Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1 . Διαδικασία - Προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής - Υπολογισμός
( Κανονισμός διαδικασίας, άρθρο 80, παράγραφος 1, και άρθρο 81, παράγραφος 1 )
2 . Κοινωνική πολιτική - Αρμοδιότητες της Επιτροπής - Προώθηση συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών - Πεδίο της συνεργασίας - Μεταναστευτική πολιτική έναντι των τρίτων χωρών - Περιλαμβάνεται - 'Ορια
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 118 )
3 . Κοινωνική πολιτική - Αρμοδιότητες της Επιτροπής - Προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών - Εξουσία λήψεως αποφάσεως σχετικά με την καθιέρωση μιας διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων - Εξουσία επιβολής των αποτελεσμάτων που πρέπει να επιτευχθούν με τις διαβουλεύσεις ή παρακωλύσεως των κρατών μελών από την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους - Δεν υπάρχει
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 118 )
4 . Κοινωνική πολιτική - Αρμοδιότητες της Επιτροπής - Προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών - Αποφάσεις της Επιτροπής προπαρασκευαστικού και διαδικαστικού χαρακτήρα - Υποχρέωση διαβουλεύσεως με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή - Δεν υπάρχει
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 118, τρίτη παράγραφος )
Περίληψη
1 . 'Οταν η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής εκφράζεται σε ημερολογιακούς μήνες, εκπνέει στο τέλος της ημέρας η οποία φέρει, στο μήνα που προκύπτει από την προθεσμία, τον ίδιο αριθμό με την ημέρα ενάρξεως της προθεσμίας, δηλαδή την ημέρα της κοινοποιήσεως, εφόσον πρόκειται για απόφαση που έχει κοινοποιηθεί .
2 . Το άρθρο 118 αναθέτει στην Επιτροπή την αποστολή να προωθεί τη στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον κοινωνικό τομέα, και ιδίως στα θέματα που αφορούν την απασχόληση και τους όρους εργασίας . Η μεταναστευτική πολιτική έναντι των τρίτων χωρών αποτελεί τμήμα του κοινωνικού τομέα κατά την έννοια του άρθρου 118 . Πράγματι, η κατάσταση στην αγορά εργασίας και γενικότερα η βελτίωση των όρων διαβιώσεως και εργασίας στο εσωτερικό της Κοινότητας μπορούν να επηρεαστούν από την πολιτική που ακολουθούν τα κράτη μέλη έναντι του εργατικού δυναμικού από τις τρίτες χώρες . Επομένως πρέπει να εξασφαλίζεται ότι η μεταναστευτική πολιτική των κρατών μελών έναντι των τρίτων χωρών λαμβάνει υπόψη τις κοινές πολιτικές και τις ενέργειες που πραγματοποιούνται στο επίπεδο της Κοινότητας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής της αγοράς εργασίας, προκειμένου να μη θίγονται τα αποτελέσματά τους . Συγκεκριμένα αποτελεί μέρος της μεταναστευτικής πολιτικής που εμπίπτει στο άρθρο 118 η προώθηση της επαγγελματικής εντάξεως των εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών και, εφόσον πρόκειται για σχέδια που συνδέονται με τα προβλήματα απασχολήσεως και όρων εργασίας, η προώθηση της κοινωνικής τους εντάξεως . Αντίθετα η προώθηση της πολιτιστικής τους εντάξεως γενικά εξέρχεται των ορίων του κοινωνικού τομέα, εντός του οποίου η Επιτροπή έχει κατά το άρθρο 118 την αποστολή να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των κρατών .
3 . 'Οταν ένα άρθρο της Συνθήκης ΕΟΚ, εν προκειμένω το άρθρο 118, αναθέτει στην Επιτροπή συγκεκριμένη αποστολή, πρέπει να γίνεται δεκτό ότι αυτόματα της παρέχει όλες τις εξουσίες που χρειάζεται για να φέρει σε πέρας την αποστολή της αυτή ειδάλλως η διάταξη της Συνθήκης θα έχανε την πρακτική αποτελεσματικότητά της . Επομένως η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 118 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι παρέχει στην Επιτροπή όλες τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για τη διοργάνωση των διαβουλεύσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό . Προκειμένου να επιτελέσει τη λειτουργία αυτή της διοργανώσεως των διαβουλεύσεων, η Επιτροπή πρέπει κατ' ανάγκη να μπορεί να υποχρεώνει τα κράτη μέλη να κοινοποιούν τα στοιχεία που είναι αναγκαία αφενός μεν για την αποσαφήνιση των προβλημάτων, αφετέρου δε για τον καθορισμό των κατευθύνσεων για μια κοινή δράση που ενδέχεται να αναλάβουν στο μέλλον τα κράτη μέλη, καθώς επίσης και να μπορεί να τα υποχρεώνει να συμμετέχουν στις διαδικασίες διαβουλεύσεων . Επομένως το άρθρο 118 εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να λαμβάνει έναντι των κρατών μελών δεσμευτικές αποφάσεις σχετικά με την καθιέρωση μιας διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων . Η Επιτροπή όμως, δεδομένου ότι έχει απλώς εξουσίες διαδικαστικής φύσεως, δεν μπορεί να επιβάλει το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί με τις διαβουλεύσεις αυτές ούτε να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν σχέδια, συμφωνίες ή μέτρα που η ίδια θεωρεί ότι δεν συμβιβάζονται με τις κοινοτικές πολιτικές και ενέργειες .
4 . Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να ζητήσει εκ των προτέρων τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής όταν, κατά την εκπλήρωση της αποστολής που έχει να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον κοινωνικό τομέα, αποφασίζει να συλλέξει στοιχεία ή να οργανώσει μια συνάντηση . Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καθαρά προπαρασκευαστικές και διαδικαστικές αποφάσεις, οι οποίες εξ ορισμού δεν αφορούν ζητήματα ουσίας τα οποία η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θα έπρεπε να κρίνει από κοινωνικο-οικονομική άποψη .
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 281, 283 έως 285 και 287/85,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους Martin Seidel, Ministerialrat, και Alfred Dittrich, Oberregierungsrat του ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη γερμανική πρεσβεία,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από το
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους A . Bos, Juridisch Adviseur, και Gustaav M . Borchardt, assistent Juridisch Adviseur του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ολλανδική πρεσβεία,
παρεμβαίνον,
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Gilbert Guillaume, διευθυντή νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Bernard Botte, ακόλουθο της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, ο οποίος αναπληρώνει τον πρώτο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη γαλλική πρεσβεία,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας,
παρεμβαίνον,
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τον B . J . Keur, assistent Juridisch Adviseur του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ολλανδική πρεσβεία,
προσφεύγον,
Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον Laurids Mikaelsen, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη δανική πρεσβεία,
προσφεύγον,
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον Brian E . McHenry, του Treasury Solicitor' s Department, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη βρετανική πρεσβεία,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης :
- στην υπόθεση 281/85, από τον Goetz zur Hausen, νομικό σύμβουλο,
- στην υπόθεση 283/85, από τους Armando Toledano-Laredo, νομικό σύμβουλο, και Enrico Traversa, μέλος της νομικής υπηρεσίας της,
- στην υπόθεση 284/85, από τον Auke Haajsma, μέλος της νομικής υπηρεσίας της,
- στην υπόθεση 285/85, από τους Goetz zur Hausen, νομικό σύμβουλο, και Jens Christoffersen, μέλος της νομικής υπηρεσίας της,
- στην υπόθεση 287/85, από τον Frank Benyon, μέλος της νομικής υπηρεσίας της,
με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον Francesco Pasetti-Bombardella, jurisconsultus του Κοινοβουλίου, επικουρούμενο :
- στην υπόθεση 281/85, από τον Johann Schoo, κύριο υπάλληλο διοικήσεως,
- στην υπόθεση 283/85, από τον Christian Pennera, κύριο υπάλληλο διοικήσεως,
- στην υπόθεση 284/85, από τον Jan de Wachter, υπάλληλο διοικήσεως,
- στην υπόθεση 285/85, από τον Peder Kyst, κύριο υπάλληλο διοικήσεως,
- στην υπόθεση 287/85, από τον Γιάννη Παντάλη, υπάλληλο διοικήσεως,
με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Centre europeen, Kirchberg,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως 85/381 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1985, για την καθιέρωση διαδικασίας προηγούμενης ανακοίνωσης και συνεννόησης σχετικά με τις μεταναστευτικές πολιτικές έναντι των τρίτων χωρών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Y . Galmot, Κ . Κακούρη, T . F . O' Higgins και F . Schockweiler, προέδρους τμήματος, G . Bosco, T . Koopmans, O . Due, U . Everling, K . Bahlmann, R . Joliet, J . C . Moitinho de Almeida και G . C . Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : G . F . Mancini
γραμματέας : H . A . Roehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όπως συμπληρώθηκε κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 4ης Δεκεμβρίου 1986, κατά τη διάρκεια της οποίας :
- το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, προσφεύγον και παρεμβαίνον, εκπροσωπήθηκε από τον B . McHenry και τον I . Glick, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθής, εκπροσωπήθηκε στην υπόθεση 284/85 από τον Hendrik Van Lier, μέλος της νομικής υπηρεσίας της,
- το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παρεμβαίνον, εκπροσωπήθηκε σε όλες τις υποθέσεις από τον Francesco Pasetti-Bombardella, επικουρούμενο στην υπόθεση 284/85 από τον Johann Schoo,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 4ης Δεκεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις :
- 17 Σεπτεμβρίου 1985, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
- 18 Σεπτεμβρίου 1985, η Γαλλική Δημοκρατία,
- 20 Σεπτεμβρίου 1985, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών,
- 23 Σεπτεμβρίου 1985, το Βασίλειο της Δανίας,
- 23 Σεπτεμβρίου 1985, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας,
τα ανωτέρω κράτη άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της απόφασης 85/381 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1985, για την καθιέρωση διαδικασίας προηγούμενης ανακοίνωσης και συνεννόησης σχετικά με τις μεταναστευτικές πολιτικές έναντι των τρίτων χωρών ( ΕΕ L 217, σ . 25 ).
2 Με την απόφαση αυτή καθιερώνεται μια διαδικασία προηγούμενης ανακοίνωσης και συνεννόησης σχετικά με τη μεταναστευτική πολιτική έναντι των τρίτων χωρών . Με το άρθρο 1 της απόφασης επιβάλλεται στα κράτη μέλη η υποχρέωση να ενημερώνουν την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη για τα σχέδια μέτρων που προτίθενται να λάβουν ή τα σχέδια συμφωνιών που προτίθενται να συνάψουν σχετικά με τους εργαζομένους υπηκόους τρίτων χωρών και τα μέλη των οικογενειών τους όσον αφορά την είσοδο, παραμονή και απασχόλησή τους, περιλαμβανομένων και της παράνομης εισόδου, παραμονής και απασχόλησης, την υλοποίηση της ίσης μεταχείρισης ως προς τους όρους διαβιώσεως και εργασίας, τους μισθούς και τα οικονομικά δικαιώματα, καθώς και όσον αφορά την προώθηση της επαγγελματικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ένταξης και την οικειοθελή επιστροφή των προσώπων αυτών στη χώρα καταγωγής τους . Αυτή τη διαδικασία ανακοινώσεως μπορεί να ακολουθήσει, κατά το άρθρο 2, μια διαδικασία συνεννοήσεων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, την οποία οργανώνει η Επιτροπή κατόπιν πρωτοβουλίας κράτους μέλους ή της ίδιας της Επιτροπής . Κατά το άρθρο 3, η διαδικασία αυτή έχει κυρίως ως στόχο να διευκολύνει την αμοιβαία ενημέρωση και τον προσδιορισμό των προβλημάτων κοινού ενδιαφέροντος και έτσι να διευκολύνει την υιοθέτηση κοινής στάσης εκ μέρους των κρατών μελών, να εξασφαλίσει ότι τα σχέδια, τα μέτρα και οι συμφωνίες συμβιβάζονται με τις κοινοτικές πολιτικές και ενέργειες και να εξετάσει τη σκοπιμότητα των μέτρων που θα ήταν δυνατό να ληφθούν με σκοπό ιδίως να επιτευχθεί βαθμιαία η εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών για τους αλλοδαπούς και να περιληφθούν στις διμερείς συμφωνίες όσο το δυνατόν περισσότερες κοινές διατάξεις .
3 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Επί του παραδεκτού των προσφυγών
4 Η Επιτροπή έθεσε ζήτημα παραδεκτού για την προσφυγή που άσκησε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών λόγω του ότι κατά τη λήξητης προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής το πρωτότυπο του δικογράφου της προσφυγής δεν είχε κατατεθεί στη γραμματεία του Δικαστηρίου, αλλά η προσφυγή είχε απλώς διαβιβασθεί με τηλετύπημα .
5 Δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί το ζήτημα αν το δικόγραφο προσφυγής που διαβιβάζεται με τηλετύπημα πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας και αν ο τρόπος αυτός διαβιβάσεως συμβιβάζεται με την ύπαρξη του συστήματος της παρεκτάσεως των δικονομικών προθεσμιών που προβλέπεται στο άρθρο 81, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, δεδομένου ότι, όταν έφθασε το τηλετύπημα στη γραμματεία του Δικαστηρίου, οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής είχαν ήδη λήξει . Πράγματι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987 ( Misset, υπόθεση 152/85, Συλλογή σ . 223, ιδίως σ . 234 ), όταν η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής εκφράζεται σε ημερολογιακούς μήνες, εκπνέει στο τέλος της ημέρας η οποία φέρει, στο μήνα που προκύπτει από την προθεσμία, τον ίδιο αριθμό με την ημέρα ενάρξεως της προθεσμίας, δηλαδή την ημέρα της κοινοποιήσεως . Η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στη μόνιμη αντιπροσωπεία των Κάτω Χωρών στις 11 Ιουλίου 1985, επομένως η προθεσμία των δύο μηνών εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η προσφυγή ακυρώσεως κατά το άρθρο 173, τρίτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ έληξε τα μεσάνυχτα της 11ης Σεπτεμβρίου 1985 και, συνεπώς, αν ληφθεί υπόψη η παρέκταση της προθεσμίας λόγω αποστάσεως κατά έξι ημέρες, όπως προβλέπεται για τις Κάτω Χώρες στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού διαδικασίας, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής έληξε τα μεσάνυχτα της 17ης Σεπτεμβρίου 1985 . 'Ομως, ακόμη και το τηλετύπημα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών δεν ελήφθη στο Δικαστήριο παρά μόλις στις 18 Σεπτεμβρίου 1985 .
6 Κατά συνέπεια, η προσφυγή που άσκησε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη .
7 Αντίθετα, από τα στοιχεία της δικογραφίας που διαθέτει το Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι για τις προσφυγές που άσκησαν τα άλλα κράτη δεν τηρήθηκε η προθεσμία .
Επί της ουσίας
8 Τα προσφεύγοντα κράτη μέλη επικαλούνται δύο λόγους για την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και συγκεκριμένα την αναρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδώσει την επίμαχη απόφαση και την παράβαση ουσιωδών τύπων λόγω του ότι η Επιτροπή δεν είχε συμβουλευθεί προηγουμένως την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και λόγω του ότι η απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη .
Ως προς την αρμοδιότητα της Επιτροπής
9 Τα προσφεύγοντα κράτη μέλη ισχυρίζονται ότι ούτε το άρθρο 118 ούτε καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης εξουσιοδοτούν την Επιτροπή να λάβει δεσμευτική απόφαση σε τομέα ο οποίος ανήκει άλλωστε στην αποκλειστική τους αρμοδιότητα . Η Γαλλική Δημοκρατία προσδιορίζει ότι τα ζητήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου, διαμονής και εργασίας των υπηκόων τρίτων χωρών άπτονται της ασφαλείας των κρατών μελών και βαίνουν πολύ πέραν των ορίων του κοινωνικού τομέα τον οποίο αφορά το άρθρο 118 .
10 Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το άρθρο 118 της Συνθήκης ΕΟΚ αναθέτει στην Επιτροπή, με την πρώτη παράγραφο, την "αποστολή να προωθήσει τη στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον κοινωνικό τομέα ". Η δεύτερη παράγραφος προβλέπει ότι προς το σκοπό αυτό η Επιτροπή συνεργάζεται στενά με τα κράτη μέλη, εκπονώντας μελέτες, διατυπώνοντας γνώμες και διοργανώνοντας διαβουλεύσεις .
11 Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως θέτει δύο χωριστά ζητήματα : Πρώτον, αν η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον κοινωνικό τομέα, την οποία προβλέπει το άρθρο 118, πρώτη παράγραφος, καλύπτει και τη μεταναστευτική πολιτική έναντι των τρίτων χωρών δεύτερον, αν η διοργάνωση των διαβουλεύσεων, η οποία ανατίθεται με τη δεύτερη παράγραφο της διατάξεως αυτής στην Επιτροπή, δίνει στο όργανο αυτό την εξουσία να θεσπίζει δεσμευτικούς κανόνες δικαίου . Τα δύο ζητήματα αυτά πρέπει να εξεταστούν κατά σειρά .
12 Το άρθρο 117 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 1 (" Κοινωνικές διατάξεις ") του τίτλου ΙΙΙ, ο οποίος πραγματεύεται την κοινωνική πολιτική της Κοινότητας, τονίζει στην πρώτη παράγραφο την ανάγκη να προαγάγουν τα κράτη μέλη τη βελτίωση των όρων διαβιώσεως και εργασίας του εργατικού δυναμικού κατά τρόπο που να επιτρέπει την εναρμόνισή τους με στόχο την πρόοδο . Κατά τη δεύτερη παράγραφο, η εξέλιξη αυτή θα προκύψει τόσο από τη λειτουργία της κοινής αγοράς, η οποία θα ευνοήσει την εναρμόνιση των κοινωνικών συστημάτων, όσο και από τις διαδικασίες που προβλέπονται από τη Συνθήκη, καθώς και από την προσέγγιση των διατάξεων των εθνικών δικαίων .
13 Με σκοπό την προσέγγιση αυτή ακριβώς αναθέτει το άρθρο 118 στην Επιτροπή την αποστολή να προωθήσει τη στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον κοινωνικό τομέα, και ιδίως στα θέματα που αφορούν την απασχόληση και τους όρους εργασίας .
14 Κατά συνέπεια, το άρθρο 118 της Συνθήκης αναγνωρίζει μεν την αρμοδιότητα των κρατών μελών στα κοινωνικά θέματα, εφόσον τα θέματα αυτά δεν εμπίπτουν σε τομείς που διέπονται από άλλες διατάξεις της Συνθήκης, όπως π.χ . τις διατάξεις σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, με την κοινή γεωργική πολιτική ή την κοινή πολιτική των μεταφορών, η ίδια όμως διάταξη διευκρινίζει ότι η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να ασκείται στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, συνεργασία την οποία οργανώνει η Επιτροπή .
15 Η ουσία των ισχυρισμών των προσφευγόντων κρατών είναι ότι η μεταναστευτική πολιτική έναντι των τρίτων χωρών δεν αποτελεί τμήμα του κοινωνικού τομέα κατά την έννοια του άρθρου 118 ή, επικουρικά, ότι η μεταναστευτική αυτή πολιτική εν μέρει μόνο εμπίπτει στον κοινωνικό τομέα .
16 'Οσον αφορά τον κύριο ισχυρισμό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κατάσταση στην αγορά εργασίας και γενικότερα η βελτίωση των όρων διαβιώσεως και εργασίας στο εσωτερικό της Κοινότητας μπορούν να επηρεαστούν από την πολιτική που ακολουθούν τα κράτη μέλη έναντι του εργατικού δυναμικού από τις τρίτες χώρες . 'Οπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή κρίνει - και ορθά - ότι πρέπει να εξασφαλίζεται ότι η μεταναστευτική πολιτική των κρατών μελών έναντι των τρίτων χωρών λαμβάνει υπόψη τις κοινές πολιτικές και τις ενέργειες που πραγματοποιούνται στο επίπεδο της Κοινότητας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής της αγοράς εργασίας, προκειμένου να μη θίγονται τα αποτελέσματά τους .
17 Το γεγονός ότι η μεταναστευτική πολιτική των κρατών μελών έχει σημασία για την κοινωνική πολιτική της Κοινότητας, κυρίως λόγω των αποτελεσμάτων της επί της κοινοτικής αγοράς εργασίας και επί των όρων εργασίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας, αναγνωρίστηκε από το Συμβούλιο με το ψήφισμα της 21ης Ιανουαρίου 1974, περί προγράμματος κοινωνικής δράσεως ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/002, σ . 11 ), με το οποίο το Συμβούλιο αναγνώρισε την ανάγκη και εξέφρασε την πολιτική βούληση να προωθήσει τις συνεννοήσεις μεταξύ των κρατών μελών ως προς τη μεταναστευτική πολιτική έναντι των τρίτων χωρών . Το Συμβούλιο επανέλαβε τις σκέψεις του αυτές με το ψήφισμα της 9ης Φεβρουαρίου 1976 περί προγράμματος δράσεως υπέρ των διακινουμένων εργαζομένων και των μελών της οικογενείας τους ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/002, σ . 65 ), και με το ψήφισμα της 27ης Ιουνίου 1980 περί των προσανατολισμών για μια κοινοτική πολιτική της αγοράς εργασίας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/003, σ . 183 ), στο οποίο αναφέρεται η απόφαση της Επιτροπής . Η απόφαση αναφέρεται επίσης στο ψήφισμα σχετικά με τις κατευθύνσεις της μεταναστευτικής πολιτικής το οποίο είχε ήδη εγκριθεί καταρχήν από το Συμβούλιο και εγκρίθηκε οριστικά στις 16 Ιουλίου 1985 ( ΕΕ C 186, σ . 3 ).
18 Κατά συνέπεια, πρέπει οπωσδήποτε να γίνει δεκτό ότι είναι αβάσιμο το επιχείρημα ότι η μεταναστευτική πολιτική έναντι των τρίτων χωρών δεν έχει καμία σχέση με τα κοινωνικά θέματα για τα οποία το άρθρο 118 προβλέπει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών .
19 Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί το βάσιμο του επιχειρήματος που ανέπτυξαν επικουρικά τα προσφεύγοντα κράτη, δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καλύπτει ζητήματα που δεν εμπίπτουν στον κοινωνικό τομέα κατά την έννοια του άρθρου 118 . Τα προσφεύγοντα κράτη ισχυρίζονται σχετικά ότι αντικείμενο της αποφάσεως είναι η καθιέρωση μιας διαδικασίας διαβουλεύσεων στον πολιτιστικό τομέα, με κύριο σκοπό την "πολιτιστική ένταξη" των εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών .
20 Η αιτίαση αυτή αφορά το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο ενσωματώνει στη διαδικασία ανακοινώσεως και συνεννοήσεως την "προώθηση της επαγγελματικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ένταξης" των εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών και των μελών των οικογενειών τους .
21 'Οσον αφορά την προώθηση της επαγγελματικής ένταξης των εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ανήκει στον κοινωνικό τομέα κατά την έννοια του άρθρου 118, δεδομένου ότι συνδέεται στενά με την απασχόληση . Το ίδιο συμβαίνει και με την κοινωνική τους ένταξη, η οποία αποτελεί έναν από τους στόχους της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον πρόκειται για σχέδια που συνδέονται με τα προβλήματα απασχολήσεως και όρων εργασίας και δεν υπάρχει κανείς λόγος να γίνει δεκτό ότι στην επίμαχη απόφαση η έννοια αυτή έχει διαφορετικό περιεχόμενο .
22 'Οσον αφορά την πολιτιστική ένταξη των ομάδων των μεταναστών από τις τρίτες χώρες, μολονότι μπορεί να έχει κάποια σχέση με τα αποτελέσματα μιας μεταναστευτικής πολιτικής, αφορά πάντως τις ομάδες αυτές εν γένει, χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ εργαζομένων μεταναστών και άλλων αλλοδαπών, και επομένως συνδέεται πολύ χαλαρά με τα προβλήματα απασχολήσεως και όρων εργασίας .
23 Επομένως η μεταναστευτική πολιτική δεν εμπίπτει στον κοινωνικό τομέα κατά την έννοια του άρθρου 118 παρά μόνον εφόσον αφορά την κατάσταση των εργαζομένων από τις τρίτες χώρες και το πώς οι εργαζόμενοι αυτοί επηρεάζουν την κοινοτική αγορά εργασίας και τους όρους εργασίας .
24 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξήλθε των ορίων του κοινωνικού τομέα, εντός του οποίου η Επιτροπή έχει κατά το άρθρο 118 την αποστολή να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, επειδή περιέλαβε μεταξύ των αντικειμένων των διαβουλεύσεων την προώθηση της πολιτιστικής ένταξης γενικά .
25 Δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Γαλλικής Δημοκρατίας ότι η πολιτική περί αλλοδαπών δεν εμπίπτει καθόλου στον κοινωνικό τομέα, επειδή άπτεται ζητημάτων δημόσιας ασφάλειας που ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών . Τα κράτη μέλη μπορούν μεν, στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής τους περί αλλοδαπών, να λαμβάνουν έναντι των εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών είτε με τη θέσπιση εσωτερικής νομοθεσίας είτε με τη σύναψη διεθνών συμφωνιών μέτρα αναγόμενα σε λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας και τα οποία επομένως ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητά τους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλος ο τομέας της μεταναστευτικής πολιτικής έναντι των τρίτων χωρών ανάγεται κατ' ανάγκη στη δημόσια ασφάλεια .
26 Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι η υποχρέωση προηγούμενης ανακοινώσεως μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το απόρρητο ή την εμπιστευτικότητα που ενδεχομένως είναι αναγκαία, ειδικά στην περίπτωση διαπραγματεύσεων με τρίτη χώρα, δεδομένου ότι τα σχέδια δεν επιβάλλεται να κοινοποιούνται πριν από το χρονικό σημείο κατά το οποίο καθίστανται δημοσίως γνωστά . Το άρθρο 4 της οδηγίας καλεί εξάλλου τα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διαφυλάξουν το απόρρητο των πληροφοριών που ανταλλάσσουν, η δε υποχρέωση αυτή καλύπτει τις πληροφορίες που τους παρέχονται εθελουσίως πριν να καταστούν δημοσίως γνωστές .
27 Αφού έγινε δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει μόνο βαίνει πέραν των ορίων του κοινωνικού τομέα κατά την έννοια του άρθρου 118, πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί αν η δεύτερη παράγραφος του άρθρου αυτού, η οποία προβλέπει ότι η Επιτροπή ενεργεί μεταξύ άλλων με τη διοργάνωση διαβουλεύσεων, της δίνει την εξουσία να εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις για τη διοργάνωση των διαβουλεύσεων αυτών .
28 Από την άποψη αυτή πρέπει να τονιστεί ότι, όταν ένα άρθρο της Συνθήκης ΕΟΚ, εν προκειμένω το άρθρο 118, αναθέτει στην Επιτροπή συγκεκριμένη αποστολή, πρέπει να γίνεται δεκτό ότι αυτόματα της παρέχει όλες τις εξουσίες που χρειάζεται για να φέρει σε πέρας την αποστολή της αυτή ειδάλλως η διάταξη της Συνθήκης θα έχανε την πρακτική αποτελεσματικότητά της . Επομένως η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 118 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι παρέχει στην Επιτροπή όλες τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για τη διοργάνωση των διαβουλεύσεων . Προκειμένου να επιτελέσει τη λειτουργία αυτή της διοργανώσεως των διαβουλεύσεων, η Επιτροπή πρέπει κατ' ανάγκη να μπορεί να υποχρεώνει τα κράτη μέλη να κοινοποιούν τα στοιχεία που είναι αναγκαία αφενός μεν για την αποσαφήνιση των προβλημάτων, αφετέρου δε για τον καθορισμό των κατευθύνσεων για μια κοινή δράση που ενδέχεται να αναλάβουν στο μέλλον τα κράτη μέλη, καθώς επίσης και να μπορεί να τα υποχρεώνει να συμμετέχουν στις διαδικασίες διαβουλεύσεων .
29 Πράγματι, η συνεργασία μεταξύ των κρατών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 118, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο οργανωμένων διαβουλεύσεων . Αν δεν λαμβάνονταν σχετικές πρωτοβουλίες, θα υπήρχε ο κίνδυνος η συνεργασία αυτή, την οποία εντούτοις προβλέπει ρητά η Συνθήκη, να μείνει νεκρό γράμμα . Αφού η Επιτροπή έχει ακριβώς ως αποστολή να προωθήσει και να οργανώσει τη συνεργασία αυτή, δικαιούται να θεσπίσει διαδικασίες διαβουλεύσεων στον κοινωνικό τομέα στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 118 .
30 Υπενθυμίζεται ότι η εξουσία αυτή της Επιτροπής περιορίζεται στην οργάνωση μιας διαδικασίας κοινοποιήσεως στοιχείων και διαβουλεύσεων και ότι στο παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου τα θέματα που καλύπτουν η ενημέρωση και οι διαβουλεύσεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών . Πρέπει εξάλλου να τονιστεί ότι η εξουσία που η Επιτροπή αξιώνει να ασκήσει βάσει του άρθρου 118 αφορά μόνο τη θέσπιση μιας διαδικασίας που να περιλαμβάνει έναν τέτοιο μηχανισμό ενημερώσεως και διαβουλεύσεων, με τελικό στόχο την υιοθέτηση κοινής στάσης από όλα τα κράτη μέλη .
31 Επειδή επομένως το άρθρο 118 αποτελεί ειδική νομική βάση για την απόφαση της Επιτροπής, δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν το αποτέλεσμα στο οποίο αποβλέπει η απόφαση αυτή θα μπορούσε να επιτευχθεί με την εφαρμογή άλλων γενικών διατάξεων της Συνθήκης ή άλλων διαδικασιών, οι οποίες θα απαιτούσαν τη σύμπραξη άλλων οργάνων .
32 Αφού έγινε δεκτό ότι το άρθρο 118 εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να λαμβάνει έναντι των κρατών μελών δεσμευτικές αποφάσεις σχετικά με την καθιέρωση μιας διαδικασίας ενημερώσεως και διαβουλεύσεων, πρέπει να εξεταστεί αν, όπως ισχυρίζονται τα προσφεύγοντα κράτη, η προσβαλλόμενη απόφαση εξέρχεται του πλαισίου της διαδικασίας αυτής .
33 Τα προσφεύγοντα κράτη υποστηρίζουν δηλαδή ότι η απόφαση δεν περιορίζεται στην οργάνωση μιας διαδικασίας διαβουλεύσεων, αλλ' ότι, επειδή προσδιορίζει το σκοπό των διαβουλεύσεων αυτών, επιβάλλει ορισμένο αποτέλεσμα και επομένως η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες που έχει ως προς την οργάνωση της διαδικασίας . Συγκεκριμένα, στο άρθρο 3, στοιχείο β ), η προσβαλλόμενη απόφαση ορίζει ότι οι διαβουλεύσεις έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν ότι τα κοινοποιούμενα σχέδια μέτρων και συμφωνιών συμβιβάζονται με τις κοινοτικές πολιτικές στους τομείς που αφορά η απόφαση, στους οποίους περιλαμβάνεται και η πολιτική σχετικά με τη βοήθεια στην ανάπτυξη .
34 Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει απλώς τη διαδικαστικής φύσεως εξουσία να καθιερώσει μια διαδικασία διαβουλεύσεων, δεν μπορεί να επιβάλει το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί με τις διαβουλεύσεις αυτές ούτε να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν σχέδια, συμφωνίες ή μέτρα που η ίδια θεωρεί ότι δεν συμβιβάζονται με τις κοινοτικές πολιτικές και ενέργειες .
35 Επομένως, η διάταξη του άρθρου 3, στοιχείο β ), καθόσον επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένη υποχρέωση και τους απαγορεύει να λαμβάνουν εθνικά μέτρα ή να συνάπτουν συμφωνίες που η Επιτροπή θα έκρινε ενδεχομένως ότι δεν συμβιβάζονται με τις κοινοτικές πολιτικές και ενέργειες, πρέπει να θεωρηθεί, όπως ορθά ισχυρίστηκαν τα προσφεύγοντα κράτη μέλη, ότι εξέρχεται των ορίων των εξουσιών που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 118 .
36 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα προσφεύγοντα κράτη βασίμως ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα :
- να διευρύνει με το άρθρο 1 το αντικείμενο της διαδικασίας συνεννοήσεων ώστε να περιλάβει και τα θέματα που αφορούν την πολιτιστική ένταξη των εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών και των μελών των οικογενειών τους
- να ορίσει με το άρθρο 3, στοιχείο β ), ότι στόχος των συνεννοήσεων είναι να εξασφαλιστεί ότι τα σχέδια των εθνικών μέτρων και των συμφωνιών θα είναι σύμφωνα με τις κοινοτικές πολιτικές και ενέργειες .
Ως προς την τήρηση των ουσιωδών τύπων
- Επί της παραλείψεως της Επιτροπής να ζητήσει τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
37 Τα προσφεύγοντα κράτη ισχυρίζονται ότι η απόφαση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, πρέπει να ακυρωθεί επειδή εκδόθηκε χωρίς προηγουμένως να ζητηθεί η γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής . Η διαδικαστική αυτή προϋπόθεση, την οποία επιβάλλει η τρίτη παράγραφος του άρθρου 118 για τις γνώμες που εκδίδει η Επιτροπή, ισχύει a fortiori όταν πρόκειται για την έκδοση αποφάσεως, οπότε κατά τα προσφεύγοντα κράτη πρέπει οπωσδήποτε να θεωρηθεί ως ουσιώδης τύπος .
38 Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κοινωνικο-οικονομικών ομάδων, έχει ως αποστολή να συμβουλεύει το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τις λύσεις που πρέπει να δώσουν σε συγκεκριμένα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα και να εκδίδει γνώμες βάσει των ειδικών γνώσεων και αρμοδιοτήτων της .
39 Υπ' αυτή την οπτική γωνία, η υποχρέωση της Επιτροπής, κατά το άρθρο 118, τρίτη παράγραφος, να συμβουλεύεται την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή δεν ισχύει για τις μελέτες και τη διοργάνωση των διαβουλεύσεων, αλλά μόνο για τις γνώμες με τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να προτείνει την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων, για τα οποία είναι χρήσιμο να γνωρίζει την άποψη των κοινωνικο-οικονομικών ομάδων . Αυτό δεν συμβαίνει όταν η Επιτροπή αποφασίζει να συλλέξει στοιχεία ή να οργανώσει μια συνάντηση . Στην περίπτωση αυτή πρόκειται πράγματι για καθαρά προπαρασκευαστικές και διαδικαστικές αποφάσεις, οι οποίες εξ ορισμού δεν αφορούν ζητήματα ουσίας τα οποία η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θα έπρεπε να κρίνει από κοινωνικο-οικονομική άποψη .
40 Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως, ο οποίος στηρίζεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή παρέλειψε να συμβουλευθεί την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, πρέπει να απορριφθεί .
- Επί της αιτιολογίας
41 Ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, επειδή αναφέρεται στο ψήφισμα της 16ης Ιουλίου 1985, το οποίο δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή νομική βάση, πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι το νόμιμο έρεισμα αποτελεί το άρθρο 118, το οποίο αναφέρεται στην απόφαση άλλωστε το επίμαχο ψήφισμα δεν είχε ακόμη εγκριθεί επίσημα, όταν εκδόθηκε η απόφαση .
42 Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα :
- να διευρύνει με το άρθρο 1 το αντικείμενο της διαδικασίας ανακοινώσεως και συνεννοήσεως ώστε να περιλάβει και τα θέματα που αφορούν την πολιτιστική ένταξη των εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών και των μελών των οικογενειών τους,
- να ορίσει με το άρθρο 3, στοιχείο β ), ότι στόχος των συνεννοήσεων είναι να εξασφαλιστεί ότι τα σχέδια των εθνικών μέτρων και των συμφωνιών θα είναι σύμφωνα με τις κοινοτικές πολιτικές και ενέργειες .
43 Κατά τα λοιπά οι προσφυγές απορρίπτονται .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Κατά την παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, όμως, του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα ολικώς ή μερικώς σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι . Επειδή η προσφυγή του Βασιλείου των Κάτω Χωρών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, τα έξοδα που προκλήθηκαν λόγω της ασκήσεως αυτής της προσφυγής πρέπει να βαρύνουν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών . Επειδή οι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλαν με τις άλλες προσφυγές τα προσφεύγοντα κράτη καθώς και τα παρεμβάντα προς στήριξη των αιτημάτων τους έγιναν δεκτοί μόνο εν μέρει, δεν πρέπει να καταδικαστεί η Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, αλλά κάθε διάδικος και κάθε παρεμβάς πρέπει να φέρει τα έξοδά του .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως την προσφυγή του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στην υπόθεση 284/85 .
2 ) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα σχετικά δικαστικά έξοδα .
3 ) Ακυρώνει την απόφαση 85/381 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1985, για την καθιέρωση διαδικασίας προηγούμενης ανακοίνωσης και συνεννόησης σχετικά με τις μεταναστευτικές πολιτικές έναντι των τρίτων χωρών, καθόσον η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα :
- να διευρύνει με το άρθρο 1 το αντικείμενο της διαδικασίας ανακοινώσεως και συνεννοήσεως ώστε να περιλάβει και τα θέματα που αφορούν την πολιτιστική ένταξη των εργαζομένων υπηκόων τρίτων χωρών και των μελών των οικογενειών τους,
- να ορίσει με το άρθρο 3, στοιχείο β ), ότι στόχος των συνεννοήσεων είναι να εξασφαλιστεί ότι τα σχέδια των εθνικών μέτρων και των συμφωνιών θα είναι σύμφωνα με τις κοινοτικές πολιτικές και ενέργειες .
4 ) Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις προσφυγές .
5 ) Στις υποθέσεις 281, 283 έως 285 και 287/85 κάθε διάδικος και κάθε παρεμβάς θα φέρει τα έξοδά του .
Full & Egal Universal Law Academy