ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 275/85 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο και διαδικασία
1.
Η οδηγία 82/57/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981 (ΕΕ L 28 της 5.2.1982, σ. 38), περιέχει ορισμένες διατάξεις εφαρμογής της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 262). Το άρθρο 19 της οδηγίας της Επιτροπής ορίζει τα εξής:
« Η άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων για ελεύθερη κυκλοφορία εκδίδεται άπαξ για το σύνολο των εμπορευμάτων που αποτελούσαν αντικείμενο της διασαφήσεως.
Η ημερομηνία της άδειας παραλαβής αναφέρεται στη διασάφηση ».
Η οδηγία 78/453/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1978, περί της εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με την αναστολή εισπράξεως των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/005, σ. 159), ορίζει στο άρθρο 3, παράγραφος 2, ότι η χρέωση των δασμών αυτών πρέπει να πραγματοποιείται το αργότερο τη μεθεπομένη της ημέρας κατά την οποία χορηγήθηκε η άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων. Εντούτοις, το άρθρο 4 προβλέπει ένα ειδικό σύστημα:
« Τα ποσά τα οφειλόμενα από εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς για εμπορεύματα των οποίων έχει επιτραπεί η παραλαβή κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τις τριάντα μία ημέρες, δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο μιας μόνο χρεώσεως στο τέλος της περιόδου από τις αρμόδιες αρχές. »
Η έννοια της « χρέωσης » ορίζεται στην παράγραφο 2, στοιχείο γ ), του άρθρου 1 ως
« η διοικητική πράξη με την οποία καθορίζεται το ποσό των δασμών κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή που πρέπει να εισπραχθεί από τις αρμόδιες αρχές. »
Η ημερομηνία της χρέωσης καθορίζει την έναρξη της τριακονθήμερης προθεσμίας πληρωμής που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1.
2.
Η ιταλική νομοθεσία διακρίνει μεταξύ της απλής θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία [ βλέπε άρθρο 249 των κωδικοποιημένων τελωνειακών διατάξεων, DPR (Προεδρικό Διάταγμα) 43 της 23.1.1973] και της οριστικής εισαγωγής (βλέπε άρθρο 55 των ανωτέρω διατάξεων), στην οποία συμπεριλαμβάνονται η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και η διάθεση προς κατανάλωση.
Όσον αφορά την απλή θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, οι σχετικές με την έκδοση αδειών παραλαβής διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας είναι σύμφωνες προς το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57/ΕΟΚ. Πράγματι, στην εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών (Τελωνειακές Υποθέσεις) της 15ης και 16ης Απριλίου 1983 ορίζεται ( σημείο 9.1 ) ότι η άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων χορηγείται για το σύνολο των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η αίτηση θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Αντίθετα, όσον αφορά την οριστική εισαγωγή, η οποία είναι πολύ συχνότερη στην πράξη, οι ιταλικές τελωνειακές αρχές χορηγούν άδειες σταδιακής παραλαβής για τα εμπορεύματα που κατόπιν ενιαίας διασαφήσεως τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία. Το άρθρο 80, παράγραφος 2, των κωδικοποιημένων τελωνειακών διατάξεων ορίζει επί λέξει:
«Όταν η σχετική με τα περιγραφόμενα σε ενιαία διασάφηση εμπορεύματα τελωνειακή διαδικασία πραγματοποιείται σταδιακά... ».
3.
Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η διάταξη αυτή δεν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57, κίνησε, με έγγραφο της 24ης Απριλίου 1984, την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία.
Η ιταλική κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της με τηλετύπημα της 23ης Ιανουαρίου 1985. Κατά την ιταλική κυβέρνηση, η διαδικασία εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής εφαρμόζεται μόνο στα τελωνεία που δεν διαθέτουν μηχανογραφικό σύστημα εργασίας, δηλαδή στο 20 % του συνόλου των τελωνείων, και αποκλειστικώς για το εμπόριο με τις τρίτες χώρες καθώς και για τα προϊόντα που εισάγονται χύδην. Προς αντίκρουση των νομικών επιχειρημάτων της Επιτροπής, η ιταλική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η διαδικασία της εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής προβλέπεται από το άρθρο 4 της προαναφερθείσας οδηγίας 78/453/ΕΟΚ, περί της αναστολής εισπράξεως. Η εν λόγω διαδικασία, σύμφωνα πάντα με την ιταλική κυβέρνηση, δεν έχει τις αρνητικές επιπτώσεις στον τομέα των ίδιων πόρων τις οποίες επισήμανε η Επιτροπή. Εν πάση περιπτώσει, έχει συσταθεί στο πλαίσιο της Γενικής Διευθύνσεως Τελωνείων μια ειδική ομάδα εργασίας για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων για την επίλυση του προβλήματος, μέσω της καταργήσεως της δυνατότητας εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής, εφόσον υφίσταται κίνδυνος προκλήσεως καθυστερήσεως στη βεβαίωση και εν συνεχεία στην είσπραξη των ίδιων πόρων της Κοινότητας.
Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η ιταλική κυβέρνηση δεν ήταν ικανά να απαλείψουν τον παράνομο χαρακτήρα της διαδικασίας που επιτρέπει την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής, διατύπωσε στις 16 Απριλίου 1985 την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ αιτιολογημένη γνώμη και κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση της προς την εν λόγω γνώμη εντός προθεσμίας 30ημερών από την κοινοποίηση.
Η ιταλική κυβέρνηση δεν απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Σεπτεμβρίου 1985, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικώς. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο,
αφού απορρίψει κάθε αντίθετο αίτημα ή ισχυρισμό,
α)
να αναγνωρίσει ότι η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας επιτρέποντας την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής για τα εμπορεύματα που κατόπιν ενιαίας διασαφήσεως τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στο πλαίσιο της οριστικής εισαγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981,
β)
να καταδικάσει την κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα.
Η ιταλική κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή προσάπτει στην ιταλική κυβέρνηση ότι οι διατάξεις της τελωνειακής της νομοθεσίας που προβλέπουν την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής στο πλαίσιο της οριστικής εισαγωγής είναι ασυμβίβαστες προς το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57. Η ιταλική κυβέρνηση διατείνεται, αφενός μεν, ότι η νομοθεσία της επί του σημείου αυτού είναι σύμφωνη προς το άρθρο 4 της οδηγίας 78/453 και ότι επομένως δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα ασυμβίβαστη προς το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57, αφετέρου δε, ότι η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται κατ' εξαίρεση και δεν έχει καμιά επίπτωση επί της εισπράξεως των ιδίων πόρων της Κοινότητας.
Τα επιχειρήματα των διαδίκων επικεντρώνονται, κατ' ουσία, στη δυνατότητα εφαρμογής καθώς και ατο πεδίο εφαρμογής τον άρθρου 4 της οδηγίας 78/453 στο πλαίσιο των εναρμονισμένων με τις οδηγίες 79/695 και 82/57 διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Κατά την Επιτροπή, από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται η καθής, η ιταλική νομοθεσία είναι σύμφωνη προς το κείμενο του άρθρου 4 της οδηγίας 78/453, περί της αναστολής εισπράξεως των δασμών, δεν μπορεί να συναχθεί ότι δεν εφαρμόζεται μια μεταγενέστερη διάταξη που διέπει ειδικά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και που είναι τόσο σαφής όσο το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57 της Επιτροπής, που θεσπίστηκε για την εφαρμογή της οδηγίας 79/695 του Συμβουλίου, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων. Εφόσον οι διαδικασίες θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία έχουν εναρμονιστεί με τις οδηγίες αυτές, πρέπει να είναι και απολύτως σύμφωνες προς τις διατάξεις τους. Μια εθνική διαδικασία σαν την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι συμβιβαζόταν, ή ότι εξακολουθεί να συμβιβάζεται, προς την οδηγία 78/453.
Κατά την ιταλική κυβέρνηση το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής δεν έχει αποφασιστική σημασία.
Πρώτον, το άρθρο 4 της οδηγίας 78/453, έστω και αν δεν περιέχεται σε οδηγίες που αφορούν ρητά την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων,ρυθμίζει ένα από τα αποτελέσματα αυτής της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία και, ως εκ τούτου, παρέχει τη δυνατότητα της εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής για τα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο ενιαίας διασαφήσεως. Κατά συνέπεια, λίγο ενδιαφέρει αν το προαναφερθέν άρθρο 4 δεν αποτελεί τυπικώς μέρος του « corpus » των διατάξεων των σχετικών με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Δεύτερον, η οδηγία 79/695 του Συμβουλίου δεν περιέχει καμιά διάταξη που να επιτρέπει να συναχθεί πρόθεση καταργήσεως της δυνατότητας εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής που προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 78/453 του Συμβουλίου, περί της αναστολής εισπράξεως. Ως εκ τούτου, πρέπει να αποκλειστεί η περίπτωση το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57 της Επιτροπής,« η οποία καθορίζει ορισμένες διατάξεις εφαρμογής της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ... », να μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση μιας ευχέρειας που αναγνωρίστηκε με την οδηγία 78/453 του Συμβουλίου και την οποία δεν έθιξε η μεταγενέστερη οδηγία ( 79/695 ) του Συμβουλίου.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το εν λόγω άρθρο, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η ιταλική κυβέρνηση, δεν επιτρέπει την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής των αποτελούντων αντικείμενο ενιαίας διασαφήσεως εμπορευμάτων, αλλά απλώς παρέχει τη δυνατότητα — χάριν του υπολογισμού της τριακονθήμερης προθεσμίας άτοκης πληρωμής — η χρέωση των δασμών να πραγματοποιείται στο τέλος μιας περιόδου που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 31ημέρες και κατά τη διάρκεια της οποίας επιτράπηκε η τμηματική παραλαβή εμπορευμάτων που αποτελούσαν αντικείμενο διαφόρων διασαφήσεων. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την ερμηνεία της Επιτροπής, το άρθρο 4 της οδηγίας 78/453 επιτρέπει όχι την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο ενιαίας διασαφήσεως, αλλά την έκδοση διαδοχικών αδειών παραλαβής σχετικά με διάφορες διασαφήσεις. Επομένως δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας και του άρθρου 19 της οδηγίας 82/57, εφόσον το άρθρο 19 επιβάλλει όντως να αντιστοιχεί σε κάθε διασάφηση μία μόνο άδεια παραλαβής. Επιτρέποντας την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής, η ιταλική κυβέρνηση στηρίχτηκε σε πλήρως πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 78/453.
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, η δυνατότητα εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής προβλέπεται ρητά στο άρθρο 4 της οδηγίας 78/453 περί της αναστολής εισπράξεως των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών. Τόσο από τη γραμματική όσο και από τη λογική ερμηνεία της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι η έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής εμπορευμάτων είναι και δυνατή και νόμιμη.
Η συσταλτική ερμηνεία της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το εν λόγω άρθρο επιτρέπει όχι την έκδοση αδειών τμηματικής παραλαβής για τα αποτελούντα αντικείμενο ενιαίας διασαφήσεως εμπορεύματα, αλλά την έκδοση διαδοχικών αδειών παραλαβής σχετικά με διάφορες διασαφήσεις δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο κείμενο του άρθρου 4, το οποίο αναφέρεται γενικώς σε «... εμπορεύματα των οποίων έχει επιτραπεί η παραλαβή κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου... », διατύπωση στην οποία περιλαμβάνεται τόσο η περίπτωση της έκδοσης διαδοχικών αδειών παραλαβής για τα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο διάφορων διασαφήσεων όσο και της έκδοσης αδειών σταδιακής παραλαβής για τα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο μιας και της αυτής διασαφήσεως.
Η ιταλική κυβέρνηση επισημαίνει επίσης ότι η Επιτροπή υιοθέτησε τη συσταλτική ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 4, εκ των υστέρων, προκειμένου να αποφευχθεί σύγκρουση των διατάξεων του προς τις διατάξεις του άρθρου 19 της οδηγίας 82/57.
Εξάλλου, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς τις επιπτώσεις της εφαρμογής της διαδικασίας εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής επί των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
Κατά την Επιτροπή, η παράβαση του άρθρου 19 της οδηγίας 82/57 έχει αρνητικές επιπτώσεις και σε άλλους τομείς της κοινοτικής νομοθεσίας, όπως η τελωνειακή οφειλή, η αναστολή εισπράξεως και οι ίδιοι πόροι της Κοινότητας.
Πράγματι, το χρονικό σημείο της παραλαβής έχει αποφασιστική σημασία για την απόσβεση της τελωνειακής οφειλήςγια τα εν λόγω εμπορεύματα σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/623/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1979, για την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων όσον αφορά τις τελωνειακές οφειλές ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/004, σ. 37 ). Σύμφωνα με την Επιτροπή, το γεγονός αυτό δεν αναιρείται από το ότι, όπως επισημαίνει η ιταλική κυβέρνηση, με την εφαρμογή ορισμένων απλοποιημένων διαδικασιών, όπως οι διαδικασίες του άρθρου 20 της οδηγίας 79/695, παράγονται τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα όπως και με την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής.
Όσον αφορά την αναστολή εισπράξεως, η παράβαση του άρθρου 19 της οδηγίας 82/57 είναι, σύμφωνα με την Επιτροπή, ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ορθή εφαρμογή του άρθρου 3 της οδηγίας 78/453, δυνάμει του οποίου, προκειμένου να υπολογιστεί η προθεσμία της άτοκης πληρωμής, η χρέωση των δασμών πρέπει να πραγματοποιείται το αργότερο τη μεθεπομένη της ημέρας κατά την οποία επιτράπηκε η παραλαβή των εμπορευμάτων.
Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, δεδομένου ότι η χρέωση όλων των εισπρακτέων για το σύνολο των χορηγηθεισών αδειών παραλαβής ποσών πραγματοποιείται στην Ιταλία μόνο μετά την έκδοση της τελευταίας άδειας παραλαβής, η παράβαση του άρθρου 19 της οδηγίας 82/57 είναι ικανή να προκαλέσει καθυστέρηση στη λογιστική εγγραφή των εσόδων από τους ιδίους πόρους και, κατά συνέπεια, στη βεβαίωση τους και, επομένως, να θέσει σε κίνδυνο την ορθή εφαρμογή του άρθρου 7 του κανονισμού 2891/77 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί της εφαρμογής της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970«περί της αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων », σύμφωνα με το οποίο «τα βεβαιωθέντα έσοδα εγγράφονται στα λογιστικά βιβλία το αργότερο στις 20 του δευτέρου μηνός που ακολουθεί το μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου εβεβαιώθησαν ».
Κατά την Επιτροπή, τα επιχειρήματα της ιταλικής κυβερνήσεως σύμφωνα με τα οποία η διαδικασία της έκδοσης αδειών σταδιακής παραλαβής εφαρμόζεται αποκλειστικά για ορισμένους τύπους εισαγωγής, για ορισμένης προελεύσεως προϊόντα και μόνο στα τελωνεία στα οποία δεν χρησιμοποιείται ακόμη πλήρως η μηχανογράφηση, δηλαδή στο 20 ο/ο περίπου των ιταλικών τελωνείων, δεν είναι ικανά να εξαλείψουν τον παράνομο χαρακτήρα της διαδικασίας. Καταρχάς, η Επιτροπή διαθέτει στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η εφαρμογή αυτή δεν είναι τόσο περιορισμένη όσο διατείνεται η ιταλική κυβέρνηση- εν πάση περιπτώσει, η συνέχιση της εφαρμογής για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία μιας διαδικασίας που δεν συνάδει προς τις κοινοτικές διατάξεις δεν μπορεί παρά να έχει αρνητικές επιπτώσεις επί των διατάξεων που διέπουν την τελωνειακή οφειλή και τη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων, σε περίπτωση που η άδεια παραλαβής, η οποία αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα, χορηγείται υπό προϋποθέσεις μη προβλεπόμενες υπό της κοινοτικής νομοθεσίας.
Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται, πρώτον, ότι οι αμφισβητούμενες διαδικασίες εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση των ιταλικών τελωνείων στα οποία δεν έχει ακόμη εισαχθεί η μηχανογράφηση (στο 20 0/0 του συνόλου των τελωνείων) και ότι το πρόβλημα αυτό, το οποίο υφίσταται μόνο όσον αφορά το εμπόριο με τις τρίτες χώρες, αφορά μόνο ορισμένα προϊόντα που εισάγονται χύδην, άρα η έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής πρέπει να θεωρείται ως διαδικασία που εφαρμόζεται όλως κατ' εξαίρεση.
Όσον αφορά την απόσβεση της τελωνειακής οφειλής, τα προβλήματα που επισήμανε η Επιτροπή στην περίπτωση της έκδοσης αδειών σταδιακής παραλαβής ανακύπτουν επίσης και όταν ακολουθείται η οριζόμενη από το άρθρο 20 της οδηγίας 79/695 διαδικασία. Ομοίως συνάδουν πλήρως προς την οδηγία περί αναστολής πληρωμής οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 80 των κωδικοποιημένων τελωνειακών διατάξεων, σύμφωνα με το οποίο:
«Όταν η σχετική με τα περιγραφόμενα σε ενιαία διασάφηση εμπορεύματα τελωνειακή διαδικασία διεξάγεται σταδιακά, η αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο περίοδος (περίοδος κατά την οποία χορηγείται προθεσμία πληρωμής) αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της παραλαβής της τελευταίας ποσότητας εμπορευμάτων, ημερομηνία προχρονολογούμενη κατά το ήμισυ των ημερών που απαιτήθηκαν για την περάτωση της διαδικασίας αυτής· εφόσον ο αριθμός των απαιτη-θεισών για την περάτωση της διαδικασίας αυτής ημερών είναι περιττός, το ήμισυ υπολογίζεται επί του αμέσως μικρότερου άρτιου αριθμού.
Όσον αφορά τις τελωνειακές διαδικασίες που διεξάγονται κατά στάδια και η διάρκεια των οποίων υπερβαίνει τις 30ημέρες, η αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο περίοδος αρχίζει να τρέχει, σ' όλες τις περιπτώσεις, από τη δέκατη πέμπτη ημέρα μετά την ημέρα της παραλαβής της πρώτης ποσότητας εμπορευμάτων. »
Όσον αφορά τις ανησυχίες της Επιτροπής σχετικά με ενδεχόμενες καθυστερήσεις στη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων, η ιταλική κυβέρνηση τονίζει ότι η διαδικασία της έκδοσης αδειών σταδιακής παραλαβής παρέχει εν προκειμένω τις ακόλουθες εγγυήσεις: καταρχάς υποβάλλεται διασάφηση για διάθεση προς κατανάλωση, αρχική διασάφηση η ημερομηνία της οποίας είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό του ύψους των εισαγωγικών δασμών και των λοιπών φορολογικών επιβαρύνσεων κατόπιν παρέχεται εγγύηση για τους δασμούς που βαρύνουν τα διασαφημένα εμπορεύματα· όταν εξαντληθεί όλη. η ποσότητα του εμπορεύματος, γίνεται η ανακεφαλαίωση και η άμεση λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων για την πραγματοποίηση των εργασιών αυτών καθορίστηκε, με διοικητικές διατάξεις, μια όσο το δυνατόν βραχύτερη προθεσμία· και τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 99 των κωδικοποιημένων τελωνειακών διατάξεων, θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντα τα ενα-ποθηκευθέντα ή υπό προσωρινή εναπόθεση τεθέντα εμπορεύματα τα οποία, καίτοι αποτέλεσαν αντικείμενο διασαφήσεως με σκοπό να υπαχθούν σε ορισμένο τελωνειακό καθεστώς, δεν υπήχθησαν στο καθεστώς αυτό εξ υπαιτιό-τητος του κυρίου τους εντός δεκαπέντε ημερών από την αποδοχή της διασάφησης αυτής. Επομένως, είναι σαφές ότι, μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας παραλαβής των εμπορευμάτων δεν μπορεί να παρέλθει διάστημα ικανό να επηρεάσει αρνητικά τη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1986 η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Fabro, και η Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Μ. Braguglia, avvocato dello Stato, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν στα ερωτήματα που τους έθεσε το Δικαστήριο.
Στο ερώτημα που της έθεσε το Δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με το ζήτημα ποια ήταν η νομική βάση του άρθρου 19 της οδηγίας 82/57, η προσφεύγουσα απάντησε, με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1986, ότι τη νομική βάση αποτελούσε το άρθρο 13 της οδηγίας 79/695. Με το ίδιο έγγραφο η Επιτροπή επισημαίνει την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ του ιταλικού κειμένου της διάταξης αυτής και των κειμένων στις λοιπές επίσημες γλώσσες της Κοινότητας.
Η ιταλική κυβέρνηση δεν διατύπωσε παρατηρήσεις ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού εντός της ταχθείσης προθεσμίας.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Νοεμβρίου 1986.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 27ης Ιανουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 275/85,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Sergio Fabro, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, οι οποίοι είναι και οι δύο μέλη της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον L. Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Ι. Μ. Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιτρέποντας την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής για τα εμπορεύματα που κατόπιν ενιαίας διασαφήσεως τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στο πλαίσιο της οριστικής εισαγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57 της Επιτροπής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Κ. Κακούρη και T. F. O'Higgins, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και G. C Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όπως συμπληρώθηκε μετά την προφορική διαδικασία της 16ης Σεπτεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Νοεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Σεπτεμβρίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιτρέποντας την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής για τα εμπορεύματα που κατόπιν ενιαίας διασαφήσεως τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στο πλαίσιο της οριστικής εισαγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, περί καθορισμού ορισμένων διατάξεων εφαρμογής της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων ( ΕΕ 1982, L 28, σ. 38 ).
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται οι επίδικες διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
3
Δεν αμφισβητείται ότι, όσον αφορά την οριστική εισαγωγή εμπορευμάτων, το άρθρο 80, παράγραφος 2, του testo unico delle disposizioni legislative in materia doganale (TULD, των κωδικοποιημένων τελωνειακών διατάξεων) (Gazzetta Ufficiale della Repubblica Italiana, Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, αριθ. φύλλου 80, της 28.3.1973, supplemento ordinario, σ. 3) παρέχει τη δυνατότητα εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής, ενώ το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57 προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι « η άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων για ελεύθερη κυκλοφορία εκδίδεται άπαξ για το σύνολο των εμπορευμάτων που αποτελούσαν αντικείμενο της διασαφήσεως ».
4
Σύμφωνα όμως με την ιταλική κυβέρνηση, η δυνατότητα εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής προβλέπεται σαφώς από το άρθρο 4 της οδηγίας 78/453 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1978, περί της εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με την αναστολή εισπράξεως των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/005, σ. 159 ). Το εδάφιο 1 της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ορίζει ότι:
« Τα ποσά τα οφειλόμενα από εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς για εμπορεύματα των οποίων έχει επιτραπεί η παραλαβή κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τις τριάντα μία ημέρες, δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο μιας μόνο χρεώσεως στο τέλος της περιόδου από τις αρμόδιες αρχές. »
5
Η ιταλική κυβέρνηση φρονεί ότι η διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη τόσο κατά γράμμα όσο και σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, έχει την έννοια ότι είναι νόμιμη η έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής για τα εμπορεύματα που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μιας μόνο χρεώσεως.
6
Η ιταλική κυβέρνηση τονίζει ότι από καμιά διάταξη της οδηγίας 79/695 του Συμβουλίου δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υφίσταται πρόθεση καταργήσεως της δυνατότητας εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής. Επομένως, πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57 της Επιτροπής, « η οποία καθορίζει ορισμένες διατάξεις εφαρμογής της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ... », μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της ευχέρειας που παρέχει το άρθρο 4 της οδηγίας 78/453 του Συμβουλίου.
7
Σχετικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι από τη διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου 4 καταφαίνεται ότι το εν λόγω άρθρο δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση ή την εναρμόνιση των διαδικασιών της έκδοσης αδειών παραλαβής, αλλά αφορά τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις μιας μόνο χρεώσεως των ποσών που οφείλονται ως εισαγωγικοί ή εξαγωγικοί δασμοί για τα εμπορεύματα των οποίων επιτράπηκε η παραλαβή κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου.
8
Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και στην περίπτωση που η διάταξη αυτή ερμηνευτεί με γνώμονα την αλληλουχία των διατάξεων στην οποία εντάσσεται και η ίδια. Πράγματι το άρθρο αυτό αποτελεί μέρος της οδηγίας του Συμβουλίου που αφορά την εναρμόνιση των διατάξεων σχετικά με την αναστολή της πληρωμής και το αντικείμενο της οποίας διαφέρει σαφώς από το αντικείμενο της επίμαχης εν προκειμένω οδηγίας της Επιτροπής.
9
Ελλείψει εναρμονίσεως των εθνικών διατάξεων που διέπουν τις διαδικασίες εκδόσεως αδειών παραλαβής, το άρθρο 4 μπορούσε να εφαρμόζεται είτε στην περίπτωση εκδόσεως αδειών σταδιακής παραλαβής για εμπορεύματα που κατόπιν μιας και μόνο διασαφήσεως τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία είτε στην περίπτωση εκδόσεως διαδοχικών αδειών παραλαβής για εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο διαφορετικών διασαφήσεων. Το εν λόγω άρθρο ουδόλως προδίκαζε τον τρόπο της έκδοσης των αδειών παραλαβής.
10
Οι διαδικασίες όμως αυτές αποτελούν μέρος των διαδικασιών της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία, οι οποίες έχουν εναρμονιστεί με την οδηγία 79/695 του Συμβουλίου και την οδηγία 82/57 της Επιτροπής, που εκδόθηκε προς εφαρμογή της. Δεδομένου ότι στο άρθρο 19 της τελευταίας αυτής οδηγίας προβλέπεται ότι η άδεια παραλαβής εκδίδεται άπαξ για το σύνολο των εμπορευμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της διασαφήσεως, το άρθρο 4 της οδηγίας 78/453 του Συμβουλίου περί της αναστολής εισπράξεως δεν μπορεί πλέον να εφαρμόζεται παρά μόνο επί της χρεώσεως των δασμών για τα εμπορεύματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο διαφορετικών διασαφήσεων και διαδοχικών αδειών παραλαβής κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου.
11
Κατά συνέπεια, η ιταλική κυβέρνηση, δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 4 της οδηγίας 78/453 του Συμβουλίου για να δικαιολογήσει το ασυμβίβαστο της νομοθεσίας της προς το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57 της Επιτροπής.
12
Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, επιτρέποντας την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής για τα εμπορεύματα που κατόπιν ενιαίας διασαφήσεως τίθενται σε ελεύθερη κατηγορία στο πλαίσιο της οριστικής εισαγωγής, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, περί καθορισμού ορισμένων διατάξεων εφαρμογής της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, επιτρέποντας την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής για τα εμπορεύματα nou κατόπιν ενιαίας διασαφήσεως τίθενται σε ελεύθερη κατηγορία στο πλαίσιο της οριστικής εισαγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, περί καθορισμού ορισμένων διατάξεων εφαρμογής της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων.
2)
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Κακούρης
O'Higgins
Bosco
Koopmans
Bahlmann
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy