ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 286/85 ( *1 )
Ι — Νομοθετικό πλαίσιο
1. Η οδηγία 79/7/ΕΟΚ
Η οδηγία 79/7/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( Ε Ε ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), περιέχει τις διατάξεις που προβλέπονται από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70 ), ειδικότερα όσον αφορά την προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
Το άρθρο 1 ορίζει ότι η οδηγία αποσκοπεί στην προοδευτική εφαρμογή, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και των άλλων στοιχείων κοινωνικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 3, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, η οδηγία εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στα προβλεπόμενα από το νόμο συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά της ανεργίας.
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1,
« η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
—
το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
—
την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
—
τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών. »
Προς το σκοπό αυτό, το άρθρο 8 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή εντός έξι ετών από της κοινοποιήσεως της, ήτοι πριν από τις 22 Δεκεμβρίου 1984. Κατά το άρθρο 5, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταργήσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Δυνάμει του άρθρου 10, η οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη, ευρίσκει δε έρεισμα στη Συνθήκη της Ρώμης και ιδίως στο άρθρο 235.
2. Η εθνική νομοθεσία
Οι οικείες διατάξεις της ιρλανδικής νομοθεσίας, που περιλαμβάνονται στο δεύτερο μέρος του Social Welfare ( Consolidation ) Act ( Νόμου περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων περί κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικής προνοίας) του 1981, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
α)
Δυνάμει του κεφαλαίου 4 του δεύτερου μέρους του νόμου του 1981, ο έγγαμος άνδρας, ο άγαμος άνδρας ή η άγαμη γυναίκα δικαιούνται να λαμβάνουν επίδομα ανεργίας επί 390ημέρες από την έναρξη της καταβολής του· αντίθετα, η έγγαμη γυναίκα δικαιούται να λαμβάνει επίδομα ανεργίας μόνο επί 312ημέρες από την ημερομηνία ενάρξεως της καταβολής του επιδόματος ανεργίας.
β)
Δυνάμει του προαναφερθέντος κεφαλαίου 4 του δεύτερου μέρους του νόμου του 1981, όπως έχει τροποποιηθεί, το ποσό του επιδόματος ανεργίας που καταβάλλεται στην έγγαμη γυναίκα είναι χαμηλότερο από εκείνο που καταβάλλεται στον έγγαμο άνδρα, στον άγαμο άνδρα ή στην άγαμη γυναίκα. Τα εβδομαδιαία ποσά του επιδόματος ανεργίας έχουν ως εξής:
Διάρκεια καταβολής εισφορών (σε εβδομάδες)
Έγγαμος άνδρας, άγαμος άνδρας, άγαμη γυναίκα
(σε IRL)
Έγγαμες γυναίκες (ή πρόσωπα ηλικίας κάτω των 18 ετών)
(σε IRL)
48 έως 52
37,25
32,75
41 έως 47
35,90
31,75
33 έως 40
34,50
30,90
26 έως 32
33,35
30,90
γ)
Δυνάμει των διατάξεων του κεφαλαίου 6 του δεύτερου μέρους του νόμου του 1981, το δικαίωμα λήψεως του αναλογικού προς τις αποδοχές επιδόματος εκλείπει αυτοδικαίως με την παύση της καταβολής του επιδόματος ανεργίας. Δεδομένου ότι το εν λόγω αναλογικό προς τις αποδοχές επίδομα καταβάλλεται μόνο μετά την πάροδο 18ημερών από την έναρξη της καταβολής του επιδόματος ανεργίας, ο μεν έγγαμος άνδρας, ο άγαμος άνδρας ή η άγαμη γυναίκα λαμβάνουν επίδομα αναλογικό προς τις αποδοχές επί χρονικό διάστημα 372ημερών κατ' ανώτατο όριο, το οποίο αρχίζει μετά τις πρώτες 18ημέρες της καταβολής του επιδόματος ανεργίας, η δε έγγαμη γυναίκα λαμβάνει το αναλογικό προς τις αποδοχές επίδομα επί χρονικό διάστημα μόνο 294ημερών κατ' ανώτατο όριο, το οποίο αρχίζει μετά τις πρώτες 18ημέρες της καταβολής του επιδόματος ανεργίας.
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη παραπομπής, ο ιρλανδικός νόμος περί κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικής προνοίας στηρίζεται στην αρχή ότι η έγγαμη γυναίκα λογίζεται ότι συντηρείται από το σύζυγο της, εφόσον ζει μαζί του ή διατρέφεται ολικώς ή κυρίως απ' αυτόν ο σύζυγος, αντιθέτως, είναι συντηρούμενο από τη σύζυγο του πρόσωπο μόνο στην περίπτωση που είναι ανίκανος προς βιοπορισμό, λόγω κάποιας σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας και διατρέφεται ολικώς ή κυρίως απ' αυτή.
Για να τεθεί σε εφαρμογή η οδηγία 79/7/ΕΟΚ, ψηφίστηκε στις 16 Ιουλίου 1985 από το Oireachtas ( Ιρλανδικό Κοινοβούλιο ) ο Social Welfare ( No. 2 ) Act ( δεύτερος νόμος περί κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικής προνοίας) του 1985, ο οποίος όμως δεν έχει τεθεί ακόμη σε ισχύ. Το άρθρο 24 του νόμου αυτού προβλέπει ότι ο χρόνος ενάρξεως της ισχύος του θα οριστεί με υπουργική απόφαση. Τέτοια υπουργική απόφαση δεν έχει εκδοθεί μέχρι στιγμής. Ο νόμος, αφενός, καταργεί τα μειωμένα ποσά που καταβάλλονται στις έγγαμες γυναίκες στο πλαίσιο, μεταξύ άλλων, του συστήματος επιδομάτων ανεργίας και, αφετέρου, προβλέπει για τις έγγαμες γυναίκες δικαιούχους την ίδια διάρκεια καταβολής του επιδόματος ανεργίας όπως και για κάθε άλλο δικαιούχο. Κατά τη Διάταξη παραπομπής, η νομοθετική αυτή τροποποίηση θα καταργήσει την αυτοδίκαιη υπαγωγή της έγγαμης γυναίκας στην κατηγορία των συντηρουμένων προσώπων, πράγμα που ισχύει μέχρι τώρα, και θα θέσει έτσι τις έγγαμες γυναίκες, στο πλαίσιο του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, σε ίση μοίρα με τους έγγαμους άνδρες.
Το άρθρο 6 του Social Welfare ( No. 2 ) Act 1985 προβλέπει περιορισμένη αναδρομική ισχύ, ως εξής:
« Σε περίπτωση που, κατά τη διάρκεια περιόδου ανεργίας, μια γυναίκα — που σύμφωνα με την προϊσχύσασα ρύθμιση δικαιούνταν επιδόματος ανεργίας επί 312ημέρες — εξάντλησε το δικαίωμα της αυτό κατά την περίοδο των τελευταίων 78ημερών πριν από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της παρούσας παραγράφου, έχει αξίωση επί του εν λόγω επιδόματος επί 78 ακόμη ημέρες, εφόσον εξακολουθεί να είναι άνεργη μετά το εν λόγω χρονικό σημείο, και μέχρι να συμπληρώσει 393ημέρες κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου ανεργίας. »
II — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Η προσφεύγουσα Norah McDermott είναι έγγαμη και διετέλεσε σε σχέση ασφαλιστέας εξαρτημένης εργασίας από το Σεπτέμβριο περίπου του 1982 μέχρι τις 4 Νοεμβρίου 1983. Όταν κατέστη άνεργη, υπέβαλε αίτηση χορηγήσεως επιδόματος ανεργίας. Το βασικό επίδομα ανεργίας, ανερχόμενο σε 30,90 IRL εβδομαδιαίως, άρχισε να της καταβάλλεται από τις 3 Ιανουαρίου 1984. Η καταβολή αυτού του επιδόματος έπαυσε στις 5 Ιανουαρίου 1985. Της γνωστοποιήθηκε από υπάλληλο της Υπηρεσίας Ευρέσεως Εργασίας της περιοχής της ότι το δικαίωμα της προς είσπραξη επιδόματος ανεργίας είχε εκλείψει από την ημερομηνία εκείνη, για το λόγο ότι: « Η άγαμη γυναίκα δικαιούται να λαμβάνει επίδομα ανεργίας μόνο επί χρονικό διάστημα 312ημερών ».
Η δεύτερη προσφεύγουσα, η Ann Cotter, είναι έγγαμη και διετέλεσε σε σχέση ασφαλιστέας εξαρτημένης εργασίας επί εννέα έτη περίπου. Όταν απολύθηκε τον Ιανουάριο 1984, ζήτησε τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας, το οποίο και άρχισε να της καταβάλλεται γύρω στις 17 Ιανουαρίου 1984. Το επίδομα ανεργίας που της καταβαλλόταν συναποτελούνταν από δύο συνιστώσες: το βασικό επίδομα, ύψους 32,75 IRL εβδομαδιαίως, και το αναλογικό προς τις αποδοχές επίδομα, που στην περίπτωση της ανερχόταν σε 13,54 IRL εβδομαδιαίως. Με απόφαση που ελήφθη βάσει του νόμου του 1981, σταμάτησε η καταβολή και των δύο επιδομάτων από τις 17 Ιανουαρίου 1985, με την ακόλουθη αιτιολογία: « Η έγγαμη γυναίκα δικαιούται να λαμβάνει επίδομα ανεργίας μόνο επί χρονικό διάστημα 312ημερών από την ημερομηνία ενάρξεως της καταβολής, η δε καταβολή του αναλογικού προς τις αποδοχές επιδόματος παύει αυτοδικαίως με την παύση της καταβολής του επιδόματος ανεργίας ».
Στις 4 Φεβρουαρίου 1985, οι δύο προσφεύγουσες ζήτησαν από το High Court την έκδοση Conditional Orders of Certiorari, περί ακυρώσεως των αποφάσεων που εκδόθηκαν από τον Υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας ή εξ ονόματος του και με τις οποίες έπαυε η καταβολή επιδόματος ανεργίας με την πάροδο της περιόδου των 312ημερών, για το λόγο ότι οι αποφάσεις αυτές συνιστούσαν παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφευγουσών που απορρέουν από το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, στην περίπτωση δε της Cotter, και για το λόγο ότι το γεγονός ότι της καταβλήθηκε επίδομα ανεργίας χαμηλότερο από εκείνο που θα καταβαλλόταν σε έναν έγγαμο ή άγαμο άνδρα αντέβαινε προς την οδηγία.
Οι καθών κατέθεσαν και στις δύο υποθέσεις affidavit, όπου ανέφεραν ότι το άρθρο 4 της υπό κρίση οδηγίας δεν επέβαλλε στην Ιρλανδία σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση ως προς τον τρόπο συμμορφώσεως προς την οδηγία, αλλά της άφηνε ευρεία διακριτική ευχέρεια. Η οδηγία δεν παράγει, επομένως, άμεσα αποτελέσματα, ώστε να μπορούν οι προσφεύγουσες να την επικαλεστούν ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων.
Ενόψει των affidavit των διαδίκων και αφού άκουσε τις προφορικές τους παρατηρήσεις, το High Court εξέδωσε Διάταξη, με την οποία υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Παράγουν ot διατάξεις της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, και ειδικότερα το άρθρο 4, άμεσα αποτελέσματα στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, έτσι ώστε να απονέμουν εναγώγιμα δικαιώματα κοινοτικού δικαίου στις έγγαμες γυναίκες, όπως είναι οι προσφεύγουσες, υπό τις περιστάσεις των υπό κρίση υποθέσεων;
2)
Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι καταφατική, σημαίνει αυτό ότι οι εθνικές διατάξεις σαν τις περιεχόμενες στα κεφάλαια 4 και 6 του μέρους 2 του Social Welfare (Consolidation) Act 1981, όπως έχει τροποποιηθεί, καθίστανται ανενεργές και ότι οι προσφεύγουσες, έγγαμες δηλαδή γυναίκες που κατοικούν σε κράτος μέλος, το οποίο έχει παραλείψει να καταργήσει ή να προσαρμόσει τις διατάξεις αυτές, δικαιούνται ίσης μεταχειρίσεως ως προς τις σχετικές παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 και έχουν σχετική αξίωση παροχής εννόμου προστασίας κατά του κράτους μέλους αυτού; »
Η Διάταξη παραπομπής του High Court πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Σεπτεμβρίου 1985.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η McDermott και η Cotter, εκπροσωπούμενες από τη Mary Robinson, Senior Counsel, και τον Gerard Durcan, Barrister-at-Law, o Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας και ο Attorney-General, εκπροσωπούμενοι από τον Louis J. Dockery, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τον Vincent A. Landy, Senior Counsel, και τον Aindrias Ο' Caoimh, Barrister-at-Law, η ολλανδική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Verkade, εκ μέρους του Υπουργού Εξωτερικών, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Julian Currall, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1. Επί τον πρώτον ερωτήματος
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, αν στερηθούν της δυνατότητας να επικαλεστούν ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων τις διατάξεις της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ από τις 22 Δεκεμβρίου 1984, μένουν χωρίς ένδικα μέσα ή μέσα θεραπείας για τη διάκριση που υπέστησαν τόσο ως προς το ύψος του εβδομαδιαίου επιδόματος ανεργίας που τους καταβλήθηκε, όσο και ως προς τη χρονική διάρκεια της καταβολής. Ακόμη και όταν ο ιρλανδικός εκτελεστικός νόμος, ο Social Welfare ( No. 2 ) Act 1985, τεθεί σε ισχύ, δεν θα μεταβάλει τη θέση τους, ούτε θα τους απονείμει δικαιώματα, τα οποία θα μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων. Ισχυρίζονται ότι το πρακτικό αποτέλεσμα του άρθρου 6 του εν λόγω νόμου, όταν τεθεί σε ισχύ, θα είναι ότι θα χορηγήσει δικαίωμα επί του επιδόματος μόνο στις έγγαμες γυναίκες που θα λαμβάνουν επίδομα ανεργίας κατά τη διάρκεια περιόδου 78ημερών πριν από την έναρξη της ισχύος της οικείας παραγράφου του νόμου. Δεν θα καλύπτει, επομένως, την περίπτωση τους, εφόσον οι ίδιες έπαυσαν, βάσει της ιρλανδικής νομοθεσίας, να δικαιούνται επιδόματος ανεργίας από τον Ιανουάριο 1985.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η υπό κρίση οδηγία, η οποία προέβλεπε ασυνήθιστα μακρά προθεσμία συμμορφώσεως, δηλαδή έξι έτη, παρέχει το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης στους τομείς της κοινωνικής ασφάλισης που ρυθμίζονται με νόμο, από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που τάσσεται για τη θέση της σε εφαρμογή. Κατά την άποψη τους, οι διατάξεις της οδηγίας, και ιδίως του άρθρου 4, είναι σαφείς, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι αρκετά ακριβείς, ώστε, σε περίπτωση που δεν θεσπίζονται εντός της τασσόμενης προθεσμίας συμμορφώσεως τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα, μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων αυτών έναντι κάθε εθνικής διατάξεως που δεν συμβιβάζεται με την οδηγία ή εφόσον οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε δικαιώματα τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να προβάλουν κατά του Δημοσίου (υπόθεση 148/78, Ratti, ECR 1979, σ. 1629' υπόθεση 8/81, Becker, Συλλογή 1982, σ. 53· υπόθεση 271/82, Auer, Συλλογή 1983, σ. 2727· και υπόθεση 5/83, Rienks, Συλλογή 1983, σ. 4233 ).
Και η Επιτροπή προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Κατά την άποψη της, το άρθρο 4, παράγραφος 1, μπορεί να θεωρηθεί ως συγκεκριμένη έκφραση του σκοπού της οδηγίας, που εκτίθεται στο άρθρο 1. Κατοχυρώνει, κατά τρόπο σαφή, ακριβή και ανεπιφύλακτο, μια αρχή που το δικαστήριο έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει « θεμελιώδη ». Το ότι η ιρλανδική κυβέρνηση φρονεί ενδεχομένως ότι η ιδεώδης νομοθετική λύση του προβλήματος είναι να θεσπιστούν νέοι λεπτομερείς κανόνες που να ανατρέπουν την προηγούμενη αντίληψη ότι η έγγαμη γυναίκα λογίζεται αυτοδικαίως ως συντηρούμενο από το σύζυγο της πρόσωπο είναι ζήτημα μονομερούς εκτιμήσεως, που, κατά την Επιτροπή, δεν επιτρέπεται να επηρεάζει τα δικαιώματα που αντλούν οι ιδιώτες από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της ίδιας της οδηγίας. Παραπέμπει στην υπόθεση Becker, τονίζοντας ότι τα περιθώρια εκτιμήσεως ως προς τα μέσα δεν επιτρέπεται να διευρύνονται σε τέτοιο σημείο ώστε να επηρεάζουν και τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η Επιτροπή υπογραμμίζει σχετικώς ότι, ακριβώς λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως, χορηγήθηκε όλως εξαιρετικώς στα κράτη μέλη, από το άρθρο 8, παράγραφος 1, προθεσμία συμμορφώσεως έξι ετών.
Η ιρλανδική και η ολλανδική κνβέρνηοη, αντιθέτως, προτείνουν να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Κατά την άποψη τους, η οδηγία χορηγεί στα κράτη μέλη ευρέα περιθώρια διακριτικής εκτιμήσεως και δεν γεννά αρκετά σαφείς υποχρεώσεις, ώστε να απονέμει δικαιώματα, των οποίων να μπορεί να γίνει επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η ολλανδική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η ίδια η οδηγία δεν ορίζει με τι πρέπει να αντικατασταθούν οι εθνικές διατάξεις που αντιβαίνουν προς τις διατάξεις της. Φρονεί ότι η ύπαρξη πολλών εναλλακτικών λύσεων για την υλοποίηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης αποκλείει το ενδεχόμενο του άμεσου αποτελέσματος.
2. Το δεύτερο ερώτημα
Οι προσφεύγουσες και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα. Κατά την άποψη τους, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει θέσει μια οδηγία σε εφαρμογή κατά τη λήξη της προθεσμίας συμμορφώσεως σημαίνει ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις διατάξεις της οδηγίας που είναι ακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων, για να ματαιώσουν την εφαρμογή έναντι αυτών των μη τροποποιηθεισών εθνικών διατάξεων που αντιβαίνουν προς τις εν λόγω διατάξεις της οδηγίας. Προς στήριξη της άποψης τους, επικαλούνται τις προαναφερθείσες υποθέσεις Ratti και Becker.
Οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι η ημερομηνία, από την οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να είναι η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας συμμορφώσεως προς την οδηγία, ήτοι η 22α Δεκεμβρίου 1984, και όχι η ημερομηνία εκδόσεως αποφάσεως από το Δικαστήριο. Φρονούν ότι δεν αρμόζει εν προκειμένω να παράγει η απόφαση αποτελέσματα μόνο για το μέλλον, όπως συνέβη με τη δεύτερη υπόθεση Defrenne ( υπόθεση 43/75, ECR 1976, σ. 455 ).
Η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το δεύτερο ερώτημα εκκινεί από εσφαλμένη βάση και επομένως δεν χρήζει απαντήσεως. Η ιρλανδική κυβέρνηση συμμερίζεται την άποψη αυτή, αλλά προβάλλει ωστόσο την άποψη ότι οι διατάξεις της υπό κρίση οδηγίας δεν είναι τέτοιες που να απονέμουν στις προσφεύγουσες, για την περίοδο που προηγείται της ενάρξεως της ισχύος της εθνικής εκτελεστικής νομοθεσίας, δικαίωμα επί συγκεκριμένης καταβολής κάποιας κοινωνικής παροχής, βοηθήματος, επιδόματος ή οποιασδήποτε άλλης αρωγής στο πλαίσιο των κλάδων της κοινωνικής ασφάλισης που καλύπτονται από την οδηγία.
Τ. F. O'Higgins
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 24ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 286/85,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court του Δουβλίνου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Norah McDermott και Ann Cotter, αφενός,
και
Minister for Social Welfare και Attorney-General, αφετέρου,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Υ. Galmot, Κ. Κακούρη, Τ. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, U. Everling, Κ. Bahlmann, R. Joliét, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη Cotter και McDermott, εκπροσωπούμενες από την Μ. Robinson, Senior Counsel, και τον G. Durcan, Barrister-at-Law,
—
η καθής στην κύρια δίκη ιρλανδική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον V. Α. Landy, Senior Counsel, και τον Α. Ο' Caoimh, Barrister-at-Law,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Currall, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
—
η ολλανδική κυβέρνηση, διά του Υπουργού Εξωτερικών της, εκπροσωπούμενου από τον Ι. Verkade,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 15ης Οκτωβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 13ης Μαΐου 1985, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Σεπτεμβρίου 1985, το High Court του Δουβλίνου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), με τα οποία ερωτάται αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή παράγει άμεσα αποτελέσματα στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, ημερομηνία κατά την οποία τα κράτη μέλη όφειλαν να έχουν εκδώσει τα αναγκαία για την εκτέλεση της μέτρα.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο προσφυγών που άσκησαν ενώπιον του High Court η McDermott και η Cotter κατά του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας και του Attorney-General. Οι προσφυγές αυτές αποσκοπούν στην ακύρωση των αποφάσεων που εκδόθηκαν από τον Υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας ή για λογαριασμό του, περί παύσεως της καταβολής στις ενδιαφερόμενες του επιδόματος ανεργίας μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος 312ημερών, στην περίπτωση δε της Cotter, και περί αυτοδικαίας παύσεως της καταβολής του επιδόματος του αναλογικού προς τις αποδοχές της. Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη ισχυρίστηκαν ότι ένας άνδρας ή μια άγαμη γυναίκα στη θέση τους θα είχε αξίωση να εξακολουθήσει να του καταβάλλεται το επίδομα ανεργίας για ένα περαιτέρω χρονικό διάστημα 78ημερών. Παρατήρησαν επίσης ότι, ως έγγαμες γυναίκες, εισέπρατταν, για ίσο χρόνο καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, χαμηλότερα επιδόματα ανεργίας από ό,τι οι άνδρες.
3
Οι προσφεύγουσες ζήτησαν από το High Court, στις 4 Φεβρουαρίου 1985, να ακυρώσει τις προαναφερθείσες αποφάσεις περί παύσεως της καταβολής των επιδομάτων, υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις αυτές θίγουν τα δικαιώματα που αντλούν οι προσφεύγουσες από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 του Συμβουλίου (στο εξής;της οδηγίας).
4
Δεν αμφισβητείται ότι οι διατάξεις των κεφαλαίων 4 και 6 του δεύτερου μέρους του Social Welfare ( Consolidation ) Act 1981 ( Νόμου περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων περί κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικής προνοίας του 1981 ) προβλέπουν για τις έγγαμες γυναίκες επίδομα ανεργίας μειωμένο, τόσο ως προς το ύψος όσο και ως προς τη διάρκεια της καταβολής του, σε σχέση προς τους άνδρες, έγγαμους ή άγαμους, και τις άγαμες γυναίκες.
5
Όπως προκύπτει, ωστόσο, από τη δικογραφία, οι καθών υποστήριξαν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι το άρθρο 4 της οδηγίας δεν επέβαλλε στην Ιρλανδία καμία σαφή και ορισμένη υποχρέωση ως προς τον τρόπο υλοποίησης της οδηγίας και ότι επομένως η Ιρλανδία διέθετε από την άποψη αυτή ευρεία διακριτική ευχέρεια. Κατά την άποψη τους, δεν χωρούσε, συνεπώς, επίκληση του άρθρου 4 ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων.
6
Λόγω του ότι είχε αμφιβολίες ως προς τα αποτελέσματα της οδηγίας, το High Court, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο ερωτήματα:
« 1)
Παράγουν οι διατάξεις της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, και ειδικότερα το άρθρο 4, άμεσα αποτελέσματα στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, έτσι ώστε να απονέμουν εναγώγιμα δικαιώματα κοινοτικού δικαίου στις έγγαμες γυναίκες, όπως είναι οι προσφεύγουσες, υπό τις περιστάσεις των υπό κρίση υποθέσεων;
2)
Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι καταφατική, σημαίνει αυτό ότι οι εθνικές διατάξεις σαν τις περιεχόμενες στα κεφάλαια 4 και 6 του μέρους 2 του Social Welfare (Consolidation) Act 1981, όπως έχει τροποποιηθεί, καθίστανται ανενεργές και ότι οι προσφεύγουσες, έγγαμες δηλαδή γυναίκες που κατοικούν σε κράτος μέλος το οποίο έχει παραλείψει να καταργήσει ή να προσαρμόσει τις διατάξεις αυτές, δικαιούνται ίσης μεταχειρίσεως ως προς τις σχετικές παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 και έχουν σχετική αξίωση παροχής εννόμου προστασίας κατά του κράτους μέλους αυτού; »
7
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το άρθρο 34, παράγραφος 6, του Social Welfare ( Consolidation ) Act 1981 καταργήθηκε από το άρθρο 6, στοιχείο ( c) του Social Welfare (No. 2) Act 1985, κατά το οποίο οι έγγαμες γυναίκες δικαιούνται επιδόματος ανεργίας και επιδόματος αναλογικού προς τις αποδοχές για την ίδια χρονική διάρκεια με τους άλλους δικαιούχους. Το άρθρο 6 του τελευταίου νόμου τέθηκε σε ισχύ στις 15 Μαΐου 1986 και προσέδωσε στην κατάργηση περιορισμένη αναδρομική ενέργεια, καθόσον στη νέα ρύθμιση μπορούσαν να υπαχθούν μόνο οι έγγαμες γυναίκες, οι οποίες εισέπρατταν επιδόματα ανεργίας κατά το χρονικό διάστημα των 78ημερών που προηγούνταν της ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω άρθρου. Επομένως, οι δύο προσφεύγουσες στις κύριες δίκες, οι οποίες είχαν παύσει να λαμβάνουν το επίδομα ανεργίας τον Ιανουάριο 1985, δεν μπορούσαν να υπαχθούν στη νέα ευεργετική ρύθμιση.
8
Όπως προκύπτει επίσης από τη δικογραφία, το άρθρο 2 του νόμου του 1985 τροποποίησε ιδίως τα κεφάλαια 4 και 6 του νόμου του 1981, προβλέποντας επίδομα ανεργίας ίσου ύψους για τους άνδρες και τις γυναίκες. Και αυτό το άρθρο τέθηκε επίσης σε ισχύ στις 15 Μαΐου 1986, κατά το μέτρο που αφορά τα επιδόματα ανεργίας.
9
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
10
Με το πρώτο ερώτημα, το High Court θέλει κατ' ουσία να πληροφορηθεί αν, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, γεννώνται δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών στα κράτη μέλη από την πάροδο της προθεσμίας που είχε ταχθεί στα κράτη μέλη για τη συμμόρφωση τους.
11
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όπως έχει διατυπωθεί ιδίως στην απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982 (υπόθεση 8/81, Becker, Συλλογή 1982, σ. 53 ), σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες προκύπτει ότι, από απόψεως περιεχομένου, οι διατάξεις μιας οδηγίας δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβείς, οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλεστούν, καίτοι δεν έχουν ληφθεί εμπροθέσμως εκτελεστικά μέτρα, είτε εναντίον κάθε εθνικής διατάξεως που δεν είναι σύμφωνη με την οδηγία, είτε καθόσον δύνανται να προσδιορίσουν δικαιώματα, τα οποία οι ιδιώτες είναι σε θέση να προβάλουν έναντι του κράτους.
12
Η νομολογία αυτή θεμελιώνεται στο δεσμευτικό χαρακτήρα που έχουν οι οδηγίες για τα κράτη μέλη και στη σκέψη ότι το κράτος μέλος που δεν εξέδωσε εμπροθέσμως τα εκτελεστικά μέτρα που επιβάλλει η οδηγία δεν μπορεί να αντιτάξει στους ιδιώτες την εκ μέρους του μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από την οδηγία αυτή.
13
Όπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986 ( υπόθεση 150/85, Drake, Συλλογή σ. 1955 ), ο σκοπός που διατυπώνεται με το άρθρο 1 της οδηγίας 79/7 υλοποιείται με το άρθρο 4, παράγραφος 1, που απαγορεύει, σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα ( σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση ), όσον αφορά ιδίως το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σ' αυτά.
14
Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986 ( υπόθεση 71/85, FNV, Συλλογή σ. 3855 ), το άρθρο 4, παράγραφος 1, λαμβανόμενο μόνο του, αλλά και συνεκτιμώμενο με το σκοπό και το περιεχόμενο της προαναφερθείσας οδηγίας, είναι αρκετά ακριβές, ώστε να μπορεί να το επικαλεστεί ο διάδικος και να το εφαρμόσει ο δικαστής. Επιπλέον, το άρθρο αυτό δεν απονέμει καμία ευχέρεια στα κράτη μέλη να περιορίζουν την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης στο πεδίο εφαρμογής στο οποίο αναφέρεται ή να την εξαρτούν από προϋποθέσεις.
15
Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η ύπαρξη πολλών εναλλακτικών λύσεων για την υλοποίηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης αποκλείει το να γεννώνται από την οδηγία δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, αρκεί να επισημανθεί ότι, όπως έχει ήδη δεχτεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982 (προαναφερθείσα υπόθεση 8/81, Becker), δεν μπορεί να προβληθεί το γεγονός ότι οι οδηγίες αφήνουν τα κράτη μέλη ελεύθερα να επιλέξουν τον τύπο και τα μέσα προς επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος, για να ματαιωθεί η παραγωγή οποιουδήποτε αποτελέσματος από εκείνες τις διατάξεις της οδηγίας των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση ενώπιον των δικαστηρίων.
16
Από τις προηγηθείσες σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, είναι αρκετά ακριβές και απαλλαγμένο αιρέσεων, ώστε, και ελλείψει εκτελεστικών μέτρων, οι ιδιώτες να μπορούν, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, να το επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, για να ματαιώσουν την εφαρμογή κάθε διατάξεως εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνη προς το εν λόγω άρθρο.
17
Πρέπει επομένως στο πρώτο από τα υποβαλλόμενα ερωτήματα να δοθεί η απάντηση ότι, σε περίπτωση που δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, μπορεί, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, να γίνεται επίκληση του άρθρου 4, παράγραφος 1, που απαγορεύει κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, για να ματαιώνεται η εφαρμογή κάθε διατάξεως εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνη προς το εν λόγω άρθρο.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
18
Ως προς το δεύτερο ερώτημα που υποβάλλει το High Court, το οποίο ζητεί κατ' ουσία να πληροφορηθεί αν, ελλείψει εκτελεστικών μέτρων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι έγγαμες γυναίκες, από τις οποίες η εθνική νομοθεσία στερεί το δικαίωμα επι μιας παροχής, έχουν αποκτήσει από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 το δικαίωμα αυτό υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους άνδρες, αρκεί να παρατηρηθεί ότι, όπως έχει ήδη δεχτεί το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, έως ότου η κυβέρνηση του οικείου κράτους μέλους εκδώσει τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα, οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα να υπάγονται στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς που, ενόσω δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας αυτής, εξακολουθεί να παραμένει το μόνο ισχύον σύστημα αναφοράς.
19
Πρέπει, επομένως, στο δεύτερο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι, ελλείψει εκτελεστικών μέτρων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι γυναίκες δικαιούνται να υπάγονται στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς που, ενόσω δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας αυτής, εξακολουθεί να παραμένει το μόνο ισχύον σύστημα αναφοράς.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 13ης Μαΐου 1985 το High Court του Δουβλίνου, αποφαίνεται:
1)
Σε περίπτωση που δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρο της οδηγίας 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, μπορεί, οπό τις 23 Δεκεμβρίου 1984, νο γίνεται επίκληση του άρθρου 4, παράγραφος 1, που απαγορεύει κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, για να ματαιώνεται η εφαρμογή κάθε διατάξεως εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνη προς το εν λόγω άρθρο.
2)
Ελλείψει εκτελεστικών μέτρων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι γυναίκες δικαιούνται να υπάγονται στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς που, ενόσω δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας αυτής, εξακολουθεί να παραμένει το μόνο ισχύον σύστημα αναφοράς.
Mackenzie Stuart
Galmot
Κακούρης
O'Higgins
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Due
Everling
Bahlmann
Joliét
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Μαρτίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy