 12 του κανονισμού 804/68 όσο και από τους γενικούς κανόνες εφαρμογής.
10
Από έρευνα των εφαρμοστέων διατάξεων συνάγεται πρώτον ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των εναγουσών, το ίδιο το Συμβούλιο θέσπισε τους γενικούς κανόνες εφαρμογής που προβλέπονται από τα άρθρα 6 και 12 του προαναφερθέντος κανονισμού 804/68.
11
Όσον αφορά καταρχάς την εφαρμογή του άρθρου 6 του κανονισμού αυτού, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Συμβούλιο εξέδωσε δύο κανονισμούς. Αφενός, ο κανονισμός 985/68, της 15ης Ιουλίου 1968, περί καθορισμού των γενικών κανόνων που διέπουν τα μέτρα παρεμβάσεως στην αγορά του βουτύρου και της κρέμας γάλακτος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 116 ), όριζε την καταβολή ενίσχυσης στο βούτυρο ιδιωτικής αποθεματοποίησης, καθώς και τη δυνατότητα αυξήσεως της ενίσχυσης αυτής, όταν η εξέλιξη της αγοράς έχει δυσμενή έκβαση. Αφετέρου, ο κανονισμός 750/69 του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1969, περί τροποποιήσεως του προαναφερθέντος κανονισμού 985/68 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 121 ), επέτρεψε τη θέσπιση πρόσφορων μέτρων προκειμένου να διευκολυνθεί η διάθεση του βουτύρου δημόσιας αποθεματοποίησης που δεν μπορεί να διατεθεί υπό κανονικές συνθήκες.
12
Όσον αφορά ακολούθως την εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού 804/68, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1269/79, της 25ης Ιουνίου 1979 ( PB L 161, σ. 8 ), ο οποίος με τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4 επιτρέπει τη χορήγηση ενισχύσεων που έχουν ως προορισμό την αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου με μείωση των τιμών στην τελική κατανάλωση.
13
Περαιτέρω πρέπει να ερευνηθεί αν η επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » που αποφασίστηκε από τον επίδικο κανονισμό εμπίπτει στα πλαίσια της αρμοδιότητας την οποία απένειμε το Συμβούλιο στην Επιτροπή.
14
Για να κριθεί η έκταση της εκτελεστικής αρμοδιότητας που αναγνωρίζεται κατ' αρχήν στην Επιτροπή στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής πρέπει πρώτα να υπομνη-στεί, όπως έκανε και το Δικαστήριο με την απόφαση του της 30ής Οκτωβρίου 1975 ( Rey Soda, 23/75, Jurispr. σ. 1279 ), ότι από την οικονομία της Συνθήκης, στην οποία πρέπει να ενταχθεί το άρθρο 155, καθώς και από τις ανάγκες της πρακτικής συνάγεται ότι η έννοια της εκτέλεσης πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά. Επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που είναι σε θέση να παρακολουθεί διαρκώς και με προσοχή την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το Συμβούλιο μπορεί να οδηγηθεί να της αναθέσει στον τομέα αυτό ευρείες εξουσίες εκτίμησης και δράσης. Στην περίπτωση αυτή, τα όρια της αρμοδιότητας αυτής πρέπει να κριθούν ιδίως υπό το πρίσμα των ουσιωδών γενικών στόχων της οργάνωσης της αγοράς.
15
Από την άποψη αυτή η επίδικη επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » αποτελεί ειδικό μέτρο που θεσπίστηκε σε εποχή, όπου είναι βέβαιο ότι είχαν δημιουργηθεί σημαντικά πλεονάσματα γαλακτοκομικών προϊόντων και είχε ως στόχο τόσο να αυξήσει την κατανάλωση και να μειώσει τα δημόσια και ιδιωτικά αποθέματα βουτύρου όσο και να εξασφαλίσει την απαραίτητη ανακύκληση των αποθεμάτων αυτών. Μια τέτοια επιχείρηση ανταποκρίνεται στους στόχους που ορίζονται τόσο από τα άρθρα 6 και 12 του κανονισμού 804/68 όσο και από τους προαναφερθέντες κανονισμούς του Συμβουλίου, που καθόρισαν τους γενικούς κανόνες εφαρμογής.
16
Ακολούθως, δυνάμει των άρθρων 6, παράγραφος 7, και 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68, η Επιτροπή ήταν αρμόδια να θεσπίσει τις λεπτομέρειες της επίδικης επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων », σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 30 του ίδιου κανονισμού, δηλαδή μετά γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, πλην της περιπτώσεως που τα μέτρα δεν ήσαν σύμφωνα με τη γνώμη που διατύπωσε η επιτροπή αυτή.
17
Επειδή η επιτροπή διαχειρίσεως δεν διατύπωσε καμία γνώμη μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 2, επί της προτάσεως που υπέβαλε εν προκειμένω η Επιτροπή, αυτή η τελευταία ήταν πράγματι αρμόδια να εκδώσει τον επίδικο κανονισμό.
18
Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως της αρχής σταθεροποιήσεως της αγοράς
19
Κατά τις ενάγουσες, οι επιχειρήσεις « βούτυρο Χριστουγέννων » προκαλούν στρεβλώσεις της αγοράς που διαταράσσουν, κατά παράβαση του άρθρου 39 της Συνθήκης, την ισορροπία των δύο αγορών του βουτύρου και της μαργαρίνης, που χαρακτηρίζονται από σχέσεις ανταγωνισμού και υποκατάστασης.
20
Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Πρέπει να υπομνηστεί σχετικά ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, Balkan, 5/73, Jurispr. σ. 1091· απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1977, Roquettes Frères, 29/77, Jurispr. σ. 1835· απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, Biovilac, 58/83, Συλλογή σ. 4057 ), κατά την επιδίωξη των διαφόρων στόχων που απαριθμούνται στο άρθρο 39 της Συνθήκης, τα κοινοτικά όργανα πρέπει να εξασφαλίζουν το διαρκή συμβιβασμό των στόχων αυτών, οι οποίοι, αν αντιμετωπιστούν χωριστά, ενδέχεται να αλληλοσυγκρουσθούν. Αν ο συμβιβασμός αυτός δεν επιτρέπει να απομονωθεί ένας από τους στόχους αυτούς σε σημείο που να καθιστά αδύνατη την υλοποίηση των άλλων, τα κοινοτικά όργανα μπορούν να δώσουν πρόσκαιρη προτεραιότητα στον ένα ή τον άλλο από τους στόχους αυτούς, την οποία επιβάλλουν τα γεγονότα ή οι οικονομικές συνθήκες ενόψει των οποίων τα όργανα εκδίδουν τις αποφάσεις τους.
21
Προκειμένου ειδικότερα να κριθεί η νομιμότητα ενός μέτρου που έχει ληφθεί στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων, το Δικαστήριο έκρινε με την προαναφερθείσα απόφαση Biovilac ότι ένας από τους ουσιώδεις στόχους της πολιτικής αυτής είναι η διασφάλιση, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο α), της Συνθήκης, δικαίου εισοδήματος στους γαλακτοπαραγωγούς της Κοινότητας με τον καθορισμό ενδεικτικής τιμής του γάλακτος που εξασφαλίζεται με αγορές απο την παρέμβαση των κύριων προϊόντων μεταποίησης του γάλακτος και ειδικότερα του βουτύρου. Φαίνεται ότι, υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, η Επιτροπή μπόρεσε, χωρίς να αγνοήσει το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο στόχο της εξασφάλισης δίκαιου εισοδήματος στους γαλακτοπαραγωγούς θεσπίζοντας την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων ». Πραγματικά, μια τέτοια επιχείρηση έχει άμεση σχέση με το στόχο αυτό, εφόσον, διευκολύνοντας τη διάθεση των πλεονασμάτων που προκλήθηκαν από τους μηχανισμούς παρέμβασης και επιτρέποντας την ανανέωση του αποθεματοποιημένου βουτύρου, καθιστά δυνατή τη διατήρηση του συστήματος των τιμών παραγωγής.
22
Εξάλλου, λαμβανομένης υπόψη της εξέλιξης που διαπιστώθηκε στα αντίστοιχα μερίδια της αγοράς του βουτύρου και της αγοράς της μαργαρίνης στο σύνολο της κοινοτικής κατανάλωσης λιπαρών ουσιών, δεν συνάγεται από τα στοιχεία του φακέλου ότι μια επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » σαν την επίμαχη ήταν ικανή να προκαλέσει πραγματική και διαρκή διαταραχή της αγοράς της μαργαρίνης.
Επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης
23
Κατά τις ενάγουσες, η επίδικη επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ των παραγωγών βουτύρου και των παραγωγών μαργαρίνης σε βάρος αυτών των τελευταίων, για τους οποίους συνεπάγεται άμεσο και σημαντικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Η Επιτροπή εξάλλου δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των στοιχείων που χαρακτηρίζουν καθεμία από τις κοινές οργανώσεις των οικείων αγορών.
24
Είναι βέβαιο, αφενός, ότι τόσο το βούτυρο όσο και η μαργαρίνη, ως προϊόντα μεταποίησης γεωργικών προϊόντων, εμπίπτουν στην κοινή γεωργική πολιτική και, αφετέρου, ότι πρόκειται για προϊόντα ανταγωνιστικά που βρίσκονται μεταξύ τους σε μερική σχέση υποκατάστασης. Εν προκειμένω βρίσκει πλήρη εφαρμογή το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης, το οποίο ορίζει ότι η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών « πρέπει να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας ».
25
Πρέπει εν πάση περιπτώσει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978, Royal Scholten-Honig, 103 και 145/77, Jurispr. σ. 2037· απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, Ιταλία κατά Συμβουλίου, 166/78, Jurispr. σ. 2575· απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, Eridania, 230/78, Jurispr. σ. 2749· προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, Biovilac), η απαγόρευση των διακρίσεων που διακηρύσσεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης, ως ειδική έκφανση της γενικής αρχής της ισότητας, δεν εμποδίζει τη διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων, όταν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά. Εν προκειμένω πρέπει να υπογραμμιστούν τρεις ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της αγοράς του βουτύρου και της αγοράς της μαργαρίνης.
26
Πρώτον, η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων που θεσπίστηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, στην οποία ανήκει το βούτυρο, επινοήθηκε μέσα σε μια αλληλουχία τελείως ξεχωριστή σε σχέση με τις φυτικές λιπαρές ουσίες, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της γαλακτοκομικής παραγωγής μέσα στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και των διαφορετικών συνθηκών εφοδιασμού της Κοινότητας, ανάλογα αν πρόκειται για γαλακτοκομικά προϊόντα ή για φυτικές λιπαρές ουσίες. 'Ετσι ο κανονισμός 804/68 προέβλεψε μηχανισμούς παρέμβασης και σχηματισμού τιμών διαφορετικούς από εκείνους που είχε ορίσει ο κανονισμός 136/66 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33 ), όπως τροποποιήθηκε, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών, στον οποίο ανήκει και η μαργαρίνη. Πραγματικά, ενώ στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα του γάλακτος η ρύθμιση της αγοράς πραγματοποιείται κυρίως μέσω της τιμής παρέμβασης για το βούτυρο και το γάλα σε σκόνη, στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα των λιπαρών ουσιών η ρύθμιση στηρίζεται κυρίως σε σύστημα ενισχύσεων της παραγωγής, ενώ η παρέμβαση έχει απλώς συμπληρωματική λειτουργία.
27
Δεύτερον, η θέση των επίμαχων προϊόντων στην αντίστοιχη οργάνωση των αγορών είναι εντελώς διαφορετική. Το βούτυρο, καθώς και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, κατέχει θεμελιακή θέση στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ως στοιχείο στήριξης της αγοράς αυτής. Ο ρόλος της μαργαρίνης δεν συγκρίνεται στην κοινή οργάνωση των αγορών των λιπαρών ουσιών.
28
Τρίτον, η αγορά των λιπαρών ουσιών δεν γνωρίζει καμιά δυσκολία που να συγκρίνεται με εκείνες που πλήττουν την αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων. 'Οπως τόνισε και το Δικαστήριο στην απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1979 (Stölting, 138/78, Jurispr. σ. 713 ), η κατάσταση της αγοράς γάλακτος στην Κοινότητα χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικά πλεονάσματα βουτύρου και αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που οφείλονται στην ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης των προϊόντων αυτών. Ακολούθως, τα κοινοτικά όργανα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ιδιαίτερες αυτές δυσκολίες, τις οποίες διέρχεται ο τομέας των γαλακτοκομικών προϊόντων, είναι πάντως υποχρεωμένα να αποφύγουν την αύξηση και να διευκολύνουν τη διάθεση των ήδη δημιουργηθέντων αποθεμάτων.
29
Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι λαμβανομένων υπόψη των αντικειμενικών διαφορών που χαρακτηρίζουν τους νομικούς μηχανισμούς και τις οικονομικές προϋποθέσεις των οικείων αγορών, η θέση των παραγωγών βουτύρου και των παραγωγών μαργαρίνης δεν μπορεί να συγκριθεί. Συνεπώς, η επίδικη επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων », η οποία εντάσσεται στην ίδια τη λειτουργία της κοινής οργάνωσης των αγορών των γαλακτοκομικών προϊόντων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει διάκριση σε βάρος των παραγωγών μαργαρίνης.
Επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας
30
Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι οι πωλήσεις του βουτύρου των Χριστουγέννων δεν είναι ούτε αναγκαίες ούτε κατάλληλες για την αύξηση της κατανάλωσης του βουτύρου και την αποφυγή της παράτασης της αποθεματοποίησης και αμφισβητούν, ενόψει τους κόστους της, τη σκοπιμότητα και αποτελεσματικότητα της επιχείρησης « βούτυρο Χριστουγέννων » που θεσπίστηκε με τον επίδικο κανονισμό. Υπήρχαν, εξάλλου, για την επίλυση του προβλήματος των πλεονασμάτων και των αποθεμάτων βουτύρου, λύσεις πολύ πιο αποτελεσματικές και λιγότερο επαχθείς από μέτρα όπως οι επιχειρήσεις « βούτυρο Χριστουγέννων ».
31
Σύμφωνα με πάγια νομολογία, προκειμένου να αποδειχθεί αν μια διάταξη κοινοτικού δικαίου συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέσα που τίθενται σ' εφαρμογή είναι ικανά να υλοποιήσουν τον επιδιωκόμενο στόχο και αν δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του. Εξάλλου, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 21ης Φεβρουαρίου 1979 ( Stölting, όπ. π. ), ακόμα κι αν η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου για το στόχο τον οποίο επιδιώκει το αρμόδιο όργανο μπορεί να θίξει τη νομιμότητα του, πρέπει να αναγνωριστεί στα κοινοτικά όργανα ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής, λαμβανομένων υπόψη των ευθυνών που τους αναθέτει η Συνθήκη.
32
Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, το κύρος του οποίου αμφισβητείται, συνάγεται εν προκειμένω ότι ο κανονισμός, με την αύξηση της κατανάλωσης βουτύρου, είχε ως στόχο όχι μόνο να μειώσει το σύνολο των αποθεμάτων βουτύρου, αλλά και να παρεμποδίσει την παράταση της αποθεματοποίησης παλαιού βουτύρου, το οποίο, μετά από ορισμένη διάρκεια, καθίσταται ακατάλληλο προς κατανάλωση και απαιτεί νέα μεταποίηση. Από τα στοιχεία του φακέλου και τις συζητήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου συνάγεται, αφενός, ότι η επίδικη επιχείρηση προκάλεσε πράγματι πρόσθετες πωλήσεις στην Κοινότητα 40000 περίπου τόνων βουτύρου, αποφεύγοντας έτσι την αποθεματοποίηση τους και, αφετέρου, είχε ως συνέπεια καλύτερη ανακύκληση και κάποια ανανέωση των αποθεμάτων βουτύρου. Οι στόχοι αυτοί συγκαταλέγονται σ' εκείνους που εντάσσονται στο καθεστώς της παρέμβασης από το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 804/68.
33
Δεν προκύπτει εξάλλου ούτε από τα στοιχεία του φακέλου ούτε από τις συζητήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι δεν διαθέτει υπό συνθήκες νομικά, οικονομικά και ψυχολογικά αποδεκτές άλλες δυνατότητες για να επιτύχει τους επιζητούμενους στόχους με πιο αποτελεσματικά και λιγότερο επαχθή μέσα, διέπραξε προφανές σφάλμα εκτιμήσεως.
34
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και παρά το ότι πρέπει να γίνει δεκτή, όπως δέχεται και η ίδια η Επιτροπή, η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων του είδους « βούτυρο Χριστουγέννων » και η σημασία του κόστους τους για τα κοινοτικά οικονομικά, το επικρινόμενο μέτρο δεν φαίνεται να υπήρξε ακατάλληλο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων ή να βαίνει πέραν του μέτρου που ήταν αναγκαίο για να τους πετύχει. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να απορριφθεί.
Επί του ισχυρισμού ότι ο επίδικος κανονισμός εκδόθηκε καθ' υπέρβαση και κατά κατάχρηση εξουσίας, καθόσον έχει ως αντικείμενο την τόνωση της κατανάλωσης βουτύρου
35
Από την επιχειρηματολογία που προέβαλαν σχετικά οι ενάγουσες συνάγεται ότι ο ισχυρισμός αυτός αναλύεται, στην πραγματικότητα, σε δύο σκέλη:
—
το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή να λάβει τα μέτρα που θα εξασφάλιζαν τη διάθεση των αποθεμάτων, αλλά όχι να προκαλέσει αύξηση της κατανάλωσης του βουτύρου ·
—
τα μέτρα που θέσπισε η Επιτροπή δεν μπορούσαν να βαίνουν πέραν των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο α), του προαναφερθέντος κανονισμού 804/68, σύμφωνα με τις οποίες το καθεστώς παρεμβάσεως εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε να διατηρείται η ανταγωνιστική θέση του βουτύρου στην αγορά. Συνεπώς, τα μέτρα δεν μπορούσαν να προσδώσουν στο προϊόν αυτό τεχνητό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τη μαργαρίνη· άρα η Επιτροπή ενήργησε με άλλο στόχο από εκείνο για τον οποίο είχε εξουσιοδοτηθεί.
Επί τον πρώτον ακέλονς τον ισχυρισμού
36
Συμπίπτει με το γενικότερο ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας της Επιτροπής. Επομένως, για να δοθεί απάντηση, αρκεί να γίνει παραπομπή σε όσα ειπώθηκαν παραπάνω για την αρμοδιότητα της Επιτροπής.
Επί τον δεύτερον σκέλονς τον ισχνριομού περί παραβάσεως τον άρθρον 6, παράγραφος 4, στοιχείο α), τον κανονισμού 804/68
37
Πρέπει να σημειωθεί σχετικά, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, ότι αν κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο α), του κανονισμού 804/68 το καθεστώς παρεμβάσεως εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε να διατηρείται η ανταγωνιστική θέση του βουτύρου στην αγορά, η διάταξη αυτή δεν σημαίνει ότι οι ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ βουτύρου και άλλων εν μέρει υποκατάστατων προϊόντων του πρέπει να θεωρούνται ως πάγιες και αμετακίνητες. Αντίθετα μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη το σημαίνοντα ρόλο που παίζει το βούτυρο στην κοινή οργάνωση των αγορών των γαλακτοκομικών προϊόντων, τα όργανα πρέπει να μεριμνούν ώστε να μην υποβαθμίζεται η ανταγωνιστική θέση του προϊόντος αυτού και, ενδεχομένως, να βελτιώνεται για να επιτρέπει επαναφορά της ισορροπίας στην κοινή οργάνωση αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων. Για το σκοπό αυτό εξουσιοδοτήθηκε η Επιτροπή, σε περιόδους δυσχερούς διαθέσεως του βουτύρου, να λαμβάνει μέτρα αυξήσεως της κατανάλωσης του βουτύρου, μειώνοντας την τιμή του προϊόντος αυτού, πράγμα που της επιτρέπει εξάλλου να σέβεται τους άλλους στόχους που περιέχονται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχεία β) και γ), του κανονισμού 804/68: να διαφυλάσσεται κατά το μέτρο του δυνατού η αρχική ποιότητα του αποθεματοποιημένου βουτύρου και να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο ορθολογική αποθεματοποίηση. Μια επιχείρηση του είδους της επίμαχης έχει ως προορισμό ακριβώς την επίτευξη των στόχων αυτών.
38
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας τον επίδικο κανονισμό περί θεσπίσεως επιχειρήσεως « βούτυρο Χριστουγέννων » δεν ενήργησε με άλλους στόχους από εκείνους για τους οποίους είχε εξουσιοδοτηθεί από τον προαναφερθέντα κανονισμό του Συμβουλίου.
Επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών
39
Κατά τις ενάγουσες, και τα κοινοτικά όργανα έχουν υποχρέωση να τηρούν τη θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Το άρθρο 5, παράγραφος 1 του επίδικου κανονισμού όμως, που θέσπισε την επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων », κατέστησε αδύνατο το ενδοκοινοτικό εμπόριο του « βουτύρου Χριστουγέννων », παραβιάζοντας έτσι τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης.
40
Χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν η Επιτροπή, αφαιρώντας το « βούτυρο των Χριστουγέννων » από το πεδίο εφαρμογής της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, παρέβη ή όχι τα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι οι ενάγουσες δεν μπορούν να επικαλεστούν λυσιτελώς τον ισχυρισμό αυτό προς στήριξη της αγωγής τους αποζημιώσεως.
41
Πραγματικά, από τα στοιχεία του φακέλου και τις ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήσεις συνάγεται ότι, ενόψει της ιδιαιτερότητας της ολλανδικής αγοράς, κάθε προσφορά βουτύρου σε μειωμένη τιμή προκαλεί στην αγορά αυτή σαφώς ανώτερη αύξηση της κατανάλωσης του προϊόντος αυτού από την αύξηση που παρατηρείται σε άλλα κράτη μέλη. Ακολούθως, επειδή ο επίδικος κανονισμός δεν περιέχει, αφενός, ποσοτικό περιορισμό του συνόλου του βουτύρου των Χριστουγέννων που προορίζεται για την ολλανδική αγορά (9100 τόνους) και, αφετέρου, διάταξη σαν την επικρινόμενη, η ολλανδική αγορά θα μπορούσε να διαταραχθεί από την προσφορά για κατανάλωση πολύ μεγαλύτερων ποσοτήτων βουτύρου σε μειωμένη τιμή, που θα προέρχονταν από άλλα κράτη μέλη, όπου θα έβρισκε μικρότερη ανταπόκριση στους καταναλωτές. Αυτό λοιπόν θα είχε ως αποτέλεσμα, πάντοτε κατά τη λογική των εναγουσών, ακόμα σημαντικότερη ζημία των παρασκευαστών μαργαρίνης που μετέχουν στην ολλανδική αγορά.
42
Συνεπώς, αφού η προβαλλόμενη παρανομία δεν έχει κανένα αιτιώδη σύνδεσμο με τη φερόμενη ζημία, ο ισχυρισμός αυτός είναι οπωσδήποτε απορριπτέος.
Επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
43
Κατά τις ενάγουσες, η ίδια η Επιτροπή είχε δηλώσει, δημόσια και επανειλημμένα, ότι οι επιχειρήσεις του είδους « βούτυρο Χριστουγέννων » δεν προσφέρονταν για την υλοποίηση των επιδιωκόμενων στόχων, ιδίως του στόχου της διαρκούς μείωσης του επίπεδου των αποθεμάτων. Ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να περιμένουν ότι η Επιτροπή, αντιφάσκοντας προς τις δηλώσεις της, θα προχωρούσε εκ νέου στην οργάνωση τέτοιας επιχείρησης.
44
Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι κάθε επιχειρηματίας, τον οποίο κάποιο όργανο έκανε να ελπίζει βάσιμα, έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Όταν εξάλλου ένας προνοητικός και ενημερωμένος επιχειρηματίας είναι σε θέση να προβλέψει τη θέσπιση κοινοτικού μέτρου ικανού να βλάψει τα συμφέροντα του, δεν μπορεί να επικαλεστεί τα οφέλη από τέτοια αρχή, αφού θεσπιστεί το μέτρο αυτό ( απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1978, 78/77, Lührs, Jurispr. σ. 169 ).
45
Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχτηκε ότι η Επιτροπή είχει αναλάβει, πριν από τη θέσπιση του επίδικου μέτρου, τη δέσμευση να μην προσφύγει ξανά σε επιχειρήσεις του είδους « βούτυρο Χριστουγέννων ». Είχε το πολύ δηλώσει ότι θα ήταν σκόπιμο να τεθούν στο μέλλον σε εφαρμογή τέτοια προγράμματα με σύνεση. Εξάλλου, η Επιτροπή οργάνωσε επιχειρήσεις « βούτυρο Χριστουγέννων » κατά το 1977, το 1978, το 1979 και το 1982, εφαρμόζοντας συγχρόνως, από δεκαετίας και πλέον, πολυάριθμα άλλα μέτρα που ευνοούσαν τη διάθεση του βουτύρου σε μειωμένη τιμή. Επιπλέον και παρά την επιχείρηση αυτή, τα αποθέματα βουτύρου αυξήθηκαν έντονα μεταξύ 1983 και 1984. Υπ' αυτές τις συνθήκες δεν μπορούσε να αποκλειστεί η θέσπιση νέας επιχείρησης του είδους επιχείρηση « βούτυρο Χριστουγέννων » και ένας προνοητικός και ενημερωμένος επιχειρηματίας έπρεπε να λάβει υπόψη του τη δυνατότητα αυτή. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί παραβάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει να απορριφθεί.
46
Οι ενάγουσες υπέβαλαν μεν, νομοτύπως, συμπληρωματικές προτάσεις περί ευθύνης των Κοινοτήτων, έστω κι αν το επικρινόμενο μέτρο θεωρείτο νόμιμο, από την έρευνα όμως της προβαλλόμενης επιχειρηματολογίας προς στήριξη των προτάσεων αυτών συνάγεται ότι, στην πραγματικότητα, έχουν θεμελιωθεί σε φερόμενη παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ότι κατά συνέπεια δεν μπορούν να λογισθούν ως διακεκριμένες από τις κύριες προτάσεις. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το συμπέρασμα από όσα ειπώθηκαν είναι ότι οι προτάσεις αυτές δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να γίνουν δεκτές.
47
Από το σύνολο των παραπάνω σκέψεων έπεται ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
48
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή οι ενάγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αγωγή.
2)
Καταδικάζει τις ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Galmot
Κακούρης
Schockweiler
Koopmans
Everling
Joliét
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Μαρτίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy