ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 267/85 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Ο Marcel Luttgens, προσφεύγων, ανέλαβε στις 15 Ιουνίου 1964 υπηρεσία στην Επιτροπή ως μεταφραστής, ενώ στις 18 Μαρτίου 1983 διορίστηκε, αναδρομικά από την 1η Μαρτίου 1983, ως προϊστάμενος της ειδικευμένης υπηρεσίας IX-D-7 «Μετάφραση: γαλλική γλώσσα » με τόπο υπηρεσίας το Λουξεμβούργο.
2.
Στις 14 Δεκεμβρίου 1983 ο Marcel Luttgens υπέβαλε αίτηση για τη λήψη άδειας για προσωπικούς λόγους κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Μαρτίου 1984 μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1985. Στην αίτηση του ο ενδιαφερόμενος ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της άδειάς του θα διέμενε στην ακόλουθη διεύθυνση: Grand-Rue 33, Β-6780 Messancy ( Βέλγιο ). Με απόφαση του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της 16ης Ιανουαρίου 1984 του χορηγήθηκε η άδεια.
Με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 1984 που απηύθυνε στον Ivo Dubois, διευθυντή της Διεύθυνσης IX-D « Προσωπικό, διοίκηση και μετάφραση » στο Λουξεμβούργο, ο Luttgens εξέφρασε τις ευχαριστίες του για τη θετική αντιμετώπιση της αίτησης του σχετικά με τη χορήγηση της άδειας και πρότεινε τον René Foucart ως προσωρινό αντικαταστάτη του. Με έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου 1984, ο Dubois ευχαρίστησε τον Luttgens για τις «προσπάθειες που κατέβαλε ώστε η αναδιάρθρωση της μεταφραστικής υπηρεσίας να έχει θετικά αποτελέσματα στο γαλλικό μεταφραστικό ». Όσον αφορά την αντικατάσταση του Luttgens, ο Dubois του γνωστοποίησε ότι το ζήτημα θα ρυθμιζόταν με βάση τους ισχύοντες κανονισμούς και τη συνήθη πρακτική, επειδή έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την προσωρινή ανάθεση καθηκόντων.
3.
Στις 12 Μαρτίου 1984 δημοσιεύτηκε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/736/84 για προϊστάμενο τμήματος με βαθμό LA 3 στη διεύθυνση IX-D-7 στο Λουξεμβούργο.
4.
Με επιστολή της 19ης Μαρτίου 1984 που απευθυνόταν στον Dubois, ο Luttgens ανέφερε τα εξής, σχετικά με την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/736/84: « επιτρέψτε μου να προτείνω την επανένταξη μου περί τα τέλη Αυγούστου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξέταση της υποψηφιότητάς μου για την προαναφερθείσα θέση, εφόσον το κρίνετε σκόπιμο. Λόγω δεσμεύσεων που αδυνατώ να αθετήσω, θα απουσιάζω από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου από τις 24 Μαρτίου μέχρι την 1η προσεχούς Ιουλίου ».
Η επιστολή της 19ης Μαρτίου 1984 ήταν συνταγμένη σε επιστολόχαρτο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο οποίο ο Luttgens πρόσθεσε το όνομά του και την ακόλουθη διεύθυνση: 3, rue du Stade, Schouweiler, καθώς και έναν αριθμό τηλεφώνου. Συνημμένη στην εν λόγω επιστολή ήταν μια αίτηση υποψηφιότητας που έφερε την ίδια ημερομηνία και η οποία παρελήφθη στις 19 Μαρτίου 1984, όπως φαίνεται από το αποδεικτικό παραλαβής.
5.
Στην επιστολή της 19ης Μαρτίου 1984 στάλθηκε απάντηση στις 23 Μαρτίου 1984, με την οποία ο Dubois εξηγούσε στον Luttgens ότι, παρόλο ότι ήταν έτοιμος να τον επανεντάξει οιαδήποτε στιγμή σε θέση του βαθμού του μετά τη λήξη της άδειάς του για προσωπικούς λόγους, « οφείλω να σας γνωρίσω ότι η καθυστέρηση της δημοσίευσης και της πλήρωσης της θέσης προϊσταμένου του τμήματος της γαλλικής μετάφρασης με βαθμό LA 3 είναι αδύνατη, όπως σας είχα ήδη επισημάνει κατά τη διάρκεια σχετικής συνομιλίας μας ». Επιπλέον, ο Dubois διατύπωνε προς τον Luttgens την παράκληση να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η ΑΔΑ δεν μπορούσε να εξετάσει την υποψηφιότητα υπαλλήλου ευρισκόμενου σε άδεια για προσωπικούς λόγους και υπό τις περιστάσεις αυτές η ενδεχόμενη επανένταξη στο τέλος Αυγούστου θα ήταν υπερβολικά όψιμη για την εξέταση της υποψηφιότητας του, δεδομένου ότι η απόφαση της Επιτροπής επρόκειτο να ληφθεί πολύ σύντομα.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι την εν λόγω απάντηση έλαβε μόλις τον Ιούνιο του 1984, επειδή του είχε αποσταλεί στη διεύθυνση της κατοικίας του και όχι σ' εκείνη που αναφερόταν στην αίτηση του για τη χορήγηση άδειας για προσωπικούς λόγους.
6.
Με επιστολή της 29ης Ιουνίου 1984, που περιήλθε στην Επιτροπή στις 9 Ιουλίου 1984, ο Luttgens υπέβαλε αίτηση για τη λήξη της άδειάς του για προσωπικούς λόγους από την 1η Οκτωβρίου 1984, αίτημα που ικανοποιήθηκε με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1984. Με την απόφαση αυτή, η οποία περιήλθε στον Luttgens στις 31 Οκτωβρίου 1984, ο ενδιαφερόμενος επανεντάχθηκε αναδρομικά από την 1η Οκτωβρίου 1984 σε θέση αναθεωρητή της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού και Διοικήσεως, υπηρεσία μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης μετάφρασης, τμήμα « Μετάφραση: γαλλική γλώσσα » στο Λουξεμβούργο.
7.
Με έγγραφο της 10ης Οκτωβρίου 1984, ο Dubois πληροφόρησε τον Luttgens ότι η επανένταξη του είχε καταστεί δυνατή από την ημερομηνία που επιθυμούσε και ότι, ως προς τα καθήκοντα του στο γαλλικό μεταφραστικό τμήμα, θα είχε την ευκαιρία να συζητήσει μεταγενέστερα τόσο με τον ίδιο όσο και με τους κυρίους Bachrach και Parini.
8.
Με έγγραφο της 29ης Οκτωβρίου 1984, ο προσφεύγων ζήτησε από την ΑΔΑ να λάβει υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες « έλαβε χώρα η αντικατάσταση του, κατά τη διάρκεια της άδειάς του και στις συντομότερες δυνατές προθεσμίες, ως επικεφαλής της υπηρεσίας, η οποία επ' ευκαιρία μετατράπηκε σε τμήμα » και να του αναθέσει καθήκοντα αντίστοιχα προς εκείνα που κατείχε προηγουμένως.
9.
Ο γενικός διευθυντής προσωπικού Morel ενημέρωσε στις 9 Δεκεμβρίου 1984 τον προσφεύγοντα ότι αντιμετωπιζόταν το ενδεχόμενο να του ανατεθούν καθήκοντα προϊσταμένου ομάδας στο τμήμα γαλλικής μεταφράσεως.
10.
Ο προσφεύγων υπέβαλε στις 6 Δεκεμβρίου 1984 διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ζητώντας την ακύρωση των βλαπτικών των συμφερόντων του αποφάσεων και το διορισμό του σε θέση με καθήκοντα αντίστοιχα προς εκείνα που κατείχε πριν από την άδεια που έλαβε για προσωπικούς λόγους. Η ένσταση παρελήφθη από την Επιτροπή στις 12 Δεκεμβρίου 1984 και πρωτοκολλήθηκε στη Γενική Γραμματεία στις 4 Ιανουαρίου 1985.
11.
Με έγγραφο της 5ης Ιουνίου 1985, το οποίο κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 11 Ιουνίου 1985, η Επιτροπή του απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να κάνει δεκτή την ένσταση του' ότι, κατά τη διάρκεια των συνομιλιών που είχαν προηγηθεί, του είχε επιστηθεί η προσοχή ως προς το γεγονός ότι δεν επρόκειτο να καθυστερήσει, λόγω της άδειας του για προσωπικούς λόγους, ούτε η μετατροπή της ειδικευμένης υπηρεσίας, της οποίας ο Luttgens είχε αναλάβει την ευθύνη, σε τμήμα ούτε η πλήρωση της θέσης προϊσταμένου του συγκεκριμένου αυτού τμήματος. Η απόφαση να μη ληφθεί υπόψη η υποψηφιότητα του όχι μόνον ήταν σύμφωνη προς τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, αλλά και απόλυτα αναμενόμενη, η δε επανένταξη του σε θέση αναθεωρητή με το βαθμό LA 4, τον οποίο κατείχε πριν από την αναχώρηση του με άδεια για προσωπικούς λόγους, πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
12.
Με έγγραφο της 19ης Ιουλίου 1985, ο δικηγόρος του προσφεύγοντος γνωστοποίησε τις παρατηρήσεις του στην Επιτροπή, η οποία δεν έδωσε καμιά απάντηση.
13.
Με δικόγραφο της 30ής Αυγούστου 1985, που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Σεπτεμβρίου 1985, ο Marcel Lungens άσκησε την παρούσα προσφυγή κατά της Επιτροπής, ζητώντας από το Δικαστήριο:
1)
να κρίνει άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα την άρνηση της αντιδίκου να εξετάσει την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος για τη θέση του προϊσταμένου τμήματος της γαλλικής ομάδας, σχετικά με την οποία δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. COM/736/84 ανακοίνωση
2)
να κρίνει άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα κάθε διαδικασία σχετική με την εν λόγω προαγωγή, περιλαμβανομένου και του τυχόν διορισμού άλλου υπαλλήλου
3)
να διατάξει την επανάληψη της διαδικασίας'
4)
να κρίνει άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα την επανατοποθέτηση του προσφεύγοντος ύστερα από την επανένταξη του στην υπηρεσία, που εξακολουθεί πάντως να είναι έγκυρη
5)
να κρίνει ότι η αντίδικος οφείλει να επανεντάξει τον προσφεύγοντα τουλάχιστον στη θέση του προϊσταμένου της γαλλικής ομάδας που κατείχε προηγουμένως'
6)
να καταδικάσει την αντίδικο στα δικαστικά έξοδα.
14.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη
—
να αποφανθεί κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.
15.
Εμμένοντας στα αιτήματά του, ο Marcel Luttgens ζητεί περαιτέρω με την απάντηση του από το Δικαστήριο:
να διατάξει την αντίδικο να προσκομίσει όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα σχετικά
—
με τη μετατροπή της γαλλικής μεταφραστικής ομάδας σε τμήμα
—
με τη δημοσίευση της ανακοίνωσης για την κενή θέση
—
με τις υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν
—
με τη διαδικασία που τηρήθηκε για την πλήρωση της θέσης του προϊσταμένου τμήματος.
16.
Με την ανταπάντηση της, η Επιτροπή ζητεί περαιτέρω από το Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή.
17.
Με απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου επιτράπηκε στον προσφεύγοντα να απαντήσει στην ένσταση απαραδέκτου.
18.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων κατά την έγγραφη διαδικασία
Επί του παραδεκτού
1.
Με την ανταπάντηση της η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής. Δημοσιεύοντας στις 12 Μαρτίου 1984 την ανακοίνωση COM/736/84, η ΑΔΑ γνωστοποίησε στο προσωπικό της Επιτροπής ότι επρόκειτο να πληρωθεί μια θέση προϊσταμένου τμήματος με βαθμό LA 3, υπεύθυνου της γαλλικής μεταφραστικής υπηρεσίας. Η σχετική ανακοίνωση συνιστά μέτρο γενικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι αφορούσε αντικειμενικά το σύνολο των υπαλλήλων που μπορούσαν να απαντήσουν στην ανακοίνωση αυτή.
Η πλήρωση της θέσης χρονολογείται από το Μάιο του 1984, ο διορισμός του Parini στην εν λόγω θέση υπογράφηκε στις 8 Ιουνίου 1984, ο δε Marcel Luttgens ενημερώθηκε σχετικά κατά τη συνήθη διαδικασία ( πράσινο δελτίο ).
Δεδομένου ότι η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος υποβλήθηκε μόλις στις 6 Δεκεμβρίου 1984, η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω μη τηρήσεως των προβλεπόμενων από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμιών.
2.
Ο Luttgens απαντά ότι δεν έλαβε καμία ατομική κοινοποίηση ή γνωστοποίηση κατά τη διάρκεια της αδείας του για προσωπικούς λόγους από την 1η Μαρτίου μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1984, ότι έλαβε γνώση της προαγωγής του Parini μετά την 1η Οκτωβρίου 1984 και ότι κατά συνέπεια η ένσταση του της 6ης Δεκεμβρίου 1984, έχοντας υποβληθεί σε διάστημα μικρότερο από τρεις μήνες αφότου έλαβε γνώση της αμφισβητούμενης προαγωγής, είναι εμπρόθεσμη.
Επί της ουσίας
Ο προσφεύγων επικαλείται τέσσερις λόγους:
Α —
Κατάχρηση εξουσίας και καταστρατήγηση της διαδικασίας
Β —
Παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της υποχρέωσης αρωγής
Γ —
Παράβαση του άρθρου 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων
Δ —
Ηθική βλάβη και βλάβη στις προοπτικές της σταδιοδρομίας του.
Α — Κατάχρηοη εξουσίας και καταστρατήγηση της διαδικασίας
1.
Κατά τον Marcel Lungens, το γεγονός ότι η υποψηφιότητά του για τη θέση προϊσταμένου τμήματος της γαλλικής ομάδας μεταφράσεως δεν εξετάστηκε στοιχειοθετεί κατάχρηση εξουσίας και καταστρατήγηση διαδικασίας. Αναφερόμενος στο εγχειρίδιο Traité de contentieux administratif ( διοικητικές διαφορές ) των Auby και Drago (τόμος II, 1962, σ. 95), ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η κατάχρηση εξουσίας μπορεί να απορρέει από ένα σύνολο τεκμηρίων και από ξένες προς την απόφαση περιστάσεις, ιδίως μεταγενέστερα περιστατικά, η επίκλησή της δε είναι οπωσδήποτε δυνατή οποτεδήποτε, ακόμη και σε σχέση με βαθμολογική προαγωγή.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το έγγραφο του διευθυντή της διεύθυνσης IX-D της 14ης Φεβρουαρίου 1984, με το οποίο πληροφορούνταν ότι η αντικατάσταση του επρόκειτο να διευθετηθεί σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς και τη συνήθη πρακτική, ήταν παραπλανητικό. Ο Luttgens υποστηρίζει ότι ουδέποτε του επιστήθηκε η προσοχή στο ότι επέκειτο, στο εγγύς ή άμεσο μέλλον, η μετατροπή της γαλλικής μεταφραστικής ομάδας σε τμήμα, παρόλο ότι πριν από την υποβολή της αίτησής του για τη λήψη αδείας για προσωπικούς λόγους είχε γίνει αόριστα λόγος για το ενδεχόμενο της μετατροπής αυτής, και ότι κατά συνέπεια η λήψη άδειας για προσωπικούς λόγους θα μπορούσε να θίξει τα νόμιμα συμφέροντά του. Ο Luttgens διατείνεται ότι, ενόψει της σημασίας της μετατροπής της θέσης, οι ιεραρχικά προϊστάμενοι του δεν μπορούσαν να αγνοούν, όταν υπέβαλε την αίτηση του για άδεια και όταν του χορηγήθηκε η άδεια, ότι επέκειτο η δημιουργία αυτής της θέσης. Απ' όλη τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος δεν ήθελε να στερηθεί τις προοπτικές σταδιοδρομίας του, σχετικά με τις οποίες η διοίκηση είχε υποχρέωση να τον πληροφορήσει. Απέδειξε επαρκώς το ενδιαφέρον του να προαχθεί, υποβάλλοντας την υποψηφιότητά του ευθύς μόλις έλαβε γνώση, μέσω του συναδέλφου του Foucart, της ανακοινώσεως της 12ης Μαρτίου 1984 για την ύπαρξη κενής θέσης.
Ο Luttgens υποστηρίζει ότι παρέλαβε το έγγραφο του διευθυντή προσωπικού, διοικήσεως και μεταφράσεως της 23ης Μαρτίου 1984 μόλις τον Ιούνιο του 1984, υπό περιστάσεις που στοιχειοθετούν ευθύνη της διοίκησης. Αν η τελευταία είχε αποστείλει την απάντηση της στη διεύθυνση που ανέφερε ο προσφεύγων στην αίτηση του για τη λήψη της άδειας, το έγγραφο αυτό θα είχε φθάσει στον προσφεύγοντα πολύ πριν από τον Ιούνιο του 1984.
Κατά τον προσφεύγοντα, η Επιτροπή όφειλε, ενόψει της σημασίας του εγγράφου αυτού, να του το αποστείλει με συστημένη επιστολή. Εξάλλου, γνωρίζοντας τις προθέσεις του προσφεύγοντος, η Επιτροπή όφειλε, αντί να παραμείνει απαθής, να εξετάσει, εφόσον δεν έλαβε απάντηση, αν το εν λόγω έγγραφο είχε φτάσει στον προορισμό του' η απάθεια αυτή βέβαια εξυπηρετούσε θαυμάσια τις προθέσεις της διοίκησης — τις οποίες αγνοούσε ο προσφεύγων — να προτιμήσει έναντι του προσφεύγοντος, ο οποίος διηύθυνε τη γαλλική ομάδα μεταφράσεως, έναν υπάλληλο 60 ετών που υπηρετούσε στις Βρυξέλλες.
Ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί το δικαίωμα της διοίκησης να προβαίνει στην εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών της, υποστηρίζει όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε στη συγκεκριμένη διαδικασία κατά κατάχρηση εξουσίας. Προσάπτει στη διοίκηση ότι δεν έλαβε υπόψη της τη νόμιμη προσδοκία του για προαγωγή και ότι ενήργησε με απρόβλεπτη σπουδή, η οποία είχε ως συνέπεια να μην μπορέσει ο ίδιος να προστατεύσει τα νόμιμα συμφέροντά του. Υποστηρίζει ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να τον τηρήσει δεόντως ενήμερο ως προς το ότι επέκειντο η μετατροπή της θέσης και η δημοσίευση της ανακοίνωσης κενής θέσης.
Σε καμία περίπτωση το γεγονός ότι η προαγωγή έγινε κατ' επιλογή δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο αδυνατεί να ασκήσει είτε τον εξωτερικό (τυπικό) είτε τον εσωτερικό (ουσιαστικό ) έλεγχο της πράξης ( απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 188/73, Grassi κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 1099), ενώ στην προβλεπόμενη διαδικασία μπορεί παράλληλα να εφαρμοστεί η αρχή που συνάγεται από την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1974 στην υπόθεση 105/75 ( Giuffrida κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 1395 ), με την οποία το Δικαστήριο κατέκρινε το γεγονός ότι μια θέση προοριζόταν εκ των προτέρων για συγκεκριμένο υποψήφιο.
2.
Η Επιτροπή βεβαιώνει ότι είχε τονίσει αδιαλείπτως στον προσφεύγοντα ότι η λήψη άδειας για προσωπικούς λόγους δεν μπορούσε να θίξει την αρχή του συμφέροντος της υπηρεσίας τόσο από άποψη εσωτερικής αναδιοργανώσεως όσο και από άποψη πληρώσεως της νέας θέσης προϊσταμένου τμήματος που οφειλόταν στην αναδιοργάνωση αυτή.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι από νομική άποψη εναπόκειται στο θεσμικό όργανο να καθορίζει την εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών του και ότι η ιεραρχικά προϊστάμενη αρχή είναι η μόνη αρμόδια για την οργάνωση των υπηρεσιών της, την οποία πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ρυθμίζει και να τροποποιεί σε συνάρτηση με τις ανάγκες της υπηρεσίας.
Η τυπική νομιμότητα και το κύρος των πράξεων που θέσπισε η Επιτροπή, καθώς και η ουσιαστική νομιμότητά τους δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθούν σοβαρά.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι ασκεί τις αρμοδιότητες της υπό την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που οι υπάλληλοι αντλούν από τον κανονισμό υπηρεσιακής τους καταστάσεως, υπενθυμίζει όμως ότι το άρθρο 29 του κανονισμού αυτού δεν αναγνωρίζει στον υπάλληλο δικαίωμα προαγωγής, δεδομένου ότι η πλήρωση θέσεων με προαγωγή γίνεται αποκλειστικά κατ' επιλογή. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν μπορεί να εξαρτά μια διοικητική αναδιοργάνωση, την οποία άλλωστε διενήργησε με πλήρη αντικειμενικότητα, από τις προθέσεις του προσφεύγοντος. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων θεώρησε ότι ασκούσε δραστηριότητες επιπέδου ανώτερου από το βαθμό του μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ικανό να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο ενδεχόμενης προαγωγής του, χωρίς όμως να του παρέχει δικαίωμα βαθμολογικής ανακατατάξεως.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν ενήργησε με τρόπο που να εισάγει οιαδήποτε διάκριση και ότι η διαδικασία πληρώσεως της θέσης προϊσταμένου τμήματος υπήρξε αντικειμενική. Αντίθετα, αν καλούσε τον προσφεύγοντα να καθυστερήσει την αναχώρησή του με άδεια για προσωπικούς λόγους, βεβαιώνοντάς τον ότι έχει πολλές πιθανότητες προαγωγής, η Επιτροπή θα έβαινε πέραν των εξουσιών της και θα παραβίαζε την αρχή της ισότητας των ευκαιριών. Ελεύθερη να αναδιοργανώσει μια υπηρεσία προς το γενικό συμφέρον της διοικητικής μηχανής της, η Επιτροπή είναι επίσης ελεύθερη να προσδιορίσει ανά πάσα στιγμή και τον τρόπο της αναδιοργάνωσης αυτής, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να ενημερώνει λεπτομερώς εκείνους από τους υπαλλήλους της που εξ ορισμού διαθέτουν απλώς δικαίωμα προσδοκίας ως προς τη βαθμολογική προαγωγή, το οποίο άλλωστε εναπόκειται στην ίδια την Επιτροπή να εκτιμήσει.
Όσον αφορά τις συνθήκες αποστολής της απάντησης της διοίκησης με ημερομηνία 23 Μαρτίου 1984 στην επιστολή του προσφεύγοντος της 19ης Μαρτίου 1984, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η εν λόγω απάντηση στάλθηκε εντός τεσσάρων ημερών και ότι δεν είναι υπεύθυνη για οιαδήποτε υποτιθέμενη σύγχυση ως προς τη διεύθυνση. Στην επιστολή, την οποία ο προσφεύγων συνέταξε σε επιστολόχαρτο της Επιτροπής, αναγράφεται διεύθυνση στο Schouweiler, με τη διευκρίνιση ότι ο προσφεύγων θα απουσίαζε από το Μεγάλο Δουκάτο κατά το διάστημα μεταξύ 24ης Μαρτίου και 1ης Ιουλίου 1984, χωρίς όμως να δίδεται καμία διεύθυνση στην οποία θα μπορούσε να αποσταλεί η απάντηση.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι παρέσχε στον προσφεύγοντα έμπρακτα τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα του και ότι εναπέκειτο σ' αυτόν να λάβει τα αναγκαία πρακτικά μέτρα προκειμένου να του αποστέλλεται η αλληλογραφία του σε άλλη διεύθυνση ή τουλάχιστον να έλθει σε επαφή με τις υπηρεσίες της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος, σύμφωνα με τον οποίο δεν ελήφθη υπόψη η υποψηφιότητα που υπέβαλε επ' ευκαιρία της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/736/84, είναι αβάσιμος' το αντίθετο προκύπτει από το πρακτικό υπ' αριθ. 737, δεύτερο μέρος, της συνεδρίασης της Επιτροπής της 14ης και 16ης Μαΐου 1984.
Β — Παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της υποχρέωσης αρωγής
1.
Κατά τον Marcel Luttgens τα αναφερόμενα προς στήριξη του πρώτου λόγου περιστατικά πιστοποιούν περαιτέρω και το γεγονός ότι η διοίκηση ενήργησε αντίθετα προς τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του προσφεύγοντος και ότι δεν εξεπλήρωσε έναντι του ίδιου την οφειλόμενη υποχρέωση αρωγής.
Ο προσφεύγων αναφέρεται περαιτέρω σε υπόμνημα του προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Μαΐου 1985 σχετικά με πρόταση της επιτροπής προσωπικού, σύμφωνα με την οποία, όταν πρόκειται για άδειες για προσωπικούς λόγους μεγαλύτερες των έξι μηνών, ο αδειούχος υπάλληλος πρέπει να ειδοποιείται σε προσυμφωνημένη διεύθυνση προτού κινηθεί οιαδήποτε διαδικασία πληρώσεως μιας θέσεως, στην περίπτωση δε αυτή πρέπει να του επιτρέπεται να επανέλθει αμέσως στα καθήκοντά του. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου αποδέχθηκε την εν λόγω πρόταση, με την επιφύλαξη πάντως ότι αυτό δεν θα ισχύει σε περίπτωση κατά την οποία το συμφέρον της υπηρεσίας επιβάλλει την άμεση αντικατάσταση του ενδιαφερομένου. Στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιλέξει μεταξύ της ανάκλησης της αίτησης του και της λήψης άδειας για προσωπικούς λόγους χωρίς να εξασφαλίζει την επανένταξη του.
Αναγνωρίζοντας ότι η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από το εν λόγω κείμενο, ο προσφεύγων υποστηρίζει πάντως ότι ενισχύει την άποψη του.
Η Επιτροπή δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι απάντησε στην επιστολή του προσφεύγοντος της 19ης Μαρτίου 1984, αφού η απάντηση της αυτή δεν παρελήφθη, λόγω της συμπεριφοράς της διοίκησης, από τον προσφεύγοντα παρά μόνο τον Ιούνιο του 1984, όταν δηλαδή δεν του ήταν πλέον δυνατό να προβάλει εμπρόθεσμα τις νόμιμες αξιώσεις του.
Η Επιτροπή επικαλείται εσφαλμένα την απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978 ( στην υπόθεση 54/77, Herpels κατά Επιτροπής, Rec. σ. 585 ), η οποία αφορά το άρθρο 85 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Ο προσφεύγων ουδόλως αγνοεί τη διατύπωση και το περιεχόμενο του άρθρου 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, εκείνο όμως που δεν γνώριζε και δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει είναι ότι η διοίκηση, επωφελούμενη της απουσίας του, θα μετερχόταν όλα τα μέσα ώστε να δημιουργήσει τμήμα και να χωρήσει στην πλήρωση της θέσης με προαγωγή.
2.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο του λόγου. Οι διατάξεις τις οποίες επικαλείται ο προσφεύγων δεν είναι ικανές να γεννήσουν οιαδήποτε υποχρέωση της διοίκησης ούτε να δώσουν βάσιμες ελπίδες στον προσφεύγοντα, ο οποίος άλλωστε είναι υπάλληλος της Επιτροπής και όχι του Δικαστηρίου.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν διέψευσε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του προσφεύγοντος, αφού δεν πρόκειται για αναγνώριση δικαιώματος προαγωγής, αλλ' απλώς για προσδοκία. Αν η Επιτροπή είχε ενεργήσει διαφορετικά, θα έθετε τον υπάλληλο που υπηρετούσε ήδη στην υπηρεσία σε πλεονεκτικότερη θέση, πράγμα που αντίκειται στις αρχές της ισότητας των ευκαιριών και της αντικειμενικότητας, οι οποίες διέπουν τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Σε αντίθεση προς όσα ισχυρίζεται ο προσφεύγων, η Επιτροπή αδιαλείπτως τον είχε προειδοποιήσει, σε συνομιλίες που έγιναν πριν από τη λήψη της άδειάς του, ότι η χορήγηση της άδειας αυτής δεν ήταν δυνατόν να καθυστερήσει ούτε τη μετατροπή της ειδικευμένης υπηρεσίας, της οποίας είχε την ευθύνη, σε τμήμα ούτε την πλήρωση της θέσης του προϊσταμένου του τμήματος.
Η Επιτροπή βεβαίωσε την παραλαβή της υποψηφιότητας του στις 19 Μαρτίου 1984, απάντησε δε στην επιστολή που είχε αποστείλει την ίδια ημέρα ο προσφεύγων με απόλυτη σαφήνεια.
Αν υποτεθεί ότι ο προσφεύγων γνωρίζει το άρθρο 40 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν είναι δυνατό να επικαλείται την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απλώς και μόνο επειδή η διάταξη αυτή εφαρμόστηκε και έναντι του ιδίου. Η Επιτροπή παραπέμπει σχετικά στην απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1978 ( που προαναφέρθηκε ).
Γ — Παράβαση τον άρθρον 40, παράγραφος 3, τον κανονισμού νπηρεσιακής καταστάσεως των νπαλλήλων
1.
Κατά τον Marcel Luttgens, τόσο στο υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Μαρτίου 1984 όσο και στο έγγραφό της της 5ης Ιουνίου 1985 η Επιτροπή στηρίχτηκε σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για να αρνηθεί να εξετάσει την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος.
Μολονότι κατά τη διάρκεια της άδειάς του ο υπάλληλος προσωρινά παραμένει μισθολογικά και βαθμολογικά στάσιμος, σε καμία περίπτωση δεν αποκλείεται το δικαίωμά του να υποβάλει υποψηφιότητα, εφόσον η αιτούμενη θέση δεν πρόκειται να πληρωθεί παρά μόνο μετά τη λήξη της άδειάς του για προσωπικούς λόγους.
Το άρθρο 40, παράγραφος 3, και το έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1984 πρέπει επίσης να ερμηνευθούν λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν προς στήριξη του πρώτου και του δεύτερου λόγου της προσφυγής. Ο προσφεύγων δεν έλαβε γνώση του εγγράφου της 23ης Μαρτίου 1984 παρά μόλις τον Ιούνιο του 1984, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ζητήσει και να επιτύχει την επανένταξη του το Μάρτιο ή Απρίλιο του 1984 και να υποβάλει έγκαιρα υποψηφιότητα.
2.
Ή Επιτροπή απαντά ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Εξεταζόμενη in abstracto, η ερμηνεία του προσφεύγοντος σημαίνει ότι η αντικειμενική αναδιοργάνωση μιας υπηρεσίας εξαρτάται από τη διάθεση ενός αδειούχου υπαλλήλου in concreto, ο προσφεύγων επικαλείται ένα πραγματικό δικαίωμα επανεντάξεως του με μοναδικό σκοπό να του επιτραπεί να συμμετάσχει σε μια διαδικασία βαθμολογικής προαγωγής. Μια τέτοια υποκειμενική ερμηνεία προσκρούει στην αντικειμενική εφαρμογή του άρθρου 40 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Το στοιχείο δ ) του άρθρου 40 ορίζει σαφώς ότι η επανένταξη πραγματοποιείται μετά τη λήξη της άδειας, υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εγγυήσεις.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι με το υπηρεσιακό της σημείωμα της 23ης Μαρτίου 1984 διευκρίνισε απερίφραστα στον προσφεύγοντα ότι είχε συμφέρον να ζητήσει ταχέως την επανένταξη του και ότι το εν λόγω σημείωμα, υπό μορφή απαντήσεως στην επιστολή του προσφεύγοντος της 19ης Μαρτίου 1984, απεστάλη στη διεύθυνση που είχε υποδείξει ο προσφεύγων με την ίδια αυτή επιστολή. Ο προσφεύγων εγκατέλειψε τη διεύθυνση αυτή για τη νέα του διεύθυνση στο Βέλγιο χωρίς να πράξει το παραμικρό για να πληροφορηθεί τη γνώμη της ΑΔΑ. Η συμπεριφορά αυτή μαρτυρά ανεξήγητη απάθεια για έναν υποψήφιο που ενδιαφέρεται για την πλήρωση της σχετικής θέσης.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του γεγονότος ότι ο Luttgens δεν ζήτησε την επανένταξή του παρά από την 1η Οκτωβρίου 1984, η Επιτροπή θεωρεί ότι η απόφαση της όχι μόνο συνάδει προς τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, αλλ' επιπλέον ήταν απολύτως αναμενόμενη για τον προσφεύγοντα.
Δ — Ηθική βλάβη και προοπτικές οταδιοδρομίας
1.
. Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η επανατοποθέτηση του ως αναθεωρητή είχε ως συνέπεια να του προκαλέσει ηθική βλάβη και να θίξει τις προοπτικές σταδιοδρομίας του, ιδίως τις δυνατότητες του να προαχθεί σε προϊστάμενο τμήματος. Εμμένει στο γεγονός ότι το άρθρο 40, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πρέπει να ερμηνευτεί σε συνάρτηση με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, η διατύπωση του οποίου είναι ταυτόσημη.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι ο κανόνας που αφορά το σεβασμό της προσωπικότητας και των προοπτικών για σταδιοδρομία έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο και, όσον αφορά την υποχρέωση επανατοποθετήσεως, με την απόφαση της 21ης Μαΐου 1981 (στην υπόθεση 60/80, Kindermann κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 1329).
Ο προσφεύγων παρατηρεί ότι δικαιούνταν να σχηματίσει γνώμη αναφορικά με την πιθανή επανατοποθέτηση του στηριζόμενος όχι μόνο στο κείμενο του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αλλά και στη νομολογία, με την οποία ο κανονισμός ερμηνεύεται έγκυρα.
Συνεπώς, δεν αρκούσε η επανένταξη του προσφεύγοντος στο βαθμό LA 4, πράγμα το οποίο ήταν αυτονόητο. Ο υποβιβασμός του σε αναθεωρητή, ενώ ήταν προϊστάμενος μεταφραστικής ομάδας, του προξενεί βλάβη τόσο από νομική όσο Kat από πρακτική άποψη.
Από νομική άποψη, επειδή είναι αυτονόητο ότι, παρά τη χρησιμοποιούμενη αγκύλη στο παράρτημα 1 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το επίπεδο του προϊσταμένου ομάδας μεταφραστών ή διερμηνέων είναι ανώτερο από ό,τι του αναθεωρητή, δεδομένου ότι ο προϊστάμενος μεταφραστικής ομάδας διοικεί ήδη ορισμένους υπαλλήλους, γεγονός που τον καθιστά καταλληλότερο για προαγωγή στη θέση προϊσταμένου τμήματος.
Από πρακτική άποψη, επειδή ο προσφεύγων, ο οποίος ήταν προϊστάμενος ειδικευμένης ομάδας και διηύθυνε ομάδα 40 μονίμων και άλλων υπαλλήλων, επανέρχεται στην κατηγορία του αναθεωρητή κατά συνέπεια οι δυνατότητες του να προαχθεί στο εγγύς μέλλον στη θέση του προϊσταμένου του τμήματος της γαλλικής μεταφράσεως — ο ήδη προϊστάμενος είναι 60 ετών — μειώνονται σοβαρά.
2.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο προσφεύγων επανήλθε, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 40, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, με το βαθμό LA 4, τον οποίο κατείχε κατά το χρόνο αναχωρήσεως του με άδεια για προσωπικούς λόγους, και ότι τα παρόντα καθήκοντά του δεν στοιχειοθετούν έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ του βαθμού και της θέσης του.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι με την απόφαση της 13ης Μαΐου 1970 (στην υπόθεση 46/69, Reinarz κατά Επιτροπής, Rec. σ. 275 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπαγωγή υπαλλήλου που ασκεί καθήκοντα διευθυντή σε άλλο υπάλληλο του αυτού βαθμού προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ενόψει του συντονισμού ορισμένων εργασιών και υπό την εποπτεία του ιεραρχικά προϊσταμένου, δεν αντίκειται σε καμία από τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων αυτό ισχύει a fortiori και για τον Luttgens.
Κατά την Επιτροπή, ο προσφεύγων στηρίζεται σε υποκειμενικά στοιχεία, ενώ η Επιτροπή βασίμως μπορεί να υποστηρίξει ότι το γεγονός ότι ο Luttgens άσκησε ενδεχομένως στο παρελθόν δραστηριότητες τις οποίες ο ίδιος έκρινε ότι ήταν ανώτερες από εκείνες που αντιστοιχούσαν στο βαθμό του δεν του παρέχει κανένα δικαίωμα να προαχθεί στη θέση του προϊσταμένου τμήματος.
Η Επιτροπή τέλος υπενθυμίζει ότι η εκτίμηση των ικανοτήτων ενός υπαλλήλου για την άσκηση συγκεκριμένων καθηκόντων εμπίπτει στην αρμοδιότητα της διοίκησης και μόνο.
III — Οι απόψεις των διαδίκων κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας
1.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής και τον προσδιορισμό της βλαπτικής πράξης, το υπηρεσιακό έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1984 του διευθυντή προσωπικού Υ. Dubois δεν μπορεί να θεωρηθεί τυπικά ως πράξη της Επιτροπής βλαπτική για τον προσφεύγοντα.
2.
Ο Luttgens δήλωσε ότι δεν εμμένει πλέον στο αίτημά του περί ακυρώσεως της προαγωγής του Parini ζήτησε πάντως από το Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή να του καταβάλει μία ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα ( ECU ) ως αποζημίωση για υπαίτια συμπεριφορά, είτε δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας είτε με βάση το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980 (στην υπόθεση 24/79, Oberthür κατά Επιτροπής, Rec. σ. 1743 ), τουλάχιστον δε να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα κατ' ανάλογη εφαρμογή της απόφασης της 27ης Ιανουαρίου 1983 (στην υπόθεση 263/81, List κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 103 ). Ο Luttgens υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής ενέχει πταίσμα υπό την έννοια ότι μέχρι την υποβολή της ανταπάντησης τού είχε αποκρύψει ότι εξέτασε την υποψηφιότητά του' αντίθετα, τον βεβαίωνε ότι δεν την είχε εξετάσει. Τέλος δε υποστηρίζει ότι ο ίδιος δεν θα ασκούσε ενδεχομένως την παρούσα προσφυγή ή θα την ασκούσε υπό διαφορετική μορφή, αν είχε ενημερωθεί δεόντως.
3.
Η Επιτροπή αμφισβήτησε ότι συντρέχει πταίσμα της.
F. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 13ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 267/85,
Marcel Luttgens, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Steinsei (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενος από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το κτίριο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Jean Monnet, γραφείο Α 2/60, όπου εργάζεται ο προσφεύγων,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Δημήτριο Γκου-λούση, νομικό της σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Charles-Étienne Gudin, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της άρνησης της Επιτροπής να εξετάσει την υποψηφιότητα που υπέβαλε ο προσφεύγων για θέση προϊσταμένου τμήματος, την ακύρωση της διαδικασίας προαγωγής καθώς και την ακύρωση της επανατοποθετήσεως του προσφεύγοντος μετά την επανένταξη του στην υπηρεσία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
συγκείμενο από τους F. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaça
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όπως συμπληρώθηκε μετά από την προφορική διαδικασία της 25ης Ιουνίου 1986,
αφού άκουσε τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας κατά τη συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Σεπτεμβρίου 1985, ο Marcel Luttgens, αναθεωρητής στο τμήμα « Μετάφραση: γαλλική γλώσσα» της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Λουξεμβούργο, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της άρνησης της Επιτροπής να εξετάσει την υποψηφιότητα του για θέση προϊσταμένου τμήματος, καθώς και της διαδικασίας προαγωγής για την κάλυψη της εν λόγω θέσης και της επανατοποθέτησης του μετά την επανένταξη του στην υπηρεσία.
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
3
Με την ανταπάντηση της, η Επιτροπή ισχυρίζεται, σε αντίθεση με όσα βεβαίωνε μέχρι τότε, ότι εξέτασε την αίτηση του Luttgens περί προαγωγής του στη θέση του προϊσταμένου τμήματος χωρίς πάντως να τη δεχθεί, επιλέγοντας αντ' αυτού άλλον υποψήφιο για λόγους ουσιαστικών προσόντων.
4
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων δήλωσε ότι παραιτείται από τα αιτήματα της προσφυγής του περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής από την οποία είχε συναγάγει ότι η τελευταία είχε αρνηθεί να εξετάσει την υποψηφιότητα του. Αιτιολόγησε την παραίτηση του από ένα μέρος των αιτημάτων του ισχυριζόμενος ότι δεν θα ασκούσε ενδεχομένως την προσφυγή, εν πάση δε περιπτώσει δεν θα την ασκούσε υπό τους ίδιους όρους ή στηριζόμενος στους ίδιους λόγους, αν η παρατιθέμενη στην ανταπάντηση απόφαση της Επιτροπής είχε περιέλθει σε γνώση του τη στιγμή κατά την οποία είχε ληφθεί.
5
Θεωρώντας ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πταίσμα επειδή δεν τον ενημέρωσε έγκαιρα ως προς το ότι είχε εξεταστεί η υποψηφιότητα του, ο προσφεύγων ζήτησε από το Δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση να του επιδικάσει συμβολική αποζημίωση ύψους μιας ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδας ( ECU ) και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
6
Το αίτημα σχετικά με την επιδίκαση αποζημιώσεως αποτελεί νέο αίτημα και δεν μπορεί να γίνει πλέον δεκτό στο στάδιο της προφορικής διαδικασίας.
7
Κατά συνέπεια το εν λόγω αίτημα είναι απορριπτέο.
8
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο προσφεύγων παραιτήθηκε και από τα αιτήματα της προσφυγής που αφορούσαν την ακύρωση της διαδικασίας προαγωγής. Απομένουν λοιπόν προς εξέταση τα αιτήματα της προσφυγής για τη στήριξη των οποίων ο προσφεύγων αμφισβητεί τους όρους της επανένταξης του μετά τη λήξη της άδειας του για προσωπικούς λόγους.
9
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι επανεντάσσοντας τον σε καθήκοντα αναθεωρητή, τη στιγμή κατά την οποία πριν απο την άδεια του ασκούσε τα καθήκοντα προϊσταμένου ειδικευμένης υπηρεσίας που αντιστοιχούν στα καθήκοντα προϊσταμένου ομάδας μεταφράσεως, όπως προβλέπει το παράρτημα Ι του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η Επιτροπή του προκάλεσε ηθική βλάβη, κυρίως όμως του μείωσε τις δυνατότητες να κριθεί ως προακτέος. Η προσβολή των συμφερόντων του συνίσταται στο γεγονός ότι με τα νέα του καθήκοντα δεν διευθύνει πλέον, όπως συνέβαινε με τα καθήκοντα που ασκούσε στο παρελθόν, ορισμένο αριθμό προσώπων, γεγονός που τον μειώνει προσωπικά και δεν του επιτρέπει να ασκεί οργανωτικά καθήκοντα που θα του έδιναν περισσότερο τη δυνατότητα να κριθεί ικανός για προαγωγή.
10
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία και την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων, υπάλληλος με βαθμό LA 4, ο οποίος στις 15 Ιουνίου 1964 ανέλαβε υπηρεσία στην Επιτροπή ως μεταφραστής, διορίστηκε προϊστάμενος της ειδικευμένης υπηρεσίας « Μετάφραση: γαλλική γλώσσα » στο Λουξεμβούργο στις 18 Μαρτίου 1983 και, αφού έλαβε άδεια για προσωπικούς λόγους από την 1η Μαρτίου 1984, επανήλθε την 1η Οκτωβρίου 1984 ως αναθεωρητής στο τμήμα « Μετάφραση: γαλλική γλώσσα» στο Λουξεμβούργο. Κατά τη διάρκεια της άδειας του, η Επιτροπή προέβη σε αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της γαλλικής μετάφρασης, κατόπιν της οποίας οι υπηρεσίες αυτές οργανώθηκαν σε τμήμα. Στην αναδιοργάνωση αυτή οφείλεται η κατάργηση της θέσης του προϊσταμένου ειδικευμένης υπηρεσίας, η οποία άλλωστε δεν προβλέπεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Στο βαθμό που τα καθήκοντα του προϊσταμένου ειδικευμένης υπηρεσίας αντιστοιχούν σ' εκείνα του προϊσταμένου ομάδας μεταφράσεως, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, τα καθήκοντα αυτά πρέπει να θεωρηθούν ως αντίστοιχα εκείνων του αναθεωρητή, δεδομένου ότι κατά το παράρτημα Ι του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως οι δύο κατηγορίες καθηκόντων είναι του ίδιου επιπέδου.
11
Στην προκειμένη περίπτωση ο προσφεύγων εξακολουθεί να είναι επιφορτισμένος με την επίβλεψη της εργασίας άλλων μεταφραστών, ενώ παράλληλα, λόγω της φύσεως της εργασίας του και των αρμοδιοτήτων που απορρέουν από αυτή, έχει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο των νέων του καθηκόντων, να κριθεί ικανός για μελλοντική προαγωγή, και επομένως με την επανατοποθέτηση του δεν θίγονται οι μελλοντικές προοπτικές του. Από το απλό γεγονός και μόνο ότι τα προς εκπλήρωση καθήκοντα στη νέα του θέση είναι διαφορετικής φύσεως από εκείνα που εκτελούσε στην προηγούμενη θέση του δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εθίγησαν τα συμφέροντα του, δεδομένου ότι η επανένταξη στην προκειμένη περίπτωση έγινε στον ίδιο βαθμό και του ανατέθηκαν καθήκοντα που αντιστοιχούν στο βαθμό αυτό.
12
Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις που προβάλλει ο προσφεύγων είναι αβάσιμες και η προσφυγή είναι απορριπτέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Κατά το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2 του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα πάντως, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα ολικώς ή μερικώς, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση λόγω της συμπεριφοράς της Επιτροπής μπορούσε καταρχάς να θεωρηθεί ότι δεν είχε ληφθεί καμία απόφαση επί της ουσίας ως προς την αίτηση για προαγωγή, επειδή η αίτηση αυτή δεν ήταν δυνατόν να ληφθεί υπόψη, ενώ μόνο στην ανταπάντηση γίνεται μνεία ρητής αποφάσεως με την οποία η θέση ανατέθηκε σε άλλο υποψήφιο ύστερα από συγκριτική εξέταση των προσόντων, ο προσφεύγων αναγκάστηκε να διατυπώσει διαφορετικά την προσφυγή του και να αναπτύξει λόγους τους οποίους δεν θα επικαλούνταν αν γνώριζε ότι η αίτηση του είχε εξεταστεί. Συνάδει προς την επιείκεια να ληφθούν υπόψη τα επιπλέον έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων και να καταδικαστεί η Επιτροπή στην καταβολή του ημίσεος των εξόδων του προσφεύγοντος.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Πέραν των εξόδων της, η Επιτροπή φέρει και το ήμισυ των εξόδων του προσφεύγοντος.
Schockweiler
Bosco
Joliet
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
F. Schockweiler
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy